ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 169/2026 (K) iJustice
18 Μαρτίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
HAMEED KHURAM, από Πακιστάν
Αιτητής
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2.Διευθύντρια Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Κασσάνδρα Κουππαρή, Δικηγόρος για Αιτητή
Παντελής Κωνσταντίνου Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής, υπήκοος Πακιστάν, αφίχθηκε στην Δημοκρατία στις 29.06.2014 με άδεια φοιτητή σε Κολλέγιο και κατείχε άδεια διαμονής μέχρι τις 21.07.2015. Στις 25.08.2015 τέλεσε γάμο με υπήκοο ΕΕ (εφεξής η ΥΕΕ) και στις 31.08.2015 καταχώρησε αίτηση για παραχώρηση δελτίου διαμονής μελών οικογένειας ΥΕΕ, η οποία απερρίφθη και με επιστολή ημερ. 19.11.2015 του αναφέρθηκε ότι λόγος απόρριψης ήταν ότι η ΥΕΕ αναχώρησε από την Δημοκρατία στις 01.09.2015, και ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τους όρους για να παραμείνει στη Δημοκρατία επειδή η ΥΕΕ δεν εργαζόταν ή είχε επαρκείς πόρους και ασφάλιση για την ίδια και την οικογένειά της. Στις 12.05.2016 ο Αιτητής καταχώρησε νέα αίτηση για παραχώρηση δελτίου διαμονής μελών οικογένειας ΥΕΕ και στις 19.07.2016 εκδόθηκε δελτίο διαμονής μέλους ΥΕΕ.
Στις 10.07.2020 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση δελτίου διαμονής μελών οικογένειας ΥΕΕ και στις 15.07.2020 εκδόθηκε το διαζύγιο του Αιτητή με την ΥΕΕ. Στις 26.06.2021, η αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 10.07.2020 απορρίφθηκε από το Τμήμα με την αιτιολογία «δεν συμβιώνατε με την ευρωπαία σύζυγό σας για τουλάχιστον 3 έτη». Σημειώνεται, και είναι παραδεκτό από τα μέρη, ότι η απόφαση ημερ. 26.06.2021 ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής υπ’ αρ.736/2021 (εφεξής η «ακυρωτική απόφαση»), εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε έφεση, η οποία εκκρεμεί.
Στις 31.10.2022 ο Αιτητής υπέβαλε νέα αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος ΥΕΕ (Κ327-325 χωρίς τα συνοδευτικά), η οποία ως καταγράφεται σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 05.07.2023, απορρίφθηκε. Εκεί αναφέρθηκε:
«Η πρώην σύζυγός σας αναχώρησε πριν την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου επομένως το δικαίωμα διαμονής σας τερματίζεται.
Σύμφωνα με τα άρθρα 32Α(1) και (2) του Νόμου 7(Ι)/2007 όπως τροποποιήθηκε, μπορείτε να υποβάλετε ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εσωτερικών κατά της ανωτέρω απόφασης εντός 20 ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 32Α(3) του Νόμου 7(Ι)/2007, η απόφαση δεν καθίσταται εκτελεστή πριν από τη λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας ή σε περίπτωση που υποβάλετε ιεραρχική προσφυγή, πριν από την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών.
Σημείωση: Η παρούσα επιστολή έχει ταχυδρομηθεί στη τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτητή στις 06/07/2023»
Στις 11.07.2023, δια επιστολής της δικηγόρου του, ο Αιτητής διαμαρτυρήθηκε για την άρνηση των Καθ’ ων η αίτηση να παραλάβουν αίτησή του για άδεια παραμονής και ζήτησε να αφαιρεθούν τα στοιχεία του από τον κατάλογο Stop List, αίτημα το οποίο απερρίφθη στις 01.02.2024.
Στις 15.02.2026 ο Αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία και στις 15.02.2026 κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ. 105, πράξεις τις οποίες προσβάλλει με τα Αιτητικά Α-Γ της παρούσας προσφυγής του αντίστοιχα. Με το Αιτητικό Δ ο Αιτητής προσβάλλει εκ νέου το διάταγμα απέλασής του λόγω ισχυριζόμενης παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης ενώ με το Αιτητικό Ε ζητείται δήλωση και/ή απόφαση ότι έχει παραβιαστεί το Άρθρο 146.5Α του Συντάγματος και με το Αιτητικό ΣΤ ζητείται δήλωση και/ή απόφαση ότι εφόσον η αξίωση δεν ικανοποιηθεί όπως δοθεί αποζημίωση ή άλλη θεραπεία.
Ως προς το Αιτητικό Δ, έχει αποφασιστεί σε αρκετές αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας απόφαση ημερ. 31.8.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται. Ασφαλώς, η νομιμότητα του διατάγματος απέλασης θα εξεταστεί εφόσον προσβάλλεται ήδη με το Αιτητικό Γ της προσφυγής.
Περαιτέρω, η αρμοδιότητα του παρόντος προσδιορίζεται στο Άρθρο 146.4 του Συντάγματος. Άρα στερείται αρμοδιότητας να αποφασίσει επί του Αιτητικού ΣΤ, ως δε προς το Αιτητικό Ε, το ζήτημα της ακυρωτικής απόφασης σχολιάζεται κατωτέρω κατά την εξέταση των λόγων ακύρωσης της προσφυγής και καλύπτεται επί των όσων αναφέρω εκεί.
Προχωρώ λοιπόν στους λόγους ακύρωσης. Κεντρικός ισχυρισμός του Αιτητή, ως αναπτύσσεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, είναι ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης των Καθ’ ων η αίτηση με την ακυρωτική απόφαση, με την οποία προσέβαλε την απόφαση ημερομηνίας 26.06.2021. Από την ημερομηνία εκείνη η πράξη, επί της οποίας στηρίχθηκαν οι μεταγενέστερες διοικητικές ενέργειες έπαψαν να υφίστανται νομικά, παρά ταύτα, οι Καθ’ ων η Αίτηση εξέδωσαν στις 15.02.2026 τις προσβαλλόμενες σαν να μην είχε προηγηθεί η εν λόγω ακυρωτική απόφαση, συμπεριφορά που συνιστά παραβίαση του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει στη Διοίκηση υποχρέωση συμμόρφωσης με τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.
Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής επικαλείται πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα λόγω της εσφαλμένης παραδοχής ότι ο Αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης από τις 16.10.2023 και ότι η άδεια παραμονής του είχε απορριφθεί καθότι με την ακυρωτική απόφαση το Δικαστήριο έκρινε παράνομη την απόφαση της διοίκησης και την ακύρωσε. Έλλειψη δέουσας έρευνας ως προς την ακυρωτική απόφαση και το ιστορικό νόμιμης παραμονής του Αιτητή και γάμου του με την ΥΕΕ, επικαλείται ο Αιτητής με τον τρίτο λόγο ακύρωσης. Κατ’ επίκληση της ακυρωτικής απόφασης, με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης παραβιάζει το δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας του βάσει του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ. Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής θεωρεί ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα συνιστούν κατάχρηση εξουσίας διότι η διοίκηση χρησιμοποίησε τις εξουσίες της όχι για την ορθή εφαρμογή του νόμου αλλά για να παρακάμψει την ακυρωτική απόφαση. Με τον έκτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα απέλασης αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης.
Με την αγόρευση του Αιτητή ακολούθως υποβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παραβίασαν το Άρθρο 146.5Α του Συντάγματος, καθότι αγνόησαν την ακυρωτική απόφαση και δε συμμορφώθηκαν με το δεσμευτικό διατακτικό της, επιτρέποντας την παράνομη διατήρηση του ονόματος του Αιτητή σε stoplist/κατάλογο απαγορευμένων, με άμεση συνέπεια την έκδοση και εκτέλεση μέτρων καταναγκασμού (σύλληψη/κράτηση/ απέλαση) εναντίον του. Περαιτέρω, υποβάλλεται ότι η έκθεση επί της οποίας επιχειρήθηκε να «νομιμοποιηθεί» η σύλληψη και κράτηση του Αιτητή είναι παντελώς αναιτιολόγητη και πάσχει από πλάνη περί τα πράγματα, καθότι υιοθετεί ως αφετηρία ότι ο Αιτητής τελεί παρανόμως/είναι «απαγορευμένος» ή ότι υφίσταται νόμιμη βάση για κράτηση, ενώ η πραγματική και νομική κατάσταση έχει μεταβληθεί καθοριστικά από την ακυρωτική απόφαση, την οποία οι Καθ’ ων όφειλαν να λάβουν υπόψη. Κατ’ αποτέλεσμα, τίθεται ότι η έκθεση είναι αναιτιολόγητη αλλά και προϊόν ανεπαρκούς έρευνας. Τους συγκεκριμένους λόγους αναλύει ουσιαστικά και με τα επόμενα κεφάλαια Α έως Δ της Αγόρευσης του Αιτητή. Συγκεκριμένα:
Με το κεφάλαιο Α υποβάλλει ότι η ακυρωτική απόφαση και το δεδικασμένο που δεσμεύει τη Διοίκηση είναι αδιαμφισβήτητο επί προηγούμενης διοικητικής πράξης/απόφασης που αποτελούσε το θεμέλιο της μεταχείρισής του, περιλαμβανομένης της ένταξής του σε stoplist και της αντιμετώπισής του ως «απαγορευμένου/παράνομου» για σκοπούς μέτρων απομάκρυνσης και κράτησης. Παρά ταύτα, οι Καθ’ ων αγνόησαν παντελώς το δεσμευτικό αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης και ενήργησαν ως εάν η ακύρωση δεν υφίσταται. Με το κεφάλαιο B της Αγόρευσης του ο Αιτητής εισηγείται παραβίαση του Άρθρου 146(5Α) του Συντάγματος ως προς τη συνέχιση της θέσης του σε stoplist ενώ με το κεφάλαιο Γ ισχυρίζεται ότι η έκθεση των Καθ’ ων η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και προϊόν πλάνης. Με το συμπέρασμα του Κεφαλαίου Δ, ο Αιτητής καταλήγει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παραβίασαν το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης, το Άρθρο 146(5Α) του Συντάγματος, μη συμμορφούμενοι με ακυρωτική απόφαση, ότι διατήρησαν παράνομα τον Αιτητή σε stoplist, αναπαράγοντας τις συνέπειες πράξης που έπρεπε να έχει εξαφανιστεί από την έννομη τάξη επέβαλαν παράνομη κράτηση στηριζόμενοι σε έκθεση αναιτιολόγητη και πεπλανημένη, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για στέρηση ελευθερίας.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, διά της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, απορρίπτουν το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή. Κατόπιν εξέτασης όσων ετέθησαν από τα μέρη καταλήγω στα εξής:
Το σύνολο των επιχειρημάτων του Αιτητή περιστρέφεται γύρω από την ακυρωτική απόφαση, η οποία αφορούσε την απορριπτική των Καθ΄ ων η αίτηση απόφαση ημερ. 26.06.2021. Όμως, της διοικητικής πράξης αυτής, ακολούθησε νεότερο αίτημα του Αιτητή ημερ. 31.10.2022 και νεότερη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 05.07.2023, με την οποία η αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε στη βάση συγκεκριμένης αιτιολογίας που παρέθεσα πιο πάνω. Η εν λόγω απόφαση δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και είναι κατόπιν τούτης που οι Καθ’ ων η αίτηση έθεσαν τον Αιτητή σε stop list από τον Οκτώβριο 2023.
Λίγες ημέρες μετά την επιστολή ημερ. 05.07.2023, εστάλη μάλιστα εκ μέρους του Αιτητή επιστολή ημερ. 11.07.2023, με την οποία διαμαρτυρόταν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν παρελάμβαναν νέα αίτησή του για άδεια παραμονής και ζητούσε την αφαίρεση σχετικής σημείωσης που απαγόρευε την παραλαβή της εκ μέρους του αίτησης, αίτημα που απερρίφθη και δε αμφισβήτησε.
Με αυτά τα δεδομένα δε βλέπω πως θα μπορούσαν να επιτύχουν οι ισχυρισμοί του Αιτητή, δεδομένου ότι στην παρούσα προσφυγή επίδικες είναι οι πράξεις κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και τα διατάγματα απέλασης και κράτησης που εδράστηκαν σε μια πράξη που ούτε επίδικη είναι στην παρούσα ούτε αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της. Ούτε ασφαλώς εδώ επίδικη είναι οποιαδήποτε άρνηση ή παράλειψη συμμόρφωσης των Καθ΄ων η αίτηση με την ακυρωτική απόφαση αλλά ούτε και η καταχώρησή του στο stop list ή η άρνηση ή παράλειψη αφαίρεσής του από αυτό. Το παρόν δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει παρεμπιπτόντως ισχυρισμούς που αφορούν μια πράξη/ παράλειψη, η οποία δεν είναι επίδικη ενώπιόν του, ενώ δε, ούτε ο ισχυρισμός στην απαντητική περί μη αποστολής της επιστολής ημερ. 05.07.2023 είναι φυσιολογικά εξεταστέος εφόσον επίσης αφορά τον έλεγχο της πράξης εκείνης και όχι των εδώ επίδικων. Ως ανέφερα στην απόφαση στην Προσφυγή αρ. 1386/2023 MD T.I v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 20.11.2023, με παραπομπή σε σχετική θεωρία και νομολογία και ισχύει και εδώ:
«Κατά την άποψή μου όμως, η εξέταση αυτού του ισχυρισμού του Αιτητή, στον οποίο η διοίκηση αντιπαραβάλλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από αυτήν του Αιτητή, εμπίπτει στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου μιας άλλης πράξης. Της απόφασης ημερομηνίας 15.02.2019, η οποία, κατ’ επιλογήν του Αιτητή, και αυτό έχει τη σημασία του, δεν προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο τελευταίο να αναλάβει δικαιοδοσία να την ελέγξει έστω και σε επίπεδο παραδεκτού ή εμπρόθεσμου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι το παρόν στερείται της δυνατότητας απόφασης επί των ισχυρισμών αυτών στο σύνολό τους. Ούτε άλλωστε έχει σημασία αν η απόφαση ημερομηνίας 15.02.2019 αποτελεί έρεισμα των προσβαλλόμενων, καθότι ούτε συναφείς, ατομικές πράξεις που αποτελούν προϋπόθεση της προσβαλλομένης ή νόμιμο ή άμεσο έρεισμά της ή που συνδέονται μ’ αυτή ελέγχονται παρεμπιπτόντως (Γ. Σιούτη, Το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, Εκδ. 1994, σελ. 104).
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Υπόθεση αρ. 997/2013 Mohammad Tajul Islam v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.07.2013 σε παρόμοια με την παρούσα γεγονότα γάμου αλλοδαπού τρίτης χώρας με ευρωπαία και συναφείς ισχυρισμούς ανέφερε:
«Η κήρυξη του γάμου του αιτητή ως εικονικού έγινε στη βάση του άρθρου 7Α(1)(α) του Κεφ. 105, μια εντελώς ξεχωριστή πρόνοια, που εισήχθη στο Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 22(Ι)/2001, η ενεργοποίηση της οποίας βασίζεται σε άλλα δεδομένα και γεγονότα, τα οποία και έχουν τη δική τους αυτοτέλεια και τα οποία δύνανται να προσβληθούν ως προερχόμενα από αυθύπαρκτη και διαφορετική πράξη της διοίκησης, σε σχέση με το εκδοθέν, μεταγενέστερα, ένταλμα κράτησης και απέλασης. (…) Ο αιτητής, σύμφωνα με την αγόρευση της συνηγόρου του (σελ. 9-10), παρουσιάζεται να καταχώρησε ιεραρχική προσφυγή στις 31.5.2013, η οποία προφανώς είναι εκπρόθεσμη, αλλά αυτό δεν αφορά την παρούσα προσφυγή.
Τα όσα εισηγείται στην αγόρευση της η συνήγορος του αιτητή ότι η κήρυξη του γάμου ως εικονικού είναι αλληλένδετη με την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων, με συνακόλουθο να είναι δυνατή και η εξέταση της απόφασης της Διευθύντριας να κηρύξει το γάμο εικονικό, δεν είναι ορθά. Δεν πρόκειται για σύνθετη διοικητική ενέργεια ώστε προσβαλλομένης της τελικής πράξεως να ελέγχεται η νομιμότητα των ενδιάμεσων κατά τα νομολογηθέντα σε σωρεία αποφάσεων, όπως εξηγήθηκε και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Chrikar Trading Limited κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 541. Η αυτοτέλεια του διατάγματος κράτησης και απέλασης είναι δεδομένη και αν δεν πάσχει αφ΄ εαυτού, δεν είναι δυνατή η επιδίωξη ακύρωσης προηγούμενων αποφάσεων έστω και αν αποτέλεσαν το υπόβαθρο, αλλά δεν προσβλήθηκαν.
(…)
Έπεται ότι και τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται περί των συνθηκών διαβίωσης του με την Βουλγάρα υπήκοο και το ότι δεν του επεδόθη ή του γνωστοποιήθη ποτέ η απόφαση κήρυξης του γάμου ως εικονικού, είναι θέματα που θα αφορούσαν άλλη προσφυγή στα δεδομένα της οποίας θα μπορούσαν να εγερθούν και εξεταστούν τέτοιου είδους ζητήματα. Περιλαμβανομένου και του ζητήματος ότι η σχετική επιστολή των καθ΄ ων ημερ. 27.3.2013, η οποία ταχυδρομήθηκε αυθημερόν και τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκε κανονικά στη συνήθη πορεία των ταχυδρομικών αποστολών, (δέστε Lilien Khishigjargal v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 144/2010, ημερ. 12.3.2012), δεν απεστάλη στην ορθή διεύθυνση, Σεφέρη 7-9, Διαμέρισα 33, 1076 Λευκωσία, όπως τώρα ισχυρίζεται ο αιτητής. Σημειώνεται ότι η διεύθυνση αυτή ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του αιτητή εφόσον εκεί ανευρέθη το ζεύγος κατά την επίσκεψη των υπεύθυνων του Κλιμακίου Αλλοδαπών Λευκωσίας (δέστε Τεκμ. 7 στην ένσταση), αλλά και ήταν εκεί η δηλωμένη διεύθυνση της Βουλγάρας συζύγου του αιτητή σύμφωνα με τη βεβαίωση εγγραφής («Certificate of Registration»), ημερ. 20.7.2011, (Τεκμ. 12 στην ένσταση) (έμφαση και υπογράμμιση του Δικαστηρίου)».
Και στην απόφαση στην Πρ. Αρ. 6/2022 Singh v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.05.2022 (η οποία επικυρώθηκε κατ΄έφεση), στην οποία παραπέμπομαι από την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση, το Διοικητικό Δικαστήριο ανέφερε επίσης σχετικά:
«Προβάλλεται από την ευπαίδευτη συνήγορο για τον αιτητή, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα πραγματικής και/ή νομικής πλάνης. Ειδικότερα, ότι ο αιτητής δεν ήταν παράνομος στο έδαφος της Δημοκρατίας, αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν παρέλαβε την επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 26/11/2021 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του ημερομηνίας 6/12/2018 για άδεια διαμονής.
(…)
Ούτε όμως το γεγονός ότι ο αιτητής καταχώρησε Ιεραρχική Προσφυγή εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 26/11/2021, αμέσως μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, διαφοροποιεί την κατάσταση, εφόσον πρόκειται για ενέργεια του αιτητή που αφενός έπεται της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου αφορά άλλη αυτοτελή διοικητική πράξη. Οτιδήποτε αφορά το ζήτημα αυτό, θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης ενδεχόμενης άλλης προσφυγής. Αναλόγως δε των εξελίξεων, υπάρχουν οι μηχανισμοί από τη διοίκηση για αποκατάσταση της νομιμότητας.
Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιους ισχυρισμούς με τους εδώ προσβαλλόμενους στην Muhammand και Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 3/2021, ημερομηνίας 24/11/2021, οι οποίοι επαναλαμβάνονται και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης.
«Εν προκειμένω, ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της συνηγόρου του αιτητή, είναι ότι ο αιτητής δεν είναι παρανόμως διαμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία, επειδή δεν του έχει επιδοθεί η απόφαση ακύρωσης του δελτίου διαμονής του, τη νομιμότητα της οποίας αμφισβητεί με άλλη προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Θεωρώ όμως, ότι η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε το δελτίο διαμονής του αιτητή, παράγει όλα τα έννομα της αποτελέσματα μέχρις ότου αυτή ακυρωθεί από το Δικαστήριο ή ανακληθεί από τη διοίκηση. Συνεπώς, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως ορθά κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, ως απαγορευμένος μετανάστης.
Το γεγονός ότι ο αιτητής αμφισβητεί ότι παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 17/5/2021 και έτσι δεν γνώριζε ότι είχε ακυρωθεί το δελτίο διαμονής του, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση, αφού αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν είναι το ζήτημα της απόφασης ακύρωσης του δελτίου διαμονής. Οτιδήποτε αφορά το ζήτημα αυτό, θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης άλλη προσφυγής. Αναλόγως δε των εξελίξεων υπάρχουν οι μηχανισμοί από τη διοίκηση για αποκατάσταση της νομιμότητας.
(…)
Αλλά ούτε τα ζητήματα που ο αιτητής θέτει σε σχέση με τη γνησιότητα του γάμου του μπορούν να εξεταστούν παρεμπιπτόντως μέσα στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, για τους ίδιους πιο πάνω εκτεθέντες λόγους (έμφαση και υπογράμμιση του Δικαστηρίου)».
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαι και με παραπομπή στην νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων. Αναφορικά με ζήτημα πλημμελούς δημοσίευσης, και άρα κατ’ αναλογία και πλημμελούς κοινοποίησης, ατομικών διοικητικών πράξεων, στο σύγγραμμα του Β. Καράκωστα «Η Αίτηση Ακυρώσεως Ερμηνευτικά Σχόλια και Νομολογία» 2η Εκδ. 2018, στην παράγραφο 1219 σελίδα 582 αναφέρεται σχετικώς:
«Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι πάσχουν τα ρυμοτομικά διατάγματα, γιατί δεν έχουν δημοσιευθεί νόμιμα στα ΦΕΚ κατά το πλήρες κείμενό τους, αλλά μόνο σε περίληψη, διότι δεν είναι δυνατός τώρα, κατά τον ακυρωτικό έλεγχο της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης, ο παρεμπίπτων έλεγχος της πράξης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, που αποτελεί ατομική πράξη αυτοτελώς προσβλητή (πρβλ. ΣτΕ 3306/1994). ΔΕφΑθ 7267/2004) (έμφαση του Δικαστηρίου)».
Στο σύγγραμμα του Καθ. Θ. Τσάτσου «Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας» Εκδ. 1971» στις σελίδες 70 και 227-228, το ζήτημα της μη κοινοποίησης ή δημοσίευσης μιας ατομικής διοικητικής πράξης θεωρείται ως παράβαση (ανάλογα με την περίπτωση-ουσιώδους ή μη) τύπου και άρα, ως τέτοια, εμπίπτει στους κατ’ εξοχήν λόγους ακυρότητας που δέον να εγείρονται και εξετάζονται στα πλαίσια προσφυγής εναντίον της πράξης αυτής».
Ανεξάρτητα των πιο πάνω πάντως και για ότι αξίζει, παραπέμπω στη σημείωση της ίδιας της επιστολής όπου καταγράφεται ρητώς η ταχυδρόμηση της, ενώ η διεύθυνση παραλήπτη που αναφέρεται επ’ αυτής φαίνεται η ίδια με τη δηλωθείσα στην απορριφθείσα αίτηση του Αιτητή (βλ. Κ. 326). Σχετικές ως προς το βάρος απόδειξης ότι η επιστολή δεν παραλήφθηκε είναι οι αποφάσεις ΕΔΔ αρ.86/2022 TARANJIT SINGH v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α. ημερ. 20.07.2022, ΕΔΔ Αρ. 57/18 Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Οικονομικών κ.ά. ν. Μ.Ε. Λεωφορεία Αμμοχώστου Λτδ ημερ. 09.02.2024, ΕΔΔ Αρ. 24/2021 Πανεπιστήμιο Κύπρου v. Thomas Sinclair ημερ. 17.06.2025 και ΈΔΔ Αρ. 38/2025 SM v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 27.02.2026. Στην τελευταία μάλιστα απόφαση του Εφετείου (SM) η καταγραφή στη σημείωση που εξετάστηκε ήταν παρόμοια με την υπό κρίση. Περαιτέρω βέβαια η επιστολή ημερ. 11.07.2023 (σύντομα μετά την επιστολή ημερ. 05.07.2023), στην οποία αναφέρεται ότι ο Αιτητής είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς να υποβάλει νέα αίτηση για άδεια παραμονής, αναδεικνύει μια ενέργεια ενδεικτική γνώσης του περιεχομένου της απορριπτικής επιστολής ημερ. 05.07.2023, προκύπτουσα ακριβώς από την ενέργεια υποβολής νέας αίτησης (σελ. 170 κεφαλαίου «Προθεσμία» το οποίο επιμελήθηκε ο Δ. Πυργάκης στο σύγγραμμα του Χ. Χρυσανθάκη «Συμβούλιο της Επικρατείας Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού & Δικονομικού Δικαίου», Εκδ. 2012, όπου αναφέρεται το τεκμήριο γνώσης η «Γνώση του περιεχομένου της πράξης από ενέργειες του αιτούντος προς τη διοίκηση»).
Είναι άρα στην αντίληψή μου σαφές ότι όσοι ισχυρισμοί τίθενται αναφορικά με το παράνομο της κοινοποιηθείσας με την επιστολή ημερ. 05.07.2023 απόφασης των Καθ΄ ων η αίτησή καθώς και με τη καταχώρηση ή διατήρησή του σε stop list δεν είναι εξεταστέοι από το παρόν.
Κατά συνέπεια ο πρώτος και κεντρικός ισχυρισμός του Αιτητή, ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης των Καθ’ ων η αίτηση με την ακυρωτική απόφαση και ότι η έκδοση των προσβαλλομένων συνιστά παραβίαση του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει στη Διοίκηση υποχρέωση συμμόρφωσης με τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων απορρίπτεται διότι στην παρούσα επίδικη δεν είναι οποιαδήποτε παράλειψη συμμόρφωσης των Καθ’ ων η αίτηση προς την ακυρωτική απόφαση, οι δε προσβαλλόμενες δεν εδράζονται στην ακυρωθείσα με την ακυρωτική απόφαση (έτους 2021) αλλά σε επόμενες πράξεις έτους 2023 (απόρριψη επόμενης αίτησης Αιτητή ημερ. 31.10.2022 και τοποθέτηση σε stop list ημερ. 16.10.2023) που η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε και επίσης δεν είναι υπό αναθεωρητική κρίση ενώπιον του παρόντος.
Εκ των πραγμάτων για τον ίδιο κατ’ ουσία λόγο, απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, με τον οποίο ο Αιτητής επικαλείται «πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα λόγω εσφαλμένης παραδοχής ότι ο Αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης από τις 16.10.2023 και ότι η άδεια παραμονής του είχε απορριφθεί καθότι με την ακυρωτική απόφαση το Δικαστήριο έκρινε παράνομη την απόφαση της διοίκησης και την ακύρωσε». Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η διοικητική απόφαση που ακύρωσε η ακυρωτική απόφαση ήταν η απόφαση ημερ. 26.06.2021, δύο και πλέον έτη προηγούμενη αυτών που επικαλέστηκε η διοίκηση στις εδώ προσβαλλόμενες. Άλλωστε πέραν της ίδιας της έκθεσης (Κ.45-Παράρτημα 14 σε ένσταση Καθ’ ων η αίτηση), και στις ίδιες τις προσβαλλόμενες, αιτιολόγησε ως παράνομη την παραμονή του από τον Οκτώβριο 2023 όταν είχε ήδη τεθεί σε stop list κατόπιν της επιστολής 05.07.2023 και όχι από τον Ιούνιο 2021 που ήταν η πράξη που ακυρώθηκε με την ακυρωτική απόφαση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας ως προς την ακυρωτική απόφαση και το ιστορικό νόμιμης παραμονής του Αιτητή και γάμου του με την ΥΕΕ σημειώνω τα ακόλουθα:
Στην έκθεση (Παράρτημα 14) εντοπίζω την καταγραφή ότι ο Αιτητής «Από τις 31/08/2015 μέχρι και τις 31/10/2022 υπέβαλε 5 φορές αίτηση για άδεια παραμονής στην δημοκρατία ΜΕU-2 ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη οι οποίες απορρίπτονταν». Η εν λόγω καταγραφή είναι εμφανώς εσφαλμένη εφόσον πράγματι η τελευταία αίτηση ημερ. 31.10.2022 απορρίφθηκε με την επιστολή ημερ. 05.07.2023 όμως όχι όλες οι προηγούμενες. Συγκεκριμένα ως ανέφερα στα γεγονότα, η αίτηση του ημερ. 12.05.2016 είχε εγκριθεί η δε αίτηση του ημερ. 10.07.2020 κατέληξε στην απορριπτική απόφαση ημερ. 26.06.2021, ακολούθως όμως αυτή ακυρώθηκε με την ακυρωτική απόφαση.
Περαιτέρω, ένα άλλο σφάλμα που εντοπίζω είναι επί των ιδίων των προσβαλλομένων όπου γίνεται επίκληση της ημερομηνίας «16.10.2023» ως ημερομηνίας εκκίνησης του παράνομου της παραμονής ενώ τότε το όνομα του Αιτητή ετέθη σε stop list (Παράρτημα 13 Ένστασης) αφού είχε παρέλθει η προθεσμία για αναχώρηση που του ετέθη με την επιστολή ημερ. 05.07.2023. Συγκεκριμένα στις προσβαλλόμενες (Παραρτήματα ΠΑ-ΠΓ σε Προσφυγή ή Παράρτημα 15 σε Ένσταση) αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης «καθότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 16/10/2023, όταν η άδεια παραμονής του/της ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη απορρίφθηκε από το Τμήμα Μετανάστευσης».
Καμία όμως από τις ανωτέρω δύο καταγραφές (σε έκθεση και σε προσβαλλόμενες) θεωρώ ότι αποτελεί ουσιώδες σφάλμα ή συνιστά ουσιώδη πλάνη [Γαλανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 43] εφόσον, η μεν δεύτερη ουσιαστικά καταγράφει κατά τι μικρότερο τον χρόνο παράνομης παραμονής του Αιτητή και άρα δεν ήταν με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενής για τον Αιτητή ενώ η πρώτη αφορούσε δεδομένα προηγούμενα του ερείσματος των εδώ προσβαλλομένων, το οποίο είναι οι πράξεις έτους 2023.
Άρα από τη στιγμή που, κατά τον έλεγχο των Καθ΄ων η αίτηση στις 15.02.2026, η παραμονή του Αιτητή στη Δημοκρατία ήταν παράνομη κι’ αυτό σίγουρα μετά την απόρριψη της τελευταίας αίτησής του ημερ. 31.10.2022, το αν είχε προηγηθεί και διάστημα νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία δεν είναι παράμετρος ουσιώδης για την έκδοση των προσβαλλομένων, ο δε Αιτητής, ο οποίος έχει και το βάρος να αποδείξει το ουσιώδες της πλάνης (Πρ. Αρ. 635/2012 SC Xenofontos Mechanical Constructions Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ημερ. 26.05.2015 και Republic v. Ekkeshic (1975) 3 CLR 548), δεν προσφέρει οτιδήποτε προς το σκοπό αυτό πέραν της παραπομπής στην ακυρωτική απόφαση, η οποία όμως ως ανέφερα δεν αφορούσε την πράξη ημερ. 05.07.2023, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε επίδικη είναι ενώπιον του παρόντος.
Πέραν όμως των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί πλάνης (και πλημμέλειας αιτιολογίας) ως προς το διάστημα της προηγούμενης νόμιμης παραμονής και γάμου του με την ΥΕΕ θα ήταν και πάλι απορριπτέος, δεδομένου του παράνομου της παραμονής κατά τον έλεγχο στις 15.02.2026, καθότι, ως έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενες αποφάσεις (βλ ενδεικτικώς την απόφαση στην Υπόθεση Αρ. 1327/2023 M S M ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΏΝ κ.α. ημερ. 21.11.2023 της οποίας το σκεπτικό υιοθετείται, κατ’ αναλογία και εδώ) με παραπομπή σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ (C-38/14 Samir Zaizoune) και την Οδηγία 2008/115[1], από τη στιγμή που ο αλλοδαπός διαπιστώνεται ως παρανόμως διαμένων, πρέπει πλέον υποχρεωτικά να απελαύνεται. Άρα το όποιο διάστημα νόμιμης παραμονής πριν την απόρριψη της αίτησης ημερ. 31.10.2022 δεν είναι ουσιώδες εφόσον και πάλι θα έπρεπε οι Καθ’ ων η αίτηση να εξέδιδαν τις προσβαλλόμενες εφόσον κατά τον έλεγχο διαπίστωσαν το παράνομο της παραμονής κατόπιν της έκδοσης των πράξεων του 2023 και της μη διευθέτησης έκτοτε της παραμονής του.
Ως δε προς αυτό το τελευταίο, δέον να σημειωθεί ότι, μετά την επιστολή ημερ. 05.07.2023 και την ισχυριζόμενη προσπάθεια του να υποβάλει νέα αίτηση (ως αναφέρθηκε στην επιστολή της δικηγόρου του ημερ. 11.07.2023), δε φαίνεται να προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς το σκοπό διευθέτησης της νομιμότητας της παραμονής του ή έστω λήψης νομικών μέτρων για σκοπούς παραλαβής και/ή απόφασης επί αίτησής του τόσο πριν αλλά κυρίως κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης. Ως αποτέλεσμα, η παραμονή του στις 15.02.2026 ήταν σίγουρα παράνομη.
Στο σημείο αυτό να αναφέρω εν παρόδω (λόγω ότι δεν ελέγχεται από το παρόν η απόφαση που περιέχεται στην επιστολή ημερ. 05.07.2023) ότι, σε συμφωνία με τη συνήγορο του Αιτητή πράγματι στην όλη διοικητική ενέργεια που προηγήθηκε των προσβαλλομένων, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά περί της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης ή της επ’ αυτής έφεσης. Όμως, από την άλλη μεριά, η αιτιολογία της ακυρωθείσας με την αιτιολογία της αναφερόμενης στην επιστολή ημερ. 05.07.2023 ήταν διαφορετική. Τις κατέγραψα στα γεγονότα. Η πρώτη ανέφερε ότι η συμβίωση διήρκεσε λιγότερα από 3 έτη και ακυρώθηκε βάσει της κρίσης στην ακυρωτική απόφαση ότι η διάρκεια του γάμου μέχρι την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης διαζυγίου ήταν πέραν των τεσσάρων ετών ενώ στη δεύτερη, η αίτηση απορρίφθηκε (και τερματίστηκε το δικαίωμα διαμονής του Αιτητή) με την αιτιολογία ότι η ΥΕΕ αναχώρησε από τη Δημοκρατία σε χρόνο πριν την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου. Άρα δε φαίνεται, εκ πρώτης όψεως το ζήτημα να εξετάστηκε από τη σκοπιά της διάρκειας του γάμου [άρθρο 26(2)(α) του Ν. 7(Ι)/2007) που αποτέλεσε πεδίο κρίσης στην ακυρωτική απόφαση] αλλά από τη σκοπιά της (διαπίστωσης) της αναχώρησης της ΥΕΕ από τη Δημοκρατία πριν την έναρξη της διαδικασίας διαζυγίου. Συνεπώς δε βλέπω ούτε από αυτή τη οπτική, γιατί ήταν ουσιώδης η αναφορά της στην αιτιολόγηση ή έρευνα κατά την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων.
Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα των πιο πάνω ρηθέντων εν παρόδω, θεωρώ ότι τυχόν ακυρωτικό εύρημα, στα πλαίσια της παρούσας, ουσιώδους πλάνης ή πλημμελούς αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς από τους Καθ’ ων η αίτηση στις εδώ προσβαλλόμενες της ακυρωτικής απόφασης, ενώ είχε μεσολαβήσει η απόφαση ημερ. 05.07.2023, εμμέσως απολήγει σε έλεγχο επί της νομιμότητας της απόφασης ημερ. 05.07.2023 ή τη συμμόρφωση της έναντι της ακυρωτικής απόφασης χωρίς όμως η πράξη αυτή (η 05.07.2023) να είναι επίδικη. Ή σε μια άλλη ανάγνωση, με ένα τέτοιο ακυρωτικό εύρημα θα ήταν σαν να αποφασίζεται από το παρόν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να είχαν διερευνήσει ή αιτιολογήσει τη μη ανάκληση της απόφασης ημερ. 05.07.2023 προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση ενώ ούτε κάτι τέτοιο είναι επίδικο στα πλαίσια της παρούσας.
Απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος ακύρωσης ότι το διάταγμα κράτησης παραβιάζει το δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας βάσει του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ. Και ο λόγος αυτός εδράζεται στη θεώρηση ότι οι προσβαλλόμενες παραβίασαν την ακυρωτική απόφαση και στο ότι η εκεί προσβαλλόμενη έτυχε ακύρωσης, όμως, ως ανέφερα ήδη, αυτό δεν είναι η περίπτωση, εφόσον το εδώ προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης καθώς και οι λοιπές προσβαλλόμενες έχουν ως έρεισμα μεταγενέστερες κατά δύο και πλέον έτη πράξεις των Καθ’ ων η αίτηση. Ο πέμπτος λόγος ακύρωσης, περί κατάχρησης εξουσίας είναι αόριστος και, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος εφόσον δεν προτείνεται ούτε άλλωστε διαπιστώνω η διοίκηση να χρησιμοποίησε τις εξουσίες της για να παρακάμψει με οποιονδήποτε τρόπο την ακυρωτική απόφαση. Ομοίως αόριστος και απορριπτέος είναι και ο έκτος λόγος ακύρωσης, ότι το διάταγμα απέλασης αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης καθότι, πέραν της έγερσης του ισχυρισμού, δεν εξηγείται πως προκύπτει παράβαση της αρχής αυτής με αναφορά στις περιστάσεις του Αιτητή (σχ. η ΕΔΔ Αρ. 178/2018 Χριστοδουλίδου v. Δημοκρατίας ημερ. 13.05.2024 όπου επικροτήθηκε η πρωτόδικη θεώρηση ότι ο λόγος ακυρώσεως θα πρέπει να απορριφθεί «εκ προοιμίου ως αόριστος, καθότι οι αιτητές παρέλειψαν να υποστηρίξουν αυτόν με αναφορές στα πραγματικά τους δεδομένα»).
Τα ανωτέρω απαντούν θεωρώ και σε όσα αναπτύχθηκαν στα κεφάλαια Α-Δ της Αγόρευσης του Αιτητή, τα οποία επίσης οδηγούνται σε απόρριψη. Στην παρούσα δε μπορεί να τεθεί ζήτημα παράβασης του Άρθρου 146.5Α του Συντάγματος ή δεδικασμένου ή παράλειψης συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση καθότι εδώ η κήρυξή του Αιτητή ως απαγορευμένου και τα διατάγματα κράτησης και απέλασης δεν εδράστηκαν στην ακυρωθείσα με την ακυρωτική απόφαση ούτε αυτή ήταν το αναφερόμενο ως «θεμέλιο της ετικέτας «απαγορευμένος» και της καταχώρισής του στο σχετικό σύστημα/κατάλογο», αλλά μεσολάβησε η απορριπτική απόφαση Ιουλίου 2023, και ακολούθως αυτής, η καταχώρησή του σε stoplist τον Οκτώβριο 2023. Ούτε άρα αναιτιολόγητη ήταν η έκθεση (Κ. 45 -Παράρτημα 14 σε ένσταση) εφόσον εκεί κατεγράφη η καταχώρηση του Αιτητή σε stop list τον Οκτώβριο 2023 (και η απόρριψη της αίτησης ημερ. 31.10.2022) που ήταν γεγονός και, εν πάση περιπτώσει, ως ανέφερα ήδη πιο πάνω, δεν είναι εδώ υπό παρεμπίπτουσα αναθεωρητική εξέταση. Περαιτέρω αναφέρθηκε η μη διευθέτηση της νομιμότητας της παραμονής του Αιτητή κατόπιν τούτων και το παράνομο της παραμονής του μέχρι και τον έλεγχο ημερ. 15.02.2026.
Δεδομένων των πιο πάνω, οι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται όπως και η προσφυγή. Οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με 1.500 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (εφεξής η «Οδηγία»)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο