ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: ATREPO TRADING LIMITED, Γενική Αίτηση Αρ. 1/2026, 20/2/2026
print
Τίτλος:
ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: ATREPO TRADING LIMITED, Γενική Αίτηση Αρ. 1/2026, 20/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Γενική Αίτηση Αρ. 1/2026)

 

 20 Φεβρουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

Αναφορικά με τον Κανονισμό 5.3, Μέρος 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και αναφορικά με τους περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 (Αρ. 6/15) και αναφορικά με τον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962

 

ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

 

ATREPO TRADING LIMITED

                                                                           Αιτήτρια

                            

 

Π. Γκροζάκης, για George Pamborides LLC, για Αιτήτρια

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Στις 10.2.2026, η αιτήτρια καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο την αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με την οποία ζητεί (α) την παραχώρηση άδειας για επιθεώρηση του Μητρώου Προσφυγών του Διοικητικού Δικαστηρίου και (β) διεξαγωγή έρευνας σε δικαστηριακό φάκελο και χορήγηση επίσημων αντιγράφων από δικαστηριακό φάκελο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αιτητικά Α και Β της υπό εξέταση αίτησης, η αιτήτρια ζητεί-

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για την παραχώρηση άδειας του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Αιτήτρια και/ή στους δικηγόρους της να επιθεωρήσουν και/ή να προβούν σε γενική έρευνα στο Μητρώο Προσφυγών του Διοικητικού Δικαστηρίου με σκοπό τον εντοπισμό τυχόν προσφυγής και/ή προσφυγών που καταχωρήθηκαν από την Payabl. Cy Limited και/ή την Roteral Limited και/ή τον R. T. και/ή τον N. Z., εναντίον της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την επιβολή κυρώσεων με βάση τον Νόμο 188(Ι)/2007 και/ή τον Νόμο 31(Ι)/2018 και/ή τον Νόμο 138(Ι)/2002 και/ή με βάση οποιονδήποτε άλλο νόμο, κανονισμό ή διάταγμα (στο εξής η «Αναζητούμενη Προσφυγή)) και/ή οι «Αναζητούμενες Προσφυγές»).

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου για την παραχώρηση άδειας του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Αιτήτρια και/ή στους δικηγόρους της να αποκτήσουν πρόσβαση και/ή να επιθεωρήσουν τον φυσικό και/ή τον ηλεκτρονικό φάκελο της Αναζητούμενης Προσφυγής και/ή των Αναζητούμενων Προσφυγών και της Προσφυγής του Διοικητικού Δικαστηρίου με αριθμό 1405/2025 και να λάβουν επίσημα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον φυσικό και/ή ηλεκτρονικό φάκελο της Αναζητούμενης Προσφυγής και/ή των Αναζητούμενων Προσφυγών και της Προσφυγής του Διοικητικού Δικαστηρίου με αριθμό 1405/2025, με την καταβολή του νενομισμένου τέλους.».

 

Η αίτηση στηρίζεται στους περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον Κανονισμό 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρη 1, 2, 3, 5, 23, 25, 32 και 38, στις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) και της Επιείκειας (Equity), στη σχετική νομολογία και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Π. Π. Κ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωσή του, όσα δε αυτός δηλώνει, τα γνωρίζει προσωπικά, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από την αιτήτρια και τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Επισημαίνει εξ’ αρχής ο ομνύων ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον ίδιο προς αποφυγή οποιασδήποτε καθυστέρησης, καθότι οι αξιωματούχοι της αιτήτριας είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού.

 

Ακολούθως, ο κ. Κ. παραθέτει εν εκτάσει το ιστορικό της υπόθεσης, στο πλαίσιο του οποίου κάνει αναφορά στην ιδιότητα της αιτήτριας ως εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένης στην Κύπρο, η οποία, ως λέγει, συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό την αγορά των μετοχών της εταιρείας Payabl Cy Limited (Payabl Cyprus), που είναι αδειοδοτημένο ίδρυμα πληρωμών, εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, και της εταιρείας Payabl Solutions GmbH (Payabl Germany), που είναι εγγεγραμμένη στη Γερμανία και ασχολείται με την ανάπτυξη λογισμικού και εφαρμογών σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών. Στη συνέχεια, ο κ. Κ. αναφέρεται στην Roteral Limited, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία και αποκλειστική μέτοχο της εταιρείας Payabl Cyprus, καθώς και στους μετόχους (δυο φυσικά πρόσωπα) της Payabl Germany και της Roteral, αντίστοιχα.

 

Γίνεται επίσης από τον ενόρκως δηλούντα αναφορά σε συμφωνία αγοράς μετοχών, ημερομηνίας 12.10.2023, μεταξύ των πιο πάνω μερών, στο περιεχόμενο αυτής, καθώς και στον τερματισμό της, τον οποίο η αιτήτρια θεωρεί παράνομο, καθότι το προαναφερθέν φυσικό πρόσωπο, μέτοχος της Payabl Germany, δεν είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει από τη συμφωνία «και διέθετε όλες τις απαραίτητες εταιρικές εξουσίες για την ολοκλήρωση της συναλλαγής».

 

Συνεπεία του πιο πάνω, παράνομου ως λέγει ο ομνύων, τερματισμού της συμφωνίας, ξεκίνησαν διαδικασίες, οι οποίες και εκκρεμούν: μια διαιτητική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, δικαστικές διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίων του Ισραήλ, καθώς και δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Επί του τελευταίου, ο ομνύων αναφέρεται ειδικά στην προσφυγή αρ. 1405/2025, την οποία, σύμφωνα με ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ), ημερομηνίας 3.10.2025, καταχώρησε η Payabl Cyprus κατά της απόφασης της ΚΤΚ ημερομηνίας 30.9.2025, να της επιβάλει πρόστιμο ύψους €350.000 για παραβίαση των διατάξεων του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (Ν.188(Ι)/2007), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Περαιτέρω, ο κ. Κ. δηλώνει ότι η αιτήτρια εύλογα θεωρεί και/ή έχει την εύλογη πεποίθηση ότι, πέραν της αμέσως πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης της ΚΤΚ, η τελευταία, στο πλαίσιο έρευνας που διενήργησε, επέβαλε δι’ αποφάσεών της, και πέραν της απόφασής της για επιβολή προστίμου στην Payabl Cyprus, όρους και κυρώσεις στους προαναφερθέντες δυο μετόχους, καθώς και ότι αυτές οι αποφάσεις έχουν επίσης προσβληθεί δια της καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο. Συνεπώς, συνεχίζει ο ομνύων, η αιτήτρια θεωρεί ότι τυχόν επιβολή κυρώσεων και/ή όρων στην Payabl Cyprus και στους προαναφερθέντες μετόχους, επηρεάζει ουσιωδώς την πορεία και την έκβαση της διαιτητικής διαδικασίας που εκκρεμεί και είναι γι’ αυτό το λόγο που η αιτήτρια επιθυμεί να λάβει γνώση των αποφάσεων της ΚΤΚ, οι οποίες, κατά την άποψη της αιτήτριας, «συνδέονται με την έρευνα της ΚΤΚ σχετικά με την «ειδική διευθέτηση» των μετόχων της Payabl Cyprus». Έτσι, κατά τον κ. Κ., θα είναι σε θέση η αιτήτρια να προστατεύσει τα συμφέροντά της και να εξετάσει το ενδεχόμενο προώθησης και/ή λήψης δικαστικών και/ή άλλων μέτρων είτε στο πλασίο της διαιτητικής διαδικασίας, είτε ενώπιον των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, ο κ. Κ. δηλώνει ότι η αιτήτρια βρίσκεται σε διαδικασία συλλογής μαρτυρικού υλικού και στοιχείων, προκειμένου να καταχωρηθεί αγωγή και/ή απαίτηση για αποζημιώσεις εναντίον του προαναφερθέντος φυσικού προσώπου-μετόχου της Roteral: τέτοιο υλικό και/ή τέτοια στοιχεία, κατά την αιτήτρια, βρίσκονται στην προσφυγή αρ. 1405/2025 και σε άλλες προσφυγές που ενδεχομένως να έχουν καταχωρηθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών.

 

Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγει ο ομνύων, υφίσταται καλός λόγος για έγκριση της υπό εξέταση αίτησης, η οποία δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στα συμφέροντα των προαναφερθέντων μερών, ενώ αντιθέτως, σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης, ενδέχεται να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στα συμφέροντα της αιτήτριας.

 

Τα ίδια, εν πολλοίς, ανέφερε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ο συνήγορος της αιτήτριας κατά την ακρόαση της μονομερούς αίτησης. Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια επιθυμεί να λάβει γνώση των αποφάσεων της ΚΤΚ, για να είναι σε θέση να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντά της και, προς αυτή την κατευθυνση, για να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης των απαιτούμενων μέτρων από την πλευρά της.

 

Ειδικότερα, ο κ. Γκροζάκης ισχυρίστηκε ότι είναι απαραίτητη η έγκριση της υπό κρίση αίτησης, καθότι τυχόν αποφάσεις για επιβολή κυρώσεων και/ή όρων στην Payabl Cyprus και στους μετόχους της από την ΚΤΚ, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό και την πορεία και/ή έκβαση της εκκρεμούσας διαιτητικής διαδικασίας που καταχώρησε η αιτήτρια. Και τούτο, καθότι, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, τυχόν αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από την ΚΤΚ ήσαν το αποτέλεσμα και/ή συνδέονται με την έρευνα της ΚΤΚ σχετικά με την ειδική διευθέτηση των μετόχων της Payabl Cyprus. Η απόφαση και τα ευρήματα της ΚΤΚ συνιστούν μαρτυρία που πρέπει να τεθεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθώς θα ενισχύει τις θέσεις της αιτήτριας και θα υποστηρίξει την υπεράσπιση της αιτήτριας σε σχέση με την ανταπαίτηση που εχει καταχωρηθεί εναντίον της στην εν λόγω διαιτητική διαδικασία.

 

Υποστήριξε επίσης ο συνήγορος της αιτήτριας ότι η αιτήτρια επιθυμεί να λάβει γνώση των πιο πάνω αποφάσεων της ΚΤΚ για να προστατεύσει τα συμφέροντά της και για να εξετάσει το ενδεχόμενο προώθησης αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία και/ή προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας και/ή ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Περαιτέρω δε, η αιτήτρια βρίσκεται στη διαδικασία συλλογής μαρτυρικού υλικού και στοιχείων για την ετοιμασία απαίτησης που θα καταχωρηθεί ενώπιον των αρμόδιων Επαρχιακών Δικαστηρίων της Δημοκρατίας εναντίον συγκεκριμένου μετόχου και με την οποία θα αξιώνει και αποζημιώσεις για παράνομη πρόκληση παράβασης σύμβασης και/ή απάτη.

 

Τέλος, ο κ. Γκροζάκης ισχυρίστηκε ότι η προαβαφερθείσα προσφυγή αρ. 1405/2025 και τυχόν άλλες προσφυγές που έχουν καταχωρηθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο, περιέχουν στοιχεία και/ή πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την προώθηση της απαίτησης της αιτήτριας εναντίον του προαναφερθέντος συγκριμένου μετόχου και για την εξέταση του ενδεχομένου καταχώρησης αίτησης για προσωρινό διάταγμα εναντίον του.

 

Στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων και έχοντας εξετάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, ως και τα όσα έθεσε ενώπιον μου και ανέπτυξε κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την αιτήτρια, επισημαίνω τα εξής:

 

Ως προς το περιεχόμενο στο αιτητικό Α αίτημα, διαπιστώνω ότι, πράγματι, στη βάση του ισχύοντος οικείου νομοθετικού-κανονιστικού πλαισίου, παρέχεται η δυνατότητα καταχώρησης στο Διοικητικό Δικαστήριο, αίτησης ως η υπό κρίση. Ειδικότερα, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό 5.3, με τίτλο «Έρευνα φακέλου και μητρώων», του Μέρους 5 («Έγγραφα δικαστικής διαδικασίας») των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-

 

«(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο δεν είναι διάδικος σε αιτία ή θέμα, μπορεί να υποβάλει αίτηση για γενική έρευνα ή επιθεώρηση των βιβλίων καταχωρίσεων ή του φακέλου της υπόθεσης ή για τη χορήγηση επίσημου αντίγραφου, πρακτικού, εγγράφου ή τεκμηρίου το οποίο βρίσκεται στον φάκελο. Στην αίτηση παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αυτή υποβάλλεται.

 

(2) Η αίτηση εξετάζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο οποίο φυλάσσονται τα βιβλία ή ο φάκελος της υπόθεσης ή το δικαστήριο ή τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ανάλογα με την περίπτωση, και άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους οι οποίοι θα θεωρηθούν κατάλληλοι.».

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών (6/2015), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα-

 

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, θα τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο από 1.1.2016, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθείτο και εφαρμόζετο στις ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσφυγές.».

 

Στον δε Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και δη στον Κανονισμό 18 αυτού, προβλέπεται ότι-

«Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ’ όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου [ενν. του Διοικητικού Δικαστηρίου[1]], εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.».

 

Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω διατάξεων, διαπιστώνω ότι, πράγματι, Γενική Αίτηση ως η υπό εξέταση μπορεί να καταχωρηθεί και στο Διοικητικό Δικαστήριο. Σε αυτή την περίπτωση, τυγχάνουν εφαρμογής τα προβλεπόμενα στη διάταξη του προεκτεθέντος Κανονισμού 5.3 του Μέρους 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ειδικότερα, στο πλαίσιο εξέτασης του περιεχόμενου στο αιτητικό Α της αίτησης αιτήματος, ενδιαφέρουν οι υποπαράγραφοι (1) και (2) του Κανονισμού 5.3, το περιεχόμενο των οποίων έχει προεκτεθεί αυτολεξεί, πιο πάνω.

 

Εν πρώτοις, διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αυτή υποβάλλεται. Με επαρκή δε λεπτομέρεια τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι λόγοι της αίτησης και από το συνήγορο της αιτήτριας κατά την ακρόαση της αίτησης. Δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν τα όσα έχουν ήδη αναλυτικά εκτεθεί πιο πάνω σε σχέση με την εν λόγω ένορκη δήλωση, αλλά και τις θέσεις του κ. Γκροζάκη. Σε αδρές γραμμές, αυτό που ευκρινώς προκύπτει από το σύνολο των παρατεθέντων λόγων και το περιεχόμενο αυτών, είναι ότι η αιτήτρια ζητεί από το Δικαστήριο την έγκριση της παρούσας αίτησης, προκειμένου να είναι σε θέση να υποστηρίξει αποτελεσματικά τα έννομα συμφέροντά της σε εκκρεμούσες δικαστικές και/ή διαιτητικές διαδικασίες που την αφορούν.

 

Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (2) του Κανονισμού 5.3, «Η αίτηση εξετάζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο οποίο φυλάσσονται τα βιβλία ή ο φάκελος της υπόθεσης ή το δικαστήριο ή τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ανάλογα με την περίπτωση, και άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους οι οποίοι θα θεωρηθούν κατάλληλοι.».

 

Ως εκ των πιο πάνω, στη βάση των διατάξεων του Κανονισμού 5.3 και δη της αμέσως πιο πάνω διάταξης και ασκώντας τις εξουσίες που μού παρέχονται από αυτήν, δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Διοικητικού Δικαστηρίου όπως γνωστοποιήσει γραπτώς στους δικηγόρους της αιτήτριας κατά πόσον έχει καταχωρηθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο προσφυγή και/ή προσφυγές «από την Payabl. Cy Limited και/ή την Roteral Limited και/ή τον R. T. και/ή τον N. Z., εναντίον της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την επιβολή κυρώσεων με βάση τον Νόμο 188(I)/2007 και/ή τον Νόμο 31(I)/2018 και/ή τον Νόμο 138(I)/2002 και/ή με βάση οποιονδήποτε άλλο νόμο, κανονισμό ή διάταγμα», ως το αιτητικό Α της αίτησης. Σε περίπτωση που πράγματι έχουν καταχωρηθεί τέτοιες προσφυγές, η γνωστοποίηση θα πρέπει να αναφέρει μόνον τον αριθμό της κάθε προσφυγής και τα διάδικα μέρη. Η γνωστοποίηση να λάβει χώρα εντός τριών εργάσιμων ημερών από την έκδοση της παρούσας απόφασης.

 

Ως προς το αιτητικό Β της αίτησης, με το οποίο ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου «για την παραχώρηση άδειας του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Αιτήτρια και/ή στους δικηγόρους της να αποκτήσουν πρόσβαση και/ή να επιθεωρήσουν τον φυσικό και/ή τον ηλεκτρονικό φάκελο της Αναζητούμενης Προσφυγής και/ή των Αναζητούμενων Προσφυγών και της Προσφυγής του Διοικητικού Δικαστηρίου με αριθμό 1405/2025 και να λάβουν επίσημα αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται κατατεθειμένα στον φυσικό και/ή ηλεκτρονικό φάκελο» των εν λόγω προσφυγών, κρίνω ότι αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Σύμφωνα και πάλι με την υποπαράγραφο (2) του Κανονισμού 5.3, «Η αίτηση εξετάζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο οποίο φυλάσσονται τα βιβλία ή ο φάκελος της υπόθεσης ή το δικαστήριο ή τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ανάλογα με την περίπτωση, και άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους οι οποίοι θα θεωρηθούν κατάλληλοι.». Εφόσον διαπιστωθεί ότι πράγματι έχουν καταχωρηθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο προσφυγή και/ή προσφυγές ως οι αναφερόμενες στο αιτητικό Α της αίτησης, εναπόκειται στην αιτήτρια να προβεί στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα, τα οποία βεβαίως και θα πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Δικαστή που επιλαμβάνεται της προσφυγής, για την περαιτέρω προώθηση των αιτημάτων της, προς διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων της, ως προβάλλει. Αυτό βεβαίως ισχύει και για την προσφυγή αρ. 1405/2025, στην οποία ο δικηγόρος της αιτήτριας κάνει ειδική αναφορά. Δεν εμπίπτει, όμως, στην αρμοδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου η έκδοση διατάγματος ως αυτού που ζητείται δια του αιτητικού Β, για επιθεώρηση και λήψη εγγράφων που βρίσκονται σε προσφυγές που έχουν καταχωρηθεί ή/και που ενδεχομένως να έχουν καταχωρηθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο και εκκρεμούν ενώπιον άλλων Δικαστών του Δικαστηρίου.

Συνεπώς, η αίτηση ως προς το αιτητικό (Β) απορρίπτεται.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.



[1] Εφόσον σύμφωνα με τον Κανονισμό 11 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών (6/2015), «Στο βαθμό που θα εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο Διοικητικό Δικαστήριο, κάθε αναφορά στο Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, σε «Δικαστήριο» ή «Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο» θα διαβάζεται ως «το Διοικητικό Δικαστήριο» και σε «Δικαστή» θα διαβάζεται ως τον «Πρόεδρο και Μέλος ή Μέλη του Διοικητικού Δικαστηρίου».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο