ΒΑΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 635/19, 12/2/2026
print
Τίτλος:
ΒΑΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 635/19, 12/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 635/19

 

12 Φεβρουαρίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 146 και 28 του Συντάγματος.

 

Μεταξύ:

ΒΑΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

------------

 

Γ. Κάκκουρας, για Κάκκουρα και Παναγίδη Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Η αιτήτρια αμφισβητεί την απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής «Υπουργός») να απορρίψει την ιεραρχική προσφυγή της εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (εφεξής «ΥΔΕΠ») να μην εγκρίνει την αίτησή της για παραχώρηση επιδόματος τέκνου για το έτος 2018.

 

Η αιτήτρια υπέβαλε την 01.06.2018 αίτηση για την παραχώρηση του εν λόγω επιδόματος και με επιστολή της Προϊσταμένης της ΥΔΕΠ, ημερομηνίας 05.09.2018, πληροφορήθηκε ότι η αίτηση δεν ήταν δυνατόν να εγκριθεί καθότι, από τον έλεγχο που είχε πραγματοποιηθεί, είχε διαφανεί ότι η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειάς της ανέρχεται στο ποσό των €2.268.082,92.  Πληροφορήθηκε επίσης για τις σχετικές πρόνοιες του περί Παροχής Επιδόματος Τέκνου Νόμου (Ν.167(I)/2002, εφεξής ο «Νόμος»), για το γεγονός ότι το ποσό των €663,33 που της είχε ήδη παραχωρηθεί για το 2018 θεωρήθηκε ως υπερπληρωμή και θα πρέπει να επιστραφεί και για το δικαίωμά της, βάσει του άρθρου 11 του Νόμου, να υποβάλει εναντίον της απόφασης ιεραρχική προσφυγή στην Υπουργό.

 

Σημειώνεται ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, το άρθρο 4(4) του Νόμου προέβλεπε πως:

 

«[…] η οικογένεια δε δικαιούται σε επίδομα, εφόσον η συνολική αξία, σε τρέχουσες τιμές, των περιουσιακών της στοιχείων, που προβλέπονται στο Παράρτημα υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€1.200.000):

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία αποξενώθηκαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την παροχή επιδόματος, εκτός στην περίπτωση που η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων έγινε για κάλυψη εξόδων που αφορούν θέματα υγείας ή/ και παιδείας ή που προσκομίζονται στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας ικανοποιητικές επεξηγήσεις για το επιβεβλημένο ή το αναγκαίο της αποξένωσης αυτής.».

 

Με επιστολή ημερομηνίας 24.09.2018, η αιτήτρια υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή στην Υπουργό, εκφράζοντας τη διαφωνία της με την απόφαση εφόσον, ως αναφέρεται, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειάς της δεν είναι αυτή που αναφέρεται στην επιστολή της ΥΔΕΠ.  Προς υποστήριξη την ένστασής της, επεσύναψε πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας της ιδίας και του συζύγου της και αντίγραφα τραπεζικών λογαριασμών και βεβαιώσεις τραπεζών, από τα οποία, κατά τη θέση της, προέκυπτε ότι δεν έχουν καταθέσεις αλλά μόνο χρέη. Μεταξύ των εγγράφων που η αιτήτρια επεσύναψε ήταν και βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 21.09.2018, σύμφωνα με την οποία ο σύζυγος της αιτήτριας, ο οποίος είναι δικηγόρος, διατηρούσε, κατά τον χρόνο εκείνο, τρεχούμενο λογαριασμό, πιστωτικές κάρτες και προσωπικό δάνειο, όλα με χρεωστικό υπόλοιπο (οι αριθμοί των συγκεκριμένων λογαριασμών και το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου καταγράφονται).  Επιπρόσθετα, στην εν λόγω βεβαίωση αναφέρονταν τα ακόλουθα για τον σύζυγο της αιτήτριας:

 

«Πέραν των πιο πάνω προσωπικών λογαριασμών, διατηρεί ως δικηγόρος τρεχούμενο λογαριασμό αρ. […] για διενέργεια πράξεων πελατών του (pooled client account) με σημερινό πιστωτικό υπόλοιπο €24.924.  Διατηρεί επίσης ειδικούς λογαριασμούς πελατών (specific client accounts) με σημερινό πιστωτικό υπόλοιπο €31.219».

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής ετοιμάστηκε από Λειτουργό Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών σχετική έκθεση γεγονότων, στην οποία καταγράφονται οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, τα γεγονότα της περίπτωσης, τα όσα η αιτήτρια προέβαλε στην ιεραρχική προσφυγή της και τα έγγραφα που επεσύναψε και τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά τον πρώτο έλεγχο για σκοπούς υπολογισμού των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας για το έτος 2018 (ακίνητα βάσει του αρχείου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καταθέσεις από Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΑΠΙ) και αποξένωση καταθέσεων).  Ακολούθως, στην έκθεση γεγονότων ο Λειτουργός καταγράφει τα ακόλουθα:

 

«Συγκεκριμένα, για την οικογένεια έχουν εντοπιστεί από την ανταλλαγή αρχείων με τα ΑΠΙ και λήφθηκαν υπόψη στον υπολογισμό των περιουσιακών στοιχείων τα ακόλουθα ποσά:

[Σημ. Δικαστηρίου: Παρατίθεται πίνακας με λεπτομέρειες καταθέσεων 21 λογαριασμών, οι 16 εκ των οποίων (για ό,τι εδώ ενδιαφέρει) στην Τράπεζα Κύπρου, στο όνομα του συζύγου της αιτήτριας.

Ακολουθεί δεύτερος πίνακας με λεπτομέρειες 35 λογαριασμών, για τους οποίους καταγράφεται αποξένωση καταθέσεων, οι 33 εκ των οποίων είναι στον όνομα του συζύγου της αιτήτριας στην Τράπεζα Κύπρου.]

Με βάση το αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η οικογένεια, κατέχει συνολικά τέσσερα (4) ακίνητα, η αξία των οποίων με βάση την εκτίμηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με τιμές του 2013 και τα μερίδια που κατέχει σε κάθε ακίνητο, φαίνονται στον πιο κάτω Πίνακα Ακίνητης Ιδιοκτησίας:

[…]

7.       Λαμβάνοντας υπόψη τα παραστατικά, που προσκόμισε η αιτήτρια με την προσφυγή της (Ερ.5), επιβεβαιώνεται ότι η αποξένωση καταθέσεων που παρουσιάζεται στο λογαριασμό με αρ. […] ποσού €254.175,48 δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία γιατί ο πιο πάνω λογαριασμός είναι τρεχούμενος λογαριασμός που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια πράξεων των πελατών του συζύγου της. Υπό φως των πιο πάνω, η αποξένωση καταθέσεων της αιτήτριας ανέρχεται σε €1.537.975.

8.       Επιπρόσθετα λαμβάνοντας υπόψη τα παραστατικά, που προσκόμισε η αιτήτρια με την προσφυγή της (Ερ.5), επιβεβαιώνεται ότι η κατάθεση που παρουσιάζεται στο λογαριασμό με αρ. [….][1] ποσού €3.286,21 δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στα συνολικά περιουσιακά στοιχεία γιατί ο πιο πάνω λογαριασμός είναι τρεχούμενος λογαριασμός που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια πράξεων των πελατών του συζύγου της . Υπό το φως των πιο πάνω, οι καταθέσεις της αιτήτριας ανέρχονται σε €47.215,96.

9.       Σύμφωνα με τα πιο πάνω, το ποσό των €3.286,21 που λήφθηκε υπόψη ως κατάθεση της αιτήτριας και το ποσό των €254.175,48 που λήφθηκε υπόψη ως αποξένωση των καταθέσεων της, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα συνολικά περιουσιακά στοιχειά της, με αποτέλεσμα τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας να ανέρχονται σε €2.010.621, ποσό το οποίο υπερβαίνει το όριο της Νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, η αιτήτρια ενδεχομένως να μην καθίσταται δικαιούχο για παροχή επιδόματος τέκνου.

10.     Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα , ενδεχομένως η προσφυγή της αιτήτριας απορρίπτεται.

11.     Επισυνάπτεται ο υπηρεσιακός φάκελος ΕΤ.22954.

12.     Η παρούσα Έκθεση υποβάλλεται για ενημέρωση της Υπουργού και λήψη απόφασης, σε σχέση με την υποβληθείσα προσφυγή.».

 

Στις 18.02.2019 η Υπουργός, λαμβάνοντας υπόψη, ως αναφέρεται στην απόφαση, όλα τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην ιεραρχική προσφυγή, το περιεχόμενο της έκθεσης γεγονότων και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής.

 

Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 20.02.2019 και εναντίον αυτής η αιτήτρια καταχώρισε στις 08.05.2019 την παρούσα προσφυγή.

 

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, η αιτήτρια διατείνεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση ουσιωδώς πεπλανημένα, αναιτιολόγητα και συνεπεία μη άσκησης δέουσας έρευνας θεώρησαν ότι μαζί με την οικογένειά της κατέχει περιουσία που υπερβαίνει το όριο του άρθρου 4(4) του Νόμου.  Ειδικότερα, επισημαίνοντας ότι στην έκθεση γεγονότων δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες της κατ’ ισχυρισμό αποξένωσης καταθέσεων που λήφθηκαν υπόψη, υποβάλλει ότι εν πάση περιπτώσει οι εν λόγω λογαριασμοί δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη εφόσον, σύμφωνα και με τη βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου, αυτοί δεν ήταν προσωπικοί λογαριασμοί του συζύγου της αλλά των πελατών του (specific client accounts), γεγονός το οποίο οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν.

 

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία, επαρκώς αιτιολογημένη και το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων αλλά και ορθής ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι ουδόλως έχουν πλανηθεί ως προς τις διαπιστώσεις τους.  Η δε αιτήτρια είχε η ίδια την ευθύνη να προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσει το αίτημα και την ιεραρχική προσφυγή της. 

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, διαπιστώνω ότι ορθώς η αιτήτρια υποβάλλει πως ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε στην έκθεση γεγονότων που ετοιμάστηκε προς τον σκοπό λήψης απόφασης από την Υπουργό επί της ιεραρχικής προσφυγής της, αναφέρονται ή επισυνάπτονται τα συγκεκριμένα στοιχεία ή αποδεικτικά έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την ετοιμασία του σχετικού πίνακα με τις αναφορές σε αποξένωση καταθέσεων ώστε να διαπιστωθεί καταρχάς εάν αυτές διενεργήθηκαν πράγματι κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την παροχή του επιδόματος, ως η επιφύλαξη του άρθρου 4(4) του Νόμου προνοεί.  Ούτε τα εν λόγω στοιχεία εντοπίζονται από το Δικαστήριο στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, παρά την αναφορά στην έκθεση γεγονότων ότι σε αυτήν επισυνάπτεται συγκεκριμένος σχετικός υπηρεσιακός φάκελος (ΕΤ.22954).  Ο εν λόγω φάκελος δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, όπως δεν προσκομίστηκε ούτε διοικητικός φάκελος από την ΥΔΕΠ, στον οποίο θα έπρεπε να περιλαμβάνεται η αρχική αίτηση της αιτήτριας και τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά τη διερεύνηση των περιουσιακών της στοιχείων.  Όπως δήλωσε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση στο στάδιο των Διευκρινίσεων, ο μόνος σχετικός με την υπόθεση διοικητικός φάκελος που του αποστάλθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση για να κατατεθεί στο Δικαστήριο, είναι ο φάκελος του Υπουργείου, ο οποίος περιέχει τα σχετικά με την ιεραρχική προσφυγή έγγραφα.  Σε σχετική δε ερώτηση του κ. Κωνσταντίνου προς το Υπουργείο, τον ενημέρωσαν ότι δεν υπάρχει άλλος φάκελος.

 

Συνακόλουθα, η παρούσα προσφυγή θα πρέπει δίχως άλλο να απορριφθεί λόγω αδυναμίας άσκησης δικαστικού ελέγχου.

 

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η διοίκηση έχει την υποχρέωση να θέτει υπόψη του δικαστηρίου ολόκληρο το πραγματικό υλικό το οποίο κατά τον νόμο στηρίζει την προσβαλλόμενη πράξη και τυγχάνει αναγκαίο για τον υπό του Δικαστηρίου ακυρωτικό έλεγχο (Στέφανος Φράγκου ν Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 270).  

 

Η παράλειψη της Διοίκησης να καταθέσει τον φάκελο και τα στοιχεία που συνθέτουν την υπό δικαστικό έλεγχο απόφασή της, έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την ακύρωση της πράξης.

 

Όπως επισημαίνεται στην Dome Investments Ltd v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας κ.ά. (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 741:

 

        «Το άρθρο 146 του Συντάγματος προβλέπει τον αναθεωρητικό δικαστικό έλεγχο των εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης. Αντικείμενο της διαδικασίας είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης κρινόμενης από τη σκοπιά των κανόνων της χρηστής διοίκησης. Η άσκηση δικαστικού ελέγχου προϋποθέτει την προσκόμιση της απόφασης και του φακέλου της υπόθεσης. Χωρίς τα στοιχεία αυτά η άσκηση δικαστικού ελέγχου είναι αδύνατη. Η κατάθεση τους από τη Διοίκηση αποτελεί απόρροια της συνταγματικής υποχρέωσης της Διοίκησης για υποταγή στο δικαστικό έλεγχο που καθιερώνει το Σύνταγμα. Η παράλειψη της Διοίκησης να καταθέσει το φάκελο και τα στοιχεία που συνθέτουν την απόφαση, έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την ακύρωση της πράξης. Όχι μόνο όταν ελλείπουν τα στοιχεία, αλλά και όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πλαίσιο και τις συνθήκες λήψης της διοικητικής απόφασης η ακύρωση είναι αναπόφευκτη. Η τήρηση πρακτικών και η καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων που περιστοιχίζουν τη λήψη της διοικητικής απόφασης αποτελούν υποχρέωση της Διοίκησης που επιβάλλουν οι κανόνες της χρηστής διοίκησης. (Βλ. Μεταξύ άλλων, Ierides ν. Republic (1980) 3 C.L.R. 165, και Angelidou and Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. 520). Κάθε παρέκκλιση συνιστά κατάχρηση της διοικητικής αρμοδιότητας που πρέπει να ασκείται σύννομα και βάσει των κανόνων της χρηστής διοίκησης.».

 

Εν πάση περιπτώσει, αποδέχομαι τη θέση της αιτήτριας ότι ο Λειτουργός Ελέγχου, στη σχετική έκθεση γεγονότων που λήφθηκε υπόψη από την Υπουργό για τη λήψη της απόφασης απόρριψης της ιεραρχικής προσφυγής, περιορίστηκε να αποδεχθεί την αναφορά στη Βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου σε συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό που ο σύζυγος της αιτήτριας διατηρεί για τη διενέργεια πράξεων των πελατών του (pooled client account), παραλείποντας να διερευνήσει την επιπρόσθετη αναφορά στην εν λόγω Βεβαίωση ότι διατηρεί επίσης ειδικούς λογαριασμούς πελατών (specific client accounts).  Ως δε ορθώς επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της αιτήτριας, στον διοικητικό φάκελο (Ερ. 5), επί της εν λόγω Βεβαίωσης της Τράπεζας Κύπρου, υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση λειτουργού ότι, στις 16.11.2018, μίλησε τηλεφωνικώς με τον σύζυγο της αιτήτριας, ο οποίος είναι δικηγόρος και διατηρεί ειδικούς λογαριασμούς πελατών από τον οποίο μπαινοβγαίνουν ποσά για αγοραπωλησία σπιτιών των πελατών του.  Πλην, όμως, ουδεμία περαιτέρω ενέργεια εντοπίζεται προς τον σκοπό αποσαφήνισης ποιοι εκ των 33 λογαριασμών, που εντοπίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς διερεύνησης τυχόν αποξενωθέντων καταθέσεων, ήταν πράγματι προσωπικοί λογαριασμοί του συζύγου της αιτήτριας ή εάν αυτοί ή κάποιοι εξ αυτών συνιστούσαν λογαριασμούς των πελατών του.  Ουδεμία δε αιτιολογία δίδεται για τους λόγους που οι εν λόγω λογαριασμοί, πλην του ενός για τον οποίο γίνεται αναφορά στην έκθεση γεγονότων, θεωρήθηκαν όλοι προσωπικοί λογαριασμοί του συζύγου της αιτήτριας και αγνοήθηκε τόσο η Βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου όσο και η τηλεφωνική ενημέρωση που είχε ο λειτουργός που επικοινώνησε με τον σύζυγο της αιτήτριας.

 

Επισημαίνεται συναφώς πως η ανάγκη για αιτιολογία των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου.  Η αιτιολογία μίας διοικητικής πράξης συνίσταται στην έκθεση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών λόγων, που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της, καθώς και στην παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια.  Αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης.  Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότητα να αντιληφθεί επί τη βάσει ποιων στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω).

 

Επιπλέον, θα πρέπει να υπομνησθεί πως οι αρχές του διοικητικού δικαίου υπαγορεύουν τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό τη διαπίστωση όλων των ουσιωδών σε κάθε περίπτωση γεγονότων (Hermes Airports v Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 162/20, ημερ. 19.05.2025). Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τις αποφάσεις της Διοίκησης, ούτε προβαίνει σε επανεκτίμηση γεγονότων, εφόσον κρίνει ότι η έρευνα την οποία το διοικητικό όργανο πραγματοποίησε ήταν σε κάθε περίπτωση επαρκής.  Σύμφωνα δε με τη νομολογία, επαρκής θεωρείται η έρευνα εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447).  Η έκταση και η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένες με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.  Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου.  Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Ράφτης ν Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, Χουλιώτης ν Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 524).

 

Εν προκειμένω, εκτός από την αδυναμία άσκησης δικαστικού ελέγχου ως προς τις συγκεκριμένες ημερομηνίες των αποξενώσεων  που λήφθηκαν υπόψη, διαπιστώνω επιπλέον έλλειψη αιτιολογίας και παράλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, με το ενδεχόμενο ουσιώδους πραγματικής πλάνης κατά τον υπολογισμό των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας της αιτήτριας, να μην μπορεί να αποκλεισθεί.  Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η θεμελίωση ακόμα και του ενδεχομένου πλάνης στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας (Χρ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, Γεωργία Νικολάου Κουτσόφτα ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ υπ’ αρ. 110/2016, ημερ. 21.09.2023, Χρυσάνθη Σταυρινού ν ΕΔΥ, ΕΔΔ υπ’ αρ. 20/2021, ημερ. 12.2024).

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.

Υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.



[1] Σημ. Δικαστηρίου: πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό, για τον οποίο γίνεται αναφορά στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο