EMIL SATTAROV ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 463/2022 και 1050/2022, 27/3/2026
print
Τίτλος:
EMIL SATTAROV ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 463/2022 και 1050/2022, 27/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 463/2022 και

1050/2022) - (iJustice))

 

27 Μαρτίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

(Υπόθ. αρ. 463/2022 (iJustice))

EMIL SATTAROV

Αιτητής,

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ

ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Καθ’ ων η αίτηση.

__________________________________

(Υπόθ. αρ. 1050/2022 (iJustice))

EMIL SATTAROV

Αιτητής,

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ

ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΩΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Αίτηση ημερομηνίας 28.8.2025 για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων

Χαρά Κλεοβούλου, για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

 E Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η     Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Προσβαλλόμενη με την προσφυγή με αρ. 463/2022, αποτελεί η νομιμότητα της απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 9.2.2022, με την οποία η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 111Α(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, έτυχε απόρριψης.

 

  Ενόψει της έκδοσης της απορριπτικής πιο πάνω αναφερόμενης διοικητικής απόφασης, οι καθ’ ων η αίτηση, με την επιστολή ημερομηνίας 13.5.2022, γνωστοποίησαν στον αιτητή την ακύρωση της άδειας μετανάστευσης που είχε παραχωρηθεί προς τον αιτητή για σκοπούς υποβολής της αναφερόμενης πιο πάνω αίτησης για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση. Η νομιμότητα της πιο πάνω διοικητικής απόφασης, αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής με αρ. 1050/2022. Οι δύο προσφυγές συνεκδικάστηκαν, κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.5.2025.

 

  Σημειώνεται πως, οι παρούσες συνεκδικαζόμενες προσφυγές, μαζί με μεγάλο αριθμό άλλων προσφυγών, με το ίδιο αντικείμενο, τέθηκαν ενώπιον της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου, προς εκδίκαση κοινής εγερθείσας προδικαστικής ένστασης εκ μέρους της Δημοκρατίας, ως προς το κατά πόσον το αντικείμενό τους, αφορούσε σε έκδοση μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, καθότι αφορούσε σε έκδοση πράξης κυβερνήσεως.

 

  Με την απόφαση στις υποθ. αρ. 40/2021 κ.ά., Berleva Vadimovna ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 9.7.2024, η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου, απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση, κατέληξε πως δεν επρόκειτο περί κυβερνητικής πράξεως και όλες οι προσφυγές τέθηκαν ενώπιον των φυσικών τους Δικαστών, για εξέταση των υπόλοιπων εγειρόμενων προδικαστικών ζητημάτων και ουσίας.

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, ο αιτητής υπήκοος Καζακστάν, υπέβαλε στις 4.4.2019 αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση, ως επιχειρηματίας / επενδυτής, βάσει του άρθρου 111Α(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός τροποποιήθηκε, και στη βάση των προνοιών της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 86.879, ημερομηνίας 13.2.2019, η οποία έθετε, ανάμεσα σε άλλα, την πλήρωση συγκεκριμένων οικονομικών κριτηρίων. Ένα εκ των οικονομικών κριτηρίων, ήταν αυτό της πρόνοιας Α.2, επένδυση σε ακίνητα, αναπτύξεις και έργα υποδομής, βάσει της οποίας ο συγκεκριμένος επενδυτής, προκειμένου να δύναται να υποβάλει αίτηση, θα έπρεπε να είχε προβεί σε επένδυση ύψους τουλάχιστον €2.000.000 για αγορά ή ανέγερση ακινήτων ή δημιουργία αναπτύξεων κ.ο.κ.

   Συνοπτικά, αναφέρεται πως σύμφωνα με την παράγραφο 4 των γεγονότων της προσφυγής με αρ. 463/2022, ο αιτητής περί τα τέλη του 2018, προέβη σε επένδυση σε οικιστική ακίνητη ιδιοκτησία, συμφωνηθείσας αξίας €5.520.000 δυνάμει συμφωνίας μακροχρόνιας μίσθωσης, ημερομηνίας 12.12.2018, με μισθωτή τον ίδιο και εκμισθωτή την Parklane Hotels Limited, για τη μίσθωση ενός διαμερίσματος επί του κτιριακού συγκροτήματος “Park Tower’ στη Λεμεσό, για περίοδο 150 ετών.

 

  Αναφέρεται στην παράγραφο 8 της Ένστασης, πως στις 12.8.2019, στα πλαίσια εξέτασης της υποβληθείσας αίτησης, το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε τις απόψεις του Υπουργείου Οικονομικών για το κατά πόσον η υποβληθείσα αίτηση πληρούσε τις πρόνοιες του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, αποστέλλοντας και αντίγραφο των οικονομικών εγγράφων που ο αιτητής επισύναψε στην αίτησή του, έγγραφο το οποίο διαβαθμίστηκε ως Εμπιστευτικό. Το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή ημερομηνίας 29.10.2019, η οποία διαβαθμίστηκε επίσης ως Εμπιστευτική, ενημέρωσε το Υπουργείο Εσωτερικών πως η αίτηση πληρούσε τα κριτήρια των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

  Στα πλαίσια περαιτέρω έρευνας, το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή ημερομηνίας 12.8.2019, ζήτησε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, Διεύθυνση ΔΕΕ & ΔΑΣ, να πληροφορήσει κατά πόσον η Υπηρεσία του κατέχει οποιαδήποτε στοιχεία από την Interpol, για τον αιτητή, περιλαμβανομένων και ακυρωθέντων αγγελιών. Με επιστολή ημερομηνίας 18.12.2019, η Διεύθυνση ΔΕΕ & ΔΑΣ, του Αρχηγείου Αστυνομίας, ενημέρωσε πως δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε πληροφορία εναντίον του αιτητή. Και τα δύο αυτά έγγραφα, διαβαθμίστηκαν ως Εμπιστευτικά.

 

  Ακολούθησε έλεγχος του αιτητή, μέσω της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων δέουσας επιμέλειας WorldCheck, όπου δεν εντοπίστηκε προφίλ.

 

  Στη συνέχεια, διενεργήθηκε ενισχυμένος έλεγχος δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) από διεθνή εξειδικευμένη εταιρεία δέουσας επιμέλειας, ήτοι εταιρεία με την οποία το Υπουργείο Εσωτερικών έχει συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών ενισχυμένων ελέγχων δέουσας επιμέλειας. Αποτέλεσμα του ελέγχου, υπήρξε η εκπόνηση σχετικής ατομικής έκθεσης ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence reportEDDR), όπου εντοπίστηκε για τον αιτητή ρίσκο σε θέματα νομιμότητας των πηγών εισοδήματος και αρνητικής φημολογίας. Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, το εν λόγω έγγραφο είναι επίσης διαβαθμισμένο ως απόρρητο.

 

  Στις 14.8.2020, ο Υπουργός Εσωτερικών, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα του ελέγχου δέουσας επιμέλειας, τα οποία καταγράφονται σε εξατομικευμένο σημείωμα ίδιας ημερομηνίας, εισηγήθηκε προς το Υπουργικό Συμβούλιο, υποβάλλοντας προς τούτο Πρόταση, η οποία διαβαθμίστηκε ως Εμπιστευτική, την απόρριψη της αίτησης.

 

  Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 22.7.2021, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, στα πλαίσια της Εμπιστευτικής Πρότασης που υπεβλήθη από το Υπουργείο Εσωτερικών.

 

  Τα πιο πάνω, είχαν ως αποτέλεσμα την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων, με την απόρριψη της αίτησης του αιτητή για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση (463/2022 (iJ)), απόφαση ημερομηνίας 9.2.2022 και συνεπεία τούτου, την ακύρωση της άδειας μετανάστευσης που είχε εκδοθεί στον αιτητή (1050/2022 (iJ)), απόφαση ημερομηνίας 13.5.2022.

 

  Εν αναμονή καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης του αιτητή, υπεβλήθη στις 28.8.2025, η υπό εκδίκαση αίτηση, με την οποία ο αιτητής, ζητά τα ακόλουθα:-

 «Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως αποκαλύψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του και/ή επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να επιθεωρήσουν, όλους ανεξαιρέτως τους σχετικούς με τις επίδικες υποθέσεις διοικητικούς φακέλους και περαιτέρω επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να λάβουν αντίγραφα οποιωνδήποτε εγγράφων περιλαμβάνονται στους εν λόγω φακέλους.

Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως αποκαλύψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του και/ή επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να επιθεωρήσουν τα έγγραφα με ένδειξη και/ή αναφορά «ερυθρά 8» και με τίτλο «Προς Αρχηγό Αστυνομίας» του σχετικού διοικητικού φακέλου υπ’ αρ. 6.11.4.2.3236Ε, των υπό των ως άνω αριθμών και τίτλων υποθέσεων και περαιτέρω επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να λάβουν αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων. 

Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως αποκαλύψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του και/ή επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να επιθεωρήσουν τα έγγραφα με ένδειξη και/ή αναφορά «ερυθρά 11-10» και με τίτλο «Από Interpol» του σχετικού διοικητικού φακέλου υπ’ αρ. 6.11.4.2.3236Ε, των υπό των ως άνω αριθμών και τίτλων υποθέσεων και περαιτέρω επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να λάβουν αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων.

Δ. Διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως αποκαλύψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του και/ή επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να επιθεωρήσουν τα έγγραφα με ένδειξη και/ή αναφορά «ερυθρά 12» και με τίτλο «Έκθεση Αποτελεσμάτων», του σχετικού διοικητικού φακέλου υπ’ αρ. 6.11.4.2.4346Ε, των υπό των ως άνω αριθμών και τίτλων υποθέσεων και τον ενισχυμένο έλεγχο δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) και την ατομική έκθεση ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence report - EDDR) που αναφέρονται στην παράγραφο 11 της ένστασης στην υπόθεση αρ. 463/2022 και στην παράγραφο 12 της ένστασης στην υπόθεση αρ. 1050/2022 και περαιτέρω επιτρέψουν στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του να λάβουν αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων.

Ε. Διαζευκτικά προς τα Α-Δ ανωτέρω, διάταγμα με το οποίο να εξαιρούνται από τον σχετικό διοικητικό φάκελο υπ’ αριθμό 6.11.4.2.3236Ε και/ή από τα προς επίκληση από τους διαδίκους και/ή προς εξέταση από το Δικαστήριο έγγραφα για σκοπούς απόφασης επί και/ή στα πλαίσια των υποθέσεων υπό των ως άνω αριθμών και τίτλων:

(1) τα έγγραφα του σχετικού διοικητικού φακέλου υπ’ αρ. 6.11.4.2.3236Ε με ένδειξη και/ή αναφορά:

i. «ερυθρά 8» και με τίτλο «Προς Αρχηγό Αστυνομίας»,

ii. «ερυθρά 11-10» και με τίτλο «Από Interpol»,

iii. «ερυθρά 12» και με τίτλο «Έκθεση Αποτελεσμάτων» και

(2) τα επιπρόσθετα έγγραφα που επίσης αναφέρονται στις ενστάσεις των Καθ’ ων η Αίτηση στις υπό των ως άνω αριθμών και τίτλων υποθέσεων και συγκεκριμένα τον ενισχυμένο έλεγχο δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) και την ατομική έκθεση ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence reportEDDR) που αναφέρονται στην παράγραφο 11 της ένστασης στην υπόθεση αρ. 463/2022 και στην παράγραφο 12 της ένστασης στην υπόθεση αρ. 1050/2022 αντίστοιχα.

ΣΤ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο/η ή/και εύλογο/η υπό τις περιστάσεις».

 

  Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Κανονισμούς 10 – 12, 17 - 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015, Ν. 131(Ι)/2015 και στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, στη Δ.28 Θ.Θ. 5 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 19(1)(β) και (ε) του περί Δικαιώματος Πρόσβασης σε Πληροφορίες του Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2017, Ν. 184(Ι)/2017.  

 

  Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Σταυριάνας Χαραλάμπους, δικηγόρου εργαζόμενης στο γραφείο των δικηγόρων του αιτητή, η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και γνωρίζει τα γεγονότα από τη μελέτη των φακέλων και πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους που χειρίζονται τις υποθέσεις.

 

  Η ενόρκως δηλούσα, αφού αναφέρεται στα γεγονότα των υποθέσεων και την ενώπιον της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου διαδικασίας που ακολουθήθηκε, υποβάλλει πως κατά την επιθεώρηση των διοικητικών φακέλων, στο Υπουργείο Εσωτερικών, διαπιστώθηκε η απουσία των εγγράφων: i. «ερυθρό 8», με τίτλο «Προς Αρχηγό Αστυνομίας», ii. «ερυθρά 11-10», με τίτλο «Από Interpol» και iii. «ερυθρό 12», με τίτλο «Έκθεση Αποτελεσμάτων», καθώς επίσης, ο ενισχυμένος έλεγχος δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) και η ατομική έκθεση ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence report – EDDR), αναφορά στα οποία γίνεται εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση στην Ένσταση.

 

  Όπως υποστηρίζει η ομνύουσα στην παράγραφο 17 της ένορκης της δήλωσης, ο Ν. 184(Ι)/2017, δεν εφαρμόζεται και δεν αφαιρεί το δικαίωμα προσώπου για πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες του δημόσιου τομέα, εκκρεμούσης διαδικαστικής διαδικασίας στην οποία το εν λόγω πρόσωπο είναι διάδικος, ιδίως, όταν στη βάση αυτών των πληροφοριών το Δικαστήριο καλείται να διαγνώσει δικαιώματα του εν λόγω προσώπου ή να κρίνει τη νομιμότητα διοικητικής απόφασης. Σύμφωνα με τις θέσεις της, τα πιο πάνω έγγραφα έπρεπε να αποτελούν μέρους του διοικητικού φακέλου, ενώ η μη παρουσίαση τους, εξουδετερώνει το δικαίωμα του αιτητή να προσβάλει τη νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων και καθιστά τον δικαστικό έλεγχο αδύνατο.

 

  Στις παραγράφους 20 έως και 27 της ενόρκου δηλώσεως της, η ομνύουσα αναφέρεται στις πληροφορίες που εντοπίστηκαν σε σχέση με τον αιτητή, στα πλαίσια του ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας, στα αποτελέσματα του οποίου βασίστηκαν οι καθ’ ων η αίτηση για την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων, αποτελέσματα στα οποία πρέπει να έχει πρόσβαση ο αιτητής, για σκοπούς προστασίας του δικαιώματος άμυνας και προβολής των επιχειρημάτων του, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των όπλων, για σκοπούς αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης.

 

  Αναφέρει δε, πως εφόσον δεν εκδοθούν τα διατάγματα υπό παραγράφους Α – Δ, της αιτήσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στην έκδοση του αιτούμενου επί της παραγράφου Ε διατάγματος και να μην επιτραπεί η προσκόμισή τους στο Δικαστήριο.

 

  Στην παράγραφο 29 της ένορκης της δήλωσης, η κα Χαραλάμπους υποστηρίζει πως τυχόν μη αποκάλυψη των αιτούμενων εγγράφων, βάσει των άρθρων 19(1)(β) και/ή (ε), του Ν. 184(Ι)/2017, θα συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του αιτητή σε δίκαιη δίκη.

 

  Η Δημοκρατία, έφερε ένσταση στην υπό εκδίκαση αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Χριστίνας Καούλλα, Διοικητικού Λειτουργού Α΄ στη Μονάδα Ελέγχου Πολιτογραφήσεων του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, λαμβάνοντας παράλληλα και νομική συμβουλή από την Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται στην υπόθεση. Κατά τις θέσεις της, η αίτηση πάσχει δικονομικά, είναι ελλιπής και δεν αποκαλύπτονται σε αυτήν επαρκώς τα γεγονότα.

 

  Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ενόρκως, τα έγγραφα των ερυθρών 8, 11-10 και 12, του διοικητικού φακέλου με αρ. 6.11.4.2.3236Ε, καθώς και ο ενισχυμένος έλεγχος δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) και η ατομική έκθεση ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence reportEDDR), αφορούν σε απόρρητες πληροφορίες και έγγραφα που είναι εμπιστευτικής φύσεως και διαβαθμισμένα. Όπως, επίσης, αναφέρει, η μη αποκάλυψή τους από την διοίκηση επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και το δημόσιο συμφέρον.

 

  Η ενόρκως δηλούσα υποβάλλει στις παραγράφους 6 και 7 της δηλώσεως της, πως τα εν λόγω απόρρητα και διαβαθμισμένα έγγραφα, θα τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, προκειμένου να ασκηθεί ο απαραίτητος δικαστικός έλεγχος και κατ’ αυτό τον τρόπο, το Δικαστήριο θα υποκαταστήσει τον αιτητή, στην άσκηση των δικαιωμάτων του, πράγμα απολύτως θεμιτό, εφόσον υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.

 

  Σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραγράφων 10 και 11 κανένα δικαίωμα του αιτητή παραβλάπτεται, το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες, κάμπτεται για λόγους που αφορούν στη δημόσια ασφάλεια, δημόσια τάξη και δημόσιο συμφέρον και όπως αναφέρει, οι λόγοι απόρριψης της αίτησης του αιτητή, θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σφραγισμένο φάκελο, εντός του διοικητικού φακέλου που θα κατατεθεί στο στάδιο των διευκρινίσεων.

                     

  Κατά την ακρόαση της αιτήσεως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν και προφορικώς τις θέσεις τους, ενώ εφοδίασαν το Δικαστήριο και με γραπτές αγορεύσεις, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία, τόσο των εθνικών Δικαστηρίων, όσο και του ΔΕΕ, ως επίσης και του ΕΔΑΔ.

 

  Μετά την επιφύλαξη της απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο το επανάνοιγμα της αιτήσεως, όπου και διέταξε την προσκόμιση προς το Δικαστήριο, όλων των εν λόγω εγγράφων, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αιτήσεως.

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, παρουσίασε δύο τόμους διοικητικών φακέλων του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο πρώτος φάκελος με αριθμό 6.11.4.2.3236Ε, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Στον εν λόγω διοικητικό φάκελο, όπως επεξηγήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση, περιέχονται τα Εμπιστευτικά έγγραφα, η επιθεώρηση των οποίων ζητείται από τον αιτητή με την υπό κρίση αίτηση. Ως Τεκμήριο 2, κατατέθηκε ο διοικητικός φάκελος του Υπουργείου Εσωτερικών με αριθμό 6.11.4.2.3236/2, διοικητικός φάκελος ο οποίος έτυχε επιθεώρησης, ως αυτό δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή, κατά το στάδιο του επανανοίγματος της εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης.

 

  Βεβαίως, με την υπό εκδίκαση αίτηση, ζητείται η επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των εγγράφων που περιέχονται εντός του Τεκμηρίου 1, ως αυτός περιγράφηκε πιο πάνω.

 

  Τέθηκε στην ένσταση, ζήτημα πάσχουσας νομικής βάσης της υπό εκδίκαση αιτήσεως. Το δικονομικό πλαίσιο, βάσει του οποίου το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις, κατ’ αναλογίαν των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, όπου συμφώνως των διατάξεων του Κανονισμού 2, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, θα τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο από 1.1.2016, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015. 

 

  Δεν συμφωνώ με την εισήγηση πως η νομική βάση της αιτήσεως είναι πάσχουσα δικονομικά. Αντιθέτως, όπως ήδη λέχθηκε, στη νομική βάση της αιτήσεως, γίνεται αναφορά στους Κανονισμούς 17, 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, καθώς επίσης και στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015, Ν. 131(Ι)/2015, όσο και στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015.

 

  Επί της ουσίας, με την υπό εκδίκαση αίτηση, ζητείται η αποκάλυψη και/ή επιθεώρηση και/ή λήψη αντιγράφων, πέντε εγγράφων, ήτοι:

i. του ερυθρού 8 του διοικητικού φακέλου με αρ. 6.11..4.2.3236Ε υπό τίτλο «Προς Αρχηγό Αστυνομίας»,

ii. των ερυθρών 11-10 εντός του ίδιου διοικητικού φακέλου υπό τίτλο «Από Interpol»,

iii. του ερυθρού 12 εντός του ίδιου διοικητικού φακέλου με τίτλο «Έκθεση Αποτελεσμάτων»,

iv. του ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence check) και

v. της ατομικής έκθεσης ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας (enhanced due diligence reportEDDR).

  Διαζευκτικά, ζητείται υπό παράγραφο (Ε), διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εξαιρούνται τα πιο πάνω έγγραφα από τον διοικητικό φάκελο με αρ. 6.11.4.2.3236Ε που θα κατατεθεί ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο.

 

  Όπως λέχθηκε ήδη πιο πάνω, προκειμένου να εξεταστεί η σχετικότητα των εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη με τα επίδικα ζητήματα, κρίθηκε από το Δικαστήριο αναγκαία η προσκόμιση των διοικητικών φακέλων, οι οποίοι κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Τεκμήρια 1 και 2. Εξάλλου, το ίδιο το Δικαστήριο, εντός της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, διαθέτει ευρεία εξουσία να διατάξει την προσκόμιση οποιωνδήποτε εγγράφων κρίνονται ως αναγκαία και σχετικά, προκειμένου να ασκηθεί ο απαιτούμενος δικαστικός έλεγχος νομιμότητας των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων. Στη διοικητική δίκη, ο δικαστής και όχι οι διάδικοι, διευθύνει την έρευνα και έγγραφα ή και άλλη μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα, είναι αποδεκτά σε όλα τα στάδια της δίκης (Δημοκρατία ν. C Kassinos Construction Ltd (1990) 3 A.A.Δ 3835, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ 145).

  Ως εκ τούτου, το διαζευκτικώς αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου (Ε) της αιτήσεως, απορρίπτεται.

 

  Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποκάλυψη εγγράφων γίνεται όταν αυτά είναι σχετικά και πως έγγραφα, δυνατόν να είναι, αμέσως ή εμμέσως, σχετικά, όταν βοηθούν τον διάδικο που ζητά την αποκάλυψη στην προώθηση της υπόθεσής του, ή δημιουργούν ζημιά στην υπόθεση του αντιδίκου του, ή ακόμα, δυνατόν να οδηγήσουν σε μια διαδικασία η οποία μπορεί να έχει μια από τις πιο πάνω συνέπειες (The National Bank of Greece, S.A. v. Paraskevas Mitsides, Debtor and Another (1962) C.L.R. 40, Kean Soft Drinks v. Δημοκρατίας, συνεκδ. υποθ. 1247/05 κ.ά., ημερομηνίας 25.9.2007).

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, η επιθεώρηση των διοικητικών φακέλων, επιτράπηκε προς τους δικηγόρους του αιτητή και πραγματοποιήθηκε στις 11.10.2022 και 17.3.2023, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως της κας Χαραλάμπους, όπου κατά την επιθεώρηση, διαπιστώθηκε πως αυτοί δεν ήταν πλήρεις, καθώς απουσίαζαν συγκεκριμένα έγγραφα από τα ερυθρά 8, 11-10, 12 του διοικητικού φακέλου με αρ. 6.11.4.2.3236Ε, καθώς επίσης, δεν εντοπίστηκαν οι ενισχυμένοι έλεγχοι δέουσας επιμέλειας και η ατομική έκθεση ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στην Ένσταση. Σύμφωνα με την παράγραφο 16 της ενόρκως δηλούσας κας Χαραλάμπους, για την απουσία των εν λόγω εγγράφων, καταγράφηκε πως «Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση δυνάμει του άρθρου 19(1)(β) ή/και 19(1)(ε) του περί του Δικαιώματος Πρόσβασης σε πληροφορίες του Δημοσίου Τομέα Νόμου του 2017 (184(Ι)/2017)».

 

  Βάσει των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, τόσο από την ένορκη δήλωση της κας Χαραλάμπους που συνοδεύει την αίτηση, όσο και από την ένορκη δήλωση της κας Καούλλα, που συνοδεύει την ένσταση, τα προαναφερθέντα έγγραφα, των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, συνιστούν απόρρητα και διαβαθμισμένα έγγραφα, που σύμφωνα με τους καθ’ ων η αίτηση, η μη αποκάλυψή τους, επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια, δημόσια τάξη και προς το δημόσιο συμφέρον.

  Εντός του Τεκμηρίου 1, εντοπίζω τα αιτούμενα να επιθεωρηθούν έγγραφα, τα οποία προκύπτει πράγματι να είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Αφορούν εξατομικευμένες πληροφορίες σε σχέση με το πρόσωπο του ίδιου του αιτητή.

 

  Στο ερυθρό 8 περιέχεται η επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 12.8.2019 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, υπό την ένδειξη «Εμπιστευτική», με την οποία ζητούνται πληροφορίες για το πρόσωπο του αιτητή από την Interpol.

 

  Η απάντηση που εστάλη από τον Αρχηγό Αστυνομίας με τις θέσεις της Interpol, σε σχέση με τον αιτητή, περιέχεται στο ερυθρό 11, με την ένδειξη «Εμπιστευτική».

 

  Στο ερυθρό 12, περιέχεται ο ενισχυμένος έλεγχος δέουσας επιμέλειας (due diligence report), ο οποίος έχει πραγματοποιηθεί από διεθνώς αναγνωρισμένη συμβουλευτική οντότητα, με την οποία το Υπουργείο Εσωτερικών συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών για υποβολή ενισχυμένων ελέγχων δέουσας επιμέλειας (ως αυτό αναφέρεται και στην Ένσταση), επί του οποίου περιλαμβάνεται αριθμός πληροφοριών ως προς το πρόσωπο και το προφίλ του αιτητή. Στο κάτω μέρος του εν λόγω εγγράφου, παρατηρώ την ακόλουθη επισήμανση:-

The information provided to you in this document is confidential and prepared for your sole use. I must not be copied (in whole or in part) or used for any purpose other than to evaluate its contents and must not be shared with any third party. Our term of business contains further information with regards to use of our reports”.

 

  Ο αιτητής ισχυρίζεται πως τα εν λόγω έγγραφα, αποτελούν τον πυρήνα για την έκδοση των επίδικων απορριπτικών διοικητικών αποφάσεων. Κατά τις θέσεις του, μόνον μέσω της πλήρους γνώσεως του περιεχομένου τους, θα μπορεί να αναπτύξει λόγους ακύρωσης και επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσει τις θέσεις των καθ’ ων η αίτηση, επί ίσοις όροις, καθότι υφίσταται το ενδεχόμενο τα εν λόγω έγγραφα να περιέχουν ανύπαρκτα γεγονότα και λανθασμένα στοιχεία, το σημείωμα που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών να μην αποδίδει ορθά τα όσα καταγράφονται στις σχετικές εκθέσεις ελέγχου δέουσας επιμέλειας ή και τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω εκθέσεις, να μην αποτελούν ορθά στοιχεία και πληροφορίες σε σχέση με τον αιτητή.

 

  Η Δημοκρατία, πρόταξε ζητήματα επιτακτικών λόγων δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης και δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της διαβάθμισης των εγγράφων ως «Εμπιστευτικά».

 

  Εν προκειμένω, τίθεται προς το Δικαστήριο η εξέταση ζητήματος στάθμισης της προστασίας απόρρητων πληροφοριών και εγγράφων αφενός, κατ’ επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης, με το δικαίωμα πρόσβασης σε στοιχεία του φακέλου και των δικαιωμάτων άμυνας του προσφεύγοντος, αφετέρου.

 

  Στην Ε.Δ.Δ. 81/2019, Alabdalla ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20.7.2021, με αναφορά στην Πολιτική Έφεση 96/2020 Abdalla ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8.62021, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στην προαναφερόμενη στάθμιση των δύο προαναφερόμενων δικαιωμάτων, με ανασκόπηση, τόσο σε νομολογία του ΔΕΕ, όσο και του ΕΔΑΔ, αλλά και σε εθνική νομολογία. Η πιο πάνω απόφαση, αφορούσε μεν σε κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, πλην όμως, είχαν τεθεί όμοια ζητήματα, περί μη αποκάλυψης απόρρητων εγγράφων και πληροφοριών σε σχέση με το πρόσωπο του αιτητή, που κατά τις θέσεις του, στερείτο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του δικαιώματος ισότητας των όπλων και δικαιωμάτων άμυνας, πρόσβασης σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, ενώ προβλήθηκε και ισχυρισμός περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας. Παραθέτω το ακόλουθο ενδεικτικό απόσπασμα:-

«Στην υπόθεση του ΔΕΕ C-300/11, ZZ v. Secretary of State for the Home Department, ημερ. 4/6/2013, αναγνωρίστηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων ενδέχεται να θίγει κατά τρόπο άμεσο και ιδιαίτερο την ασφάλεια του Κράτους. Σε αυτές, ωστόσο, τις περιπτώσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει μεθόδους και δικονομικούς κανόνες που να συμβιβάζουν αφενός τα νόμιμα συμφέροντα του Κράτους και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης επαρκούς προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντα, όπως το δικαίωμα ακροάσεως και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

 

Στην υπόθεση C-584/10, Ευρωπαϊκή Επιτροπή ν. Kadi, 18/7/2013, τονίστηκε ότι η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος επί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την επιταγή που αφορά στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Λόγοι αναγόμενοι στην ασφάλεια της Ένωσης ή των Κρατών Μελών της μπορούν να αντιτίθενται στην κοινοποίηση ορισμένων πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων στο οικείο πρόσωπο. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται, ωστόσο, στο Δικαστή της Ένωσης, στον οποίο δεν μπορεί να αντιταχθεί το απόρρητο ή η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών ή στοιχείων αυτών, να εφαρμόσει, στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού ελέγχου που ασκεί, τεχνικές που παρέχουν τη δυνατότητα να συμβιβαστούν, αφενός, οι θεμιτοί λόγοι ασφάλειας που αφορούν τη φύση και τις πηγές πληροφοριών που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της οικείας πράξεως και, αφετέρου, η ανάγκη επαρκούς διασφαλίσεως στον πολίτη του σεβασμού των διαδικαστικών δικαιωμάτων του, όπως είναι το δικαίωμα ακροάσεως και η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.

 

Το ΕΔΑΔ στην Απόφαση του στην υπόθεση Regner v. Czech Republic App. No. 35289/11, ημερ. 19/9/2017, έκρινε ότι η μη κοινοποίηση εγγράφων δεν παραβιάζει το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη νοουμένου ότι αυτή αντισταθμίζεται με την παροχή άλλων διαδικαστικών εγγυήσεων από το Δικαστήριο. 

″148. The Court reiteratesmoreoverthat the entitlement to disclosure of relevant evidence is not an absolute right eitherIn criminal cases it has found that there may be competing interests, such as national security or the need to protect witnesses at risk of reprisals or keep secret police methods of investigation of crime, which must be weighed against the rights of the party to the proceedings. However, only measures restricting the rights of a party to the proceedings which do not affect the very essence of those rights are permissible under Article 6 § 1. For that to be the case, any difficulties caused to the applicant party by a limitation of his or her rights must be sufficiently counterbalanced by the procedures followed by the judicial authorities [....].”

149. In cases where evidence has been withheld from the applicant party on public interest grounds, the Court must scrutinise the decision-making procedure to ensure that, as far as possible, it complied with the requirements to provide adversarial proceedings and equality of arms and incorporated adequate safeguards to protect the interests of the person concerned (see Fitt, cited above, § 46)......″

 

   […]

Όπως ορθά επισημάνθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη διαδικασία του Habeas Corpus δεν γίνεται εκτίμηση των στοιχείων που φέρουν τον Αιτητή να εμπλέκεται σε επικίνδυνες δραστηριότητες, ώστε η συνέχιση της κράτησης του να θεωρείται αναγκαία και επιβεβλημένη για σκοπούς εθνικής ασφάλειας της Δημοκρατίας. Η εκτίμηση ανήκει στους Καθ΄ων η Αίτηση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στους λόγους που η Διοίκηση αποφάσισε ότι τίθεται ζήτημα ασφάλειας του Κράτους. Και τούτο από την άποψη ότι αυτά είναι ζητήματα για τα οποία το Κράτος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η ενεργός Διοίκηση είναι κατ’ εξοχή το όργανο στο οποίο εναποτίθεται η ευθύνη για εκτίμηση των γεγονότων, ιδιαιτέρως όταν υπεισέρχονται στην εικόνα εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικές με θέματα κρατικής ασφάλειας ή που ευλόγως προκαλούν ανησυχία για τη δημόσια ασφάλεια (Stoyanov v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 718/2012, ημερ. 26/2/2014, ECLI:CY:AD:2014:D151). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει ιδίαν κρίση περί της επικινδυνότητας ενός αιτητή. Μπορεί, βεβαίως, στο πλαίσιο ελέγχου της νομιμότητας της όλης διαδικασίας να ελέγξει τις πληροφορίες - εφόσον τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να διενεργηθεί χωρίς στοιχεία - χωρίς, ωστόσο, να υπεισέρχεται στην ουσιαστική εκτίμηση των πληροφοριών, ήτοι χωρίς να τις αξιολογεί για να αποφανθεί κατά πόσο η απόφαση της Διοίκησης ήταν ορθή ή η ενδεδειγμένη. (Bekefi v. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 42/2013, ημερ. 30/6/2016). Και είναι αυτό το οποίο έπραξε, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον μέσω της διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διήλθε των σχετικών εγγράφων που του παραδόθηκαν διαπιστώνοντας το ίδιο με αυτό τον τρόπο ότι επρόκειτο για απόρρητες πληροφορίες αναφορικά με δραστηριότητα του Εφεσείοντα, σχετιζόμενη με ζητήματα εθνικής ασφάλειας»[1].

 

  Όλα τα πιο πάνω, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 78/2019, Mhammedi ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 16.10.2024.

 

  Τα έγγραφα που περιέχονται εντός του Τεκμηρίου 1, όπως έχω ήδη αναφέρει, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και διαπιστώνω να περιέχουν εμπιστευτικής φύσεως εξατομικευμένες πληροφορίες σε σχέση με το πρόσωπο του αιτητή, που για λόγους αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια και δημόσια τάξη, το κράτος μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση. Εξάλλου ακόμα και ο ίδιος ο Ν. 184(Ι)/2017, επίκληση του οποίου γίνεται από τον αιτητή, επιτρέπει την άρνηση πρόσβασης σε πληροφορίες για σκοπούς προστασίας της εθνικής ασφάλειας.

 

  Σε κάθε περίπτωση, σε συμφωνία με τις θέσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να υπεισέλθει το ίδιο στη θέση του αιτητή και να εξετάσει το απόρρητο των εν λόγω πληροφοριών και εγγράφων, παρέχοντας έτσι τα εχέγγυα και τις αντισταθμιστικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν τα δικαιώματα του αιτητή (Πολιτική Αίτηση 129/2020 Jumayev ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.11.2020).

 

  Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, σταθμίζοντας τα δικαιώματα του αιτητή για αποτελεσματική δικαστική προστασία και δίκαιη δίκη, με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την ανάγκη προστασίας της εθνικής ασφάλειας της χώρας, καταλήγω ότι το Δικαστήριο, στη βάση του ενώπιον του υλικού, που έχει ήδη κατατεθεί, έχει πλήρη εικόνα του περιεχόμενου του διοικητικού φακέλου και μπορεί με ασφάλεια, στη βάση επαρκούς ερείσματος, να προβεί σε εξέταση της νομιμότητας των επίδικων διοικητικών αποφάσεων, κατά την εξέταση της ουσίας των δύο προσφυγών, αφού ακούσει προηγουμένως τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, υπό το φως των γραπτών αγορεύσεων που θα καταχωριστούν, επί της ουσίας, από τους διαδίκους.

 

  Τέλος, σημειώνεται πως στην παράγραφο 11 της Ένστασης, έχουν δοθεί κάποιες πληροφορίες σε σχέση με το αποτέλεσμα που προέκυψε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε κατά την εκπόνηση της ατομικής έκθεσης ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας. Όπως αναφέρεται, σε σχέση με τον αιτητή, εντοπίστηκε ρίσκο για θέματα νομιμότητας των πηγών του εισοδήματος του και αρνητική φημολογία.

 

  Επομένως, δεν είναι εντελώς άγνωστος ο λόγος για τον οποίο τόσο η αίτηση για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση απερρίφθη και εξ αυτού, ακυρώθηκε κι η άδεια μετανάστευσης που είχε προηγουμένως εκδοθεί.

 

  Τέλος, θα πρέπει να τονίσω την φύση της επίδικης διαφοράς, εις αντιδιαστολή με τις ποινικές υποθέσεις, στις οποίες με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή[2]. Η παρούσα διαφορά, αφορά πολιτογράφηση και ακύρωση άδειας μετανάστευσης που παραχωρήθηκε για τους σκοπούς υποβολής αίτησης για πολιτογράφηση, όπου η εξουσία του κράτους είναι ιδιαίτερα ευρεία, εξουσία που άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του ίδιου του κράτους. Στις ποινικές υποθέσεις, όπου αντικείμενο αποτελεί η ποινική ευθύνη του προσώπου, λαμβανομένου υπόψη και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο τελευταίος έχει πλήρες δικαίωμα σε όλα τα ενοχοποιητικά ή και απαλλακτικά στοιχεία της κατηγορούσας αρχής. Στην αναθεωρητική δικαιοδοσία, το ίδιο το Δικαστήριο, έχοντας ευρεία διακριτική εξουσία ακόμα και να διατάξει οποιαδήποτε απόδειξη κρίνει το ίδιο ορθό, μπορεί να υποκαταστήσει τον αιτητή, έχοντας ενώπιον του όλο το υλικό στο οποίο η διοίκηση βάσισε την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Κάτι που δεν είναι δυνατόν στις ποινικές υποθέσεις.

 

  Η προσαγωγή εγγράφων στη διοικητική δίκη, η οποία διέπεται από το ανακριτικό σύστημα, δεν ανήκει αποκλειστικά στους διαδίκους, αλλά ρυθμίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο. Σχετικά είναι και τα όσα επαναλήφθηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 26/2020, Δημοκρατία ν. Singh, ημερομηνίας 10.9.2024.

 

  Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται, σε σχέση με τα αιτητικά των παραγράφων (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ε).

 

  Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι στην πορεία της προσφυγής, αλλά όχι εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση.

 

  Δίδεται παράταση του χρόνου καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης του αιτητή μέχρι την 28.5.2026. Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 29.5.2026 και ώρα 8:30 π.μ.

 

 

 Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[2] Μεταξύ άλλων, Rowe and Davis v. The United Kingdom, ECHR, Appl. No 28901/95, 16.2.2000, Edwards and Lewis v. The United Kingdom, ECHR, Appl. No 39647/98, 27.10.2004, R. v. Trevor Douglas [1993] 97 Cr. App. R. 342, Regina v. Governor of Brixton Prison [W.L.R. 1991, 281], Kuopila v. Finland, ECHR, Appl. No 27752/95, 27.4.2000.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο