JALAL ALIBED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 2296/2022, 9/3/2026
print
Τίτλος:
JALAL ALIBED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 2296/2022, 9/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

 

(Υπόθεση Αρ. 2296/2022 (i-Justice))

 

9 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

   JALAL ALIBED                                                                       Αιτητής

                                                 ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

                            

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Π. Χατζηπαναγιώτου, για Αιτητή

Α. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών («ο Υπουργός»), που περιέχεται σε επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 18.10.2022, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Όπως αυτολεξεί αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή προς τον αιτητή-

 

«[.] η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχετε αποδείξει ότι έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς σας στη Δημοκρατία.».

 

Σύντομη αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτει ότι ο αιτητής, υπήκοος Συρίας, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία ως επισκέπτης στις 14.8.2003 και ως επισκέπτης επανήλθε στη χώρα κατά το επόμενο έτος, στις 24.7.2004, και αναχώρησε στις 12.9.2004.

 

Στις 28.9.2009, ο αιτητής ήλθε εκ νέου στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου που είχε εξασφαλίσει, προκειμένου να φοιτήσει σε κολλέγιο και παραχωρήθηκε σε αυτόν σχετική άδεια ως φοιτητή. Η εν λόγω άδεια ανανεωνόταν μέχρι τις 30.6.2011.

 

Ακολούθως, στις 11.7.2011, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με Βουλγάρα υπήκοο.

 

Λίγο αργότερα, στις 28.12.2011, το κολλέγιο όπου φοιτούσε ο αιτητής, ενημέρωσε ότι ο αιτητής είχε αποβληθεί από αυτό, καθότι δεν ανανέωσε την εγγραφή του, ούτε και παρακάθετο στο μαθήματα. Συνακόλουθα, στις 27.1.2012, το Τμήμα ενημέρωσε τον αιτητή ότι η άδειά του είχε λήξει στις 30.6.2011 και ότι δεν μπορούσε να ανανεωθεί, καλούσε δε αυτόν όπως αναχωρήσει από τη Δημοκρατία.

 

Στις 7.2.2012, τα στοιχεία του αιτητή καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (Stop list).

 

Εν συνεχεία, στις 16.3.2012, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ως σύζυγος Ευρωπαίας, η οποία απορρίφθηκε στις 12.7.2012, καθότι, όπως διαπιστώθηκε από διενεργηθείσα έρευνα των μελών της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (ΥΑΜ) Λευκωσίας, αυτός δεν συζούσε με τη σύζυγό του.

 

Στις 13.7.2015, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στον αιτητή μέχρι τις 13.7.2020.

 

Στις 20.7.2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δια πολιτογράφησης, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό στις 13.9.2022. Η απορριπτική, επίδικη, απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή δια της προαναφερθείσας επιστολής του Τμήματος ημερομηνίας 18.10.2022, όπου περιλαμβάνονταν και οι λόγοι της απόρριψης.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, στις 29.12.2022.

 

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι στις 5.7.2022, εκδόθηκε άδεια παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, με ισχύ μέχρι τις 5.7.2032.

 

Με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), ο συνήγορος του αιτητή τονίζει ότι ο αιτητής πληρούσε όλα τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση. Προβάλλει δε ότι οι καθ’ ων η αίτηση, χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατέληξαν στη διαπίστωση ότι ο αιτητής δεν έχει τα απαραίτητα εισοδήματα για τη διαβίωση αυτού και της οικογένειάς του: αντίθετα, κατά τον συνήγορο του αιτητή, ο τελευταίος ενεγράφη και εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενος και «λαμβάνει ένα αξιοπρεπέστατο εισόδημα», η δε σύζυγος του αιτητή, παρόλο που δεν εργάζεται, λαμβάνει το επίδομα τρίτεκνης οικογένειας, γεγονός που δεν λήφθηκε υπόψη.

 

Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του αιτητή, στοιχειοθετούν και πρόσθετο λόγο ακύρωσης που έγκειται στην εμφιλοχώρηση ουσιώδους πραγματικής πλάνης στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, που έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.

 

Προβάλλεται, τέλος, και ο ισχυρισμός ότι όλες οι πιο πάνω ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση και ο τρόπος που έτυχε χειρισμού η αίτηση του αιτητή, στοιχειοθετούν και πρόσθετους λόγους ακύρωσης, αφορώντες σε παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας της Διοίκησης και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα δε τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο.

 

Επιπρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, τονίζουν την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, ως έκφανση της άσκησης της κρατικής κυριαρχίας της Δημοκρατίας, κατά την εξέταση αιτήσεων ως η υπό κρίση. Σε καμία δε περίπτωση, υποβάλλει η κα Αχιλλέως, δεν παραβιάστηκε η αρχή της καλής πίστης.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Είναι πρόδηλο, στη βάση των ενώπιον μου τεθέντων και δη των παραρτημάτων του δικογράφου της ένστασης, ότι οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση του αιτητή για πολιτογράφηση, στη βάση του άρθρου 111 του Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, παρέχεται στον Υπουργό η δυνατότητα να χορηγήσει την Κυπριακή υπηκοότητα διά πολιτογράφησης, σε αιτούντα αλλοδαπό, «[.] ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα µε τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα». Στον δε Τρίτο Πίνακα του Νόμου, προβλέπονται τα απαιτούμενα προσόντα αλλοδαπού που ζητεί πολιτογράφηση.

 

Τονίζεται εξ’ αρχής ότι, κατά πάγια νομολογία, ακόμα και η υφ’ ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 111 του Νόμου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δια πολιτογραφήσεως. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και, επομένως, το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, η διακριτική ευχέρεια του κράτους να παραχωρήσει υπηκοότητα δια πολιτογράφησης, είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (βλ. και Michael Kamel Barakat v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371). Αποτελεί δε η ευχέρεια αυτή, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας του κράτους (Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203). Η δε τήρηση της αρχής της καλής πίστης είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Στην, άμεσα σχετική απόφαση, Reyes, ανωτέρω, η οποία επίσης αφορούσε αίτημα πολιτογράφησης, λέχθηκαν τα εξής:

 

«[.] Η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί βεβαίως αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση. Εκτός από τη βούληση του ατόμου, η οποία εκφράζεται με την υποβολή αίτησης, απαιτούμενο στοιχείο είναι και η έκφραση κυρίαρχης βούλησης της πολιτείας που δύναται να προσδώσει την ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής, βλ. Δίκαιο Ιθαγένειας, Ζωή Παπασιώπη Πασιά, 7η έκδοση, σελ. 124-126. Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και  σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα. Εντός του εν λόγω πλαισίου, εντάσσεται και φυσικά δεν αναιρείται, η υποχρέωση καλόπιστης εξέτασης του αιτήματος και διεξαγωγή δέουσας έρευνας.

 

Ο ασκών την εξουσία, δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα, όταν η απόφαση του στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε οτιδήποτε πέραν αυτής.  Εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 A.A.Δ. 307).

 

Tο τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).».

 

Εφόσον λοιπόν η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, σελ.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).

Εν προκειμένω, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε στη βάση του άρθρου 111 του Νόμου και του Τρίτου Πίνακα αυτού, εφόσον ο αιτητής δεν απέδειξε ότι είχε επαρκείς πόρους για τη δική του διαβίωση στη Δημοκρατία, καθώς και για αυτή των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς του.  

 

Συναφώς, παρατηρώ ότι στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, διενεργήθηκε προσωπική συνέντευξή του στις 16.6.2021, όπου τού έγιναν ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, και σε σχέση με την εργασία του και τα εισοδήματά του, ενώ στη συνέχεια ετοιμάστηκε σχετικό σημείωμα, ημερομηνίας 16.6.2021, από Λειτουργό του Τμήματος, με την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, το οποίο υποβλήθηκε στον Υπουργό μέσω Αν. Διευθυντή του Τμήματος (παράρτημα 15 στην ένσταση). Όπως προκύπτει από το εν λόγω σημείωμα, εξετάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση και λήφθηκαν υπόψη όλοι οι σχετικοί παράγοντες και κριτήρια αναφορικά με την περίπτωση του αιτητή, περιλαμβανομένων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων, τα οποία κρίθηκε ότι, πράγματι, ο αιτητής πληρούσε, του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, του τόπου διαμονής του, της εργασίας του, των απολαβών του και των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών του στη Δημοκρατία. Ειδικότερα όσον αφορά στην επίδικη διαπίστωση, όπως αναφέρεται στην υποβληθείσα προς τον Υπουργό εισήγηση της Λειτουργού Εξέτασης, ο αιτητής διαμένει μαζί με τη Βουλγάρα σύζυγό του και τρία παιδιά σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία, με μηνιαίο ενοίκιο €450. Αναγράφεται περαιτέρω ότι «από τις 30.10.2018 μέχρι σήμερα ο αιτητής εργάζεται ως αυτοεργοδοτούμενος μπογιατζής με μηνιαίες απολαβές €1000-€1200 (ερ. 232-231)», καθώς και ότι «ο αιτητής παρόλο που εργάζεται στη Δημοκρατία καταβάλλει ελάχιστες εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ερ.231). Η σύζυγός του δεν εργάζεται». Στη βάση των προεκτεθέντων, υποβλήθηκε η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή, με την οποία ο Υπουργός συμφώνησε και απέρριψε την αίτηση.

 

Τα πιο πάνω, αλλά και γενικότερα το σύνολο των ενεργειών της Διοίκησης στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, καταδεικνύουν τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, ενεργώντας εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, ορθά και σύννομα έλαβαν υπόψη τους και προσμέτρησαν δεόντως στην τελική τους κρίση, και την οικονομική κατάσταση και τους οικονομικούς πόρους συντήρησης του αιτητή και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς του στη Δημοκρατία καθόλο το διάστημα που εκκρεμούσε η αίτησή του, ευρήματα που οι καθ’ ων δικαιολόγησαν με επάρκεια: πρόκειται για παράγοντα που, σύμφωνα και με τη νομολογία (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 A.A.Δ. 307), επιβάλλεται να διερευνάται και να λαμβάνεται υπόψη από τη Διοίκηση στην τελική της κρίση επί αιτήσεων πολιτογράφησης, πέραν από τη διερεύνηση άλλων λόγων που ενδεχομένως να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή (βλ. και τις πρόσφατες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις N.R.B. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 775/2023, ημερ. 18.8.2025, Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 191/2022 (i-Justice), ημερ. 8.4.2025 και L.C.W. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1343/2022 (i-Justice), ημερ. 7.4.2025).

 

Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας, η οποία, αντίθετα, κρίνεται επαρκής και/ή η δέουσα. Ενώπιον των καθ' ων η αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, προκειμένου να ληφθεί η, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, απόφαση για απόρριψη της αίτησης για πολιτογράφηση. Όφειλαν οι καθ' ων η αίτηση να διενεργήσουν έρευνα αναφορικά με κάθε σχετικό και ουσιώδες για την αίτηση στοιχείο και αυτό έπραξαν, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός να στερείται ερείσματος. Προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα παραρτήματα της ένστασης, ότι οι καθ' ων η αίτηση διενήργησαν ενδελεχή και, εν πάση περιπτώσει, επαρκή έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ενώπιον των οποίων είχαν τεθεί όλα τα απαιτούμενα και/ή σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα έρευνα να τεκμαίρεται ότι υπήρξε πλήρης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η μορφή και έκταση της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Oleg Nagorny, ανωτέρω) και ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενό της. Η δε έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού και ουσιώδους γεγονότος, που παρέχει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14.3.2013 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/09, 14.1.2014). Περαιτέρω, ως είναι παγίως αναγνωρισμένο, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής και περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017, Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147, Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543, LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ, 21.12.2016, Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016).

 

Επιπρόσθετα, στη βάση των προεκτεθέντων, δεν εντοπίζω και οτιδήποτε που θα μπορούσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς περί εμφιλοχωρήσασας πλάνης, αλλά και περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν προεκτεθεί, θεωρώ ότι οι καθ' ων η αίτηση ενάσκησαν καλόπιστα τη διακριτική τους ευχέρεια στην προκειμένη περίπτωση και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Εφόσον δε τηρείται η προϋπόθεση της καλής πίστης, η κρίση της Διοίκησης αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Ήρωα, ανωτέρω).

 

Περαιτέρω, κρίνω ότι στερείται ερείσματος και ο ισχυρισμός περί έλλειψης επαρκούς και/ή δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η επίδικη απόφαση του Υπουργού στηρίχθηκε στο περιεχόμενο της υποβληθείσας σε αυτόν έκθεσης και απωτυπώνεται χωρίς διαφοροποίηση στην επίδικη επιστολή προς τον αιτητή, ημερομηνίας 18.10.2022. Για τους δε προεκτεθέντες, περιεχόμενους στο σημείωμα, λόγους, οι καθ' ων η αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν διέθετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογένειάς του στη Δημοκρατία.

 

Από τα ενώπιον μου τεθέντα, και κυρίως από τα παραρτήματα της ένστασης, προκύπτει με επαρκή σαφήνεια το σύνολο των ενεργειών της Διοίκησης που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, καθώς και τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για τη διαμόρφωση της τελικής κρίσης των καθ' ων η αίτηση, με αποτέλεσμα η επίδικη, απορριπτική απόφαση, στην οποία βεβαίως περιλαμβάνονται και οι λόγοι απόρριψης της αίτησης, ως αυτοί έχουν προεκτεθεί και περιέχονται στην επιστολή που εστάλη στον αιτητή, να κρίνεται ως επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270), εφόσον αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί του οποίου στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, ΕΔΔ 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 49/2019, ημερ. 23.10.2023).

 

Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, κυρίως δε από το έντυπο προσωπικής συνέντευξης αλλά και το προαναφερθέν σημείωμα που είχε αρμοδίως ετοιμαστεί στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης πολιτογράφησης, και από το οποίο προκύπτουν οι διατάξεις του Νόμου (άρθρο 111) και οι λόγοι απόρριψης της εν λόγω αίτησης από τη Διοίκηση (Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).

Συνεπώς, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης.

 

Συνεπώς, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζω και οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει με την απαιτούμενη επάρκεια, συμπεριφορά συνιστώσα παραβίαση της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, υπό το φως βεβαίως των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω.

 

Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα, καλόπιστα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος και δε διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στην τελική τους κατάληξη (βλ. και τις απορριπτικές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις M.N.A. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 24/2022 (i-Justice), ημερ. 7.2.2025, N.G. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1736/2022 (i-Justice), ημερ. 6.11.2024, I. B.M. A. Ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 707/2020, ημερ. 17.1.2023, I.J. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 744/2019, ημερ. 14.9.2022, Cabardo v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1514/2019, ημερ. 6.5.2022, όπου εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα).

 

Συνεπώς, δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο