SIKDER MOHAMMAD BAYZID ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υποθ. Αρ. 1330/2024, 16/2/2026
print
Τίτλος:
SIKDER MOHAMMAD BAYZID ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υποθ. Αρ. 1330/2024, 16/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 1330/2024)

 

 16 Φεβρουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

                SIKDER MOHAMMAD BAYZID                                                                                                         Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

Νατ. Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή

Α. Ελευθερίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 19.8.2024, και σύμφωνα με την οποία ο γάμος του αιτητή, υπηκόου Μπαγκλαντές, με Ρουμάνα υπήκοο, που τελέστηκε στο Δημαρχείο Ύψωνα, στη Λεμεσό, ημερομηνίας 1.3.2016, κρίθηκε εικονικός.

 

Ας σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί, στις 22.11.2023, η υπό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας έκδοση διαζυγίου μεταξύ του ζεύγους και λίγο αργότερα, στις 27.12.2023, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία ως διαζευγμένος και μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Τμήματος, ημερομηνίας 3.9.2024, ενώ και η Βεβαίωση Εγγραφής της προαναφερθείσας Ρουμάνας υπηκόου ακυρώθηκε, την ίδια μέρα, εφόσον ο γάμος τους είχε κριθεί εικονικός.

 

Στις 7.10.2024, τα στοιχεία του αιτητή περιλήφθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.

 

Η υπό κρίση προσφυγή καταχωρήθηκε στις 28.9.2024.

 

Είχαν προηγηθεί άλλες δυο αιτήσεις για έκδοση δελτίου διαμονής εκ μέρους του αιτητή, ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης, υποβληθείσες μετά την τέλεση του γάμου του με την προαναφερθείσα Ρουμάνα: η πρώτη υποβλήθηκε στις 18.3.2016 και απέληξε στην έκδοση Δελτίου Διαμονής στον αιτητή, όπως και η δεύτερη, που υποβλήθηκε στις 13.1.2022 και απέληξε στην έκδοση νέου Δελτίου Διαμονής με ισχύ μέχρι τις 8.8.2027.

Προηγουμένως, ο αιτητής είχε συλληφθεί για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 28.4.2013. Τα εν λόγω διατάγματα ακυρώθηκαν από τη Διοίκηση στις 23.5.2013 και ο αιτητής (ο οποίος είχε έλθει στη χώρα κατά το έτος 2005, για σκοπούς φοίτησης, η οποία και ολοκληρώθηκε το έτος 2012) αφέθηκε ελεύθερος, προκειμένου να παρακαθήσει σε εξετάσεις και αμέσως μετά να αναχωρήσει για τη χώρα του. Ωστόσο, στις 12.3.2014, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 16.6.2014, όπως στη συνέχεια, στις 8.4.2015, απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και η Διοικητική Προσφυγή που είχε καταχωρήσει ο αιτητής κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση, περί της εικονικότητας του γάμου του αιτητή, απεστάλη δι’ επιστολών του Τμήματος, τόσο στον αιτητή, όσο και στη Ρουμάνα πρώην σύζυγό του, ημερομηνίας 19.8.2024. Όπως αναφέρεται στις δυο, πανομοιότυπου περιεχομένου, επιστολές, ο γάμος τους κρίθηκε εικονικός στη βάση των διατάξεων του άρθρου 7Α(3)(α), (γ), (δ), (ζ) και (θ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθότι-

·                    Το ζεύγος δεν διέμενε κάτω από την ίδια στέγη·

·        Υπήρχε έλλειψη κατάλληλης συμβολής στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάμο·

·        Οι δηλώσεις του αιτητή και της συζύγου του αναφορικά με προσωπικά τους στοιχεία ή αναφορικά με άλλες σημαντικές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν,  οι οποίες ήσαν αντιφατικές·

·        Υπήρχαν ενδείξεις ότι ένας ή και οι δύο σύζυγοι είχαν στο παρελθόν συνάψει εικονικό γάμο ή παρουσίαζαν προβλήματα όσον αφορά την άδεια διαμονής τους στη Δημοκρατία·

·        Υπήρχαν άλλες πληροφορίες, οι οποίες ήγειραν βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος του ζεύγους ήταν εικονικός (οικογενειακό, κοινωνικό, φιλικό περιβάλλον και άλλες πληροφορίες).

 

Είχε προηγηθεί έρευνα των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τη γνησιότητα του γάμου του αιτητή (βλ. επιστολή Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ), ημερομηνίας 19.6.2023 (παράρτημα 17 στο δικόγραφο της ένστασης), από την οποία διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν συμβίωνε με την προαναφερθείσα Ρουμάνα, ενώ στη συνέχεια η Συμβουλευτική Επιτροπή για Εικονικούς Γάμους, με απόφασή της ημερομηνίας 19.8.2024, έκρινε το γάμο εικονικό.

 

Οι συνήγοροι των δυο πλευρών, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 24.6.2025, υπέβαλαν από κοινού την εισήγηση όπως, πριν από την εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, εξεταστούν οι προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε δια της ενστάσεως και προώθησε δια της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση. Το παρόν Δικαστήριο έκανε δεκτή αυτή την εισήγηση και επιφύλαξε την απόφασή του επί του συγκεκριμένου ζητήματος και μόνον, αφού πρώτα άκουσε τους συνηγόρους των δυο πλευρών, οι οποίοι και επιχειρηματολόγησαν στη βάση των σχετικών ισχυρισμών που είχαν αναπτύξει δια των γραπτών τους αγορεύσεων.

 

Η βασική προδικαστική ένσταση που ήγειρε ο κ. Ελευθερίου έγκειται στον ισχυρισμό ότι ο αιτητής στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής του, καθότι η απόφαση κήρυξης του γάμου του ως εικονικού προσβάλλεται μόνο από αυτόν και όχι και από την Ευρωπαία πρώην σύζυγό του. Απαραδέκτως, ωστόσο, καθότι, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, ο αιτητής και η πρώην σύζυγός του είναι ενιαία και/ή ομού φορείς των ίδιων ουσιαστικών δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει ο Νόμος. Τα δε έννομα αποτελέσμα της επίδικης απόφασης έχουν γίνει αποδεκτά από την πρώην σύζυγο του αιτητή, δεδομένου ότι αυτά «δεν έχουν συμπροσβληθεί από αυτήν με την παρούσα και/ή με άλλη προσφυγή». Συνακόλουθα, στερείται της απαιτούμενης νομιμοποίησης ο αιτητής να προωθεί μόνος του την υπό εξέταση προσφυγή, «που στην ουσία πλήρως ταυτίζεται και αφορά ενιαία και μόνο δυο πρόσωπα».

 

Περαιτέρω, δεύτερη προδικαστική ένσταση, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη, έγκειται στον ισχυρισμό περί κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή, ο οποίος δεν έχει εξατομικευμένο και ίδιον έννομο συμφέρον προς καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής, αλλά «αποπειράται να μετατρέψει σε ατομοκεντρική μια δίκη, της οποίας το αντικείμενο δεν αφορά μόνο το άτομο του, αλλά αντιθέτως αφορά ενιαία ως φορείς ιδίων δικαιωμάτων και εννόμου συμφέροντος, δυο πρόσωπα μαζί», το δε Δικαστήριο καλείται να επιλύσει μια διαφορά, η οποία από τη φύση και το αντικείμενό της επιδέχεται αναπόφευκτα μόνο ενιαία ρύθμιση σε δικαιώματα και έννομο συμφέρον δυο προσώπων.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες υπήρξαν οι θέσεις της συνηγόρου του αιτητή επί των προδικαστικών ζητημάτων, η οποία με τη σειρά της επιχειρηματολόγησε υπέρ της ύπαρξης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος του αιτητή προς συνέχιση και/ή προώθηση της προσφυγής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και η συμπροσβολή της επίδικης απόφασης από την πρώην σύζυγό του.

 

Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο τούτο, στην Thu Trang Nguyen v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2109/2022 (i-Justice), ημερ. 5.1.2026, υπόθεση που επίσης αφορούσε απόφαση κήρυξης γάμου ως εικονικού, την οποία προσέβαλε δια προσφυγής, μόνον η σύζυγος (αιτήτρια στην εν λόγω υπόθεση), όχι όμως και ο σύζυγος. Είχε εγερθεί, και σε εκείνη την περίπτωση, προδικαστική ένσταση, με την οποία προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια στερείτο του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής της, καθότι η προσφυγή καταχωρήθηκε μόνο από αυτήν και όχι και από τον σύζυγό «που είναι ομού φορείς των ίδιων δικαιωμάτων», ενώ και δεύτερη προδικαστική ένσταση, σε άμεση διασύνδεση με την πρώτη, στηρίχθηκε, όπως και στην υπό εξέταση περίπτωση, στον ισχυρισμό περί κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους της αιτήτριας, η οποία «δεν είχε εξατομικευμένο και ίδιον έννομο συμφέρον» προς καταχώρηση της προσφυγής της. Το παρόν Δικαστήριο είπε σχετικά τα εξής:

                           

«Εν πρώτοις, οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται προδήλως αβάσιμες και απορρίπτονται. Το γεγονός ότι η αιτήτρια επέλεξε να αμφισβητήσει μόνη της την απόφαση κήρυξης του γάμου της ως εικονικού ή/και ευκαιριακού, ουδόλως τής αποστερεί την απαιτούμενη νομιμοποίηση προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας προσφυγής, εφόσον η επίδικη απόφαση προδήλως την αφορά και την επηρεάζει άμεσα και προσωπικά, διαμορφώνοντας ωσαύτως μιαν ειδική έννομη σχέση μεταξύ αυτής και της αιτήτριας και επιφέροντας έννομες συνέπειες που δεν υφίσταντο πριν την έκδοσή της (Παναγιώτης Καλλής ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 126/2019, ημερ. 23.9.2024, The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Κουλέντη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 92/2014, ημερ. 2.12.2020).

 

Συνεπώς, έχει η αιτήτρια το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και δεν μπορεί να τίθεται ως προϋπόθεση προς άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου η ομού, μετά του συζύγου της αιτήτριας, αμφισβήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε σε αντινομικά αποτέλεσματα και θα επέφερε αδικαιολόγητο και ανεπίτρεπτο περιορισμό του εννόμου συμφέροντος, εφόσον η δυνατότητα καταχώρησης προσφυγής προς αμφισβήτηση της ορθότητας και νομιμότητας της απόφασης κήρυξης του γάμου ως εικονικού, θα εξαρτόταν από τη βούληση όχι μόνον του ενός αλλά και των δυο συζύγων.

 

Κατά συνέπεια, η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Περαιτέρω δε, ενόψει των πιο πάνω και για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται και η δεύτερη, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη, προδικαστική ένσταση περί κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους της αιτήτριας.».

 

Σημειώνεται ότι δεν καταχωρήθηκε έφεση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά της πιο πάνω κρίσης. Όσα δε έχουν παρατεθεί αμέσως πιο πάνω, τυγχάνουν εφαρμογής και στην υπό εξέταση περίπτωση, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση, και στοιχειοθετούν την απαιτούμενη νομιμοποίηση του αιτητή να αμφισβητήσει μόνος του την απόφαση κήρυξης του γάμου του ως εικονικού, εφόσον η επίδικη αυτή απόφαση προδήλως τον αφορά και τον επηρεάζει άμεσα και προσωπικά, επιφέροντας σε αυτόν έννομες συνέπειες μη υφιστάμενες πριν την έκδοσή της, δεδομένου ότι συνεπεία της απόφασης περί της εικονικότητας του γάμου του αιτητή, η αίτησή του ημερομηνίας 27.12.2023, για έκδοση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία απορρίφθηκε με απόφαση των καθ’ ων η αίτηση που περιέχεται σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 3.9.2024 (παράρτημα 21 στο δικόγραφο της προσφυγής): όπως ρητά αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, ο λόγος απόρριψης της αίτησης του αιτητή, ήταν το γεγονός ότι ο γάμος του με την προαναφερθείσα Ευρωπαία κρίθηκε εικονικός, σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελευθέρα στη Δημοκρατία Νόμου (Ν.7(Ι)/2007), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπεία δε της απόφασής αυτής, καλείτο ο αιτητής όπως αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός 30 ημερών, ενώ στη συνέχεια, στις 7.10.2024, τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (παράρτημα 22 στην ένσταση).

 

Η έννοια και τα σταθερά στοιχεία του όρου του εννόμου συμφέροντος έτυχαν εκτενούς ανάλυσης από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Παναγιώτης Καλλής ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 126/2019, ημερ. 23.9.2024, όπου τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι για να δικαιούται να ασκήσει κάποιος αιτητής προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, θα πρέπει να έχει υποστεί βλάβη από την προσβαλλόμενη πράξη υπό ορισμένη ιδιότητα που αναγνωρίζεται από τους κανόνες του δικαίου, ήτοι θα πρέπει να υπάρχει μια ειδική έννομη σχέση μεταξύ αυτού και της προσβαλλόμενης πράξης, το έννομο δε συμφέρον «αφορά κάθε νομική ή πραγματική κατάσταση που αναγνωρίζεται από το δίκαιο, από την οποία ο αιτητής βάσει ενός ειδικού δεσμού αντλεί ωφέλεια που θίγεται από την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη, δηλαδή που μεταβλήθηκε ή δεν ρυθμίστηκε με συνέπεια την πρόκληση υλικής ή ηθικής βλάβης σ' αυτόν (Σεργίδου Λουκία Α. v. Δήμου Λευκωσίας κ.α.,(1998) 3 Α.Α.Δ. 189).».

 

Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι και στην υπό κρίση περίπτωση έχει ο αιτητής το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς προώθηση της προσφυγής του.

 

Κατά συνέπεια, οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται αβάσιμες και απορρίπτονται με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.

 

Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 18.2.2026 (9.30 π.μ.).

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο