ΚΩΣΤΑ ΧΟΠΠΑ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1342/2025, 10/3/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΣΤΑ ΧΟΠΠΑ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1342/2025, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 1342/2025)

                                                                                                                (i-Justice)

                                                                                         

                                            10 Μαρτίου 2026

                                         [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

 

                                         ΚΩΣΤΑ ΧΟΠΠΑ

                                                                                            Αιτητής,

                                                     και

 

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

 

Καθ’ ου η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 5.12.25 για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης

 

Δ. Καΐλης, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον αιτητή.

 

Ε. Μπριάνα (κα), για Πύργου Βάκης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για το καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Την 1.12.2025 ο αιτητής καταχώρησε την ως άνω Προσφυγή, δια της οποίας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες:

 

«(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Καθ΄ου η αίτηση ημερ. 16.9.2025, δια της οποίας αποφασίστηκε η σύνθεση των Επιτροπών του Συμβουλίου του Καθ΄ου η Αίτηση χωρίς τη συμμετοχή του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ήτοι του Αιτητή (εφεξής η «πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση») είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.

  

(Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Καθ΄ου η αίτηση ημερ. 18.11.2025, δια της οποίας αποφασίστηκε η σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Καθ΄ου η Αίτηση χωρίς τη συμμετοχή του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών, ήτοι του Αιτητή (εφεξής η «δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση») είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.»

 

Στις 5.12.2015 ο αιτητής καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία εξαιτείτο την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης και/ή εφαρμογής των ανωτέρω προσβαλλόμενων αποφάσεων ημερομηνίας 16.9.2025 και 18.11.2025 μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής.

 

Με οδηγίες του Δικαστηρίου, διατάχθηκε η επίδοση τόσο της αίτησης όσο και της Προσφυγής προς το καθ΄ου η αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης καθώς και εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων σε σύντομα χρονοδιαγράμματα και η υπό εξέταση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 6.2.2026, δικάσιμο κατά την οποία επιφυλάχθηκε και η απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Την υπό κρίση αίτηση, η οποία μεταξύ άλλων στηρίζεται στον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή.

 

Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ο ενόρκως δηλών ότι κατέχει τη θέση του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών (εφεξής «ΔΔΟ») στο καθ΄ου η αίτηση από 1.6.2015 καθώς και ότι σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης ο ΔΔΟ συμμετέχει στις συνεδρίες του Συμβουλίου και της Συγκλήτου και εκτελεί και χρέη γραμματέα ενώ δυνάμει του περί Τεχνολογικού Πανεπιστήμιου Κύπρου Νόμου Ν.198(Ι)2003 μετέχει σε αυτές χωρίς δικαίωμα ψήφου. Περαιτέρω συνεχίζει ο ομννύων, ότι υπό την ιδιότητα του ΔΔΟ είναι ο Ελέγχων Λειτουργός του Πανεπιστημίου, ως προκύπτει από το άρθρο 13 του Περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμου Ν.20(Ι)/2014 και τα άρθρα 5 και 6 του περί Προϋπολογισμού Νόμου του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Ν. 14(ΙΙ)/25, ενώ ειδική αναφορά κάνει και στα καθήκοντα και ευθύνες που οφείλει να επιτελεί και τα οποία μεταξύ άλλων αφορούν στην ευθύνη ετοιμασίας και υλοποίησης του οικείου προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι μέχρι το Μάρτιο του 2024 μετείχε κανονικά σε διάφορες επιτροπές του Συμβουλίου καθώς και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Διοικητικού Προσωπικού του καθ΄ου η αίτηση. Ωστόσο στις 23.11.2023 και κατά τη 152η συνεδρία του Συμβουλίου αποφασίστηκε η αντικατάσταση του από τη σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού καθότι, στη βάση γνωμάτευσης που ζητήθηκε, κρίθηκε ότι ο ΔΔΟ δεν είναι μέλος του Συμβουλίου, απόφαση την οποία, ως σημειώνει ο ομνύων, αμφισβήτησε αποστέλλοντας μέσω δικηγόρου επιστολές ημερομηνίας 21.12.23 και 9.2.2024 και η οποία δεν εφαρμόσθηκε, αφού ως διατείνεται, ουδέποτε συνεδρίασε το Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ακολούθησε στις 12.3.24 η 156η συνέδρια του Συμβουλίου στα πλαίσια της οποίας αποφασίστηκε ο καταρτισμός των επιτροπών του Συμβουλίου στις οποίες δεν συμπεριλήφθηκε ο αιτητής όπως ούτε και ο Προέδρος του Συμβουλίου και ο Πρύτανης, λόγω, ως αποφασίστηκε, της ύπαρξης των διακριτών ρόλων που θα πρέπει αυτοί να έχουν στο Συμβούλιο και όχι ως σημειώνει ο ομνύων, επειδή ο ΔΔΟ δεν αποτελούσε μέλος του Συμβουλίου. Σχετική αλληλογραφία μεταξύ του αιτητή/ενόρκως δηλούντα και του Προέδρου του Συμβουλίου αναφορικά με το ζήτημα σύνθεσης των Επιτροπών έλαβε χώρα στις 11-12.11.24 (Τεκμήριο 7 στην αίτηση). Περαιτέρω υποδεικνύεται από τον ενόρκως δηλούντα ότι κατά τη 166η συνεδρία του Συμβουλίου, η οποία έλαβε χώρα στις 19.12.24, αποφασίστηκε νέα σύνθεση των επιτροπών χωρίς τη συμμετοχή και πάλι του ΔΔΟ με αναφορά στους ίδιους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά τη 156η συνεδρία του Συμβουλίου. Το όλο ζήτημα, ως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, αποτέλεσε και πάλι αντικείμενο σχετικής αλληλογραφίας ημερομηνίας 25-26.2.25 μεταξύ του αιτητή/ομνύοντα και του Προέδρου του Συμβουλίου.

 

Στις 16.9.25 και κατά την 175η συνεδρία του Συμβουλίου, το Συμβούλιο αποφάσισε τη σύνθεση των επιτροπών του Συμβουλίου χωρίς τη συμμετοχή του ΔΔΟ καθότι κρίθηκε ότι ο ΔΔΟ δεν αποτελεί μέλος του Συμβουλίου. Τούτη η απόφαση,  η οποία, ως αναφέρει ο ομνύων, λήφθηκε χωρίς να τεθεί ενώπιον του Συμβουλίου σχετική έκθεση Αξιολόγησης Εσωτερικού Ελέγχου και Χρηστής Διακυβέρνησης του καθ' ου η αίτηση την οποία προσκόμισε ο αιτητής/ομνύοντας, συνιστά την πρώτη με την Προσφυγή προσβαλλόμενη απόφαση. Επί της ίδιας δε βάσης, συνεχίζει ο ομνύων, το Συμβούλιο του καθ΄ου η αίτηση στις 18.11.25 ήτοι κατά την 178η συνεδρία του, αποφάσισε τον αποκλεισμό του αιτητή από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Διοικητικού Προσωπικού, απόφαση η οποία συνιστά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση.

Υποστηρίζεται δε στην ένορκη δήλωση ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι έκδηλα παράνομες καθότι η αιτιολογία τους ήτοι ότι ο ΔΔΟ δεν αποτελεί μέλος του Συμβουλίου του καθ΄ου η αίτηση είναι αντίθετη με τον περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο, με τους Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου και τη σχετική νομολογία. Ως προς τούτο αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι στο άρθρο 6(2) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου  Νόμο ρητά αναφέρεται ότι «στις συνεδρίες του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου» πρόνοια η οποία εντοπίζεται, ως σημειώνει και στον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο Ν.144/89 καθώς και στον περί Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου Ν.234(Ι)/2002, πανεπιστήμια στα οποία, ως ισχυρίζεται, ο ΔΔO συμμετέχει κανονικά χωρίς δικαίωμα ψήφου στις επιτροπές του Συμβουλίου. Ούτε και όμως, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποτελεί μέλος του Συμβουλίου ο ΔΔΟ επειδή μετέχει στις συνεδρίες χωρίς δικαίωμα ψήφου, αφού στο άρθρο 8(2) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου  Νόμου αναφέρεται ότι «οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων  μελών του», ενώ σε σχέση με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση σχετικές, υποβάλλει, είναι και οι πρόνοιες των Κανόνων  Πειθαρχικού Ελέγχου Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου, τους οποίους το καθ΄ου η αίτηση εφαρμόζει. Καταλήγει δε ο ενόρκως δηλών ότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη είναι έκδηλα παράνομη διότι λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 8(2) του Νόμου «εφόσον ενώ απαιτούνταν, σύμφωνα με τα παρόντα και ψηφίζοντα μέλη, τα οποία ήταν 18, 10 ψήφοι, η εισήγηση για σύνθεση των Επιτροπών χωρίς τη συμμετοχή του ΔΔΟ έλαβε 9 ψήφους.»

 

Πρόσθετα διατείνεται ο ενόρκως δηλών ότι η εκτέλεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων «θα επηρεάσει όλα τα έννομα συμφέροντα του και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτες συνέπειες στην προσωπική και υπηρεσιακή του ιδιότητα», εφόσον, ως ισχυρίζεται, θα απωλέσει κάθε δικαίωμα, αρμοδιότητα και εξουσία που του δίδει η οικεία νομοθεσία και το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης. Περαιτέρω δε υποστηρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος να παρθούν αποφάσεις από επιτροπές του Συμβουλίου χωρίς την παρουσία του για τις οποίες, ως διατείνεται, έχει ως ελέγχων λειτουργός του καθ΄ου η αίτηση προσωπική αστική ευθύνη και υπόκειται σε ποινικές ευθύνες. Ταυτόχρονα, συνεχίζει ο ομνύων, η τυχόν εφαρμογή των προσβαλλόμενων αποφάσεων, οι οποίες λήφθηκαν εκδικητικά, θα επηρεάσει την υπόσταση του ως ΔΔΟ, θα επιφέρει βλάβη στη φήμη και την υπόληψη του ως ΔΔΟ και θα παραβιάσει την ιεραρχία των Διοικητικών Υπηρεσιών.

 

Δια της καταχωρηθείσας ενστάσεως του το καθ΄ου η αίτηση, προέβαλε αριθμό λόγων ένστασης, ισχυριζόμενο, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση δεν πληρεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι δεν πληρείται η αυστηρή προϋπόθεση της έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης πράξης αλλά ούτε και αποδεικνύεται η έτερη αυστηρή προϋπόθεση της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Ειδικότερα υποβάλλεται ότι δεν προκύπτει καμία παρανομία πόσο δε μάλλον έκδηλη, αυταπόδεικτη ή οφθαλμοφανής παράβαση που να δικαιολογεί προσωρινή παρέμβαση του Δικαστηρίου καθώς και ότι όλα τα ζητήματα  εμπίπτουν αποκλειστικά στην κύρια διαδικασία και απαιτούν πλήρη εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων. Ο αιτητής, υποβάλλεται, επιχειρεί ανεπίτρεπτα να επιτύχει απόφαση για την ουσία της Προσφυγής του ήτοι αν ορθώς δεν συμπεριλήφθηκε στις επιτροπές του Συμβουλίου εφόσον σύμφωνα με το γράμμα του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Νόμου Ν.198(1)/2003 δεν αποτελεί μέλος του Συμβουλίου.

 

Προβάλλεται δε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης και ότι ο αιτητής ο οποίος είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης δεν έχει καταδείξει ή αποδείξει τέτοια ζημία ενώ έστω και εάν υποτεθεί η ύπαρξη ζημίας αυτή είναι θεωρητικά αναστρέψιμη και αντιμετωπίσιμη στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας. Αντιθέτως δε, εγείρεται ως λόγος ένστασης, ότι σε περίπτωση τυχόν έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος το καθ΄ ου η αίτηση θα υποστεί άμεση, σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι θα παρακωλύεται ουσιωδώς η νόμιμη λειτουργία των επιτροπών του Συμβουλίου, γεγονός που θα καταστήσει αδύνατη τη λήψη αποφάσεων που άπτονται της εύρυθμης λειτουργίας του Πανεπιστημίου και θα πλήξει καίρια την άσκηση των νόμιμων αρμοδιοτήτων του καθ΄ου η αίτηση. H εν λόγω βλάβη, υποβάλλεται δεν είναι ούτε θεωρητική ούτε αναστρέψιμη αλλά πραγματική και διαρκής και υπερβαίνει κατά πολύ οποιονδήποτε ισχυρισμό του αιτητή περί δήθεν ζημίας, η οποία ούτε αποδεικνύεται και ούτε στοιχειοθετείται και συνεπώς η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλούσε δυσανάλογη και αδικαιολόγητη ζημία στο καθ΄ου η αίτηση, χωρίς να συντρέχει οποιαδήποτε έκδηλη παρανομία, επείγουσα ανάγκη ή ανεπανόρθωτη βλάβη που να δικαιολογεί τέτοια παρέμβαση.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Νικόλα Τσαπατσούλη, Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων στο ΤΕΠΑΚ και μέλος του Συμβουλίου και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου, ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και ο οποίος υιοθετεί τους λόγους ένστασης, επαναλαμβάνοντας ότι η απόφαση του Συμβουλίου για αποκλεισμό του αιτητή από τις Επιτροπές του Συμβουλίου, αντανακλά, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, το γράμμα  του Ν. 198(Ι)/23 σύμφωνα με το οποίο ο ΔΔΟ δεν είναι μέλος του Συμβουλίου, κάτι που συνιστά ζήτημα της ουσίας της Προσφυγής. Άλλωστε υποβάλλει, μεταξύ άλλων, ο ομνύων ότι ενώ ο αιτητής παραπονείται ότι με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις πλήττονται τα δικαιώματα του λόγω της μη συμμέτοχης του στις επιτροπές και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, αντιφατικά ο ίδιος δεν αντέδρασε και δεν προσέφυγε ενώπιον της δικαιοσύνης όταν στις 12.3.24 και στις 23.11.23 είχε αποφασιστεί αντιστοίχως η μη συμμετοχή του, έστω και εάν ακόμη, υποβάλλεται, ότι ως ο αιτητής/ενόρκως δηλών διατείνεται, η απόφαση για μη συμμετοχή του στις επιτροπές του Συμβουλίου είχε άλλη αιτιολογική βάση.

 

Στο σημείο αυτό οφείλει να σημειωθεί ότι το καθ΄ου η αίτηση δια της ενστάσεως του ήγειρε προδικαστική ένσταση περί εκπροθέσμου της Προσφυγής, ισχυριζόμενο ότι ο αιτητής είχε ήδη πλήρη γνώση για τη μη συμμετοχή του στις Επιτροπές του Συμβουλίου από τις 12.3.2024 όπως και για τη μη συμμέτοχη του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού από τις 23.11.2023. Έτερη προδικαστική ένσταση περί μη εκτελεστότητας των προσβαλλόμενων πράξεων υπό τη πτυχή ότι αυτές συνιστούν βεβαιωτικές πράξεις ηγέρθηκε δια της γραπτής αγόρευσης του καθ΄ου η αίτηση.

 

Η έκφραση κρίσης επί προδικαστικών ζητημάτων στα πλαίσια εξέτασης αίτησης διατάγματος αναστολής που άπτονται του παραδεκτού της Προσφυγής είναι κατά τη νομολογία επιτρεπτή .Α. Κτήμα Μακένζυ  Λίμιτεδ κ.ά. ν. Δήμου Λάρνακας, Ε.Δ.Δ. 71/2019, ημερομηνίας 22.11.2023), ωστόσο προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση θα πρέπει πάντοτε να παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο. Εν προκειμένω το υπόβαθρο, ως αυτό τέθηκε ενώπιον μου, δεν είναι τέτοιο ώστε πράγματι να δύναμαι να αποφανθώ επί των συγκεκριμένων προδικαστικών ενστάσεων, ως αυτές και υπό την πτυχή που αυτές ηγέρθηκαν καθώς και συνολικά ως προς το παραδεκτό της Προσφυγής σε αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας (Σύγγραμμα των Β. Γκέρτσου και Π. Τσόγκα «Η προσωρινή Δικαστική Προστασία στη Διοικητική Δίκη», Νομική Βιβλιοθήκη (2013), στη σελ. 88).

 

Τα προδικαστικά αυτά ζητήματα, ως ενδεχομένως και πρόσθετα ζητήματα συναρτώμενα με το παραδεκτό της Προσφυγής, τα οποία το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να εγείρει αυτεπαγγέλτως, θα εξεταστούν κατά προτεραιότητα κατά την εξέταση της ουσίας της Προσφυγής, έχοντας αφενός πλέον το Δικαστήριο ενώπιον του το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων και εγγράφων και αφετέρου αφού δοθεί η δυνατότητα στα πλαίσια υποχρέωσης δίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων να αναπτύξουν με το δέοντα και επιθυμητό τρόπο τις θέσεις τους. Συνεπώς και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για να προαποφασιστεί εν τω συνόλω το παραδεκτό της παρούσας αίτησης ακυρώσεως.

Σημειώνεται δε ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, δια των οποίων με συναφή παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους.

 

Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση τέτοιων αιτημάτων είναι καλά εμπεδωμένες και διαχρονικά δοσμένες. Κατά πάγια νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του Κανονισμού 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι διακριτικού χαρακτήρα, εξαιρετικής φύσεως και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Για να χορηγηθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης διοικητικής απόφασης απαιτείται να καταδειχθεί έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης ή πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος (Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ν. Marfin Popular Bank (2007) 3 Α.Α.Δ. 32, 36, Δημοκρατία v Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020, ημερομηνίας 28.1.2022).

 

Το τι συνιστά έκδηλη παρανομία, έχει απασχολήσει πολλάκις τη νομολογία. Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν τον καθορισμό της συνοψίστηκαν και επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου  Αρχή Ηλεκτρισμού v NEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD v. Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου (Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 και 14/2024, ημερομηνίας 18/7/24) ως ακολούθως:

 

«Η έκδηλη παρανομία αντιδιαστέλλεται από την (απλή)  παρανομία (βλ. Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857) και είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη χωρίς χρεία διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση ημερ. 28.1.2022). Το δε πρόδηλα βάσιμο ενός προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης σημαίνει κάτι περισσότερο από τη σοβαρή πιθανολόγηση της βασιμότητας (βλ. Β.Α. Γκέρτσος και Π.Η. Τσόγκας, Η προσωρινή Δικαστική Προστασία στη Διοικητική Δίκη (2013) σελ. 234). Για να τίθεται, με άλλα λόγια, θέμα έκδηλης παρανομίας,  θα πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, η δε  παρανομία  θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ.(1992) 4 Α.Α.Δ.3959) Κροκίδου κ.ά. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) Economides v Republic (1982)3 CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982),3 CLR 53) ». 

 

Αναφορικά δε με τη δεύτερη διαζευκτική προϋπόθεση, αύτη της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, η νομολογία διαχρονικά υπαγορεύει ότι απαιτείται από τον αιτητή η απόδειξη σοβαρής πιθανότητας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, υλική ή ηθική, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (BEHZAD MOTMAEN FAAL v Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 666/2014, ημερ. 8.7.2014, NASHAT MONER LOFTY MATRY v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5848/2013, ημερ. 7.11.2013). Ως δε λέχθηκε στη Sofocleous v. Republic (1971) 3 A.A.Δ. 345  η κατ’ ισχυρισμόν ανεπανόρθωτη ζημία, θα πρέπει να εξειδικεύεται στην αίτηση με συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς ασαφείς ισχυρισμούς που καθιστούν δύσκολη την αξιολόγησή της και θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία (Κροκίδου (ανωτέρω). Συναφώς στη Μαρκουλλίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3(Ε) ΑΑΔ 3413 τονίσθηκε ότι «το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας είναι ευθύνη των αιτητών». Ανεπανόρθωτη δε είναι η ζημία η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης (Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 ΑΔΔ. 2924). Έχει δε νομολογηθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί ότι η έκδοση του θα προκαλέσει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της διοίκησης. (Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Μαρκουλίδου  (ανωτέρω) Γρηγόρης Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556 Marios Soteriou v. The Republic (1981) 3 C.L.R. 70).

 

Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και αφού εξέτασα με  προσοχή όλα τα ενώπιον μου δεδομένα καθώς και τα όσα αναφέρονται στα γραπτά υπομνήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ότι δεν παρέχεται έρεισμα για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Εν προκειμένω, ο αιτητής διατείνεται ότι υφίσταται έκδηλη παρανομία καθότι ως Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών αποτελεί μέλος του Συμβουλίου του καθ΄ου η αίτηση και επομένως ως μέλος του Συμβουλίου θα έπρεπε να συμμετέχει και στις επιτροπές που καταρτίζει το Συμβούλιο. Επικαλείται δε προς επίρρωση της θέσης του το άρθρο 6(2) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο Ν.198(Ι)/2003 στο οποίο διαλαμβάνεται ότι «στις συνεδρίες του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου» ενώ υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι μετέχει στις συνεδρίες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ΔΔΟ δεν αποτελεί μέλος του Συμβουλίου αφού το άρθρο 8(2) του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου  Νόμου προνοεί ότι «οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων  μελών του».

 

Τα όσα δε τέθηκαν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση, η οποία, μεταξύ άλλων, επεσήμανε ότι ο Νομοθέτης ρητά και εξαντλητικά όρισε στο άρθρο 6(1) του Ν.198(Ι)/2003 τη σύνθεση του Συμβουλίου κατονομάζοντας ως μέλη του Συμβουλίου τον Πρύτανη και τους Αντιπρυτάνεις, τρεις Καθηγητές ή Αναπληρωτές Καθηγητές που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, επτά μέλη τα οποία διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, τρία μέλη διοριζόμενα από τη Σύγκλητο, δύο μέλη του εντεταγμένου διδακτικού ερευνητικού προσωπικού, ένα μέλος που εκπροσωπεί το διοικητικό προσωπικό, το οποίο εκλέγεται και ένα μέλος ως εκπρόσωπος των φοιτητών. Πέραν του ότι η σύνθεση αυτή δεν περιλαμβάνει τον ΔΔΟ ως μέλος του Συμβουλίου, ο ίδιος ο Νομοθέτης, υπέβαλε το καθ΄ου η αίτηση, ρύθμισε ειδικά τη θέση του ΔΔΟ αφού η διατύπωση στο άρθρο 6(2) του Νόμου ήτοι ότι ο ΔΔΟ «μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου» στις συνεδρίες του Συμβουλίου υποδηλεί με σαφήνεια ότι πρόκειται για συμμετοχή προς υποβοήθηση του οργάνου και «όχι για ιδιότητα μέλους με θεσμικά δικαιώματα ψήφου και λήψης αποφάσεων».

 

Δεν θα συμφωνήσω ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός, μπορεί να τεκμηριώσει έκδηλη παρανομία, ως αυτή καθορίζεται από την πάγια επί του θέματος νομολογία. Το κατά πόσο ο ΔΔΟ είναι μέλος του Συμβουλίου του καθ΄ου η αίτηση ή μη ώστε πράγματι να κατέχει δικαίωμα να συμμετέχει σε επιτροπές που καταρτίζονται από μέλη του Συμβουλίου, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που αποδίδεται στο Συμβούλιο για καταρτισμό τέτοιων επιτροπών από το άρθρο 7(2)[1] του Ν.198(Ι)/2003, συνιστά ζήτημα το οποίο προϋποθέτει στάθμιση των δεδομένων και κρίση του Δικαστηρίου ως απότοκο ερμηνείας συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, υπό το φως των τοποθετήσεων των διαδίκων και δεν αποτελεί σαφώς ζήτημα που δύναται να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Τούτο δε δοθέντος ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε ρητή νομοθετική πρόβλεψη που να κατονομάζει το ΔΔΟ ως μέλος του Συμβουλίου, ώστε να καθίσταται σαφές ότι δεν προκύπτει μια καθαρή παραβίαση νομοθετικής διάταξης, η οποία ως εξόφθαλμη και αναντίλεκτα αναδυόμενη να άπτεται του υψηλού πήχη της έκδηλης παρανομίας. Επί τούτου, υπενθυμίζεται ότι κατά πάγια νομολογία, τα νομικά ζητήματα πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη, τυχόν δε επίλυση τους κατά το στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα(Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837 (απόφαση Ολομέλειας) Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857. Συνεπώς το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να ενδιατρίψει το Δικαστήριο στα εκατέρωθεν νομικά επιχειρήματα και να προκρίνει την ερμηνεία που θα αποδοθεί στις συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις. Ούτε όμως και η απλή αποσπασματική και μεμονωμένη παράθεση κάποιων παραγράφων από τους Κανόνες Πειθαρχικού Ελέγχου Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου μπορούν να στοιχειοθετήσουν έκδηλη παρανομία, αφού στις παραγράφους των οποίων γίνεται επίκληση- έστω και αν γινόταν δεκτό ότι αυτοί εφαρμόζονται αναλογικά από το καθ΄ου η αίτηση, ως η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται- και πάλι δεν προβλέπεται ρητώς η συμμετοχή του ΔΔΟ ως μέλους στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τα όσα δε αναφέρονται ήτοι ότι πειθαρχικά όργανα είναι ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών και το Πειθαρχικό Συμβούλιο, ότι στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχουν μέλη του Συμβουλίου καθώς και ότι σε περίπτωση που το ζήτημα αφορά το ΔΔΟ αυτός δεν μετέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο προαπαιτούν ερμηνεία των Κανόνων που διέπουν το ζήτημα-οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω δεν συνιστούν νομοθετικούς κανόνες-πάντοτε σε συνάρτηση με την ερμηνεία που θα αποδοθεί στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα ώστε και πάλι να απολήγει το όλο ζήτημα ως θέμα στάθμισης και αξιολόγησης.

 

Ούτε και όμως με βρίσκει σύμφωνη η θέση ότι η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη είναι έκδηλα παράνομη διότι λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 8(2) του Νόμου «εφόσον ενώ απαιτούνταν, σύμφωνα με τα παρόντα και ψηφίζοντα μέλη, τα οποία ήταν 18, 10 ψήφοι, η εισήγηση για σύνθεση των Επιτροπών χωρίς τη συμμετοχή του ΔΔΟ έλαβε 9 ψήφους.»  Τούτο διότι η όλη εισήγηση παραβλέπει εμφανώς, κάτι που με σαφήνεια προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 16.9.25, η οποία λήφθηκε κατά τη 175η συνεδρία του Συμβουλίου και η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ΄ου η αίτηση ότι η απόφαση για καταρτισμό των επιτροπών λήφθηκε με 9 ψήφους υπέρ της μη συμμέτοχης του  ΔΔΟ σ’ αυτές, 8 ψήφους υπέρ της συμμέτοχης του και μιας αποχής.

 

Με τούτο δε ως πραγματικό δεδομένο, ήτοι την ύπαρξη αποχής και δοθέντος ότι το άρθρο 8(2) του Ν.198(Ι)/2003 συναρτά την απόλυτη πλειοψηφία, δια της οποίας πρέπει να λαμβάνονται οι αποφάσεις του Συμβουλίου όχι μόνο με τα μέλη του Συμβουλίου τα οποία παρίστανται στη συνεδρία αλλά και με εκείνα τα οποία μετέχουν στη ψηφοφορία, το κατά πόσον απέχον μέλος από τη ψηφοφορία δεν λογίζεται ως μέλος που παρίσταται και/ή ψηφίζει για σκοπούς απόλυτης πλειοψηφίας ως αυτή εκ του Νόμου ορίζεται, ώστε να καταδειχθεί και το κατά πόσον η διαδικασία που ακολουθήθηκε υπήρξε σύννομη, συνιστά νομικό ζήτημα που άπτεται ευθέως της ουσίας της υπόθεσης και το οποίο απαιτεί δίχως άλλο περαιτέρω διερεύνηση, συζήτηση, στάθμιση και κρίση του Δικαστηρίου στη βάση ερμηνείας της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης αλλά και επί τη βάσει της νομολογίας που διέπει το ζήτημα (Γεωργιάδης v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1996) 3 Α.Α.Δ. 249) Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου v Aφαντίτη (2018) 3 Α.Α.Δ 512). Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν υφίσταται, εν προκειμένω, μια άμεσα αναγνωρίσιμη και εξόφθαλμη παράβαση Νόμου αλλά είναι τουλάχιστον ζήτημα συζητήσιμο το εάν πράγματι υφίσταται η κατ΄ ισχυρισμό παράβαση.

 

Στη βάση των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή έκδηλη παρανομία στη λήψη των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων.

 

Ούτε και όμως πληρείται το έτερο κριτήριο, αυτό της ανεπανόρθωτης βλάβης. Τούτο διότι ως πολλάκις έχει νομολογηθεί, απλοί ισχυρισμοί για ανεπανόρθωτη ζημία ή αναφορά σε γενικό ή θεωρητικό επίπεδο δεν επαρκούν (Κοινοπραξία Poseidon Grant Marina of Pafos κ.ά ν. Cybarco Plc κ.ά (2009) 3 ΑΑΔ 513).

Εν προκειμένω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θα επηρεάσουν όλα τα έννομα συμφέροντα του και θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτες συνέπειες στην προσωπική και υπηρεσιακή του ιδιότητα, αφού ο ίδιος θα απωλέσει κάθε δικαίωμα, αρμοδιότητα και εξουσία που του δίδει η οικεία νομοθεσία και το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης του Διευθυντή  Διοίκησης και Οικονομικών. Ο αιτητής όμως δεν έχει με σαφήνεια και επαρκώς καταδείξει πως θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Αφενός διότι δεν έχει υποδείξει τέτοια νομοθετική διάταξη δια της οποίας να προβλέπεται ρητώς η συμμετοχή του ΔΔΟ σε αυτές τις επιτροπές ώστε να μπορεί να λεχθεί σε αυτό το στάδιο ότι επηρεάζεται και μάλιστα ανεπανόρθωτα διασφαλισμένο εκ του Νόμου δικαίωμα του αιτητή και αφετέρου διότι ουδόλως διαφαίνεται να έχει απωλέσει το δικαίωμα που του διασφαλίζει το Σχέδιο Υπηρεσίας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) να παρίσταται στις συνεδρίες του Συμβουλίου καθώς και να ασκεί τα άλλα του καθήκοντα και ευθύνες ως αυτές του αποδίδονται από το Σχέδιο Υπηρεσίας.  Δοθέντος δε ότι ο αιτητής δεν υπέδειξε οποιαδήποτε διάταξη η οποία να προϋποθέτει και να προαπαιτεί ως μέρος της άσκησης των καθηκόντων του, είτε ως ελέγχων λειτουργός είτε υπό την ιδιότητα του ως προϊστάμενος του διοικητικού προσωπικού, τη συμμετοχή του ΔΔΟ στις Επιτροπές του Συμβουλίου, οι εισηγήσεις περί παρεμπόδισης ενάσκησης των καθηκόντων με τα οποία το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης τον έχει επιφορτίσει ουδόλως επαρκούν και ουδόλως μπορούν να γίνει δεκτές ώστε να αποδείξουν την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας. Ούτε και όμως τα  όσα αναφέρονται γενικώς και μόνο στην ένορκη δήλωση του αιτητή/ομνύοντα περί ύπαρξης κινδύνου να παρθούν αποφάσεις από επιτροπές του Συμβουλίου χωρίς την παρουσία του για τις οποίες, ως διατείνεται, θα υπέχει ως ελέγχων λειτουργός του καθ΄ου η αίτηση προσωπική αστική ευθύνη και θα υπόκειται σε ποινικές ευθύνες μπορούν να καταδείξουν ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού τέτοιες αναφορές ούτε εξειδικεύονται, ούτε αποδεικνύονται ενώ η βλάβη την οποία επικαλείται κα δη ως ανεπανόρθωτη απολήγει προδήλως υποθετική και όχι άμεση και συγκεκριμένη, ως η παγία νομολογια επιτακτικά απαιτεί (Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης- Κύπρος ΛΤΔ v  Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ 71). Υπενθυμίζεται δε ότι «το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι ευθύνη των αιτητών» (Μαρκουλλίδου κ.ά. υ v. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3(Ε) ΑΑΔ 34) (Γρηγόρης Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556) Λοϊζίδης ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ.233). Περαιτέρω ούτε και η απλή και γενικόλογη αναφορά στην ένορκη δήλωση του αιτητή/ομνύοντα ότι η εφαρμογή των προσβαλλόμενων αποφάσεων θα επηρεάσει την υπόσταση του ως ΔΔΟ και θα επιφέρει βλάβη στη φήμη και την υπόληψη του ως ΔΔΟ επαρκεί για να στοιχειοθετήσει αφ΄ εαυτής ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί, διατυπωμένοι μόνο σε γενικότητες, δεν προσδιόρισαν τη ζημιά του αιτητή και περαιτέρω ουδόλως κατέδειξαν ότι αυτή είναι όντως ανεπανόρθωτη. Αναφορικά δε με τον κατ΄ ισχυρισμό κίνδυνο να ληφθούν παράνομες αποφάσεις από το Συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή του αιτητή αρκεί να σημειωθεί ότι τέτοια ζημιά δεν αφορά τον αιτητή αλλά το καθ΄ου η αίτηση. Ως δε υπομνήσθηκε  από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of Paphos κ.ά. ν. Cybarco Plc κ.ά. (2009) 3 Α.Α.Δ. 513) δεν είναι επιτρεπτό για τον αιτητή να «δανεισθεί» οποιαδήποτε ζημιά της Δημοκρατίας προκειμένου να τεκμηριώσει δική του ανεπανόρθωτη ζημιά.

 

Τα πιο πάνω, βεβαίως, είναι καταλυτικά ως προς τη τύχη της αιτήσεως.

 

Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 21.5.26. Δίδεται χρόνος 8 εβδομάδων για καταχώρηση της ένστασης του καθ΄ου η αίτηση.

 

Κατά συνέπεια και στη βάση όλων όσων έχουν επεξηγηθεί, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ του καθ΄ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.

Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ



 



[1] «7(2) Το Συμβούλιο δύναται να καταρτίζει επιτροπές από µέλη του, στις οποίες µπορεί να εκχωρεί, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνει εκάστοτε σκόπιμο να καθορίσει, οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή αρμοδιότητες του».

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο