ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1472/18, 24/2/2026
print
Τίτλος:
ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1472/18, 24/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1472/18

 

24 Φεβρουαρίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ’ ου η αίτηση.

------------

 

Σ. Σάββα, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., για αιτητή.

Χρ. Γεωργίου (κα), για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για καθ’ ου η αίτηση.

Σ. Τσαχίδου (κα), για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για ενδιαφερόμενο μέρος.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής προσβάλλει την απόφαση του καθ’ ου η αίτηση να εκλέξει και διορίσει το ενδιαφερόμενο μέρος, Δρ. Κάκια Πετεινού (εφεξής «Ε/Μ»), στη βαθμίδα της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στην ειδικότητα «Λογοπαθολογία ή Λογοθεραπεία», στο Τμήμα Επιστημών Αποκατάστασης του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, με αναδρομική ισχύ από τις 03.06.2013.

 

Η απόφαση λήφθηκε κατόπιν επανεξέτασης μετά από ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου σε προηγούμενη προσφυγή του αιτητή (Ηλίας Παπαθανασίου ν Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Υπόθ. αρ. 5733/2013, ημερ. 18.12.2017).

 

Τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα παρατίθενται με λεπτομέρεια στην εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ως ακολούθως (ο τονισμός είναι της απόφασης):

 

«Σύμφωνα με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, οι καθ' ων η αίτηση δημοσίευσαν μία θέση (στο εξής η 1η θέση) στην ειδικότητα Λογοπαθολογίας ή Λογοθεραπείας το έτος 2010, της οποίας η διαδικασία ολοκληρώθηκε την 16/12/2011 με την επιλογή για διορισμό του αιτητή. Η επιλογή του για τη θέση κοινοποιήθηκε τότε στον αιτητή, αλλά του ζητήθηκε να προσκομίσει βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, ότι δεν θα συνέχιζε την εργασία του στην Ελλάδα ή την ακαδημαϊκή του καριέρα στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ο αιτητής αντάλλαξε επιστολές για το θέμα αυτό, εξηγώντας την προθυμία του να συμμορφωθεί και απέστειλε σχετικά έγγραφα και πιστοποιήσεις από αρμόδιους φορείς από την Ελλάδα περί των προθέσεών του να διακόψει την εργασία του στο ιατρείο του και στο Πανεπιστήμιο Πατρών μόλις διοριστεί. Πριν την αποστολή σε αυτόν όμως της προσφοράς διορισμού του, και παρά τις οχλήσεις του να προχωρήσει το ΤΕΠΑΚ σε προσφορά διορισμού, οι καθ' ων η αίτηση ανακάλεσαν τόσο την απόφασή τους για τον διορισμό του, όσο και τον διορισμό των μελών του Εκλεκτορικού Σώματος, (που πρότεινε τον αιτητή ως καταλληλότερο μετά από συνεντεύξεις), επειδή το ένα από τα πέντε μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος, (ο οποίος μάλιστα δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία), δεν κατείχε τη βαθμίδα του Καθηγητή αλλά του Αναπληρωτή Καθηγητή. Ο αιτητής διαμαρτυρήθηκε για την ανάκληση του διορισμού του, τόσο με επιστολή του δικηγόρου αναφερόμενος στην οικονομική ζημίας που κατ' ισχυρισμό είχε υποστεί, συμμορφούμενος με τους όρους που είχαν τεθεί, όσο και με την καταχώριση της υπ' αρ. 1057/2012 προσφυγής κατά της απόφασης ανάκλησης, (η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 6/2/2015, για τον λόγο ότι η ανάκληση της απόφασης διορισμού έγινε πριν προσφερθεί στον αιτητή επίσημα διορισμός στη θέση).

 

Πριν την αρχική επιλογή διορισμού του αιτητή, και κατά την 2/12/2011 (Επίσημη Εφημερίδα 4575), οι καθ' ων η αίτηση προκήρυξαν νέα ίδια θέση (στο εξής η 2η θέση), με καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων την 13/1/2012. Ο αιτητής γνωρίζοντας μέχρι τότε ότι είχε επιλεγεί για την 1η θέση, όπως αναφέρει, δεν υπέβαλε υποψηφιότητα. Αντίθετα οι κυρίες Καμπανάρος και Πετεινού υπέβαλαν αίτηση και για τις δύο διαδοχικές μεταξύ τους διαδικασίες, γνωρίζοντας μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων για την υποβολή υποψηφιοτήτων, ότι στην 1η θέση δεν είχαν επιλεγεί αλλά είχε επιλεγεί για διορισμό ο αιτητής.

 

Επανέρχομαι στην διαδικασία για την πλήρωση της 1ης θέσης, της οποίας η απόφαση ανακλήθηκε. Αποφασίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση, όπως γίνει επανεξέταση από το στάδιο διορισμού των μελών του Εκλεκτορικού Σώματος και επειδή ήδη είχαν διοριστεί τα πέντε μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος σε σχέση με την διαδικασία πλήρωσης της μεταγενέστερης 2ης θέσης, αποφασίστηκε όπως η επανεξέταση για την 1η θέση γίνει από το ίδιο αυτό Εκλεκτορικό Σώμα.

 

Ο αιτητής κλήθηκε σε συνέντευξη ενώπιον του Εκλεκτορικού Σώματος την 29/11/2012 ως υποψήφιος μόνο για την 1η θέση και οι κυρίες Καμπανάρος και Πετεινού την 29/11/2012 και 30/11/2012 αντίστοιχα, διεκδικώντας τόσο την 1η όσο και την 2η θέση. Οι προφορικές συνεντεύξεις διεξήχθησαν πράγματι κατά τις ημερομηνίες αυτές. Οι κυρίες Καμπανάρος και Πετεινού ήταν οι μόνες που διεκδικούσαν την 2η θέση αφού οι υπόλοιποι υποψήφιοι για τη θέση αυτή αποφασίστηκε να μην κληθούν σε συνέντευξη, ενώ την 1η θέση, κατά την επανεξέταση της, διεκδίκησαν προσερχόμενοι σε συνέντευξη στις 29/11/2012 και 30/11/2012 ο Αιτητής, η κα Καμπανάρος και η κα Πετεινού.  Οι αποφάσεις του Εκλεκτορικού Σώματος τόσο για την 1η όσο και για την 2η θέση ήταν πανομοιότυπες. Να προσφερθεί τόσο η 1η όσο και η 2η θέση στην κα Καμπανάρος και ως επιλαχούσα και στις δύο θέσεις, επιλέγηκε η κα Πετεινού, αν και εφόσον δεν αποδεχόταν την προσφορά διορισμού η κα Καμπανάρος (γνωστό βέβαια από τότε ότι η κα Πετεινού θα καταλάμβανε ως επιλαχούσα και στις δύο διαδικασίες μία θέση, αφού η κα Καμπανάρος θα έπρεπε να αποδεχτεί μόνο τη μία εκ των δύο θέσεων για τις οποίες επιλέγηκε).

 

Οι αποφάσεις του Εκλεκτορικού Σώματος εγκρίθηκαν από την Σύγκλητο στην 12η συνεδρία της, ημερομηνίας 5/12/2012 και στη συνέχεια η απόφαση της Συγκλήτου εγκρίθηκε στην 12η Συνεδρία του Συμβουλίου ημερομηνίας 20/12/2012.

 

Οι καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 12/3/2013 συγχάρηκαν την κα Καμπανάρος για την επιλογή της και για τις δύο θέσεις και της πρότειναν διορισμό και στις δύο θέσεις, για έναρξη άσκησης καθηκόντων από 2/4/2013 (και για τις δύο θέσεις), ζητώντας της παράλληλα να απαντήσει εντός μίας εβδομάδας ποιάν από τις δύο προσφερθείσες θέσεις θα αποδεχόταν. Η κα Καμπανάρος απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 14/3/2013 ότι αποδεχόταν τον διορισμό της «στην 2η προκηρυχθείσα θέση».

 

Οι καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 25/4/2013 και μετά την επιλογή της κας Καμπανάρος, πρόσφεραν την 1η θέση (αυτήν που διεκδίκησε και ο αιτητής) για διορισμό σε αυτήν στην κα Πετεινού, η οποία απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 10/5/2013 ότι αποδέχεται την προσφορά της θέσης αυτής.

 

Με επιστολή τους ημερομηνίας 28/5/2013 (βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α στην προσφυγή του αιτητή) οι καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν τον αιτητή τα ακόλουθα:

 

«Αρ. Φακέλου 12.15.002.001

28 Μαΐου 2013

...........

Αγαπητέ Δρ. Παπαθανασίου,

 

Σας ευχαριστώ για την υποψηφιότητά σας για τη θέση του Καθηγητή/Αναπληρωτή Καθηγητή, στο Τμήμα Αποκατάστασης, στην ειδικότητα «Λογοπαθολογία ή Λογοθεραπεία» αλλά σας πληροφορώ ότι: (i) το Εκλεκτορικό Σώμα αποφάσισε να μην προτείνει την εκλογή σας, (ii) η Σύγκλητος κατά την 12η Συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2012, επικύρωσε την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος και (iii) το Συμβούλιο, κατά την 12η Συνεδρία του, που πραγματοποιήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2013, επικύρωσε την απόφαση τη Συγκλήτου.

 

Λυπάμαι για την αρνητική αυτή έκβαση, αλλά ελπίζω ότι θα παρουσιαστούν και άλλες ευκαιρίες που θα σας προσφέρουν την δυνατότητα να διεκδικήσετε και πάλι θέση στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

Για ενημέρωση σας, και σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, εσωκλείω τα αποσπάσματα από την Έκθεση του Εκλεκτορικού σώματος που αφορούν τόσο εσάς όσο και τον υποψήφιο που έχει εκλεγεί.

 

Με εκτίμηση,

 

Καθηγήτρια Ελπίδα Κεραυνού Παπαηλιού

Πρύτανης».

 

Συνημμένο στην επιστολή αυτή ήταν συραμμένα αποσπάσματα από το Πρακτικό του Εκλεκτορικού Σώματος για την αξιολόγηση του αιτητή, ο οποίος συμμετείχε στις συνεντεύξεις που έγιναν την 29/11/2012, με την κατάληξη στο απόσπασμα για την υποψηφιότητά του, «Recommendation: to be decided» και την κα Πετεινού (απόσπασμα από αξιολόγησή της στη συνέντευξη της επόμενης μέρας 30/11/2012, με την κατάληξη: «Recommendation: Οffer the position at the rank of associate professor as a secondary choice» (εισήγηση να προταθεί ως επιλαχούσα). Αλλά όχι μόνο αυτά. Πέραν των δύο συραμμένων αποσπασμάτων, υπήρχε και συρραφή της κατάληξης του Πρακτικού της 30/11/2012, που ολοκλήρωνε τα επιλεγέντα αποσπάσματα υπό τύπον συμπεράσματος, ("Summary") που είχε ως εξής:

 

«4. Summary

 

Based on the documents submitted, the presentation, the results of the interview as well as the criteria for Academic Posts contained in the Law of the Cyprus University of Technology L.198(I)/2003 the Electoral Body, after an exhaustive discussion and consideration of the applications of each candidate, unanimously agreed that Dr Maria Kambanaros meets the requirements as set out at the Law mentioned above, concerning the Criteria for the post of Associate Professor in the area of Speech-Language Pathology or Speech-Language Therapy at the Department of Rehabilitation of the Faculty of Health Sciences.

 

The Electoral Body also found that Dr Kakia Petinou meets the requirements as set out at the Law mentioned above, concerning the Criteria for the post of associate professor in the area of Speech-Language Pathology or Speech-Language Therapy at the Department of Rehabilitation of the Faculty of Health Sciences.

 

The present members of the Electoral Body unanimously agreed to select Dr Maria Kambanaros for the position of Associate Professor in the area of Speech-Language Pathology or Speech-Language Therapy at the Department of Rehabilitation of the Faculty of Health Sciences, subject to the approval of the Board of the University. In case Dr Maria Kambanaros does not accept the position, the the Electoral Bodh recommends the position to be offered to Dr Kakia Petinou at the rank of Associate Professor in the area of Speech-Language Pathology or Speech-Language Therapy at the Department of Rehabilitation of the Faculty of Health Sciences."».

 

Έχοντας παραθέσει το ιστορικό της διαφοράς και απορρίπτοντας προδικαστικές ενστάσεις που είχαν εγερθεί ως προς το βάσιμο της προσφυγής, το Διοικητικό Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του εγερθέντος από τον αιτητή λόγου ακύρωσης περί έλλειψης αιτιολογίας, αποφαινόμενο υπέρ του βάσιμου αυτού με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Μελετώντας πολύ προσεκτικά και επισταμένα τους φακέλους ενώπιόν μου, στους οποίους περιέχονται όλα τα έγγραφα και Πρακτικά συνεδριάσεων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, καταλήγω ότι ο αιτητής έχει δίκαιο να παραπονείται ως προς το αναιτιολόγητο της απόφασης. Το Εκλεκτορικό Σώμα, του οποίου η απόφαση εγκρίθηκε από την Σύγκλητο και το Συμβούλιο στη συνέχεια, αποφάσισε ότι η κα Καμπανάρος (αλλά και η κα Πετεινού) "meets the requirements as set out at the Law mentioned above, concerning the Criteria for the post of Associate Professor in are of Speech-Language Pathology or Speech-Language Therapy at the Department of Rehabilitate of the Faculty of Health Sciences". Ομόφωνα τα μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος συμφώνησαν να επιλέξουν την κα Καμπανάρος και εάν δεν αποδεχόταν την θέση, αυτή να προσφερόταν στην κα Πετεινού.

 

Τα κριτήρια στα οποία αναφέρθηκαν για διορισμό στη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή είναι αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 26(3) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου (Ν.198(Ι)/2003) το οποίο προβλέπει ως ακολούθως:

 

«26. (3) Για τη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή, απαιτούνται τα

προσόντα για τη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και επιπλέον-

 

(α) επτά τουλάχιστον έτη συνολικής πανεπιστημιακής ή ισοδύναμης εργασίας μετά την απόκτηση διδακτορικού τίτλου, από τα οποία τουλάχιστον τα τέσσερα να είναι έτη πανεπιστημιακής εργασίας, ή κατοχή θέσης σε αντίστοιχη βαθμίδα αναγνωρισμένου πανεπιστημίου

 

(β) δημοσίευση εργασιών, όπως άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά εγνωσμένου κύρους, ή μονογραφές ή βιβλία αναγνωρισμένων εκδοτικών οίκων, που τεκμηριώνουν αξιόλογο αυτοδύναμο ερευνητικό έργο

 

(γ) ικανότητα καθοδήγησης και προώθησης έρευνας, που περιλαμβάνει εποπτεία μεταπτυχιακών φοιτητών, καθοδήγηση ή σημαντική συμβολή σε ερευνητικά προγράμματα ή εξασφάλιση χρηματοδότησης ερευνητικών δραστηριοτήτων

 

(δ) ενδείξεις διεθνούς αναγνώρισης της συμβολής του υποψηφίου σε συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο, όπως ερευνητικές αναφορές, προσκλήσεις για επιστημονικές ομιλίες, ανάθεση αξιολόγησης άρθρων, ερευνητικών προτάσεων ή διδακτορικών διατριβών, συμμετοχή σε επιτροπές έκδοσης επιστημονικών περιοδικών ή συμμετοχή σε οργάνωση συνεδρίων και

 

(ε) συμβολή στην προώθηση του διδακτικού και διοικητικού έργου του Πανεπιστημίου.

 

Ειδικότερα ως προς την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, θεωρώ ότι δεν δόθηκε αιτιολογία ως προς την κατάληξη του Εκλεκτορικού Σώματος περί της υπεροχής της υποψηφιότητας της κας Πετεινού έναντι της δικής του υποψηφιότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος. Δεν καταγράφηκε καμία σύγκριση μεταξύ των υποψηφίων και δεν αιτιολογήθηκε η απόφαση να επιλεγεί η κα Πετεινού αντί του αιτητή. Το ανέλεγκτο της ακαδημαϊκής κρίσης δεν παρέχει τέτοιου εύρους ευχέρεια στο Εκλεκτορικό Σώμα, να επιλέγει, δηλαδή, τους καταλληλότερους υποψηφίους, χωρίς αναφορά στην κατά την κρίση του υπεροχή του καταλληλότερου, έναντι των υπολοίπων. Επρόκειτο για τα προσόντα; ή για το ερευνητικό και συγγραφικό έργο; Ή και πάλι λόγω της υπεροχής στις εντυπώσεις από τις συνεντεύξεις; Δεν παρέχεται η ευκαιρία στο Δικαστήριο να αντιληφθεί τους λόγους επιλογής της κας Πετεινού, αντί του αιτητή. Ειδικότερα που η τελευταία πρόταση στην αξιολόγηση του αιτητή στο Πρακτικό ως ακολούθως, "In terms of limitations we considered that given his current commitment and his desire to continue to keep these links, it would be inappropriate for the university to offer him the post", φαίνεται να επέδρασε στην απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος, χωρίς να αιτιολογείται στο Πρακτικό, όμως, πως προέκυψε τέτοιο συμπέρασμα, με δεδομένη την επιμονή του αιτητή μέσω δικαστικών διαβημάτων, ότι με την ανάκληση πλήγηκε η επαγγελματική του καριέρα, την οποία κατ' ισχυρισμό του διέκοψε ως οι υποδείξεις της Πρυτάνεως πριν την προσφορά του διορισμού του το 2011. Αν επρόκειτο για νέο δεδομένο, ενώπιον του Εκλεκτορικού Σώματος απαιτείτο αιτιολογία, τόσο με αναφορά στο Νόμο και Κανονισμούς που επιβάλλουν αποκλειστική και μοναδική απασχόληση του επιλεγέντος υποψηφίου στο ΤΕΠΑΚ, όσο και από πού αντλήθηκε τέτοιο συμπέρασμα, για τις προθέσεις του αιτητή, αντίθετο με τα διαβήματά του και τους ισχυρισμούς του, μέσω των δικηγόρων του.

 

Ούτε τα διοικητικά όργανα που συμμετείχαν στα επόμενα στάδια της διαδικασίας φαίνεται να προβληματίστηκαν για το απόσπασμα αυτό του Πρακτικού του Εκλεκτορικού Σώματος, με δεδομένα τα αντίθετα στοιχεία ενώπιόν τους. Το λιγότερο που όφειλε να καταγραφεί, ήταν οι λόγοι από τους οποίους αντλήθηκε ένα τέτοιο καταλυτικό για την κρίση τους συμπέρασμα, έχοντας υπόψη όλο το ιστορικό της αρχικής επιλογής του αιτητή, της κατ' ισχυρισμό συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις της Πρυτάνεως για προσκόμιση αποδείξεων πρόθεσης τερματισμού της επαγγελματικής του δραστηριότητας πριν τον διορισμό του και της ανάκλησης της απόφασης επιλογής του για λόγους άλλους από τη μη συμμόρφωσή του στις απαιτήσεις αυτές, την διαμαρτυρία του μέσω του δικηγόρου για οικονομική και ηθική ζημία, για επιδίωξή του να απαιτήσει αποζημιώσεις με αγωγή και καταχώριση προσφυγής κατά της απόφασης ανάκλησης του διορισμού του. Τα δεδομένα αυτά δημιουργούσαν την απαίτηση σαφούς αιτιολογίας, που να επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο νομιμότητας, ως προς τους λόγους υπεροχής της κας Πετεινού ή ως προς τους λόγους αποκλεισμού του αιτητή, αν αυτός αποκλείστηκε για λόγους άλλους από σύγκριση των υποψηφίων.».

 

Προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η Σύγκλητος του καθ’ ου η αίτηση, στην 91η συνεδρία της ημερομηνίας 17.01.2018, αποφάσισε όπως το θέμα επανεξεταστεί από το σημείο που εντοπίστηκε από το Δικαστήριο η πλημμέλεια (έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατάληξη του Εκλεκτορικού Σώματος), απόφαση η οποία υιοθετήθηκε ακολούθως και από το Συμβούλιο, στη συνεδρία του ημερομηνίας 22.03.2018.

 

Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία του Εκλεκτορικού Σώματος να συνεδριάσει με την ίδια σύνθεση που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω άρνησης δύο εκ των πέντε προηγούμενων μελών να συμμετάσχουν στη διαδικασία, η Σύγκλητος, κατά την 95η και 96η συνεδρία της στις 02.05.2018 και στις 06.06.2018, όρισε νέα σύνθεση του Εκλεκτορικού Σώματος για την επανεξέταση του ζητήματος της πλήρωσης της επίδικης θέσης.

 

Το Εκλεκτορικό Σώμα συνεδρίασε στις 07.06.2018 και αποφάσισε όπως εισηγηθεί την πλήρωση της επίδικης θέσης από το Ε/Μ, ετοιμάζοντας προς τούτο σχετική Έκθεση, στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα (για ό,τι εδώ ενδιαφέρει):

«4.     Decisions/Re-examination report

The University lawyer and the external legal advisor of the Cyprus University of Technology met with the two internal members of the electoral body on a meeting on the 30lh of May 2018. They have explained the court decision given on 18-12-2017 and provided consultation regarding the rules and procedures of the re-examination.

Based on the documents submitted, as well as the criteria for Academic Posts contained in the Law of the Cyprus University of Technology L198(I)/2003, the Electoral Body concluded the following (in alphabetical order):

[…]

3.       Ilias Papathanasiou (Professor/Associate Professor)

Dr. Ilias Papathanasiou has obtained his BSc in Physiotherapy from the Technological Educational Institute (T.E.I.), Salonica, Greece (1987), a BSc (Hons) in Speech Sciences from the University College London - National Hospital's College of Speech Sciences (1993), a MSc in Health Sciences from the St. George's Hospital Medical School, University of London (1995) and became a Doctor of Philosophy in Medicine (Clinical Neurology Studies) in 2002 from the Institute of Neurology, University College London, University of London. The title of his dissertation was “Perceived stigma among patients with spasmodic dysphonia and spasmodic torticollis before and after Botulinum Toxin injections”.

He is a private practitioner in speech and language Therapy since 2003. He has teaching experience as tenured Clinical Lecturer in Speech and Language Therapy- Speech and Language Pathology, Department of Speech & Language Therapy, Technological Educational of Patras (from 2002).

He has been involved in 5 funded projects (3 as principal investigator for conference grants). He has 3 books (2 as co-author), 3 reviews of books, 17 international publications (3 in published international congresses) and 2 national publications in peer reviewed journals (15 as first, 3 as second and 1 as last author), 12 chapters in books (co-author) and contributions to many international and national conferences. He also serves as a member of editorial boards for 6 international journals and acts as a reviewer for 9 journals. Dr. Ilias Papathanasiou’s publications includes abstracts, book reviews, publications in Greek, that do not carry the same scientific impact as peer-reviewed papers published in international journals. Dr. Ilias Papathanasiou’s publications suggest a non-programmatic line of research minimizing the probability of securing external funding. Although Dr. Ilias Papathanasiou has secured funding for conferences; there is no record of research funding towards his own independent line of research nor as a PI in collaborative research.

Recommendation: Not to offer a position.

 

4.       Kakia Petinou (Associate Professor)

Dr. Kakia Petinou obtained her BSc in Communication Disorders Cum Laude (1987) and her Master of Education (M.Ed.) with Major in Speech & Language Disorders from the University of Georgia, Athens GA, USA (1988). She took her PhD in Speech, Language & Hearing Sciences (Developmental Psycholinguistics) from the City University of New York Graduate Center, New York, NY, USA (1998).

Dr Kakia Petinou has significant teaching experience in several organizations nationally and internationally in the area of Speech and Language Therapy and Linguistics. From 2009, she has been an Associate Professor of Speech Pathology at European University Cyprus (EUC) Nicosia, Department of English Studies newly founded Program for Speech and Language Therapy (B.Sc.).

She has been involved in 7 research grant awards and she has published 2 books (author), 9 international publications in peer reviewed journals (7 first author), 2 book chapters and presentations in 47 in international and national conferences. She is also section editor for 1 journal.

Dr. Kakia Petinou’s research in the areas of child language acquisition and language pathology is critical for the establishment of the newly formed department. From Dr. Kakia Petinou’s publication list it is evident that her research includes work conducted with Cypriot-Greek speaking children, a fact that is highly relevant for the study of Speech Language Pathology in Cyprus. Dr. Kakia Petinou’s funding to date shows potential of continuing a coherent funded research program. Dr. Kakia Petinou’s work demonstrated knowledge of bilingualism, multicultural aspects of pathology and interventions. She demonstrates theoretical and sound methodological underpinnings of her research. These qualities are vital in teaching new generations of speech-language pathologists. From the examination of her past teaching experience it was clear that she is well-prepared for the necessary coursework in pediatric speech and language development and disorders required for this new program.

Recommendation: Offer the position at the rank of associate professor.

[…]

4. Summary

Based on the documents submitted, as well as the criteria for Academic Posts contained in the Law of the Cyprus University of Technology L198(I)/2003 and following the procedure of re-examination as set by the court decision dated 18-12-2017 the Electoral Body, after an exhaustive discussion and consideration of the applications of each candidate, unanimously agreed that Dr. Kakia Petinou meets the requirements as set out at the Law mentioned above, concerning the Criteria for the post of Associate Professor in the area of Speech-Language Pathology at the Department of Rehabilitation of the Faculty of Health Sciences.

The appointment is subject to the approval of the senate and council of the University. The electoral board believes that Dr. Kakia Petinou fits better for the position of Speech- Language Pathology compared to the Dr. Ilias Papathanasiou because of the following reasons:

Dr. Ilias Papathanasiou’ publications suggest a non-programmatic line of research minimizing the probability of extramural funding. Although Dr. Ilias Papathanasiou has secured funding for conferences there is no record of research funding towards his own independent line of research nor as a PI in collaborative research.

Dr. Kakia Petinou’s research in the areas of child language acquisition and language pathology is critical for the establishment of the newly formed department. From Dr. Kakia Petinou’s publication list it is evident that her research includes work conducted with Cypriot-Greek speaking children, a fact that’s is highly relevant for the study of Speech Language Pathology in Cyprus. Dr. Kakia Petinou’s funding to date shows potential of continuing a coherent funded research program. Dr. Kakia Petinou’s work demonstrated knowledge of bilingualism and multicultural aspects of pathology and interventions. She demonstrates theoretical and sound methodological underpinnings of her research. These qualities are vital in teaching new generations of speech-language pathologists. From the examination of her past teaching experience it was clear that she is well-prepared for the necessary coursework in pediatric speech and language development and disorders required for this new program.

In conclusion, the electoral body believes that the appointment of Dr. Kakia Petinou is well-justified on the bases of re-examination of her qualifications, research and publication record and previous teaching experience.

In the event that Dr. Kakia Petinou decides not to accept the appointment, the electoral body does not recommend any of the other candidates for the position of Associate Professor in the area of Speech-Language Pathology.».

 

Η Σύγκλητος, στην 97η συνεδρία της στις 18.06.2018, αποφάσισε ομόφωνα να επικυρώσει την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος και να προσφέρει διορισμό στο Ε/Μ, με αναδρομική ισχύ από τις 03.06.2013.  Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε ακολούθως ομόφωνα από την Επιτροπή Προσλήψεως και Προαγωγών του Συμβουλίου, κατά την 14η συνεδρία του στις 10.07.2018.

Με επιστολή ημερομηνίας 16.07.2019 προσφέρθηκε στο Ε/Μ διορισμός στην επίδικη θέση, τον οποίο αποδέχθηκε. 

 

Ο αιτητής πληροφορήθηκε για την απόφαση με επιστολή ημερομηνίας 30.08.2018 και στις 25.09.2018 καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.  

 

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του προωθεί ως πρώτο λόγο ακύρωσης τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι το αποτέλεσμα μη επαρκούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα.  Τούτο καθότι, κατά την εισήγηση, θα έπρεπε κατά την επανεξέταση να διενεργηθούν νέες συνεντεύξεις εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμο (Ν.6(I)/1998), οι προφορικές συνεντεύξεις κρίθηκαν κατά την αρχική διαδικασία ως αναγκαίες για την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου.  Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με τη θέση του αιτητή, εσφαλμένα λήφθηκαν υπόψη οι συνεντεύξεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν όταν το Εκλεκτορικό Σώμα είχε διαφορετική σύνθεση.  Η μη διεξαγωγή νέων συνεντεύξεων κατά την επανεξέταση συνιστά, σύμφωνα με τον δεύτερο και τρίτο λόγο ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής, παράβαση ουσιώδους τύπου και καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητη.

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα επανεξέτασης μετά από την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ένεκα μη αιτιολογημένης κρίσης του Εκλεκτορικού Σώματος.  Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, με βάση και την πάγια επί του θέματος νομολογία, η επανεξέταση δεν θα έπρεπε να διενεργηθεί εφ’ όλης της ύλης αλλά από το σημείο από το οποίο το Δικαστήριο ακύρωσε την αρχική πράξη, λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου.  Εν πάση δε περιπτώσει, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση επισημαίνουν ότι η διαδικασία εκλογής/διορισμού μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου διέπεται και ρυθμίζεται από ειδική νομοθεσία, πρωτογενή και δευτερογενή, και ως εκ τούτου ο Ν.6(I)/1998 δεν τυγχάνει εφαρμογής.  Επιπλέον, σύμφωνα με σχετική νομολογία (Δημοκρατία ν. Κοντογιώργη (2001) 3 ΑΑΔ 1037), όταν ο νόμος δεν προβλέπει υποχρεωτική συνέντευξη, τότε κατά το στάδιο της επανεξέτασης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα συνεντεύξεις ούτως ώστε να αποφεύγεται η διατάραξη του πραγματικού και νομικού πλαισίου που ίσχυε πριν την ακυρωτική απόφαση.  Επισημαίνοντας δε πως δεν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση διεξαγωγής συνεντεύξεων από το Εκλεκτορικό Σώμα, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση υποβάλλουν ότι το Εκλεκτορικό Σώμα που συστάθηκε κατά το στάδιο της επανεξέτασης προέβη σε δική του έρευνα και δεν χρησιμοποίησε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις ή πορίσματα του προγενέστερου Εκλεκτορικού Σώματος.  Για τους ανωτέρω λόγους απορρίπτουν και τους ισχυρισμούς του αιτητή περί παράβασης ουσιώδους τύπου και έλλειψης πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας.

 

Τη νομιμότητα και το αιτιολογημένο της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Ε/Μ, παραπέμποντας επίσης στις σχετικές με τη διαδικασία επανεξέτασης αρχές και νομολογία.  Υποβάλλουν δε, αφενός, ότι η διαδικασία εκλογής ή ανέλιξης μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού δεν διέπεται από τον Ν.6(I)/1998 αλλά από το άρθρο 25 του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου (Ν.198(I)/2003) και, αφετέρου, ότι μόνο η Ειδική Επιτροπή έχει υποχρέωση να καλέσει σε συνέντευξη τους υποψηφίους και όχι το Εκλεκτορικό Σώμα, το οποίο εν προκειμένω, κατά την επανεξέταση, προέβη σε δική του έρευνα και δεν χρησιμοποίησε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις του προγενέστερου Εκλεκτορικού Σώματος.  Επιπρόσθετα, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Ε/Μ επισημαίνουν ότι ο αιτητής δεν προέβαλε ισχυρισμούς σε σχέση με δική του έκδηλη υπεροχή που να δικαιολογεί την οποιαδήποτε επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης για τον αιτητή, προωθούνται εντελώς διαφορετικοί λόγοι ακύρωσης, με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους του αιτητή να συμφωνούν μεν ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.6(Ι)/1998, πλην όμως να ισχυρίζονται για πρώτη φορά ότι στη διαδικασία που προηγήθηκε η προφορική συνέντευξη εσφαλμένα δεν είχε διενεργηθεί από Ειδική Επιτροπή αλλά από το Εκλεκτορικό Σώμα, το οποίο, κατά τη θέση τους, ήταν αναρμόδιο.  Ως εκ τούτου, διατείνονται ότι κατά την επανεξέταση θα έπρεπε να διενεργηθούν νέες συνεντεύξεις από την Ειδική Επιτροπή.

 

Οι ανωτέρω νέοι ισχυρισμοί του αιτητή δεν θα με απασχολήσουν δοθέντος ότι, αφενός, ο αιτητής στην προηγούμενη προσφυγή του δεν έθεσε ζήτημα αναρμοδιότητας του Εκλεκτορικού Σώματος να διενεργήσει τις συνεντεύξεις και, αφετέρου, η έγερση νέων λόγων ακύρωσης μέσω της απαντητικής αγόρευσης είναι ανεπίτρεπτη.  Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ο σκοπός της απαντητικής αγόρευσης είναι η απάντηση στους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση και όχι η έγερση νέων θεμάτων (Khamzaeva v Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 727/2006, ημερ. 16.07.2007, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ ν Εφόρου ΦΠΑ, Υπόθεση αρ. 1415/06, ημερομηνίας 14.05.2009, Λουκά ν Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 1625/2007, ημερ. 15.9.2009, Αντωνίου ν Δημοκρατίας (2003) 4Β Α.Α.Δ. 792). 

 

Έχοντας παραθέσει ανωτέρω τόσο τις διαπιστώσεις και την κατάληξη του Διοικητικού Δικαστηρίου στην ακυρωτική απόφαση, προς συμμόρφωση με την οποία διενεργήθηκε η επίδικη επανεξέταση, όσο και την Έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος, ημερομηνίας 07.06.2018, καταλήγω ότι ουδείς λόγος ακύρωσης έχει στοιχειοθετηθεί από τον αιτητή.

 

Ειδικότερα, ορθώς οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση και του Ε/Μ επισημαίνουν, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί σε διαδικασία επανεξέτασης μετά την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και ως εκ τούτου αυτή θα έπρεπε να διενεργηθεί από το στάδιο από το οποίο εντοπίστηκε η πλημμέλεια.

 

Οι σχετικές με την επανεξέταση αρχές και νομολογία επισημαίνονται στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου J.U. v Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 8/2025, ημερ. 13.01.2026, ως ακολούθως (ο τονισμός είναι της απόφασης):

 

«Αναφορικά δε με τις αρχές που διέπουν τη συμμόρφωση της διοίκησης προς δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης, σημειώνεται ότι αυτές έχουν κωδικοποιηθεί στα Άρθρα 57-59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) και έχουν επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Έλενας Κακουλλή, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(Α)/2020, ημερομηνίας 6/3/2025, στην οποία έγινε επίσης μνεία στην απόφαση αρ. 404/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας, Τμήμα Γ, της οποίας απόσπασμα παρατίθεται (με δική μας έμφαση):

 

«Άξια μνείας και εξίσου διαφωτιστική, η απόφαση αρ. 404/2024 του ΣτΕ Τμήμα Γ, όπου επανατονίστηκαν οι ανωτέρω αρχές με το ακόλουθο απόσπασμα:

«Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ακύρωση διοικητικής πράξης επανεφέρει την υπόθεση στον χρόνο έκδοσής της. Η νέα πράξη που εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο και διέπεται κατ’ αρχήν από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση. Περαιτέρω, η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα ευρίσκονταν, αν εξ υπαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της Διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελόμενης ακύρωσης, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρούμενης πράξης, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις για τα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 2378/2018, 276/2016, 4958/2014, 3433/2010, 748/2009 κ.ά.). Τέλος, η Διοίκηση, επανερχόμενη στην υπόθεση μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο διαπιστώθηκε η πλημμέλεια, η οποία οδήγησε στην ακύρωση της διοικητικής πράξης (ΣτΕ 2378/2018, 1183/2001).».»

 

 

Εν προκειμένω, εφόσον η πλημμέλεια αφορούσε στη δοθείσα από το Εκλεκτορικό Σώμα αιτιολογία ως προς την κατάληξη του περί της υπεροχής της υποψηφιότητας του Ε/Μ έναντι της υποψηφιότητας του αιτητή, πλημμέλεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος, η επανεξέταση ορθώς διενεργήθηκε από το εν λόγω σημείο, ήτοι από το στάδιο της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος.

 

Η δε θέση του αιτητή ότι, συνεπεία της αλλαγής στη σύνθεση του Εκλεκτορικού Σώματος, θα έπρεπε κατά την επανεξέταση να διενεργηθούν νέες συνεντεύξεις, απορρίπτεται.  Στην απόφαση Παρασκευάς Ριρής ν Δήμου Αγίου Αθανασίου , ΕΔΔ αρ. 97/17, ημερ. 12.12.2023, κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Σε σχέση με το ζήτημα της πάσχουσας αιτιολογίας υπενθυμίζουμε ότι το πρώτο σκέλος του παραπόνου του εφεσείοντα, ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ήταν ότι οι προφορικές συνεντεύξεις του προηγούμενου Συμβουλίου δεν θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη, καθότι η σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου είχε αλλάξει.

 

Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε το συγκεκριμένο αυτό παράπονο.  Αναφέρθηκε στην ορθή νομολογιακή αρχή ότι σε περιπτώσεις επανεξέτασης από το διορίζον όργανο, υπό διαφορετική πλέον σύνθεση, δεν είναι νοητή η επανάληψη προφορικών συνεντεύξεων, εφόσον η επανεξέταση γίνεται επί τη βάσει του νομικού και πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο του διορισμού ή της προαγωγής που ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε (Δρουσιώτης ν. Δήμου Λατσιών (1992) 3 ΑΑΔ 437).

 

Πλην όμως δεν ήταν αυτό το εγειρόμενο ζήτημα. Το σφάλμα του Δήμου, και κατ' επέκταση του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι λήφθηκαν υπόψη οι προηγούμενες συνεντεύξεις οι οποίες έγιναν ενώπιον διαφορετικής σύνθεσης και οι αξιολογήσεις των υποψηφίων που διενεργήθηκαν υπό διαφορετική σύνθεση.  Με αυτό τον τρόπο παρεισέφρησε στην αξιολογική διαδικασία του Δημοτικού Συμβουλίου, υπό τη νέα του σύνθεση, η υποκειμενική αξιολόγηση στην οποία είχε καταλήξει το Δημοτικό Συμβούλιο υπό την παλαιά του σύνθεση.  Το γεγονός ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν νέες συνεντεύξεις δεν δικαιολογούσε τέτοιο αποτέλεσμα.

 

Η νομολογία επί του θέματος είναι σαφής και έχει αναλυθεί κατά τρόπο εμπεριστατωμένο από τον Δικαστή Νικολάου στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κοντογιώργη (2001) 3 ΑΑΔ 1037, με παραπομπή καταρχάς στην υπόθεση Republic v. Safirides (1985) 3 CLR 163 όπου η ΕΔΥ κατόπιν επανεξέτασης και αφού στο μεταξύ η σύνθεση είχε αλλάξει, έλαβε υπόψη τις εντυπώσεις τις οποίες είχε αποκομίσει η προηγούμενη σύνθεση για την απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις.  Η Ολομέλεια έκρινε ότι οι εντυπώσεις αυτές αποτελούσαν υποκειμενική εκτίμηση ή αντίδραση των προσώπων που συνέθεταν το συλλογικό όργανο και όχι αντικειμενικά δεδομένα τεθέντα ενώπιον του διοικητικού οργάνου.  Συνεπώς δεν αποτελούσαν γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την επανεξέταση.  Παρομοίως στην Mytides v. Republic (1988) 3 CLR 737, όπου και πάλι η ΕΔΥ, υπό νέα σύνθεση, έλαβε υπόψη τις εντυπώσεις από τη συνέντευξη που είχε γίνει στην πρώτη εξέταση, η Ολομέλεια υπέδειξε το φανερό λάθος.  Αντιθέτως, στην Paschalis v. Republic (1988) 3 CLR 1897, όπου δεν λήφθηκαν υπόψη οι εντυπώσεις από τις πρώτες συνεντεύξεις η Ολομέλεια κατέληξε ότι ορθά είχε πράξει η ΕΔΥ υπό τη νέα της σύνθεση.  Από την Paschalis υιοθετήθηκαν στην Κοντογιώργη τα ακόλουθα, ευθέως επί του θέματος που μας απασχολεί:

 

«In the circumstances, the respondent Commission rightly re-examined the matter as it did by disregarding the impressions created by the candidates at the interviews which took place before it under a different composition.  Nor do we consider that new interviews could be made before the respondent Commission under its new constitution as such course would necessarily defeat the principle that any re-examination of a decision which was annulled by the Court must be made under the legal and factual background that existed at the time of such annulled decision.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Υπό τις συνθήκες αυτές, η εφεσίβλητη Επιτροπή ορθώς επανεξέτασε το ζήτημα, όπως έπραξε, αγνοώντας τις εντυπώσεις που προκάλεσαν οι υποψήφιοι κατά τις συνεντεύξεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ενώπιον της υπό διαφορετική σύνθεση.  Ούτε θεωρούμε ότι θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν νέες συνεντεύξεις ενώπιον της εφεσίβλητης Επιτροπής, υπό τη νέα της σύνθεση, καθώς μια τέτοια διαδικασία κατ' ανάγκη θα προσέκρουε στην αρχή ότι οποιαδήποτε επανεξέταση απόφασης η οποία έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο θα πρέπει να γίνεται υπό το νομικό και πραγματικό καθεστώς που υπήρχε κατά τον χρόνο της εν λόγω ακυρωθείσας απόφασης.»

 

Όπως υποδείχθηκε στην Δρουσιώτης (ανωτέρω) «Ο ισχυρισμός ότι χωρίς τις νέες συνεντεύξεις δεν μπορούσε να γίνει η δέουσα έρευνα δεν μας βρίσκει σύμφωνους.»  Συνεπώς, ούτε νέες συνεντεύξεις ήταν επιτρεπτές, αλλ' ούτε και η αξιολόγηση με βάση τις παλαιές συνεντεύξεις θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη.  Η επανεξέταση θα έπρεπε να διενεργηθεί επί των υπόλοιπων δεδομένων όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.».

 

Επιπρόσθετα, σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση και του Ε/Μ διαπιστώνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη.  Το Εκλεκτορικό Σώμα έχει αποτυπώσει με λεπτομέρεια στη σχετική Έκθεση τις αξιολογήσεις του για κάθε υποψήφιο και έχει προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση αυτών, αιτιολογώντας πλήρως το σκεπτικό για την επιλογή του Ε/Μ αντί του αιτητή, με αποτέλεσμα να είναι επιτρεπτός ο υπό του Δικαστηρίου έλεγχος, ο οποίος είναι έλεγχος νομιμότητας και όχι ουσίας, με το Δικαστήριο να μην μπορεί να επέμβει στην εξειδικευμένη επιστημονική κρίση του Εκλεκτορικού Σώματος.  Απορρίπτεται δε ως προδήλως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αιτητή ότι κατά την επανεξέταση λήφθηκαν υπόψη οι συνεντεύξεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν όταν το Εκλεκτορικό Σώμα είχε διαφορετική σύνθεση.  Το εκτενές απόσπασμα από την Έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος, το οποίο έχει παρατεθεί ανωτέρω, αποκαλύπτει χωρίς αμφιβολία ότι στην αξιολόγηση των υποψηφίων δεν λήφθηκαν υπόψη οι προηγούμενες συνεντεύξεις.  Ορθώς δε οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Ε/Μ επισημαίνουν το γεγονός ότι ο αιτητής ουδόλως αμφισβήτησε την κρίση και τις συγκεκριμένες διαπιστώσεις του Εκλεκτορικού Σώματος ως προς την υπεροχή της υποψηφιότητας του Ε/Μ έναντι της δικής του.

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

Υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο