ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1542/18
24 Φεβρουαρίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
------------
Κ. Καντούνας, για Κωνσταντής Καντούνας Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Ι. Κοτζιάπασιη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.
Καμία εμφάνιση για τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17.08.2018 και με την οποία η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «ΕΔΥ») διόρισε με δοκιμασία στη μόνιμη θέση Επιθεωρητή Πλοίων, Υφυπουργείο Ναυτιλίας (θέση πρώτου διορισμού), από 01.08.2018, τα ενδιαφερόμενα μέρη, Βαλεντίνο Μαυρουδή και Ιωάννη Μοσχάτο, στη θέση και/ή αντί του ιδίου.[1]
Οι θέσεις προκηρύχθηκαν στις 23.04.2010 και σε ανταπόκριση της προκήρυξης υποβλήθηκαν 132 αιτήσεις. Συστήθηκε Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία διενήργησε ειδική γραπτή εξέταση των υποψηφίων, με τον αιτητή να κατατάσσεται πρώτος. Η ΕΔΥ σε συνεδρία της ημερομηνίας 27.09.2017 έκρινε ότι ο αιτητής (ως και αριθμός άλλων υποψηφίων) κατείχε όλα τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα και αποφάσισε να τον καλέσει σε προφορική εξέταση ενώπιόν της, σε ημερομηνίες που θα ορίζονταν αργότερα.
Ο αιτητής κλήθηκε, τελικώς, σε προφορική εξέταση στις 27.06.2018, με την ΕΔΥ να αποφασίζει τα ακόλουθα (για ό,τι εδώ ενδιαφέρει και ως καταγράφονται στα σχετικά πρακτικά):
«Ενώπιον της Επιτροπής τέθηκε επιστολή του υποψήφιου Γεωργούδη Ευστράτιου, που λήφθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 26.6.18, με την οποία ενημερώνει την Επιτροπή πως δεν θα μπορέσει να παραστεί στην προφορική εξέταση που κλήθηκε για σήμερα, επειδή λόγω βλάβης του αεροπλάνου με το οποίο θα ταξίδευε από Βασιλεία για Κύπρο στις 26.6.18 δεν κατέστη δυνατόν να ταξιδέψει. Περαιτέρω, με την πιο πάνω επιστολή του, ο Γεωργούδης διαμαρτυρήθηκε γιατί η Επιτροπή δεν του προσφέρει διορισμό σε άλλη ίδια θέση Επιθεωρητή Πλοίων, η οποία εκκρεμεί και στην οποία είχε προσέλθει στην προφορική εξέταση.
Η Επιτροπή, αφού σημείωσε τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω επιστολή, παρατήρησε ότι ο υποψήφιος Γεωργούδης Ευστράτιος είναι υποψήφιος και στα πλαίσια άλλης διαδικασίας πλήρωσης θέσεων Επιθεωρητή Πλοίων, Υφυπουργείο Ναυτιλίας, η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί. Επίσης, σημείωσε ότι, σύμφωνα με την απόφασή της που λήφθηκε στη συνεδρία της με ημερ. 19.6.17 (θέμα Ω.(1) των πρακτικών) και η οποία έχει γνωστοποιηθεί σ' αυτόν, μέσω των Δικηγόρων του, με βάση τη σειρά κατάταξής του στον Πίνακα Διοριστέων, θα μπορούσε να του προσφερθεί διορισμός. Ωστόσο, η Επιτροπή, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφασή της, έχοντας υπόψη ότι (α) εναντίον του εν λόγω προσώπου έχει καταχωρηθεί κατηγορητήριο σε κακουργιοδικείο, η δε εκδίκαση της υπόθεσης ακόμη εκκρεμεί, και (β) ότι αυτός υπηρετεί ως έκτακτος αορίστου χρόνου στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας και με απόφαση της αρμόδιας αρχής έχει τεθεί και τελεί σε διαθεσιμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης, έχει αποφασίσει να μην προχωρήσει σε προσφορά διορισμού του, ωσότου ολοκληρωθεί η εναντίον του ποινική υπόθεση, υπό το φως και της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σταύρος Αμβροσίου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Α.Ε. αρ. 60/201[2], που εκδόθηκε στις 2.12.15.
Ενόψει των πιο πάνω, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έχει νόημα ούτε και πρακτική σημασία η εξέταση της υποψηφιότητας του ΓΕΩΡΓΟΥΔΗ Ευστράτιου στην παρούσα διαδικασία και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να ενημερωθεί σχετικά ο εν λόγω υποψήφιος.».
Ακολούθως, κατά την ίδια συνεδρία, η ΕΔΥ δέχθηκε σε προφορική εξέταση άλλους υποψηφίους και σε συνεδρία της στις 28.06.2018, αφού ολοκλήρωσε τη διαδικασία αξιολόγησης, αποφάσισε τον διορισμό των Ε/Μ στην επίδικη θέση από την 01.08.2018.
Ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης εισηγούμενος ότι ο αποκλεισμός του από τη διαδικασία, για τους λόγους που αναφέρθηκαν από την ΕΔΥ, είναι το αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα καθότι παραβιάζει το θεμελιώδες αξίωμα του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο δεσμεύει, όχι μόνο τα δικαστήρια και τα πειθαρχικά όργανα, αλλά κάθε κρατική αρχή και διοικητικό όργανο, ως είναι η ΕΔΥ. Επισημαίνοντας ότι στις 07.06.2022 εκδόθηκε υπέρ του αθωωτική απόφαση, ο αιτητής υποβάλλει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που αποφασίστηκε ο αποκλεισμός του, ήτοι στις 27.06.2018, δεν βαρυνόταν με οποιαδήποτε ποινική ή πειθαρχική καταδίκη. Ως εκ τούτου, εισηγείται επιπρόσθετα ότι η απόφαση για τον αποκλεισμό του στερείται νόμιμης αιτιολογίας και παραβιάζει τις αρχές της ορθής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης, της φυσικής δικαιοσύνης και της αναλογικότητας.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών της ΕΔΥ και έχει αιτιολογηθεί επαρκώς και δεόντως. Εγείρει δε προδικαστικώς ζήτημα ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτητή δοθέντος ότι, ως εισηγείται, αυτός δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα για την κατάληψη της επίδικης θέσης. Προς τούτο παραπέμπει στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν Γρουτίδης κ.ά., Αναθ. Εφ. αρ. 88/13 και 103/13, ημερομ. 16.07.2019, στην οποία εξετάστηκε το ζήτημα του τεκμηρίου της αθωότητας σε διαδικασία πλήρωσης θέσεων ψηλά στην ιεραρχία, για τις οποίες το δημόσιο συμφέρον και το σχέδιο υπηρεσίας απαιτούν ως προσόν την ακεραιότητα χαρακτήρα.
Εξετάζοντας κατά προτεραιότητα - ως ζήτημα το οποίο άπτεται του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής - το έννομο συμφέρον του αιτητή, καταλήγω ότι η εγερθείσα προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το ζήτημα κατοχής των απαιτούμενων προσόντων είναι το επίδικο θέμα της προσφυγής, ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τη διοικητική πράξη (Ιωνά κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1775, Χρυσοστόμου κ.ά. ν Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 13, ΕΤΕΚ ν Ορφανίδου κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ. 524). Εν προκειμένω ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει τον αποκλεισμό του από την επίδικη διαδικασία διορισμού.
Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι η προηγούμενη απόφαση της ΕΔΥ, η οποία (ως αναφέρεται στον πρακτικό ημερομηνίας 27.06.2018) λήφθηκε στη συνεδρία της με ημερομηνία 19.06.2017, δεν έχει προσκομισθεί στο Δικαστήριο, ούτε εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Τούτο κατά παράβαση της υποχρέωσης της διοίκησης να θέτει υπόψη του Δικαστηρίου ολόκληρο το πραγματικό υλικό το οποίο κατά τον νόμο στηρίζει την προσβαλλόμενη πράξη και τυγχάνει αναγκαίο για τον υπό του Δικαστηρίου ακυρωτικό έλεγχο. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, όχι μόνο όταν ελλείπουν τα στοιχεία, αλλά και όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πλαίσιο και τις συνθήκες λήψης της διοικητικής απόφασης η ακύρωση είναι αναπόφευκτη (Dome Investments Ltd v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας κ.ά. (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 741, Στέλιος Νεοφύτου κ.ά. ν Υπουργού Άμυνας κ.ά., ΕΔΔ αρ. 60/20, ημερ. 12.03.2025).
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η αιτιολογία μίας διοικητικής πράξης συνίσταται στην έκθεση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών λόγων, που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της, καθώς και στην παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης. Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότητα να αντιληφθεί επί τη βάσει ποιων στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Στέφανος Φράγκου ν Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 270).
Στην παρούσα υπόθεση, εκτός του ότι δεν προσκομίστηκε η προηγούμενη απόφαση της ΕΔΥ, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αντιληπτή και κατανοητή η κρίση της ΕΔΥ ότι «δεν έχει νόημα ούτε και πρακτική σημασία η εξέταση της υποψηφιότητας» του αιτητή. Δεν είναι, δηλαδή, σαφές κατά πόσον κρίθηκε ως άνευ σημασίας η υποψηφιότητα του αιτητή καθότι σε αυτόν είχε αποφασισθεί να προσφερθεί διορισμός σε άλλη διαδικασία μετά την ολοκλήρωση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης ή εάν η εκκρεμότητα της εν λόγω ποινικής υπόθεσης συνιστούσε αυτή καθ’ εαυτήν λόγο για τον αποκλεισμό του, συνεπεία της μη πλήρωσης του απαιτούμενου από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης προσόντος της ακεραιότητας χαρακτήρα, ως η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση φαίνεται να εννοεί με την προώθηση της προδικαστικής ένστασης.
Όποια, όμως, κι αν ήταν η θεώρηση της ΕΔΥ καταλήγω ότι ο αιτητής νομικώς εσφαλμένα και πεπλανημένα αποκλείστηκε από την περαιτέρω διαδικασία διορισμού.
Καταρχάς, εφόσον δεν είχε προσφερθεί στον αιτητή διορισμός στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας για την πλήρωση ίδιας με την εδώ επίδικη θέσης, η όποια προηγούμενη απόφαση της ΕΔΥ (η νομιμότητα της οποίας δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής), ήταν αδιάφορη και δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο λόγο αποκλεισμού του.
Εφόσον, αντιθέτως, η ΕΔΥ αποφάσισε να αποκλείσει τον αιτητή, θεωρώντας ως άνευ σημασίας την υποψηφιότητά του, καθότι έκρινε ότι δεν πληροί το απαιτούμενο προσόν της ακεραιότητας χαρακτήρα λόγω της εναντίον του εκκρεμούσας (κατά τον ουσιώδη χρόνο) ποινικής διαδικασίας, τότε διαπιστώνω καταρχάς αντίφαση με την προηγούμενη απόφαση, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας διορισμού, με την οποία η ΕΔΥ, σε συνεδρία της ημερομηνίας 27.09.2017, έκρινε ότι ο αιτητής κατείχε όλα τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα, συνακόλουθα και το προσόν της ακεραιότητας χαρακτήρα.
Εν πάση δε περιπτώσει, καταλήγω ότι ο αυτοδίκαιος, λόγω της εναντίον του εκκρεμούσας ποινική υπόθεσης, αποκλεισμός του αιτητή, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα, παραβιάζει το θεμελιώδες αξίωμα του τεκμηρίου της αθωότητας, στερείται νόμιμης αιτιολογίας και παραβιάζει τις αρχές της ορθής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του διορίζοντος οργάνου.
Η ΕΔΥ και η ευπαίδευτη δικηγόρος της εσφαλμένα, θεωρώ, έχουν ερμηνεύσει τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία παραπέμπουν. Τούτο διότι ούτε στην Σταύρος Αμβροσίου ν ΕΔΥ (2015) 3 ΑΑΔ 613 (στην οποία αναφέρθηκε η ΕΔΥ στην προσβαλλόμενη απόφαση), ούτε στην ΕΔΥ ν Γρουτίδη κ.ά. (2019) 3 Α.Α.Δ 529 (στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση), δεν κρίθηκε ότι η εναντίον ενός υποψηφίου εκκρεμότητα ποινικής υπόθεσης τον αποκλείει, δίχως άλλο, από την περαιτέρω διαδικασία διεκδίκησης της θέσης. Τουναντίον, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε, καταρχήν, ότι δεν είναι επιτρεπτό να λαμβάνεται υπόψη σε διοικητική διαδικασία ως στοιχείο εναντίον ενός αιτητή το γεγονός ότι εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση, ως αντίθετο προς το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που κρίθηκε ότι δεν παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας είναι το να αποτελέσει η ποινική δίωξη το έναυσμα αλλά και την υποχρέωση του διορίζοντος οργάνου να προχωρήσει σε δική του διερεύνηση και κρίση ως προς την πλήρωση υπό του εν λόγω υποψηφίου του προσόντος της ακεραιότητας χαρακτήρα.
Στη μεταγενέστερη απόφαση Γρουτίδης κ.ά. ν ΕΔΥ, Αναθ. Εφέσεις αρ. 169/2014 κ.ά., ημερ. 01.11.2021, το ζήτημα διευκρινίστηκε περαιτέρω, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αποκλίνει από την πρωτόδικη κατάληξη ότι η, υπό οποιαδήποτε μορφή, αποτίμηση από την ΕΔΥ του γεγονότος της εναντίον του εκεί Ε/Μ εκκρεμούσας ποινικής δίωξης, θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας. Συγκεκριμένα, κρίθηκαν τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«[…] η επίδικη θέση κατατάσσεται ως ψηλή στην ιεραρχία (Διευθυντής Κτηνιατρικών Υπηρεσιών), με συνεπόμενο το δημόσιο συμφέρον να απαιτεί πλήρωση της από άτομο το οποίο, ανάμεσα σε άλλα, να είναι ακέραιου χαρακτήρα (ως και η απαίτηση στο Σχέδιο Υπηρεσίας).
Σε σχέση προς το ζήτημα αυτό, ενώ από τα έτη 2009 και 2010 βρίσκονταν στον προσωπικό φάκελο του ΕΜ2 Κυριακίδη στοιχεία για την ποινική δίωξη του, η Συμβουλευτική Επιτροπή, η Γενική Διευθύντρια και η ΕΔΥ, διόλου δεν ασχολήθηκαν με το θέμα. Ό,τι καταγράφεται στα πρακτικά είναι πως και οι επτά υποψήφιοι για την επίδικη θέση ήσαν κάτοχοι των απαιτούμενων από το Σχέδιο Υπηρεσίας. Δεν αναζητήθηκε ή εξετάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο στους διοικητικούς φακέλους για να διερευνηθεί αρμοδίως το όλον θέμα προκειμένου να ελεγχθεί και να βεβαιωθεί οτιδήποτε συναρτάτο προς την κατοχή του προσόντος της ακεραιότητας χαρακτήρα.
Ως κρίθηκε από την Ολομέλεια στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Γρουτίδη και Άλλου, Α.Ε. 88/13, ημ. 16.7.19, η διεξαγωγή προσήκουσας έρευνας περί του θέματος, ουδόλως θα έπληττε το τεκμήριο αθωότητας του ΕΜ2 Κυριακίδη, προτού επέλθει η όποια ποινική καταδίκη του.».
Στη δε απόφαση Θεοδώρου ν Δημοκρατίας, Αναθ. Έφεση αρ. 103/2014, ημερ. 20.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:C328, κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:
«Πλέον σημαντικό όμως συνιστά η παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, αφού το όλο πλέγμα των δεδομένων επιμαρτυρεί ότι στην όλη διοικητική διαδικασία επενήργησε εις βάρος του Εφεσείοντα το γεγονός της εκκρεμότητας εναντίον του ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας. Είναι προφανές από το όλο λεκτικό της έκθεσης του Προϊσταμένου του, ότι η μείωση της βαθμολογίας του στο κριτήριο της «Πειθαρχίας» για το 2011 συσχετιζόταν άμεσα με το γεγονός ότι ο Εφεσείων τελούσε υπό διαθεσιμότητα, ως απόρροια των εναντίον του διαδικασιών. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο Εφεσείων δεν είχε καταδικασθεί για οτιδήποτε και το επιχείρημα της Δημοκρατίας ότι η μειωμένη βαθμολογία δεν επέδρασε εις βάρος του, αφού είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των προάξιμων υποψηφίων και είχε στη συνέχεια συστηθεί από τον Αρχηγό, είναι, με όλο το σεβασμό, εσφαλμένο. Αυτό, διότι, παρά τη σύσταση, τελούσε πλέον υπό σαφώς μειονεκτική θέση από βαθμολογικής απόψεως έναντι των υπολοίπων ανθυποψηφίων του, οι οποίοι είχαν καταταγεί στην κατηγορία του «Εξαίρετος» σε ό,τι αφορά την Αξία. Ως αποτέλεσμα, ο Εφεσείων υστερούσε στο εν λόγω αποφασιστικό κριτήριο, δεδομένου ότι, εν τέλει, οι προαγωγές αποφασίστηκαν πάνω στη βάση σύγκρισης των υποψηφίων. Η ίδια η επιλογή, τελικά, προς προαγωγή πέντε εκ των συστηνομένων ως «Εξαίρετων» σε Αξία, επιβεβαίωνε και τον αποφασιστικό βαθμό του εν λόγω κριτηρίου και, κατά συνέπεια, τη δυσμενή θέση στην οποία βρισκόταν ο Εφεσείων.
Όπως και η νομολογία επιβεβαιώνει και επικαλούμαστε προς τούτο τον δικαστικό λόγο της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 ΑΑΔ 485:
«.. Το τεκμήριο της αθωότητας έχει καθολική εφαρμογή. Απαγορεύεται σε δημόσια αρχή να αποδώσει εγκληματική πράξη σε οποιοδήποτε εκτός σε καταδικασθέντα από αρμόδιο δικαστήριο. Το ακόλουθο απόσπασμα, από την Krause[1],είναι χαρακτηριστικό της απαγόρευσης:
"It is a fundamental principle embodied in this Article which protects everybody against being treated by public officials as being guilty of an offence before this is established according to law by a competent court. Article 6, paragraph 2, therefore, may be violated by public officials if they declare that somebody is responsible fοr criminal acts without a court having found so."
(Ελληνική μετάφραση - ελεύθερη.)
("Αποτελεί θεμελιώδη αρχή η οποία ενσωματώνεται σ' αυτό το άρθρο το οποίο προστατεύει τον καθένα από του να τυγχάνει μεταχείρισης από δημόσιους λειτουργούς ως ένοχος αδικήματος πριν αυτό καταδειχθεί σύμφωνα με το νόμο ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, μπορεί επομένως να παραβιαστεί από δημόσιους λειτουργούς οποτεδήποτε δηλώνουν ότι κάποιος είναι υπεύθυνος για αξιόποινες πράξεις χωρίς το δικαστήριο να έχει διαπιστώσει τούτο ως γεγονός.")
Η βασική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διαφωτιστική ως προς το εύρος και τις συνέπειες του τεκμηρίου της αθωότητας, είναι η Minelli v. Switzerland, Series A 62 [1983], στην οποία διακηρύχθηκε ότι:
" .... the presumption of innocence will be violated if, without the accused's having previously been proved guilty according to law and, notably, without his having had the opportunity of exercising his rights of defence, a judicial decision concerning him reflects an opinion that he is guilty. This may be so even in the absence of any formal finding; it suffices that there is some reasoning suggesting that the court regards the accused as guilty."
(Ελληνική μετάφραση - ελεύθερη.)
(".... το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται εάν, χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει προηγουμένως κριθεί ένοχος σύμφωνα με το νόμο και συγκεκριμένα χωρίς να του έχει παρασχεθεί η ευκαιρία άσκησης των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, δικαστική απόφαση η οποία τον αφορά κατοπτρίζει άποψη ότι είναι ένοχος. Αυτή μπορεί να είναι η περίπτωση ακόμα και στην απουσία οποιουδήποτε τυπικού ευρήματος .αρκεί να υπάρχει έστω και κάποιο αιτιολογικό το οποίο υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θεωρεί τον κατηγορούμενο ένοχο.")»
Υπό το φως των πιο πάνω, προβάλλει αβίαστα ότι το τεκμήριο της αθωότητας του Εφεσείοντα, είχε παραβιαστεί. Τεκμήριο που ίσχυε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και το οποίο δεν επέτρεπε τη μεταχείρισή του ως ένοχου αδικήματος, ποινικού ή πειθαρχικού, είτε από τη Διοίκηση, είτε από το Δικαστήριο, το οποίο, επιπρόσθετα, έσφαλε στην προσέγγισή του ως προς τη σύνδεση γεγονότων, μεταγενέστερων του νομικού και πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, σχετικών με την ενοχή του Εφεσείοντα για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι ακολούθως, κατ΄ έφεση, αθωώθηκε ο Εφεσείοντας.».
Συνακόλουθα, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.
Υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Σημειώνεται ότι η προσφυγή εναντίον και άλλου ενδιαφερομένου μέρους αποσύρθηκε στην πορεία.
[2] Σημ. Δικαστηρίου: Προφανώς εκ παραδρομής δεν αναγράφεται η ορθή αναφορά, ήτοι «60/2011».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο