ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 873/19
27 Φεβρουαρίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με τα Άρθρο 146 του Συντάγματος.
Μεταξύ:
RUPA SRIYALATHA DODAMPEGE
Αιτήτρια,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ
ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
------------
Π. Καύκαρος, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για αιτήτρια.
Γ. Χατζηχάννα (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, για καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 28.03.2019 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Η αιτήτρια, υπήκοος Σρι Λάνκα και γεννηθείσα το 1960, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 16.12.1995 με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός, εξασφαλίζοντας σχετική άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 16.12.1998. Στις 19.09.1996 αναχώρησε για τη χώρα της και επέστρεψε στις 11.01.2003 με άδεια εισόδου με σκοπό την τέλεση γάμου με Ε/Κ. Ο γάμος τελέστηκε στις 24.02.2003 και έκτοτε η αιτήτρια ανανεώνει διαδοχικά την άδεια παραμονής της στη Δημοκρατία, αρχικά ως σύζυγος κύπριου πολίτη και στη συνέχεια ως χήρα Κύπριου πολίτη, ο οποίος απεβίωσε στις 25.04.2005 σε δυστύχημα.
Στις 07.07.2010 υπέβαλε αίτηση για την απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, στο πλαίσιο εξέτασης της οποίας λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, πληροφορίες και απόψεις από τα αρμόδια Τμήματα και Υπηρεσίες και τα όσα η ίδια ανέφερε σε προσωπική συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 22.12.2017.
Η αίτηση εξετάσθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος αποφάσισε να την απορρίψει καθότι κρίθηκε πως η σχέση της αιτήτριας με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή. Επιπρόσθετα, ως αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 28.03.2019, με την οποία η απόφαση της κοινοποιήθηκε, η αιτήτρια δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς στη Δημοκρατία, αφού η οικογένειά της διαμένει στη χώρα της.
Στις 10.06.2019 η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή. Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί υπό ουσιώδη πραγματική πλάνη καθότι η αίτησή της αντιμετωπίστηκε με προχειρότητα, χωρίς να διεξαχθεί επαρκής έρευνα όλων των σχετικών στοιχείων και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Επιπλέον, κατά την εισήγηση, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας εφόσον οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση βρίσκονται σε αντίθεση με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ειδικότερα με τα όσα καταγράφονται στο σχετικό έντυπο που συμπληρώθηκε από τη λειτουργό που πραγματοποίησε τη συνέντευξη, στοιχεία τα οποία επέβαλλαν την υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης ώστε οι καθ’ ων η αίτηση να καταλήξουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα κατά πόσον η αιτήτρια έχει αναπτύξει βιοτικούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Επισημαίνοντας ότι η αίτησή της εξετάστηκε μετά την πάροδο σχεδόν 9 ετών, η αιτήτρια εισηγείται, τέλος, ότι οι καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν το άρθρο 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99), σύμφωνα με το οποίο τα διοικητικά όργανα πρέπει να ασκούν την αρμοδιότητά τους μέσα σε εύλογο χρόνο.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ως προς την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών για έγκριση μίας αίτησης πολιτογράφησης έστω κι αν ο υπήκοος τρίτης χώρας πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας όλων των ουσιωδών γεγονότων και καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού. Επιπλέον ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, με την αιτιολογία να συμπληρώνεται από τον διοικητικό φάκελο. Σύμφωνα δε με την εισήγηση, η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθεί, ούτε έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη στα δικαιώματά της λόγω του χρόνου που μεσολάβησε από την υποβολή μέχρι την εξέταση της αίτησής της, ώστε ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 10 του Ν.158(Ι)/99 να προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος.
Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, επισημαίνεται καταρχάς ότι ούτε το νομικό πλαίσιο που διέπει θέματα πολιτογράφησης, ούτε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών και το κυριαρχικό δικαίωμα της Δημοκρατίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος αμφισβητούνται.
Οι σχετικές αρχές, όπως ερμηνεύθηκαν και αναλύθηκαν από τη νομολογία, συνοψίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση Aylin Arakelian v Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 130/20, ημερ. 10.03.2025 ως ακολούθως:
«Οι διατάξεις που αφορούν την απόκτηση από αλλοδαπό της ιδιότητας του Πολίτη της Δημοκρατίας, δυνάμει πολιτογράφησης, καθορίζονται από το Άρθρο 111 του ως άνω Νόμου 141(Ι)/02, (σε συνδυασμό με τον Τρίτο Πίνακα), το οποίο έχει ως εξής:
«111.0 Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στην Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:
Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει.»
Ο Τρίτος Πίνακας έχει ως ακολούθως:
«ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΗΣΗ
1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:
(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και
(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:
Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενα τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης τους η διαμονή του να είναι συνεχής,
(γ) είναι καλού χαρακτήρα, και
(δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού—
(i) να διαμένει στη Δημοκρατία,
(ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία [...]».
Με βάση τη νομολογία που στηρίζει την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω, έχουν διατυπωθεί αρχές, οι οποίες συνοψίζονται, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/18, 6.3.24:
«Η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.18, 21).
Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μονάχα προσδοκία πως, διά της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, 69, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, 315-316, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, 2587).»
Σε επίσης πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.119/20, 25.2.25, επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω και περαιτέρω εκρίθη ότι νομίμως η Διοίκηση βασίσθηκε, για απόρριψη αιτήματος πολιτογράφησης, σε πληροφορίες από κατάλληλες πηγές, για να εξετασθεί το κριτήριο του «καλού χαρακτήρα», με την ακόλουθη κατάληξη:
«Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε πως η πολύ ευρεία διακριτική εξουσία των Εφεσίβλητων να απορρίψουν την αίτηση του Εφεσείοντα ασκήθηκε ορθά, στη βάση επαρκούς πραγματικού ερείσματος ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του καλού χαρακτήρα. Το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της παραμένει έγκυρο, αφού κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να αποδεικνύει το αντίθετο.»
[…]
Στη Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε.181/12, 29.10.18, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί βεβαίως αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση. Εκτός από τη βούληση του ατόμου, η οποία εκφράζεται με την υποβολή αίτησης, απαιτούμενο στοιχείο είναι και η έκφραση κυρίαρχης βούλησης της πολιτείας που δύναται να προσδώσει την ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής, βλ. Δίκαιο Ιθαγένειας, Ζωή Παπασιώπη Πασιά, 7η Έκδοση, σελ.124-126. Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα. Εντός του εν λόγω πλαισίου, εντάσσεται και φυσικά δεν αναιρείται, η υποχρέωση καλόπιστης εξέτασης του αιτήματος και διεξαγωγή δέουσας έρευνας.
Ο ασκών την εξουσία, δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα, όταν η απόφαση του στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε οτιδήποτε πέραν αυτής. Εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 A.A.Δ.307).
Tο τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R.224).» ».
Εν προκειμένω, έχοντας διεξέλθει τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι η αιτήτρια βάσιμα διαμαρτύρεται πως η κρίση των καθ’ ων η αίτηση ότι η σχέση της με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή - κρίση η οποία αποτέλεσε τον λόγο απόρριψης της αίτησής της - είναι αντιφατική σε σχέση με τα όσα η λειτουργός, η οποία πραγματοποίησε τη συνέντευξη της αιτήτριας, κατέγραψε στο Έντυπο Μ127 (Τεκμ. 2, Ερ. 30) ως προς τα ευρήματα και τα συμπεράσματά της από τη συνέντευξη. Συγκεκριμένα, ως καταγράφεται στο εν λόγω Έντυπο, η συνέντευξη διεξήχθη πλήρως στα ελληνικά, η αιτήτρια απάντησε με άνεση και λεπτομερώς τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και διαφαίνεται πως ανέπτυξε βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο και επιπλέον απάντησε ορθά και με άνεση στις περισσότερες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σχετικά με την κυπριακή ιστορία και πραγματικότητα και έδωσε πειστικές απαντήσεις αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να αποκτήσει την κυπριακή ιθαγένεια και για την μετέπειτα πρόθεσή της να παραμείνει στη Δημοκρατία. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο Έντυπο της προσωπικής συνέντευξης, η αιτήτρια διατηρεί καλή σχέση με την αδελφή του αποβιώσαντα συζύγου της, ενώ συνδέεται φιλικά και με συγκεκριμένους Κύπριους τους οποίους κατονομάζει (ιδιοκτήτρια κλινικής, Κοινοτάρχης και γείτονας), από τους οποίους θα μπορούσαν να αναζητηθούν επιπρόσθετες πληροφορίες των όσων (εν πάση περιπτώσει θετικών για την αιτήτρια) καταγράφει η λειτουργός ότι διαπίστωσε. Το δε γεγονός ότι τα παιδιά της αιτήτριας (από προηγούμενο γάμο) διαμένουν στη Σρι Λάνκα, εκτιμώ, σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους της αιτήτριας, ότι δεν παρείχε βάση για ασφαλή συμπεράσματα δοθέντος ότι αυτά, κατά τον χρόνο διεξαγωγής της συνέντευξης, ήταν 39 και 37 ετών.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλημμελής, ως αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων. Επιπλέον, ότι οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διενεργήσουν επαρκή έρευνα, ώστε να οδηγηθούν σε ασφαλή συμπεράσματα ((Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447).
Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια περιοριζόμενος στη χειρόγραφη καταγραφή επί της έκθεσης της λειτουργού ότι η αίτηση απορρίπτεται, υιοθετώντας έτσι την αιτιολογία της εισήγησης για απόρριψη της αίτησης, η οποία επαναλαμβάνεται συγκρούεται με τις προηγούμενες διαπιστώσεις της ίδιας λειτουργού, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ουσιώδους πραγματικής πλάνης κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η θεμελίωση ακόμα και του ενδεχομένου πλάνης στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας (Χρ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, Γεωργία Νικολάου Κουτσόφτα ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ υπ’ αρ. 110/2016, ημερ. 21.09.2023, Χρυσάνθη Σταυρινού ν ΕΔΥ, ΕΔΔ υπ’ αρ. 20/2021, ημερ. 12.11.2024).
Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.
Υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση επιδικάζονται €1.800 έξοδα, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο