ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1595/19 και 1596/19)
13 Μαρτίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Υπόθεση Αρ. 1595/19
Κυριάκος Ιωνά
Αιτητής
και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας
Καθ’ ης η Αίτηση
__________________
Υπόθεση Αρ. 1596/19
Σούλλα Ιωαννίδου
Αιτήτρια
και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας
Καθ’ ης η Αίτηση
__________________
Χρ. Χριστάκη, για Χριστάκης Θ. Χριστάκης Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι του Αιτητή στην Υπόθεση Αρ. 1595/19 και της Αιτήτριας στην Υπόθεση Αρ. 1596/19.
Μ. Κοτσώνη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Δικηγόρο της Καθ’ ης η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Οι Αιτητές μέσω των αντίστοιχων προσφυγών προσβάλλουν την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 20.09.2019 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και με την οποία η ΕΔΥ προήγαγε, αντί αυτών, την κα. Αντωνία Ν. Φρυδά, στη μόνιμη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Τμήμα Φορολογίας από την 1.09.2019.
Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου ο οποίος έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ήτοι την προαγωγή του Ενδιαφερομένου Μέρους, έχουν ως εξής:
Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, με επιστολή του ημερομηνίας 26.02.2019, υπέβαλε εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, πρόταση για πλήρωση μίας κενής μόνιμης θέσης Λειτουργού Φ.Π.Α. Α', Θέση Προαγωγής, Τμήμα Φορολογίας και η οποία είχε εξαιρεθεί από την αναστολή πλήρωσης θέσεων.
Επειδή σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας η υπό αναφορά θέση είναι θέση Προαγωγής, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας στη συνεδρία της με ημερομηνία 22.3.2019, αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος πλήρωσης της εν λόγω θέσης σε ημερομηνία που θα οριζόταν αργότερα, στην παρουσία του Έφορου Φορολογίας.
Στη συνεδρία της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 6.8.2019 προσήλθε ο Έφορος Φορολογίας, ο οποίος σύστησε το Ενδιαφερόμενο Μέρος προς επιλογή για προαγωγή και στη συνέχεια αποχώρησε. Συγκεκριμένα, κατά τη συνεδρία, ο Έφορος Φορολογίας, αιτιολογώντας τη σύσταση του, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Έχω μελετήσει τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, διαβουλεύτηκα με τους Προϊσταμένους τους και έλαβα επίσης υπόψη τα ακαδημαϊκά ή και άλλα προσόντα τους. Με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια στο σύνολο τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα τις απαιτήσεις της υπό πλήρωση θέσης καθώς και την καταλληλότητα των υποψηφίων γι' αυτό, συστήνω ως καταλληλότερη για προαγωγή την Φρυδά Αντωνία
Με τους υπόλοιπους υποψηφίους που δεν συστήνω, με α/α 15-149, η Φρυδά υπερέχει είτε σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση, α/α 24-149, είτε λόγω κατοχής από μέρους της προηγούμενων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία και είναι αξιολογημένη ως καθόλα εξαίρετη στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις των τελευταίων πέντε ετών, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, έχοντας την ίδια αξία με τους υπόλοιπους υποψηφίους.
Έλαβα υπόψη μου ότι ορισμένοι υποψήφιοι που δεν συστήνω με α/α 4, 15, 17, 18, 21, 22, 27, 29, 34-39, 41, 43-45, 51, 57, 62, 63, 65- 67, 72, 73, 75, 76, 78-82, 86 - 95, 97, 99, 101, 102, 105 - 112, 115, 116, 118, 120, 121, 123 - 130, 132 - 136, 138, 139, 141-143, 145 - 147 και 149 διαθέτουν μεταπτυχιακά διπλώματα ή και επαγγελματικά προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, αλλά υστερούν σε αρχαιότητα και δεν υπερέχουν σε αξία και ούτε τα προσόντα αυτά αποτελούν πλεονέκτημα ή απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης και, ως εκ τούτου, στα προσόντα αυτά δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώμενα με τα υπόλοιπα κριτήρια.»
Ακολούθως, η Επιτροπή ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων και αφού εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολο τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, έκρινε ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος υπερέχει των υπολοίπων υποψηφίων, την επέλεξε ως την πιο κατάλληλη και αποφάσισε να της προσφέρει προαγωγή στη θέση Λειτουργού ΦΠΑ Α'. Στα πρακτικά της ΕΔΥ καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (η έμφαση προστίθεται):
«Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.
Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιόν της κατάλογο των υποψηφίων.
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα-, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση του Εφόρου Φορολογίας, έκρινε ότι η ΦΡΥΔΑ Αντωνία υπερέχει των άλλων υποψηφίων, την επέλεξε ως την πιο κατάλληλη και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτήν προαγωγή στη μόνιμη θέση Λειτουργού Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Α', Τμήμα Φορολογίας, από 1.9.19.
Επιλέγοντας την Φρυδά Αντωνία, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτή υπερέχει σε αρχαιότητα που ανάγεται στην ημερομηνία πρώτου διορισμού τους έναντι της μη επιλεγείσας υποψήφιας με α/α 2, λόγω προηγούμενου διορισμού της στη δημόσια υπηρεσία έναντι των υποψηφίων με α/α 3-10, λόγω της ημερομηνίας διορισμού της στην προηγούμενή της θέση έναντι των υποψηφίων με α/α 11-14, λόγω κατοχής από μέρους της προηγούμενων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία έναντι των υποψηφίων με α/α 15-23 και στην παρούσα τους θέση έναντι των υπόλοιπων υποψηφίων, α/α 24-149. Επίσης, η Φρυδά βρίσκεται στο ίδιο με τους λοιπούς υποψηφίους επίπεδο όσον αφορά την αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε ετών, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, και, επιπλέον, διαθέτει την υπέρ της σύσταση του Εφόρου Φορολογίας.
Σ' ό,τι αφορά τα προσόντα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι μη επιλεγέντες με 4, 5 ,15, 17-18, 20, 21-22, 27,29, 34-39, 41, 43-45, 51 ,57, 62-67, 72-73, 75-76, 78-82, 86-95, 97, 99, 101-102, 105-112, 115-116, 118, 120, 121, 123-130, 132-136, 138-139, 141-143, 145-147 και 149 διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα (ακαδημαϊκά ή/και επαγγελματικά), τα οποία στο σύνολό τους είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, δεν απαιτούνται όμως από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα/πρόσθετο προσόν και, ως εκ τούτου, τους απέδωσε την ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώντας τα με τα υπόλοιπα κριτήρια, έκρινε όμως ότι τα εν λόγω προσόντα από μόνα τους δεν μπορούν να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ τους. ( … )».
Ως προκύπτει από το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και του διοικητικού φακέλου της διαδικασίας, αμφότεροι οι αιτητές και το ΕΜ κατέχουν τα ακόλουθα ακαδημαϊκά, επαγγελματικά και άλλα προσόντα, τα οποία όμως η ΕΔΥ έκρινε ότι δεν αποτελούν πλεονέκτημα/πρόσθετο προσόν και ούτε απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας. Ο Αιτητής στην υπόθεση αρ. 1595/19 κατέχει Master of Science in Finance, Δίπλωμα Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων - Χρηματοοικονομική, πιστοποιητικό Certified Advanced Windows Forensic Examiner — CAWFE (Επαγγελματικό Προσόν), EnCase Certified Examiner - EnCE (Επαγγελματικό Προσόν), Certified Forensic Computer Examiner - CFCE (Επαγγελματικό Προσόν), AccessData Certified Examiner - ACE (Επαγγελματικό Προσόν), Certified Fraud Examiner - CFE (Επαγγελματικό Προσόν) και πιστοποιητικό γνώσης Η/Υ European Computer Driving Licence (E.C.D.L). Αντίστοιχα, η Αιτήτρια στην υπόθεση αρ. 1595/19, είναι Member of the Association of Chartered Certified Accountants από τον Νοέμβριο του 2015 και Μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου από τον Φεβρουάριο του 2016 (Επαγγελματικά Προσόντα) και Δίπλωμα Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων. Ως προς τα πρόσθετα αυτά προσόντα, διαπιστώνεται ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος μετά την απόλυση του από την μέση εκπαίδευση το 1994, είναι κάτοχος Διπλώματος Δημόσιας Διοίκησης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Η απόφαση της ΕΔΥ, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με ημερομηνία 20.09.2019 με αριθμό γνωστοποίησης 775 και εναντίον αυτής καταχωρήθηκαν οι επίδικες προσφυγές. Μέσω των γραπτών του αγορεύσεων, ο δικηγόρος των Αιτητών προωθεί τη θέση ότι αμφότερες οι προσφυγές θα πρέπει να επιτύχουν και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί, επειδή η σύσταση του Έφορου Φορολογίας υπέρ του Ενδιαφερομένου Μέρους είναι μη δεόντως αιτιολογημένη, αλλά και επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση είναι αποτέλεσμα έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας από πλευράς της ΕΔΥ καθόσον έλαβε υπόψιν της την πάσχουσα αυτή σύσταση του Έφορου Φορολογίας.
Αντίθετα, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι πως, τόσο η σύσταση του Έφορου Φορολογίας, όσο και η απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, έχουν ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στην ΕΔΥ και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι ακριβώς η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι, η σύσταση του Διευθυντή ήταν πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και περαιτέρω η αιτιολογία συμπληρώνεται και αναπληρώνεται από το περιεχόμενο των σχετικών διοικητικών φακέλων. Τονίζει δε ότι, η σύσταση του Διευθυντή ήταν πλήρως σύμφωνη με τα στοιχεία των φακέλων, τόσο του προσωπικού φακέλου των υποψηφίων, όσο και των φακέλων των ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων, τα οποία μελετήθηκαν από τον Έφορο Φορολογίας προτού προβεί στη σύσταση του, όπως έπραξε και η ΕΔΥ καταλήγοντας στη προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι ισχυρισμοί που προωθούνται και στις δύο υποθέσεις είναι πανομοιότυποι και ως εκ τούτου θα εξεταστούν ταυτόχρονα. Εν πρώτοις προβάλλεται από τον κ.Χριστάκη η θέση των αιτητών πως, η σύσταση από τον Έφορο Φορολογίας υπέρ του Ενδιαφερομένου Μέρους πάσχει ως αναιτιολόγητη, αφού είναι αποτέλεσμα έλλειψης επαρκούς και δέουσας έρευνας ως αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και ως προϊόν πλάνης. Σχετικά, υποστηρίζεται μέσω των γραπτών του αγορεύσεων ότι, η σύσταση από τον Έφορο Φορολογίας έγινε παραγνωρίζοντας την υπεροχή των αιτητών σε πρόσθετα προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και κατά συνέπεια παραβιάστηκε η προτεραιότητα τους για προαγωγή, χωρίς να τηρηθεί εν προκειμένω η αρχή την επιλογής των καλύτερων εκ των υποψηφίων κατά πλάνη και έλλειψη αιτιολογίας. Συναφώς, εξετάζω ταυτόχρονα και τον άλλο λόγο ακύρωσης που προβάλλεται για έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας εκ μέρους της ΕΔΥ, κυρίως σε σχέση με την υιοθέτηση της σύστασης, η οποία, υποστηρίζουν οι αιτητές, ήταν αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και ως προϊόν πλάνης συμπαρασύρει σε ακύρωση και την τελική απόφαση προαγωγής του ενδιαφερόμενου προσώπου αντί αυτών.
Ως προς την εξέταση των ισχυρισμών αυτών, παραπέμπω στο διοικητικό φάκελο και στα σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών της συνεδρίας της Επιτροπής, όπου καταγράφεται η σύσταση υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους, όπως και στη συνέχεια το σκεπτικό της Επιτροπής, τα οποία περιλαμβάνω στην παρούσα απόφαση ανωτέρω. Όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της υπό αναφορά θέσης, τα διαθέτουν τόσο οι αιτητές όσο και το Ε.Μ., ενώ το Ε.Μ. υπερέχει σε αρχαιότητα αυτών, λόγω κατοχής εκ μέρους της προηγούμενων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία, ακόμα συγκεκριμένοι υποψήφιοι διαπιστώθηκε ότι κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα, δεδομένα τα οποία είχαν ενώπιον τους τόσο ο Έφορος Φορολογίας κατά τη σύσταση, όσο και η ΕΔΥ κατά την λήψη της απόφασης. Όπως καταγράφεται στο πρακτικό, μη επιλεγέντες υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων και οι δύο αιτητές «διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα (ακαδημαϊκά ή/και επαγγελματικά), τα οποία στο σύνολό τους είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, δεν απαιτούνται όμως από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα/πρόσθετο προσόν και, ως εκ τούτου, τους απέδωσε την ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώντας τα με τα υπόλοιπα κριτήρια, έκρινε όμως ότι τα εν λόγω προσόντα από μόνα τους δεν μπορούν να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ τους.»
Το ζήτημα της λεκτικής αναφορά στο πρακτικό, ότι δόθηκε στα πρόσθετα προσόντα των αιτητών σχετικών με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης, η ανάλογη βαρύτητα κρίσης, αποτελεί προμετωπίδα των επιχειρημάτων του δικηγόρου τους, ο οποίος ισχυρίζεται ότι λανθασμένα ο Έφορος δεν καθόρισε ακριβώς ποια βαρύτητα δόθηκε σε αυτά και συνεπώς ότι δεν έγινε οιαδήποτε αξιολόγηση και στάθμιση της σημασίας των πρόσθετων αυτών προσόντων.
Προχωρώντας περαιτέρω στο σχολιασμό των λόγων ακύρωσης, υπενθυμίζω ότι, η στάθμιση και αξιολόγηση υφισταμένων πρόσθετων προσόντων, μη απαιτούμενων από το Σχέδιο Υπηρεσίας, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή, εν προκειμένω την ΕΔΥ, και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στη σχετική διεργασία, (Υπόθεση Αρ. 326/2011, Αθηνάς Στεφάνου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ημερομηνίας 28.02.2013). Ως έχει παγιωθεί νομολογιακά, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, αλλά της διοίκησης, η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων (Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.1997). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε επί του θέματος στην Λακκοτρύπη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. ECLI:CY:AD:2015:D552, Υποθ. Αρ. 135/2012 κ.α., ημερ. 4.8.2015, ECLI:CY:AD:2015:D552, αποτελεί έργο καθαρά διοικητικό η ερμηνεία του σχεδίου υπηρεσίας και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, με τη διενέργεια πρωτογενούς έρευνας και ουσιαστικής κρίσης για το θέμα της κατοχής και αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων.
Όπως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, ο προϊστάμενος του τμήματος και/ή της υπηρεσίας, όπου υφίσταται η κενή θέση, βρίσκεται στην καταλληλότερη θέση να γνωρίζει στην πράξη τις ανάγκες της εν λόγω θέσης, αλλά και για να περιγράψει τις αρετές που χρειάζονται για την επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων μιας θέσης, επισημαίνοντας ποιες από τις ιδιότητες και τις ικανότητες που καταφαίνεται ότι έχει ένας υπάλληλος ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες της επίδικης θέσης, ώστε αυτός να αναδεικνύεται ως ο καταλληλότερος (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (422) 3 Α.Α.Δ. 695). Η δε σημασία που αποδίδεται στη Σύσταση, στοχεύει ακριβώς στη διασφάλιση ότι κατά τη διαδικασία επιλογής, το διορίζον όργανο θα καθοδηγηθεί από τον προϊστάμενο που βρίσκεται σε μοναδική θέση να συμβουλεύσει την Επιτροπή επί των ιδιοτήτων και της αξίας των υφιστάμενών του (βλ. Constantinou ν. Republic (1984) 3 C.L.R. 498, 501, Κύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1435/99 κ.α., ημερ. 12.9.2001). Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, η σύσταση του Προϊσταμένου του Τμήματος δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων, αλλά εμπεριέχει τη συμβουλή ή γνώμη του Προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως αυτή αποτυπώνεται στους σχετικούς φακέλους (βλ. Μοδίτης ανωτέρω).
Τα συγκεκριμένα προσόντα των υποψηφίων κρίθηκαν από τον Έφορο Φορολογίας και ακολούθως από την ΕΔΥ ως σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης και λήφθηκαν υπόψιν, κρίνοντας ωστόσο ότι τα εν λόγω προσόντα από μόνα τους δεν μπορούν να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ τους. Η βαρύτητα των επιχειρημάτων των αιτητών έγκειται στην αμφισβήτηση πως η αναφορά στο πρακτικό ότι δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα στα πρόσθετα προσόντα, αποτελεί πλήρη αιτιολογία για τη σύσταση που ακολούθησε. Σχετική με το ζήτημα είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.02.2023 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 8/16, ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα:
«Από πλευράς του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας παρέπεμψε σε απόφαση της Ολομέλειας στην Δημητρίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 16/13, ημερ. 18.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:C325, ECLI:CY:AD:2019:C325, στην οποία, όπως και στην παρούσα, στη σύσταση του Διευθυντή αναφερόταν ότι στο μεταπτυχιακό προσόν της εφεσείουσας αποδόθηκε «η ανάλογη βαρύτητα». Ως προς τούτο η Ολομέλεια ανέφερε τα εξής, παραπέμποντας σε εκτεταμένο απόσπασμα από την προαναφερθείσα απόφαση Παναγή:
«Η φράση αυτή αποδίδει νομίμως την εκτίμηση του Διευθυντή και, μάλιστα, κατά τρόπο που δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της λογικής αποτίμησης των προσόντων των υποψηφίων. ΄Οπως υπογραμμίστηκε, σχετικά, στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639, στη σελίδα 647:-
«. 'δέουσα βαρύτητα' ή 'ανάλογη βαρύτητα', είναι φράσεις που χρησιμοποιούνται από το διοικητικό όργανο και αποδίδουν την εκτίμηση του διοικητικού οργάνου σε ό,τι αφορά τη σημασία του πρόσθετου μη απαιτούμενου προσόντος. Τέτοια φράση είχε, μεταξύ άλλων, χρησιμοποιηθεί και στην Πούρος κ.ά. ν. Χατζηστεφάνου κ.ά.[2] ...»
Στη συνέχεια, στην ίδια απόφαση, στη σελίδα 648, τονίστηκε, αναφορικά με το ίδιο υπό συζήτηση θέμα, ότι:-
«. το διοικητικό όργανο διαμορφώνει κρίση έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ενώπιον του. Η επιλογή γίνεται στη βάση της αξιολόγησης όλων των δεδομένων, η οποία αξιολόγηση εφόσον είναι εύλογη, σύμφωνη με τα στοιχεία και τα δεδομένα που είναι ενώπιον του διοικητικού οργάνου και δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί από το αναθεωρητικό Δικαστήριο. Η θέση του εφεσείοντος κατατείνει στη λανθασμένη προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων. Όπως υποδείχθηκε στην Πολυξένη Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) v. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 275, δεν μπορεί να προκαθοριστεί η βαρύτητα των στοιχείων κρίσης ώστε οποιοδήποτε από αυτά να έχει και ορισμένη σημασία. Το σύστημα αξιολόγησης πρέπει, καθώς υποδείχθηκε και στην Γιωργούδης v. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 116, να στοχεύει στην ανάδειξη του καταλληλότερου υποψηφίου, με μόνη δέσμευση να εξυπηρετείται η αξιοκρατία και το δημόσιο συμφέρον.»»
Περί ουσιαστικής συνεξέτασης συνεπώς ο λόγος, με κριτήριο τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου και όχι ένας μηχανιστικός υπολογισμός, ή μια αριθμητική συνεξέταση που απολήγει σε επέμβαση στην εύλογη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.
Η έννοια της «ανάλογης βαρύτητας» που αποδίδεται σε πρόσθετο προσόν έχει ευστόχως εξηγηθεί στην Παναγή (ανωτέρω) και έχει αποτελέσει το υπόβαθρο της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η διοίκηση έχει κινηθεί εντός των ευλόγων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και αιτιολόγησε πλήρως την απόφαση της.»
Ακόμα, παραπέμπω και στην πολύ πρόσφατη απόφαση από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 92/2021, ημερομηνίας 9.03.2026, ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ EΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, όπου λέχθηκαν τα εξής (η έμφαση προστίθεται): «Όπως τονίσαμε και ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να επέμβει στην κρίση της διοίκησης, εκτός εάν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τίτλων/διπλωμάτων με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου. Το διορίζον δε όργανο δεν έχει υποχρέωση να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα του κάθε υποψηφίου, με λεπτομέρεια (βλέπετε Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341). Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ierides v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 179»
Υπενθυμίζω ακόμα επί του ζητήματος της αιτιολογίας της σύστασης ότι, στην απόφαση του νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(A)/2020, ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΑΣ ΚΑΚΟΥΛΛΗ, ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2025, έγινε εκ νέου αναφορά στην Αλίκη Στυλιανού (ανωτέρω), ενώ σημειώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη σύσταση του Διευθυντή.
«Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η σύσταση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή («ΑνΑΕΔ») ήταν αναιτιολόγητη και ότι με αυτή προσπαθούσε να κάνει ανάπλαση των φακέλων, αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης του δεύτερου λόγου έφεσης.
« …………………………»
Η σύσταση του «ΑνΑΕΔ» δεν είναι μόνο εκείνη η οποία καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά πριν καταλήξει στις συστάσεις του, αφού αναγνώρισε ότι η εφεσίβλητη και τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ισάξιες στην επίδοση, απόδοση και αρχαιότητα, στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση τα στοιχεία των φακέλων τους καταλήγοντας:
« …………………………»
Προκύπτει, συνεπώς, πως έλαβε υπόψη τα στοιχεία των φακέλων και στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση εκείνα τα στοιχεία. Συστάσεις οι οποίες στηρίζονται και δεν συγκρούονται με τους προσωπικούς τους φακέλους, όπως έχει νομολογηθεί στην Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 426. Αυτή είναι και η μόνη υποχρέωση που τίθεται στον «ΑνΑΕΔ» χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης. Αρχή η οποία επισημάνθηκε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δαμιανού (2001) 3 ΑΑΔ 247, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην εισήγηση του Συμβουλίου Προσωπικού και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η τελευταία δεν επιβάλλεται από θεσμοθετημένη διάταξη να είναι αιτιολογημένη, εμπεριέχεται και η αιτιολόγηση τους γιατί κρίνουν το ενδιαφερόμενο μέρος συνολικά καταλληλότερο για προαγωγή. Να υπενθυμίσουμε πως τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού και ο Διευθυντής έχουν προσωπική γνώση της γενικής αξίας των υποψηφίων, ως εκ της ιδιότητας τους σαν ανώτεροι λειτουργοί της Αρχής. Η φράση που χρησιμοποιήθηκε: «ουσιαστικά καταλληλότεροι», δεν είναι κατ΄ανάγκην αναπαραγωγή αυτής που χρησιμοποιείται στον Κανονισμό 10(7). Δηλώνει, νομίζουμε, την επιλογή του Συμβουλίου Προσωπικού και του Διευθυντή μεταξύ υποψηφίων που ισοβαθμούν στα στοιχεία που καταγράφονται στα χαρτιά. Αν δεν ήταν δυνατή σε τέτοια, ή παρόμοια περίπτωση, το Συμβούλιο Προσωπικού ή ο Διευθυντής να εκφράσουν την προτίμηση τους, αναφορικά με ισότιμους υποψηφίους, τότε θα ήταν αχρείαστη η συμμετοχή τους στη διαδικασία, εφόσον όλα τα έγγραφα, στα οποία καταγράφεται η απόδοση και επίδοση των υποψηφίων, είναι στο φάκελο τους και ενώπιον του Συμβουλίου της Αρχής. Εδώ ακριβώς, νομίζουμε, πως υπεισέρχεται η ατομική κρίση, η οποία δυνατό να μην μπορεί να εκφραστεί με συγκεκριμένες λέξεις, ενόψει της ισοβαθμίας των υποψηφίων, διαπιστώνεται όμως από το πνεύμα του γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται και τις ιδιάζουσες περιστάσεις στην κάθε υπόθεση.».
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος έφεσης επιτυγχάνει.»
Εν προκειμένω διαπιστώνω ότι, ο Έφορος Φορολογίας ως ο προϊστάμενος του σχετικού τμήματος αξιολόγησε τους υποψήφιους προς προαγωγή, μεταξύ των οποίων τους αιτητές και το Ε.Μ. και προέβη στη σύσταση του, με την αιτιολόγηση η οποία εντοπίζεται στο εν λόγω πρακτικό, η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο πλήρης και αιτιολογημένη, αφού ουδόλως έτυχε παραγνώρισης η κατοχή των πρόσθετων αυτών προσόντων από αριθμό υποψηφίων, μεταξύ των οποίων οι αιτητές, ενώ λήφθηκε υπόψη και η αρχαιότητα του Ε.Μ. έναντι των αιτητών λόγω κατοχής από μέρους της προηγούμενων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία (άρθρο 49(4) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90)). Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει με τη διενέργεια πρωτογενούς έρευνας και ουσιαστικής κρίσης για το θέμα της κατοχής και αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων. Όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά, η σύσταση ήταν αιτιολογημένη και εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί οι οποίοι αναφέρονται σε πάσχουσα σύσταση του Εφόρου η οποία υιοθετήθηκε από την ΕΔΥ και κατά συνέπεια να συμπαρασύρει σε ακύρωση και την τελική απόφαση προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Προσώπου, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Αντίστοιχα απορρίπτεται και η θέση των αιτητών ότι, διαπιστώνεται έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση επειδή η απόφαση της ήταν αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και ελήφθη χωρίς να τηρηθεί εν προκειμένω η αρχή την επιλογής των καλύτερων εκ των υποψηφίων κατά πλάνη και έλλειψη αιτιολογίας εκ μέρους της ΕΔΥ. Όπως έχει ανωτέρω αναλυθεί, τα πρόσθετα προσόντα των αιτητών ουδόλως έτυχαν παραγνώρισης από τον Έφορο Φορολογίας, ενώ η σύσταση του στηρίζεται και δεν συγκρούεται με τους προσωπικούς φακέλους (Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 426). Την ίδια προσέγγιση, μετά από σχετική εξέταση, υιοθέτησε ομόφωνα και η ΕΔΥ, περιλαμβάνοντας στο σχετικό πρακτικό λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης τόσο τη σύσταση όσο και το δικό της σκεπτικό, ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης τα οποία έλαβε υπόψιν.
Καταλήγοντας, τονίζω ότι, οι αρχές, με βάση τις οποίες θα πρέπει να κριθεί η υπόθεση έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα από την απόφαση Μιλτιάδους ν. Δημοκρατίας (1989) 3 (Γ) Α.Α.Δ. 1318 σελ. 1336 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η υπόθεση αυτή θα κριθεί με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από το
Δικαστήριο τούτο:-
1. Το Διοικητικό Δικαστήριό δεν ακυρώνει απόφαση διορισμού ή προαγωγής αν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και ήταν εύλογα επιτρεπτή.
2. Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου. (Βλ. μεταξύ άλλων, Alexandros Christou and others and The Republic (Public Service Commission) 4 R.S.C.C. 1 , σελ. 6, Charalambos Georgiades and Another ν. Republic (Public Service Commission) (1970 3 C.L.R. 257, στη σελ. 268, Odysseas Geoghiou ν. Republic (Public Service Commission) (1976) 3 C.L.R. 74, σελ. 82, Piperi and Others ν.Republic (ανωτέρω), Republic ν. Zachariades (1986) 3 C L.R 852).
Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, εκτός εάν αιτητής αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του υποψηφίου που διορίστηκε ή προάχθηκε - (Niki Michael (Νο. 1) ν. Republic (Public Service Commission) (1975) 3 C.L.R. 136- Evgeniou ν. Republic (1979) 3 C.L.R. 239- HadjiIoannou ν. Republic (1983) 3 C.L.R 1041).”
Σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου ήτοι της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Παραπέμποντας στο σχετικό πρακτικό, διαπιστώνω ότι η ΕΔΥ στάθμισε τα διάφορα δεδομένα και άσκησε την κρίση της, λαμβάνοντας υπόψιν και την αιτιολογημένη προηγηθείσα σύσταση υπέρ του Ε.Μ, ώστε να καταλήξει στη προσβαλλόμενη πράξη. Κρίνω ότι, η Καθ’ ης η αίτηση, έδρασε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και συνυπολογίζοντας όλα τα στοιχεία κρίσης αποφάσισε όπως επιλέξει, ως τον πιο κατάλληλο για προαγωγή στην επίδικη θέση το ενδιαφερόμενο μέρος, η δε προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτεται πλήρως από το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο δεν έχει ανατραπεί από τους αιτητές.
Λέγοντας τούτα, καταλήγω ότι, η απόφαση της ΕΔΥ ήταν εύλογη και νόμιμη και αμφότερες οι προσφυγές απορρίπτονται με €1000 έξοδα έκαστη, υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των αντίστοιχων Αιτητών
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο