ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπ. Αρ. 133/2026 iJustice
5 Μαρτίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τo Άρθρo 146 του Συντάγματος
S.J. CONTRACTING SERVICES LTD
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Ανδρέας Ε. Ανδρέου, Δικηγόρος για Αιτήτρια.
Κυριακή Παπαδοπούλου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ' ων η αίτηση.
Ολύμπιος Χριστοφή και Μαρία Γιαννοπούλου για Χριστοφή, Μερακλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για Ενδιαφερόμενο Μέρος Heli Company s.r.o.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Στις 12.11.2024 προκηρύχθηκε ο Διαγωνισμός με αριθμό ΓΛ 25/2024 «Tender for the provision of services for the wet leasing of two (2) helicopters for aerial firefighting operations for the summer period of 2025-2027 with renewal option for 2028-2029» με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης τιμής – ποιότητας (στο εξής ο «Διαγωνισμός»). Κατόπιν τριών (3) διορθωτικών εγγράφων στις 09.01.2025 διορίστηκε η Επιτροπή Αξιολόγησης (εφεξής η «ΕΑ»), η οποία προχώρησε στην αξιολόγηση των Προσφορών που κατατέθηκαν από τους Ενδιαφερομένους Οικονομικούς Φορείς.
Η ΕΑ αποφάσισε να εισηγηθεί τον αποκλεισμό, για συγκεκριμένους λόγους, των 2 από τους 4 οικονομικούς φορείς που υπέβαλαν έγκαιρα προσφορές και προχώρησε στην τεχνική αξιολόγηση των προσφορών των λοιπών δύο ήτοι του Οικονομικού Φορέως Air Taurus Ltd (εφεξής η «ΑΤ») και του Οικονομικού Φορέως Heli Company s.r.o. (στο εξής το «Ενδιαφερόμενο Μέρος» ή «ΕΜ»).
Εντός των δύο αποκλεισθέντων προσφοροδοτών ήταν και η Αιτήτρια στην παρούσα προσφυγή. Αποκλείστηκε καθότι η ΕΑ έκρινε ότι δεν πληροί τις υποχρεώσεις της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας λόγω ότι ο ετήσιος κύκλος εργασιών ήταν κάτω των €2.000.000 (εφεξής οι «υποχρεώσεις οικονομικής επάρκειας») καθώς και ότι δεν πληροί τις υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων καθότι στην επιστολή προς απάντηση διευκρινίσεων περιέλαβε αλλαγές στα πρόσωπα και στους ρόλους τους στην ομάδα έργου που θεωρήθηκε μη επιτρεπόμενη τροποποίηση προσφοράς ενώ ακόμα και μετά που ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την προσφορά της έλλειπαν διάφορα πιστοποιητικά για έκαστο εκ των προτεινόμενων μελών της ομάδας έργου, ελλείψεις που κατέγραψε αναλυτικά (εφεξής oi «υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων»).
Στις 20.02.2025 η ΕΑ υπέβαλε προς το Συμβούλιο Προσφορών του Γενικού Λογιστηρίου (στο εξής το «ΣΠ») την Έκθεση Αξιολόγησης στην οποία διατυπώθηκαν οι λόγοι εισήγησης αποκλεισμού των 2 Οικονομικών Φορέων περιλαμβανομένων των ως άνω λόγων που αφορούσαν την προσφορά της Αιτήτριας και έγινε η κατάταξη των προσφορών της ΑΤ και του ΕΜ βάσει της βαθμολογίας που δόθηκε για το τεχνικό μέρος των προσφορών τους ως ακολούθως:
Κατάταξη Εταιρεία Βαθμός Τεχνικής Προσφοράς
1 ΑΤ 57.7
2 ΕΜ 48
Το ΣΠ συνήλθε σε συνεδρίαση στις 24.02.2025 και αποφάσισε ομόφωνα να υιοθετήσει τις εισηγήσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης και να εγκρίνει την αποσφράγιση του φακέλου της οικονομικής προσφοράς της ΑΤ και του ΕΜ. Στις 26.02.2025, η ΕΑ υπέβαλε προς το ΣΠ την Έκθεση Αξιολόγησης για το οικονομικό μέρος των προσφορών. Στην Έκθεση Αξιολόγησης έγινε κατάταξη των προσφορών βάσει της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής άποψης προσφοράς βάσει βέλτιστης σχέσης τιμής – ποιότητας με τελική κατάταξη την ΑΤ πρώτη και ακολούθως το ΕΜ. Το ΣΠ μετά από τη διαβίβαση, της Έκθεσης Αξιολόγησης της ΕΑ από την Αναθέτουσα Αρχή (εφεξής η «ΑΑ»), συνήλθε σε συνεδρίαση στις 27.02.2025 όπου, κατόπιν μελέτης της εν λόγω Έκθεσης Αξιολόγησης, αποφάσισε ομόφωνα να υιοθετήσει την εισήγηση της ΕΑ για κατακύρωση του επίδικου Διαγωνισμού στην ΑΤ για το ποσό των €14.628.000 πλέον Φ.Π.Α.
Οι Προσφέροντες έλαβαν γνώση της πιο πάνω απόφασης με επιστολές ημερ. 28.02.2025 και στις 14.03.2025, η Αιτήτρια και το ΕΜ καταχώρισαν εναντίον της τις Ιεραρχικές Προσφυγές 3/2025 και 4/2025 αντίστοιχα στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (στο εξής «η ΑΑΠ»). Η ΑΑ έφερε ένσταση στο ενδεχόμενο χορήγησης Προσωρινών Μέτρων και κατόπιν ακρόασης, στις 24.03.2025 η ΑΑΠ αποφάσισε τη μη χορήγηση των προσωρινών μέτρων αναστολής της διαδικασίας ανάθεσης ή υπογραφής της σύμβασης. Μετά από λίγες ημέρες, στις 31.03.2025, το ΕΜ απέσυρε την Ιεραρχική Προσφυγή αρ. 4/2025. H Ιεραρχική Προσφυγή 3/2025 της Αιτήτριας παρέμεινε εκκρεμής.
Στις 28.03.2025, οι δικηγόροι του ΕΜ, απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Συντονιστή της Επιτροπής Αξιολόγησης, στο οποίο επισυναπτόταν επιστολή του ΕΜ προς τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην οποία περιέχονταν ισχυρισμοί που άπτονταν της ανάθεσης της Σύμβασης και στις 02.04.2025, ο Γενικός Λογιστής ως Προϊστάμενος της ΑΑ, με ηλεκτρονικό του μήνυμα προς τον Συντονιστή της Σύμβασης, ζήτησε να διερευνηθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί.
Εναντίον της απόφασης ημερ. 27.02.2025 για ανάθεση του Διαγωνισμού στην ΑΤ αντί στο ΕΜ (την οποία είχε προηγουμένως προσβάλει με την Ιεραρχική Προσφυγή 4/2025 που τελικά απέσυρε), τo EM καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 358/25 στο Διοικητικό Δικαστήριο και στις 02.04.2025, εξεδόθη Διάταγμα του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία χορηγήθηκε το προσωρινό μέτρο αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης της Αναθέτουσας Αρχής. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταχώρισε Ένσταση στην παραμονή σε ισχύ του διατάγματος και η υπόθεση ορίστηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο για Ακρόαση στις 11.04.2025.
Στα πλαίσια προετοιμασίας των Καθ΄ ων η αίτηση για τους σκοπούς της ακρόασης της υπόθεσης, κρίθηκε ότι δεν είχε διερευνηθεί δεόντως ένα εκ των κριτηρίων ανάθεσης (υπολογισμός βάρους συστήματος νερού σε βάρος ελικοπτέρου), το οποίο αξιολογείται για σκοπούς βαθμολόγησης των προσφορών, και ενδεχομένως να επηρέασε την κατάταξη των προσφερόντων και στις 11.04.2025 το δήλωσαν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο με απόφαση του ίδιας ημέρας (11.04.2025) ακύρωσε την απόφαση ημερ. 27.02.2025 ενόψει της παραδοχής έλλειψης δέουσας έρευνας κατά την αξιολόγηση.
Στις 14.04.2025, το ΣΠ αποφάσισε να καλέσει την ΕΑ να προχωρήσει σε επαναξιολόγηση και να υποβάλει συμπληρωματική έκθεση στο ΣΠ και με επιστολή ημερ. 15.04.2025, όλοι οι προσφέροντες περιλαμβανομένης της Αιτήτριας ενημερώθηκαν για την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 358/25.
Με επιστολή ημερ. 16.04.2025, η ΕΑ ζήτησε διευκρινήσεις από την ΑΤ αναφορικά με την τεχνική της προσφορά, στην οποία η ΑΤ απάντησε αποστέλλοντας διευκρινήσεις και υποστηρικτικά έγγραφα. Στη Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης έγινε επαναξιολόγηση της προσφοράς της ΑΤ και η τελική βαθμολογία του τεχνικού μέρους της προσφοράς της διαφοροποιήθηκε προς τα κάτω με αποτέλεσμα να γίνει αναθεώρηση της σειράς κατάταξης και πλέον το ΕΜ εξήλθε πρώτο. Το ΣΠ συνήλθε σε συνεδρίαση στις 05.05.2025 όπου, κατόπιν μελέτης της εν λόγω Έκθεσης Αξιολόγησης, αποφάσισε να υιοθετήσει την εισήγηση της ΕΑ για κατακύρωση του Διαγωνισμού στο ΕΜ για το ποσό των €14.220.000 πλέον Φ.Π.Α., εφόσον θεωρήθηκε πλέον ότι η προσφορά του είναι η πιο συμφέρουσα από οικονομική άποψη βάσει βέλτιστης σχέσης τιμής-ποιότητας.
Η Αιτήτρια και η ΑΤ ενημερώθηκαν αυθημερόν με σχετικές επιστολές για την εν λόγω απόφαση ημερ. 05.05.2025. Σημειώνεται ότι η προσφορά της Αιτήτριας δεν απασχόλησε την επανεξέταση, η οποία ασχολήθηκε με ζητήματα απτόμενα του βάρους και της μεταφορικής ικανότητας (σε νερό) του ελικοπτέρου της ΑΤ. Με την επιστολή των Καθ΄ων η αίτηση ημερ. 05.05.2025 αναφέρθηκε στην Αιτήτρια (ως ένας εκ των λόγων που της είχε αναφερθεί και στην προηγούμενη επιστολή ημερ. 28.02.2025) ότι δεν πληροί τις υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων.
Η ΑΤ δεν προσέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο ή στην ΑΑΠ την ως άνω απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 05.05.2025 όμως η ΑΤ προσέβαλε την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 05.05.2025 με την προσφυγή της στο Διοικητικό Δικαστήριο με αρ. 536/2025, η οποία τελικώς είχε επιτυχή έκβαση με την απόφαση ημερ. 17.07.2025 και συγκεκριμένο σκεπτικό που αφορούσε πλημμελή διερεύνηση της προσφοράς του ΕΜ επί 3 σημείων.
Σημειώνεται ότι καθ’ όλους αυτούς τους χρόνους η Ιεραρχική Προσφυγή 3/2025 της Αιτήτριας εκκρεμούσε ενώπιον της ΑΑΠ και οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφορούσαν την Αιτήτρια για τις εξελίξεις που αφορούσαν την Πρ. Αρ. 536/2025. Κατόπιν της έκδοσης της απόφασης στην Πρ. Αρ. 536/2025, στις 26.08.2025 η Αιτήτρια απέσυρε την Ιεραρχική Προσφυγή 3/2025.
Οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε επανεξέταση και με απόφαση ημερ. 27.11.2025 αποφάσισαν όπως κατακυρώσουν εκ νέου τον διαγωνισμό στο ΕΜ. Σημειώνεται ότι και εδώ δεν απασχόλησε την επανεξέταση η προσφορά της Αιτήτριας, η οποία ασχολήθηκε με ζητήματα που αφορούσαν τα ακυρωτικά ευρήματα της Πρ. Αρ. 536/2025. Με επιστολές ημερ. 28.11.2025 οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν σχετικώς όλους τους προσφοροδότες περιλαμβανομένης της Αιτήτριας, για την απόφασή τους. Στην Αιτήτρια αναφέρθηκε εκ νέου, ακριβώς ως και στην προηγούμενη επιστολή ημερ. 05.05.2025 ότι δεν πληροί τις υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων.
Την απόφαση να κατακυρώσουν εκ νέου τον διαγωνισμό στο ΕΜ η ΑΤ προσέβαλε με την προσφυγή αρ. 1386/2025, η οποία καταχωρήθηκε στις 09.12.2025 ενώπιον του παρόντος. Κατόπιν μονομερούς αίτησης της ΑΤ, εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, που όταν καθορίστηκε επιστρεπτέο οι Καθ’ ων η αίτηση και το ΕΜ δήλωσαν ότι δε θα φέρουν ένσταση να παραταθεί η ισχύς του μέχρι έκδοσης απόφασης στην προσφυγή νοουμένου ότι η τελευταία θα τύχει ταχείας εκδίκασης ενόψει και του επείγοντος του αντικειμένου του διαγωνισμού. Δόθηκαν σύντομες προθεσμίες για ανταλλαγή αγορεύσεων και η υπόθεση ορίστηκε εντός Φεβρουαρίου 2026 για διευκρινίσεις.
Κατόπιν της επιφύλαξης απόφασης επί της προσφυγής αρ. 1386/2025, η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα προσφυγή αρ. 133/2026 εναντίον της απόφασης ημερ. 27.11.2025 και ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής, την οποία (ενδιάμεση αίτηση) απέσυρε ενόψει ότι υπήρχε ήδη εν ισχύ το διάταγμα αναστολής στα πλαίσια της Πρ. Αρ. 1386/2025 και με την συνεννόηση όπως και η κυρίως αίτησή της (προσφυγή) τύχει ταχείας εκδίκασης ενόψει του επείγοντος του αντικειμένου του διαγωνισμού. Η Πρ. Αρ. 133/2026 πράγματι ορίστηκε άμεσα για διευκρινίσεις στις 27.02.2026, κατόπιν κατάθεσης αγορεύσεων εντός σύντομων προθεσμιών και την ημερομηνία εκείνη ακούστηκε και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση.
Με το Αιτητικό Α της παρούσας λοιπόν, η Αιτήτρια αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου, ότι η πράξη των Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία ενημέρωναν την Αιτήτρια ότι, αποκλείστηκαν κατά την επανεξέταση του Διαγωνισμού, με αριθμό ΓΛ 25/2024 «Tender for the provision of services for the wet leasing of two (2) helicopters for aerial firefighting operations for the summer period of 2025-2027 with renewal option for 2028-2029», από την ΕΑ, κατά την αξιολόγηση της Τεχνικής και Επαγγελματικής Ικανότητας, είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Το Αιτητικό Β της προσφυγής, με το οποίο ζητείτο η ακύρωση της κατακύρωσης του διαγωνισμού στο ΕΜ απεσύρθη κατ’ επίκλησιν των αποφάσεων ΑΕ αρ. 105/2011 Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ν. Εταιρείας EL. NI.A KOKKINOS LTD ημερομηνίας 03.02.2017 και Δημοκρατία v. Θεοχαρίδης Λτδ (2008) 3 Α.Α.Δ. 488.
Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας εγείρονται λόγοι ακύρωσης που αφορούν την απόφαση αποκλεισμού της και δη ότι εσφαλμένα οι όροι που κρίθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση ότι δεν τηρούνταν από την προσφορά της Αιτήτριας ήταν ουσιώδεις. Τίθεται ότι οι όροι του διαγωνισμού δεν απαγόρευαν την αντικατάσταση των μελών της ομάδας έργου ή την αλλαγή ρόλων τους αλλά ούτε τη μη προσκόμιση 8 πιστοποιητικών υγείας των μελών του έργου. Περαιτέρω η Αιτήτρια θέτει ότι η μη παρουσίαση αποδεικτικών ελάχιστου χρόνου πτήσης τους τελευταίους 12 μήνες δε μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης όρος του διαγωνισμού ενώ υποβάλλει ότι είναι προϊόν πλημμελούς έρευνας και πλάνης ότι ο ένας πιλότος και δύο συγκυβερνήτες δεν κατείχαν την κλάση του ελικοπτέρου που θα χρησιμοποιούνταν για το έργο. Προϊόν πλάνης (και εσφαλμένης αιτιολογίας) θεωρεί η Αιτήτρια και την κρίση των Καθ΄ων η αίτηση ότι ένας μηχανικός δεν κατείχε επαγγελματική άδεια για τον τύπο και τη μηχανή του ελικοπτέρου που θα χρησιμοποιείτο για το έργο ενώ ψέγει τους Καθ΄ων η αίτηση για κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που απολήγει σε παραβίαση της αρχής της καλής πίστης ως προς την κρίση τους ότι ένας παρατηρητής δεν κατείχε πιστοποιητικά για την πενταετή του εμπειρία σε εναέρια πυρόσβεση.
Οι Καθ’ ων η αίτηση από την πλευρά τους, διά της ένστασης ως περαιτέρω προσδιορίστηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους πέραν της απάντησης στην ουσία των ισχυρισμών της Αιτήτριας, εγείρουν προδικαστικώς ότι στερείται εννόμου συμφέροντος στην προσφυγή καθότι όφειλε να είχε προσβάλει την απόφαση επί της προηγούμενης επανεξέτασης, που την κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 05.05.2025 προκειμένου να είχε ελεγχθεί η πράξη αποκλεισμού της έκτοτε. Επιχειρηματολογεί περαιτέρω με αναφορά σε νομολογία επί σύνθετων πράξεων (κάνει μνεία στην απόφαση του ΑΔ στην ΑΕ 61/2015 Cybarco Ltd ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ημερ. 20.10.2022) ότι εν προκειμένω η όλη σύνθετη διοικητική ενέργεια απολήγει στην κατακύρωση του διαγωνισμού στο ΕΜ. Απορρίπτει δε το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας ότι οι Καθ΄ων η αίτηση κωλύονται να εγείρουν την εν λόγω προδικαστική ένσταση από τη στιγμή που, ενώ ήταν ενήμεροι ότι δεν είχε καταχωρήσει προσφυγή κατά της απόφασης ημερ. 05.05.2025, με την επιστολή ημερ. 28.11.2025 έδωσαν στην Αιτήτρια το δικαίωμα να καταχωρίσει προσφυγή. Παραπέμπει συναφώς, η κα Παπαδοπούλου, σε νομολογία [Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)(2009)3 ΑΑΔ 23] και στην εξουσία του Δικαστηρίου να είναι ο τελικός κριτής του παραδεκτού του ένδικου βοηθήματος άρα και του εννόμου συμφέροντος.
Έχοντας καταγράψει τα επιχειρήματα των μερών ως προς την προδικαστική ένσταση, η οποία εκ της φύσης της εξετάζεται κατά προτεραιότητα καταλήγω στα ακόλουθα:
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση περί απώλειας εννόμου συμφέροντος της Αιτήτριας να ζητεί ακύρωση της προσβαλλόμενης για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους ακύρωσης με βρίσκει σύμφωνο. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε στις 28.02.2025 ότι οι Καθ’ ων η αίτηση την απέκλεισαν για συγκεκριμένους λόγους. Προσέβαλε τότε, και ορθώς έπραξε εφόσον διαφωνούσε, εκείνη την απόφαση με την Ιεραρχική Προσφυγή 3/2025. Ακολούθως όμως παρά το ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επανεξέτασαν και εξέδωσαν την απόφασή τους ημερ. 05.05.2025 όπου την πληροφόρησαν ότι δεν πληροί τις υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων η Αιτήτρια, δεν αμφισβήτησε δικαστικώς ή ενώπιον της ΑΑΠ την απόφαση αυτή με αποτέλεσμα, κατόπιν της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης στην προσφυγή της ΑΤ Αρ. 536/2025, η επανεξέταση που ακολούθησε να αφορά (βλ. σχετικά και την σημερινή μου απόφαση στην Πρ. 1386/2025) μόνο τα ακυρωτικά ευρήματα της εν λόγω απόφασης και ουδέν άλλο ζήτημα άρα ούτε, με οποιονδήποτε τρόπο τα ζητήματα που αφορούν οι λόγοι ακύρωσης που εγείρει εδώ η Αιτήτρια και τους οποίους εξέθεσα πιο πάνω. Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στη Ναζίρης ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (2007) 3 ΑΑΔ 38 αναφέρθηκε ότι (η υπογράμμιση είναι του παρόντος):
«η επανεξέταση διενεργείται στη βάση του ακυρωτικού αποτελέσματος και όχι εφ' όλης της ύλης, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται η νομολογιακά αναγνωρισμένη δυνατότητα του διοικητικού οργάνου να επαναδιερευνά όταν διαπιστώνεται λόγος: βλ. Ιωσηφίδης κ.ά. ν. Δαβερώνα κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 147 και Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601. Η εν λόγω αρχή, στηριγμένη στη λογική, αποβλέπει αφενός στη λήξη, με την πρώτη ευκαιρία, της αμφισβήτησης διοικητικών αποφάσεων και αφετέρου, όπως και στην περίπτωση του δεδικασμένου, στο να αποφεύγεται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με επιπτώσεις εύκολα προβλεπτές.
Ενόψει αυτού κρίθηκε αναγκαία η εξέταση της παρούσας προσφυγής από την Πλήρη Ολομέλεια, με ιδιαίτερη αναφορά στο «κατά πόσο υποψήφιος που δεν προσέβαλε τη διοικητική απόφαση η οποία παρήχθη με την πρώτη εξέταση διατηρεί τη δυνατότητα, όταν προσβάλει απόφαση η οποία λήφθηκε κατόπιν επανεξέτασης, να θέσει ζητήματα σε σχέση με πλημμέλειες οι οποίες προηγούνταν των λόγων για τους οποίους ακυρώθηκε η πρώτη απόφαση.» Έχουμε τη γνώμη ότι δεν επιτρέπεται η επανάληψη ούτε η συμπερίληψη ζητημάτων τα οποία θα μπορούσαν να είχαν τεθεί προηγουμένως. Ο έλεγχος διοικητικής απόφασης, εκδοθείσας κατόπιν επανεξέτασης, διενεργείται πάντοτε μόνο με βάση τα όσα προκύπτουν από το ακυρωτικό αποτέλεσμα».
Ενδεχόμενη κρίση λοιπόν στα πλαίσια της παρούσας επί των λόγων ακύρωσης ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις υποχρεώσεις των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων θα επανέκρινε την προσβαλλόμενη απόφαση επί πεδίου που δεν είχε απασχολήσει την επανεξέταση και θα έδιδε, αναλόγως του αποτελέσματος και της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, έρεισμα για νέα επανεξέταση (σε περίπτωση ασφαλώς που επιτύγχανε) ή νέες δικαστικές/διοικητικές διαδικασίες αμφισβήτησης, αμφότερα τα οποία όμως θα μπορούσαν να είχαν ήδη συμβεί και ολοκληρωθεί σε προηγούμενο στάδιο ήτοι μαζί με τη απόφαση στην Πρ. Αρ. 536/2025.
Είναι σαφές ότι διαδικασίες που αφορούν δημόσιους διαγωνισμούς και δη της σοβαρότητας και επείγοντος που άπτεται ο υπό κρίση, χρήζουν ταχείας εκδίκασης και δεν πρέπει να επιτρέπεται η διαιώνιση στο διηνεκές της εκκρεμότητας αμφισβήτησης των διοικητικών αποφάσεων που τους αφορούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούνται αφενός οι διάδικοι αφετέρου και κατ’ αντανάκλαση, το ευρύτερο κοινό ενόψει και του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν οι εν λόγω διαγωνισμοί.
Στην απόφαση στην Πρ. Αρ. 1185/2020 SSM Computer Systems Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ημερ. 20.06.2025 είχα την ευκαιρία να αναπτύξω το σκεπτικό μου για τη δυνατότητα έγερσης νέων λόγων ακύρωσης σε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της ΑΑΠ, η οποία εγέρθη κατόπιν απόφασης επανεξέτασης λόγω προηγούμενης ακυρωτικής απόφασης (πάλι) της ΑΑΠ. Ανέφερα μεταξύ άλλων:
«H ευπαίδευτη συνήγορος της ΑΑΠ, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Ως προς την πρώτη ενότητα λόγων ακύρωσης υποβάλλει ότι η μη εξέταση από την ΑΑΠ των δύο εγερθέντων λόγων ακύρωσης ήταν ορθή καθότι για το θέμα δεν απαιτείται νομοθετική ρύθμιση αλλά ερμηνεία των σχετικών νομοθετημάτων και ευρωπαϊκών οδηγιών και δη της Οδηγίας 89/665 και της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ και του σκοπού τους, από όπου είναι εμφανές ότι απαιτείται ταχύτητα των διαδικασιών και της εκδίκασης των ένδικων διαβημάτων. Κατά την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου, ο σκοπός αυτός θα διακινδύνευε διαιωνίζοντας τις διαδικασίες αν ο εκάστοτε αποτυχών προσφοροδότης μπορούσε να εγείρει σε αλλεπάλληλες προσφυγές νέους λόγους ακύρωσης, τους οποίους φυσιολογικά μπορούσε να είχε εγείρει από την πρώτη προσφυγή του, στη δε Αιτήτρια είχε διατεθεί όλο το απαραίτητο υλικό ώστε να μπορούσε να είχε εγείρει στην ΙΠ 48/2019 τους δύο αυτούς λόγους ακύρωσης (1ος και 3ος) που όμως μόνο στην ΙΠ 22/2020 ήγειρε.
(…)
Εξέτασα τα εκατέρωθεν επιχειρήματα με την απαραίτητη προσοχή και αφού έλαβα υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις και πρόνοιες νομοθεσίας και οδηγιών, στις οποίες παραπέμφθηκα από τα μέρη.
(…)
Ανατρέχοντας στη σχετική νομολογία του ΣτΕ, διαπιστώνεται ότι, η αυστηροποίηση του πλαισίου άσκησης ιεραρχικών προσφυγών (εκεί αναφέρονται ως «προδικαστικές προσφυγές»), εδράστηκε εξ αρχής στην ανάγκη όπως οι διαδικασίες εκδίκασης των διαφορών που αφορούν δημόσιους διαγωνισμούς είναι ταχείες, και παρά τις όποιες επακόλουθες τροποποιήσεις της σχετικής νομοθεσίας, η νομολογία αυτή του ΣτΕ παγιώθηκε. Συγκεκριμένα, μια από τις πρώτες στο ζήτημα είναι η απόφαση ΣτΕ ΕΑ 3789/1999, όπου αναφέρθηκε ότι (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):
«Αν πάντως ο ενδιαφερόμενος προτιμήσει να ασκήσει αμέσως την προσφυγή, δεν μπορεί να καταθέσει μεταγενεστέρως, όταν λάβει πλήρη γνώση της πράξης, δεύτερη προσφυγή και αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Μια τέτοια λύση θα ήταν αντίθετη και προς το σκοπό του νόμου, ο οποίος επιδιώκει να αποτρέψει τη βλάβη των συμφερόντων των ενδιαφερομένων, χωρίς να δυσχεράνει υπερμέτρως την πρόοδο της διαδικασίας για τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων»
Στην ανωτέρω απόφαση επίδικη ήταν η άσκηση δεύτερης προσφυγής κατά την ίδιας πράξης, άρα όχι ως η εδώ επίδικη και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Κυπριακή έννομη τάξη, είναι δυνατή η άσκηση επόμενης ιεραρχικής προσφυγής επί απόφασης εκδοθείσας κατόπιν επανεξέτασης που απαιτήθηκε λόγω ακυρωτικής απόφασης της ΑΑΠ επί προηγούμενης ιεραρχικής προσφυγής, παρ' όλα αυτά, το τι προκύπτει από τα ως άνω και είναι χρήσιμο για την παρούσα είναι ότι το ΣτΕ διαμόρφωσε νομολογιακό κανόνα (απαραδέκτου ή ανεπίτρεπτου έγερσης νέων αιτιάσεων ή επόμενων προσφυγών) χωρίς την ύπαρξη σχετικής ρητής νομοθετικής πρόνοιας, ερμηνεύοντας τον σκοπό της περί δημοσίων συμβάσεων νομοθεσίας και ιδίως την ανάγκη για ταχύτητα των διαδικασιών. Στην πιο πάνω απόφαση επίδικος ήταν ο ελληνικός νόμος (Ν. 2522/1997), ο οποίος επίσης ενσωμάτωνε την Οδηγία 89/665. Ομοίως λοιπόν και στην παρούσα, θεωρώ πράγματι, ότι ο εκ των σκοπών της Οδηγίας 89/665 (και η Οδηγία 2007/66/ΕΚ που την τροποποίησε αλλά και η νομοθεσία που την ενσωμάτωσε στην εγχώρια έννομη τάξη), ήτοι η ταχύτητα των διαδικασιών, οδηγεί στην αποδοχή της εισήγησης της συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ως εκ τούτου και της ορθότητας των απόφασης της ΑΑΠ.
Δεδομένων λοιπόν των πιο πάνω, τόσο στη βάση της σχετικής νομολογίας όσο και του σκοπού της Οδηγίας 89/665, η οποία προβλέπει όπως αποφάσεις που αφορούν δημόσια σύμβαση, ως η επίδικη, υπόκεινται στην άσκηση όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, δε θεωρώ ότι η ΑΑΠ στα πλαίσια της ΙΠ 22/2020 είχε υποχρέωση να εξετάσει και άρα ορθώς δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς που, ενώ υπήρχε το υλικό ενώπιον της Αιτήτριας από την πρώτη διαδικασία στην ΙΠ 48/2019, δεν εγέρθηκαν/προωθήθηκαν στα πλαίσια εκείνης. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ στις C-61/14 Orizzonte Salute, σκ. 43 και C-470/99 Univesale-Bau, σκ. 74-76, στις οποίες με παραπέμπει η κα Καλλή, αναφέρονται στην πρόβλεψη σύντομων και εύλογων προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων στα πλαίσια της Οδηγίας 89/665 και στη μη δυνατότητα έγερσης ισχυρισμών σε επόμενο στάδιο που θα έπρεπε να είχαν εγερθεί σε προηγούμενο στάδιο του διαγωνισμού, άρα δεν απαντούν ευθέως στο επίδικο, παρ' όλα αυτά επίσης επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα τα ένδικα μέσα προσβολής αποφάσεων ως η επίδικη τυγχάνουν ταχείας εκδίκασής, και άρα επίσης αντανακλούν την ορθότητα της επίδικης θεώρησης της ΑΑΠ».
Θεωρώ ότι κατ’ αναλογία ισχύουν τα ίδια και σε περίπτωση ως η παρούσα, που η επανεξέταση ακολουθεί ακυρωτική δικαστική απόφαση και εγείρονται λόγοι ακύρωσης που δεν εγέρθηκαν σε προηγούμενο στάδιο, ενώ υπήρχε το περί αυτών υλικό. Η ταχύτητα των διαδικασιών που αφορούν ένα δημόσιο διαγωνισμό της φύσεως του υπό κρίση, δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά την αντίληψή μου, ότι επιτάσσει την έγερση στην πρώτη ευκαιρία των λόγων ακύρωσης που ο εκάστοτε αποτυχών προσφοροδότης επικαλείται. Αντίθετη εκδοχή θα επέτρεπε αποφάσεις κατόπιν επανεξέτασης να επανακρίνονται επί νέων ζητημάτων και κατ’ αυτόν τον τρόπο να επεκτείνεται με απρόβλεπτο ορίζοντα η διαδικασία αμφισβήτησης των διοικητικών πράξεων που τον αφορούν.
Αυτό, σε αντίθεση, αφενός με το πεδίο επανεξέτασης που δεσμευτικά καθόρισε η Ολομέλεια του ΑΔ στη Ναζίρης, αφετέρου με την ως άνω αναφερόμενη στην Πρ. Αρ. 1185/2020 νομολογία και σκοπού της Οδηγίας 89/665[1], που υποστηρίζει όπως αποφάσεις που αφορούν δημόσια σύμβαση, ως η επίδικη, υπόκεινται στην άσκηση όσο το δυνατόν ταχύτερων και αποτελεσματικών προσφυγών. Δε πρέπει να λησμονείται άλλωστε ότι, ως προκύπτει από τα γεγονότα που ανέφερα εισαγωγικά, ο υπό κρίση διαγωνισμός έτυχε, με την συναντίληψη όλων των εκάστοτε παραγόντων, εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου του ενός έτους, τεσσάρων (4) προσφυγών στο Διοικητικό Δικαστήριο που οδήγησαν στην έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων, χρόνοι που ακριβώς δείχνουν την αναγκαιότητα ταχείας ολοκλήρωσης της αμφισβήτησης των διοικητικών αποφάσεων που τον αφορούν.
Νοείται ότι συμφωνώ με τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση με παραπομπή και στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)(2009)3 ΑΑΔ 23 ως προς την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ότι η απλά και μόνο η αναφορά επί της επιστολής ημερ. 28.11.2025 περί του δικαιώματος καταχώρισης προσφυγής εναντίον της απόφασης ημερ. 27.11.2025, δε είναι γεγονός επαρκές για να θεμελιώσει έννομο συμφέρον ούτε αποτελεί κώλυμα έγερσης μιας τέτοιας προδικαστικής ένστασης, δεν είναι άλλωστε αρμοδιότητα των διοικητικών αρχών η αναγνώριση εννόμου συμφέροντος εκεί που δεν υπάρχει ή εξέλειψε.
Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση γίνεται δεκτή.
Στο στάδιο αυτό να σημειώσω ότι η ορθότητα της προδικαστικής ένστασης θεωρώ υποστηρίζεται και από την οπτική της αλισυτέλειας (ή και της μη εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης). Αυτό διότι η κατακύρωση στο ΕΜ αποτελεί το τέλος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, που κατά πάγια νομολογία πρέπει να είναι η προσβαλλόμενη [σχετικές οι ΕΔΔ Αρ.75/21 ΑΑΠ v. Τάσου Μιχαηλίδη ημερ. 20.10.2025, D.J. Karapatakis and Sons Ltd Consortium κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (2017) 3 Α.Α.Δ.652 και η Α.Ε.43/14 και 48/14 L.R.G. Enterprises Ltd κ.ά. v. Velister Ltd ημερ. 03.06.2020, στην οποία με αναφορά στην Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 60 διακρίθηκε και η έννοια των αποσπαστών πράξεων που και εδώ δεν είναι η περίπτωση].
Στην παρούσα αυτό δεν έγινε εφόσον, κατ’ επίκλησιν των αποφάσεων EL.NI.A KOKKINOS LTD και Θεοχαρίδης Λτδ (ανωτέρω) προσβάλλεται όχι η κατακύρωση στο ΕΜ αλλά ο αποκλεισμός της Αιτήτριας από τον διαγωνισμό. Θα περιοριστώ επί του θέματος να αναφέρω ότι η αντίληψή μου είναι ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν καθόρισαν ποια δέον είναι η προσβαλλόμενη στην εκάστοτε προσφυγή που αφορά δημόσιο διαγωνισμό[2] αλλά ποιους λόγους ακύρωσης οφείλει να αποδείξει/καταδείξει ο αποτυχών προσφοροδότης ώστε να του αναγνωριστεί έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την κατακύρωση στον επιτυχόντα. Άλλωστε σε αμφότερες EL. NI.A KOKKINOS LTD[3] και Θεοχαρίδης Λτδ[4] επίδικες ήταν οι πράξεις κατακύρωσης στον επιτυχόντα (εδώ ΕΜ) και όχι οι πράξεις αποκλεισμού του αποτυχόντος.
Άρα αυτό το δεδομένο, ήτοι η προσβολή του αποκλεισμού ενώ έχει μεσολαβήσει ήδη η κατακύρωση, απολήγει και στη μη εκτελεστότητα της προσβαλλομένης, ή εν πάση περιπτώση, και στο αλυσιτελές του παρόντος ενδίκου βοηθήματος (προσφυγής) και, άρα επίσης σε απόρριψή του.
Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €2.100 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Οδηγία 89/665 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (εφεξής η «Οδηγία 89/665»)
[2] Ούτε ασφαλώς πραγματεύονται την οπτική του εννόμου συμφέροντος να κριθούν λόγοι ακύρωσης που ενώ υπήρχε η δυνατότητα δεν εγέρθησαν σε προηγούμενο στάδιο (κάτι το οποίο ανέπτυξα αμέσως πιο πάνω).
[3] Στην οποία αναφέρθηκε στην εισαγωγή (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):
«Στα πλαίσια δημόσιου διαγωνισμού που προκήρυξε το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης ως Αναθέτουσα Αρχή, με αντικείμενο την «Προμήθεια και Εγκατάσταση Συνθετικού Χλοοτάπητα στο Κοινοτικό Γήπεδο Βορόκληνης», το Συμβούλιο, αφού απέκλεισε την προσφορά της εφεσίβλητης ως μη συνάδουσα με τους όρους της προκήρυξης, κατακύρωσε την προσφορά του έργου στην εταιρεία Α/φοι Ευαγγέλου Λτδ (ΕΜ).
Η εφεσίβλητη αντέδρασε στον αποκλεισμό της με ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (ΑΑΠ), προβάλλοντας μεταξύ άλλων και ζήτημα άνισης μεταχείρισης στη βάση ότι και η προσφορά του ΕΜ παρουσίαζε παρόμοιες αποκλίσεις. Χωρίς όμως επιτυχία εφόσον η ΑΑΠ, χωρίς να εξετάσει την προσφορά του ΕΜ, απέρριψε την προσφυγή της κρίνοντας πως δεν πληρούσε ουσιώδεις όρους του διαγωνισμού και ως εκ τούτου δεν είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητεί την εγκυρότητα της επιτυχούσας προσφοράς.
Με την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής, η εφεσίβλητη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο προβάλλοντας αφενός ότι η προσφορά της δεν παρουσίαζε αποκλίσεις και αφετέρου, ακόμα και να υπήρχαν αποκλίσεις, αυτές ήταν επουσιώδεις και συνεπώς η προσφορά της δεν θα έπρεπε να απορριφθεί».
[4] Στην οποία, και πάλι στην εισαγωγή, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):
«Το πρωτόδικο δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ακύρωσε την πράξη κατακύρωσης της προσφοράς για προμήθεια ολικής αρθροπλαστικής ισχύου, που είχε κατακυρωθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο