ROZALES GARCIA JOEL ALEJANDRO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1082/2025, 3/3/2026
print
Τίτλος:
ROZALES GARCIA JOEL ALEJANDRO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1082/2025, 3/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 1082/2025 (Κ))

 

3 Μαρτίου 2026

 

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ROZALES GARCIA JOEL ALEJANDRO

                                                                             Αιτητής

                                                    ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Ο. Ηλιάδης, για Αγγελική Λαζάρου, για Αιτητή

Κ. Χριστοφή (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 26.9.2025, ο αιτητής, υπήκοος Βενεζουέλας, στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ληφθείσας απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 22.9.2025. Σημειώνεται εξ’ αρχής ότι κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο συνήγορος του αιτητή απέσυρε, ορθώς, τις αιτούμενες δια των παρακλητικών Δ και Ε θεραπείες, οι οποίες και απορρίφθηκαν, και με τις οποίες ζητείτο διάταγμα του Δικαστηρίου τούτου για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα του αιτητή και διάταγμα για άμεση απελευθέρωση του αιτητή, αντίστοιχα.

 

Ο αιτητής εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 11.9.2017 και υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 14.1.2019, εφόσον αποσύρθηκε από τον ίδιο τον αιτητή.

 

Εν συνεχεία, στις 27.3.2019 και 4.6.2021, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρησης άδειας διαμονής στη Δημοκρατία, οι οποίες απορρίφθηκαν στις 25.9.2019 και 7.4.2022, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονταν στην επιστολή ημερομηνίας 7.4.2022, ο αιτητής καλείτο να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του. Ωστόσο, ο αιτητής συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία.

 

Την 21.9.2025, ο αιτητής εντοπίστηκε και συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας Πάφου και τέθηκε υπό κράτηση για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και στις 22.9.2025, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ.105, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 15.5.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησής του από τη Δημοκρατία. Σχετική είναι η επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Πάφου προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 22.9.2025 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης).

 

Στις 7.10.2025, έγινε εισήγηση για αναστολή του επίδικου διατάγματος απέλασης, δεδομένου του ανασταλτικού χαρακτήρα της υπό κρίση προσφυγής (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης).

 

Η πλευρά του αιτητή προωθεί εν πρώτοις τον ισχυρισμό ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε από αναρμόδιο προς τούτο όργανο, καθότι το άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 δεν παρέχει εξουσία σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν του Υπουργού Εσωτερικών να εκδίδει διάταγμα ως το επίδικο. Εν προκειμένω, κατά τη σχετική εισήγηση, ούτε το άτομο που υπεγραψε το επίδικο διάταγμα κράτησης, ούτε το Υφυπουργείο Μετανάστευσης έχουν αρμοδιότητα προς έκδοση του εν λόγω διατάγματος και ούτε η εξουσία του Υπουργού Εσωτερικών μεταβιβάστηκε σε οποιοδήποτε άλλο διοικητικό όργανο. Επιπρόσθετα δε, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε ο αιτητής, προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, πληροφορήθηκε ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, ως επιτάσσει ο Κανονισμός 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/79).

Περαιτέρω, προωθείται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας και/ή χωρίς την απαιτούμενη εξατομίκευση της περίπτωσης του αιτητή, υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου, είναι δε αυτή η απόφαση αναιτιολόγητη, κατά τρόπο που δεν είναι εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, εσφαλμένα οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και εσφαλμένα και/ή παράνομα δεν αποφασίστηκε η λήψη εναλλακτικών της κράτησης μέτρων του αιτητή, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Επιπρόσθετα, η πλευρά του αιτητή προβάλλει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές και/ή οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή και δη η ύπαρξη οικογένειας, παράγοντα που δεν συνυπολόγισαν οι καθ’ ων η αίτηση στην διαμόρφωση της κρίσης τους, με αποτέλεσμα τα επίδικα διατάγματα να έχουν εκδοθεί και κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 105 και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους.

 

Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει η κα Χριστοφή, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, δεδομένης και της επιστολής των καθ’ ων η αίτηση προς τον αιτητή, ημερομηνίας 7.4.2022, με την οποία αυτός καλείτο να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία, αλλά δεν το έπραξε.

 

Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Εν πρώτοις, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση. Και τούτο καθότι, πράγματι, υφίσταται σχετική εκχώρηση εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης να αποφασίζει και/ή να εκδίδει αποφάσεις ως οι εδώ προσβαλλόμενες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4(1)(α) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 4(Ι)/2025. Η εν λόγω Απόφαση εκχώρησης εξουσίας φέρει ημερομηνία 26.3.2025 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Μέρος Τέταρτο), ημερομηνίας 28.3.2025. Σχετική με το υπό συζήτηση θέμα είναι η πρόσφατη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην MUNISH KUMAR ν. Δημοκρατίας 997/2025 (Κ), ημερ. 8.1.2026, στην οποία, επί του ιδίου ζητήματος και εκεί σχετικού ισχυρισμού που εξετάστηκε, γίνεται αναφορά στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.3.2025, παρέχεται η σχετική εκχώρηση εξουσιών στη Διευθύντρια του Τμήματος, η οποία εν προκειμένω υπογράφει τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 22.9.2025. Η εν λόγω εξουσιοδότηση βρίσκεται επισυνημμένη ως «Παράρτημα 1» στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση και γίνεται αποδεκτή υπό το φως των κριθέντων στην Αρτεμίου - Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 84/2016, ημερομηνίας 2.10.2023.

 

Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστήριο τούτο στην Η.Τ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 586/2025 (Κ), ημερ. 13.8.2025, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Αντικείμενο εξέτασης της παρούσας, είναι η νομιμότητα και εγκυρότητα των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 12.5.2025, τα οποία, ως ρητά αναφέρεται σε αυτά, εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, η οποία εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας από 4.10.2020, όταν και είχε λήξει η ισχύς της άδειας εισόδου του ως επισκέπτη στη Δημοκρατία. Αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από το σώμα των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων, είναι πως στην προκειμένη περίπτωση, τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση του Κεφ. 105, από την ίδια την Διευθύντρια, κατ' ενάσκηση των εξουσιών που της εκχωρήθηκαν από τον Υπουργό Εσωτερικών, σε σχέση, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 14 του Κεφ. 105, ήτοι τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος απέλασης, καθώς και σε σχέση με το άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, ήτοι τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείμενου σε διαδικασίες επιστροφής. Αυτό, εξάλλου, υποστηρίζεται με επάρκεια από τα ενώπιον μου τεθέντα, και δη από την εξουσιοδότηση ημερομηνίας 8.1.2021, την οποία ο τότε Υπουργός Εσωτερικών παρέσχε προς τη Διευθύντρια. Η εν λόγω εξουσιοδότηση βρίσκεται επισυνημμένη ως «Παράρτημα Α» στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση και γίνεται αποδεκτή υπό το φως των κριθέντων στην Αρτεμίου - Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 84/2016, ημερομηνίας 2.10.2023. Ας σημειωθεί ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από την Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ. στην S. M. S. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1208/2024(Κ), ημερ. 6.11.2024: στην εν λόγω απόφαση, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, κρίθηκε ως καθόλα σύννομη η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης από τη Διευθύντρια στη βάση της προαναφερθείσας εξουσιοδότησης, κατ' ενάσκηση των εξουσιών «[.] που της εκχωρήθηκαν από τον Υπουργό Εσωτερικών, σε σχέση με το άρθρο 14 του Κεφ. 105, ήτοι τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος απέλασης, καθώς και σε σχέση με το άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, ήτοι τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας υποκείμενου σε διαδικασίες επιστροφής.».

Παρόμοια ισχύουν και εν προκειμένω και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Παρομοίως, θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε ο αιτητής, προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, πληροφορήθηκε ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, κατά παράβαση του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/79). Εν πρώτοις, ο αιτητής ήδη με τις δυο προαναφερθείσες επιστολές των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 25.9.2019 και 7.4.2022, αντίστοιχα, ενημερώθηκε ότι οι δυο αιτήσεις του για παραχώρηση άδειας διαμονής στη Δημοκρατία είχαν απορριφθεί και καλείτο αυτός όπως αναχωρήσει από τη χώρα. Αυτός ωστόσο συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία και ουδέν έπραξε προς διευθέτηση της παραμονής του. Τα όσα δε αναφέρει η συνήγορος του αιτητή στην αίτηση ακυρώσεως (βλ. παρ. 12 των γεγονότων της προσφυγής) και στη γραπτή της αγόρευση, ότι δηλαδή ο αιτητής ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής της απόφασης, δεν στοιχειοθετούνται και ούτε και έχει αποσείσει η πλευρά του αιτητή το σχετικό βάρος απόδειξης, με αποτέλεσμα, και ενόψει του τεκμηρίου της νομιμότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, να παραμένουν μετέωρα, υποκείμενα ωσαύτως σε απόρριψη. Περαιτέρω δε, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972 ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 164/2021, ημερ. 12.3.2021). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Islam ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερ. 9.7.2013-

«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι, κρίνεται, επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».

 

Κατά συνέπεια, και αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Αποτελεί πραγματικό γεγονός, προκύπτει εξάλλου και από τον οικείο διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο αιτητής υπέβαλε δυο αιτήσεις για παραχώρηση άδειας παραμονής στη Δημοκρατία, οι οποίες απορρίφθηκαν στις 25.9.2019 και 7.4.2022, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονταν στην επιστολή ημερομηνίας 7.4.2022, ο αιτητής καλείτο να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών, αλλιώς θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του. Ωστόσο, ο αιτητής δεν αναχώρησε από τη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να εντοπιστεί στη συνέχεια από μέλη της Αστυνομίας (ΥΚΑΝ) και να συλληφθεί για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών, ενώ διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι αυτός ήταν παράνομος μετανάστης ως διαμένων παράνομα στη χώρα. Είχε προηγηθεί απόρριψη του αιτήματός του για παροχή διεθνούς προστασίας, το οποίο ο ίδιος είχε αποσύρει. Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ημερομηνίας 22.9.2025, ο αιτητής δεν είχε νόμιμο έρεισμα παραμονής στη Δημοκρατία και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη χώρα.

 

Ας σημειωθεί ότι τα πιο πάνω γεγονότα εκτίθενται και στην επιστολή της ΥΑΜ Πάφου προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 22.9.2025 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου και γίνεται εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, καθότι, με βάση την προηγηθείσα συμπεριφορά του στο έδαφος της Δημοκρατίας και δη της μακρόχρονης παράνομης παραμονής του στη χώρα, την μη ύπαρξη δηλωθείσας διεύθυνσης διαμονής, της μη συμμόρφωσής του με προηγηθείσες αποφάσεις επιστροφής, του κινδύνου διαφυγής του και της παρεμπόδισης της διαδικασίας απέλασής του, δεν υπήρχε περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Στις 22.9.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ. 105. Όπως αναφέρεται σε αυτά, κατά το χρόνο έκδοσής τους, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από 15.5.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησής του από τη χώρα.

 

Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης, είναι σαφές ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του αιτητή, αλλά και η απόφαση κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, επί της οποίας βασίστηκαν τα επίδικα διατάγματα, ήσαν ορθές και νόμιμες, εφόσον πράγματι ο αιτητής, κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων, δεν είχε νόμιμο έρεισμα παραμονής στη Δημοκρατία, αλλά διέμενε στη χώρα παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105.

 

Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ και οι ισχυρισμοί περί εμφιλοχώρησης πλάνης στερούνται ερείσματος.

 

Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, χωρίς να υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, αλλά και δεδομένης της απροθυμίας του να επαναπατριστεί και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής. Συνεπώς, η κρίση των καθ’ ων η αίτηση περί έκδοσης διατάγματος κράτησης, καθότι δεν υφίστατο περιθώριο για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, κρίνεται καθόλα ορθή και εύλογη. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των συνηγόρων του αιτητή και δη ισχυρισμοί περί  μη διενέργειας δέουσας έρευνας, παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 22.9.2025, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-

 

«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-

 

[.]

 

(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».

 

Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ’ ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, στην T.B.F. ν.  Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025, G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ), ημερ. 9.6.2023 και πιο πρόσφατα στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025 (Κ), ημερ. 10.2.2026 και MOHAMMAD QASIM HAYAT ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 23/2026 (Κ), ημερ. 11.2.2026). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή, εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-

 

«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-

(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής

(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».

 

Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, είναι ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί και δη του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή.

 

Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης.

 

Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, την κατάσταση της υγείας του αιτητή και το κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει σήμερα στη χώρα του, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των  επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F., ανωτέρω). Θεωρώ δε πως είχε ο αιτητής σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, πέραν του επαρκούς χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη χώρα, χωρίς να επικαλείται στο παρόν στάδιο ανθρωπιστικούς λόγους για την παραμονή του. Ουδέν όμως έπραξε.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Τονίζεται εν πρώτοις ότι ο ίδιος ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψής του, δεν ανέφερε το παραμικρό αναφορικά με βάσιμο φόβο δίωξης και/ή κίνδυνο να εκτεθεί αυτός σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση επαναπροώθησής του στη χώρα καταγωγής του, και αυτό προκύπτει και από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Πάφου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 22.9.2025, δια της οποίας υποβαλλόταν η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.

 

Έτι δε περαιτέρω, από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ Πάφου προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, και σε αντίθεση με ό,τι υποστήριξαν οι συνήγοροί του κατά τις διευκρινίσεις, προκύπτει ευκρινώς ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασής τους, έλαβαν υπόψη τους την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή στη Δημοκρατία (βλ. παράγραφο 4 της επιστολής) και δη το γεγονός ότι η συμβία του και τα ανήλικα παιδιά τους βρίσκονται στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς και ότι τόσο η συμβία του αιτητή όσο και τα ανήλικα παιδιά τους διαμένουν μόνιμα εκτός Κύπρου. Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της πλευράς του αιτητή ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι οικογενειακές συνθήκες του αιτητή.

 

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος και δη ότι εσφαλμένα δεν εξετάστηκε από τους καθ' ων η αίτηση κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος ο αιτητής να εκτεθεί σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση απέλασης στη χώρα καταγωγής του, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί, σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).

 

Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (HAYAT, ανωτέρω). Όπως  λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-

 

«Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ’ επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ’ εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).

Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».

 

Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και απορρίπτεται. Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση και εμφιλοχώρησης ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης στην κρίση τους.

 

Τέλος, υπενθυμίζεται αυτό που έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι δηλαδή το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, εν προκειμένω έστω και μέσω των ισχυρισμών περί παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα, ως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος δεν έχει σεβαστεί τους νόμους της Δημοκρατίας και παρέμενε στη χώρα παράνομα (Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/21, ημερ. 20.4.2022).                                                             

 

Καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο