ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 147/2026 (Κ)
(i-Justice)
16 Μαρτίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MALUMBA KALOMBO
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ & ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τον αιτητή.
Θ. Βασιλάκη (κα), για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή ο αιτητής -και δια των αιτητικών της Προσφυγής υπό παραγράφους (Α) (Β) και (Γ)-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 7.2.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων, ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.
Στις 7.12.2019, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 9.8.2021. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.6673/21 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ένεκα μη προώθησης στις 23.6.2023.
Εν συνεχεία και δη την 1.12.2025 ο αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 11.12.2025. Κατά της νομιμότητας της εν λόγω απορριπτικής απόφασης ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.Τ650/25 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 6.2.2026.
Κατά την ίδια δε ημέρα, ήτοι στις 6.2.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε από μέλη της Αστυνομίας στο χώρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Στις 7.2.2026 εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 23.6.2023, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 11.2.2026 και στις 16.2.2026 με σχετική απόφαση της Διευθύντριας του Τμήματος η ισχύς του διατάγματος απέλασης ανεστάλη έως την εκδίκαση της παρούσας Προσφυγής.
Σημειώνεται δε ως διαφαίνεται και από τα ερυθρά 175-176 του Τεκμηρίου 1 ότι στις 18.2.2026, ήτοι μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, ζητήθηκαν με επιστολή ίδιας ημερομηνίας οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογένεια του αιτητή και δη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων του αιτητή, απόψεις οι οποίες μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης δεν είχαν ληφθεί, ως άλλωστε είναι παραδεκτό και από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση.
Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνιστά προϊόν ελλιπούς έρευνας και εσφαλμένης αιτιολογίας καθώς και ότι αυτά εκδοθήκαν υπό καθεστώς πραγματικής και νομικής πλάνης και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της αναλογικότητας καθώς και του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ο αιτητής ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18 ΟΔ, 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18 ΠΕ του Κεφ. 105 καθώς και την προσωπική και οικογενειακή ζωή του αιτητή κατά παράβαση του άρθρου 15 του Συντάγματος, άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 7, 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί δε κύρια και κεντρική θέση του αιτητή, επί της οποίας στηρίζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, ότι και ενώ ήταν γνωστή στη διοίκηση η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, αυτή δεν λήφθηκε υπόψη πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, οι οποίες επιβάλετο να τηρηθούν ένεκα δε και της ύπαρξης των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή.
Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση αντέκρουσε με τη γραπτή της αγόρευση τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς του αιτητή σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) καθώς και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου (Τεκμήριο 1A), οι οποίοι κατατέθηκαν από τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.
Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι η πλευρά του αιτητή δεν αμφισβητεί -κάτι άλλωστε που προκύπτει και από τα ενώπιον μου έγγραφα αλλά ορθώς υποδεικνύει και η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση – ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 7.2.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 23.6.2023 είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.
Ως ήδη αναφέρθηκε, αποτέλεσε βασική θέση του αιτητή ότι κατά το χρόνο έκδοσης κήρυξης του αιτητή σε απαγορευμένο μετανάστη και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής ήταν πατέρας δύο ανήλικων παιδιών τα οποία γεννήθηκαν αντιστοίχως στις 9.12.2023 και στις 23.1.2026 και τα οποία απέκτησε με ομοεθνή συμβία του. Σύμφωνα δε με τον αιτητή τόσο η μητέρα όσο και τα ανήλικα τέκνα του εκκρεμούσης της εκδίκασης της Προσφυγής τους αρ.3295/24 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, την οποία υπέβαλε η μητέρα των ανήλικων τέκνων του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, διατηρούν στη Δημοκρατία αυτοτελή δικαίωμα παραμονής υπό το καθεστώς των αιτητών διεθνούς προστασίας. Το γεγονός αυτό της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή, συνεχίζει η πλευρά του αιτητή, ήταν γνωστό στους καθ’ ων η αίτηση, ως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τις εκδοθείσες επιστολές της Υπηρεσίας Ασύλου, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι το ανήλικο τέκνο του αιτητή που γεννήθηκε στις 9.12.2023 και η συμβία του καταχώρησαν αίτηση ασύλου, από τα πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του τα οποία βρίσκονταν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, από τα εκδοθέντα δελτία εγγραφής αλλοδαπών καθώς και από την ίδια την απόφαση του ΔΔΔΠ στην Προσφυγή αρ. Τ650/25 ημερομηνίας 6.2.2026, η οποία προηγήθηκε χρονικά της έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και στην οποία γίνεται αναφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Περαιτέρω και προς επίρρωση της θέσης της η κα Χαραλαμπίδου κατά το στάδιο των διευκρινήσεων παρέπεμψε και στη μεταγενέστερη υποβληθείσα αίτηση του αιτητή για χορήγηση διεθνούς προστασίας ημερομηνίας 1.12.2025, στην οποία ως σημείωσε υπάρχει ρητή καταγραφή εκ μέρους του αιτητή στην ύπαρξη του ανήλικου υιού του καθώς και στην ημερομηνία γέννησης αυτού. Σημειώνει δε η πλευρά του αιτητή ότι παρά το γεγονός ότι κατά τη σύλληψη του αιτητή στις 6.2.2026 τόσο ο αιτητής όσο και η συνήγορος του ανέφεραν στον αρμόδιο αστυνομικό όλες τις πιο πάνω περιστάσεις του αιτητή και δη την ύπαρξη των δύο ανήλικων τέκνων του, υποδεικνύοντας του μάλιστα και τα πιστοποιητικά γέννησης αυτών, αυτός παρέλειψε να τα καταγράψει. Όλα τα πιο πάνω, εισηγείται ο αιτητής, ουδόλως λήφθηκαν υπόψη και ουδόλως διερευνήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων από τους καθ’ ων η αίτηση αλλά ούτε και τέθηκαν ενώπιον της Διευθύντριας αφού ούτε και στην έκθεση της ΥΑΜ ημερομηνίας 6.2.2026 διενεργείται οποιαδήποτε αναφορά στις οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους, ως εισηγείται η πλευρά του αιτητή, που τα επίδικα διάταγμα λήφθηκαν υπό πλάνη και χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα καθώς και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105, το οποίο επέβαλε να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και την οικογενειακή ζωή. Καταλήγει δε η κα Χαραλαμπίδου ότι σε κάθε περίπτωση το ενδεχόμενο πιθανολόγησης ουσιώδους πλάνης δεν μπορεί να αποκλειστεί «αφού δεν μπορεί το Δικαστήριο σας να αποφανθεί, κατά πόσον η Διευθύντρια αν γνώριζε ότι ο Αιτητής διατηρεί οικογένεια με νόμιμο καθεστώς στη Δημοκρατία, με δύο ανήλικα τέκνα και μάλιστα το ένα νεογέννητο, θα αποφάσιζε, αντί της κράτησης και απέλασης του, διαφορετικά».
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντέτεινε ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη, πόσο μάλλον ουσιώδης, κατά τη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων και ότι όλα τα στοιχεία ήταν ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση, ενώ υπέβαλε ότι «ο ίδιος ο Αιτητής, ως όφειλε, δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές με οποιοδήποτε τρόπο ότι έχει οικογένεια στη Δημοκρατία ». Ως δε επανειλημμένως τόνισε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ο αιτητής και όταν ακόμα «επέλεξε να αιτηθεί επανάνοιγμα της υπόθεσης του στην Υπηρεσία Ασύλου, τον Δεκέμβριο του 2025 επέλεξε ο ίδιος να μην αναφέρει ούτε σε εκείνο το στάδιο την ύπαρξη της οικογένειας του στην Δημοκρατία». Ούτε όμως ο αιτητής, συνέχισε η ευπαίδευτη συνήγορος, ενημέρωσε ως όφειλε κατά τη σύλληψη του τη διοίκηση αναφορικά με την ύπαρξη οικογένειας. Ως εκ τούτου, υποβάλλεται,«η Διοίκηση κατά την έκδοση των προσβαλλομένων διαταγμάτων δεν γνώριζε για την ύπαρξη της οικογένειας του Αιτητή». Εισηγείται δε η ευπαίδευτη συνήγορος ότι «η εκ των υστέρων πληροφόρηση, έγινε με την καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής, όπου για πρώτη φορά ο Αιτών ενημερώνει για την ύπαρξη ανήλικων τέκνων στην Δημοκρατία με την συμβία του, η οποία είναι Αιτήτρια Διεθνούς Προστασίας, ενημέρωση που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο του ουσιώδη χρόνου έκδοσης των διαταγμάτων και ενόσω είχε προηγηθεί μεταγενέστερη αίτηση ασύλου χωρίς καμία αναφορά της οικογενειακής κατάστασης του Αιτούντος.»
Καταρχάς θα συμφωνήσω με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι πάρα τη θέση του αιτητή ότι τόσο ο ίδιος όσο και η δικηγόρος του ανέφεραν κατά τη σύλληψη του αιτητή, η οποία έλαβε χώρα εντός του ΔΔΔΠ, στον αστυνομικό της ΥΑΜ την ύπαρξη των δυο ανηλίκων τέκνων του αιτητή, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης, στη σχετική κατάθεση του αστυνομικού (ερυθρό 45γ του Τεκμηρίου 1) δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καταγραφή επί τούτου. Με δεδομένο ότι δεν επιχειρήθηκε από την πλευρά του αιτητή η προσαγωγή μαρτυρίας προκειμένου να ανατραπεί το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει τα όσα ο αστυνομικός κατέγραψε, τα όσα η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι ανέφερε στον αστυνομικό της ΥΑΜ, ουδόλως και κατά πάγια νομολογιακή αρχή, μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία ή μπορούν να αποδείξουν πραγματικά γεγονότα ώστε να ανατρέψουν το τεκμήριο νομιμότητας που τα περιβάλλει (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2021, ημερομηνίας 15/10/24) Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24).
Παρόλα αυτά δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ΄ων η αίτηση ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του αιτητή, το οποίο γεννήθηκε στις 9.12.23- αφού το δεύτερο τέκνο του αιτητή, γεννήθηκε μόλις 15 ημέρες πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ήτοι στις 23.1.26 - είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση με την καταχώρηση της παρούσας Προσφυγής και/ή με την υποβολή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή ημερομηνίας 9.2.26 και την επιστολή που απέστειλε η συνήγορος του αιτητή προς τον αρμόδιο Υφυπουργό ίδιας ημερομηνίας, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Τουναντίον και σε αντίθεση με την επαναλαμβανόμενη θέση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι ο αιτητής ουδέν ανέφερε σε σχέση με την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου κατά την υποβολή της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του, η οποία υποβλήθηκε την 1.12.2025, ήτοι πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, από το περιεχόμενο του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου δεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Ειδικότερα την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε το 2023, ως ήταν τότε το μοναδικό τέκνο του αιτητή, κατέγραψε ρητώς ο αιτητής, όπως και τα στοιχεία αυτού και την ημερομηνία γεννήσεως στα πλαίσια της μεταγενέστερης αιτήσεως του για επανάνοιγμα ημερομηνίας 1.12.25 (ερυθρό 113 του Τεκμηρίου 1 Α) στα πλαίσια της οποίας ανάφερε μάλιστα, ως και πάλι επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ίδιας της αιτήσεως του και το τηλέφωνο της συμβίας του την οποία κατονόμασε ως «wife». Τούτη δε η νέα πληροφόρηση καταγράφηκε, ως παρατηρώ, αποσπασματικά μόνο και όχι στην ολότητα της στο έγγραφο της Υπηρεσίας Ασύλου στο οποίο αποτυπώνεται το ιστορικό του αιτητή (βλ. ερυθρό 140 του Τεκμηρίου 1) χωρίς δηλαδή να περιλαμβάνεται και ενημέρωση περί της γνωστοποίησης για την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου. Υπενθυμίζεται δε ότι κατά της νομιμότητας της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 11.12.25 να κρίνει την πιο πάνω μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή ως απαράδεκτη ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ. Τ650/25.
Σημειώνεται δε ότι είναι ορθή η θέση της πλευράς του αιτητή ότι αναφορά σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί ύπαρξης του ανήλικου τέκνου και της ομοεθνούς συμβίας του, αιτήτριας, ως καταγράφεται, ασύλου, υπήρξε και στην επικυρωτική απόφαση που εξέδωσε στις 6.2.26, ήτοι πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, το Δ.Δ.Δ.Π στα πλαίσια της Προσφυγής αρ. Τ650/25, οι οποίοι όμως κρίθηκε ορθό να μην εξεταστούν αφού ως λέχθηκε η συμβία του αιτητή δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία.
Άλλωστε από το δελτίο εγγραφής του ανήλικου υιού του αιτητή, το οποίο εκδόθηκε από το ίδιο το Τμήμα Μετανάστευσης και φέρει ημερομηνία 22.1.24 και το οποίο συνιστά επίσημο έγγραφο της ίδιας της αρμόδιας αρχής που εξέδωσε και τα επίδικα διατάγματα προκύπτει ότι ο αιτητής προέβηκε στις απαιτούμενες ενέργειες για να γνωστοποιήσει την ύπαρξη του ανήλικου τέκνου του προς τις αρμόδιες αρχές, αμέσως δε μετά τη γέννηση του στις 9.12.23 και επομένως πολύ πιο πριν την έκδοση των διαταγμάτων, ώστε να μην μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι ο αιτητής «δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές με οποιοδήποτε τρόπο ότι έχει οικογένεια στη Δημοκρατία».
Τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσαν να μην ιδωθούν σε συνάρτηση με το καίριο γεγονός πως εκκρεμούσης της Προσφυγής αρ.3295/24 ενώπιον του ΔΔΔΠ, ως προς το καθεστώς της συμβίας του αιτητή, η τελευταία, ως αιτητής διεθνούς προστασίας, όπως επίσης και τα ανήλικα τέκνα, έχουν δικαίωμα παραμονής μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται από την ίδια την επιστολή του Τμήματος ημερομηνίας 18.2.26 (ερυθρό 179 Τεκμηρίου 1)δια της οποίας και μετά την έκδοση, πλέον, των προσβαλλόμενων αποφάσεων ζητήθηκε η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και στην οποία ρητώς καταγράφεται η ύπαρξη των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή καθώς και ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί η εκδίκαση της Προσφυγής αρ. 3295/2024 την οποία η μητέρα αυτών έχει ασκήσει κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με την αρχική αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.
Στη βάση των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν φαίνεται να απασχόλησε πράγματι και να διερευνήθηκε -ώστε το ενδεχόμενο εμφιλοχώρησης της πλάνης να μην μπορεί να αποκλειστεί ως αποτέλεσμα ελλιπούς έρευνας από μέρους της διοίκησης- η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη η ύπαρξη των ανήλικων τέκνων του σε συνάρτηση πάντοτε με το καθεστώς της συμβίας του αιτητή και μητέρας των ανηλίκων τέκνων του, η οποία διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής της από το ΔΔΔΠ. Μάλιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, παρατηρώ ότι ούτε και στην επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια ημερομηνίας 6.2.2026, όπου εκτίθεται το ιστορικό του αιτητή και υποβάλλεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν διενεργείται οποιαδήποτε έστω αναφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Τούτο όμως και υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης (Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025) Israel Maweja v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ ΑΡ. 14/25, ημερομηνίας 15/9/25) επιβάλετο ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105 και δη να λάβει χώρα η εξέταση των εν λόγω δεδομένων, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου και νεογέννητου τέκνου του αιτητή και της οικογενειακής ζωής με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας .
Δεν παραβλέπω ότι μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ζητήθηκαν οι απόψεις των καθ΄ ύλην αρμόδιων Υπηρεσιών, τούτο ωστόσο αφορά σε ενέργεια εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει οι απόψεις αυτές, ως ήδη έχει επισημανθεί, δεν είχαν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης.
Το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 προνοεί τα ακόλουθα:
«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη –
(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και
(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και
(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»
Συνεπώς και υπό τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης επιβάλλεται η επανεξέταση προς εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105, αφού δε πρώτα ληφθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή επιτυγχάνει και τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται με έξοδα €1500 πλέον ΦΠΑ υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο