ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 791/24(i)
16 Μαρτίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 12, 25, 28, 30, 35, 146 και 150 του Συντάγματος
Μεταξύ:
ΚΑΤΙΑ Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
Αιτήτρια,
ΚΑΙ
ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ
Καθ’ ου η αίτηση.
------------
Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για την αιτήτρια.
Σ. Τσαχίδου (κα), για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες:
«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Καθ’ ου η Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2024 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 22.5.2024 (Παράρτημα Α) και με την οποία μετά από επανεξέταση και μακρά περί τούτου αναφορά μετά από ακυρωτική απόφαση που πέτυχε η Αιτήτρια στην προσφυγή αρ. 1004/22, αποφασίστηκε από τον Καθ’ ου παράνομα και αναρμόδια λίγες μέρες πριν τις εκλογές, άμεσος τερματισμός του διορισμού της Αιτήτριας στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Δημοτικής Υπηρεσίας, με άμεση ισχύ. Τούτο χωρίς η Αιτήτρια να ακουστεί, ή έστω να γνωρίζει τί λήφθηκε τώρα υπόψη, αντίθετα στη φυσική δικαιοσύνη, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος.
Β. Κάθε άλλη διαταγή και/ή απόφαση ήθελε θεωρήσει χάριν δικαίου και προς επιβεβαίωση του Κράτους Δικαίου το Σεβαστό Δικαστήριο.
Γ. Έξοδα και ΦΠΑ.».
Για την κατανόηση των γεγονότων και των επίδικων θεμάτων κρίνεται σκόπιμη η εξ αρχής αναφορά στο σχετικό με την παρούσα διαφορά κανονιστικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τις σχετικές (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει) πρόνοιες των Κανονισμών 23 και 27 των περί Δημοτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του Δήμου Πάφου του 2001 (Κ.Δ.Π. 52/2001, εφεξής «Κανονισμοί»):
«23.—(1) Μόνιμος διορισμός προσώπου που δεν είναι μόνιμος δημοτικός υπάλληλος γίνεται επί δοκιμασία για χρονική περίοδο δύο χρόνων:
Νοείται ότι το Συμβούλιο μπορεί σε ειδικές περιπτώσεις και συμφώνα με καθορισμένα κριτήρια να μην απαιτήσει χρονική περίοδο δοκιμασίας ή να τη μειώσει ή να την παρατείνει.
(2) Ο διορισμός υπαλλήλου που υπηρετεί επί δοκιμασία μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 54 του Νόμου, να τερματιστεί οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου δοκιμασίας, αλλά, πριν γίνει τέτοιος τερματισμός, πρέπει να δοθεί στον υπάλληλο ειδοποίηση της πρόθεσης για τερματισμό που να περιέχει τους λόγους και να τον καλεί να προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις, τις οποίες θα επιθυμούσε, εναντίον του τερματισμού του διορισμού. Με βάση τις τυχόν παραστάσεις που θα υποβληθούν, το Συμβούλιο μπορεί είτε να τερματίσει το διορισμό είτε να παρατείνει τη χρονική περίοδο δοκιμασίας για χρονική περίοδο μέχρι ένα ακόμα έτος, όπως το Συμβούλιο θα κρίνει σκόπιμο σε κάθε περίπτωση. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται σε κάθε περίοδο δοκιμασίας που παρατάθηκε:
Νοείται ότι ο συνολικός χρόνος παράτασης της περιόδου δοκιμασίας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει τα τρία χρόνια.
(3) Μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της χρονικής περιόδου δοκιμασίας το Συμβούλιο αποφασίζει κατά πόσο ο διορισμός υπαλλήλου που υπηρετεί επί δοκιμασία θα επικυρωθεί, παραταθεί ή τερματιστεί.
(4) Σε περίπτωση παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου ο επηρεαζόμενος υπάλληλος θα ειδοποιείται γραπτώς το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες μετά τη συμπλήρωση της απαιτούμενης δοκιμαστικής περιόδου. Στη σχετική ειδοποίηση θα αναφέρονται οι λόγοι της παρατάσεως που δόθηκε για να μπορεί ο υπάλληλος να βελτιώσει την απόδοσή του.
27.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων (2), (3) και (4) του Κανονισμού τούτου, για κάθε υπάλληλο θα ετοιμάζονται και υποβάλλονται στο Δήμαρχο υπηρεσιακές εκθέσεις με εξαίρεση το Γραμματέα.
(2) Για κάθε υπάλληλο που υπηρετεί επί δοκιμασία ή σε προσωρινή θέση, κατά τα πρώτα δύο χρόνια της υπηρεσίας του, θα ετοιμάζονται κάθε εξάμηνο υπηρεσιακές εκθέσεις που υποβάλλονται στο Δήμαρχο. Η τελική υπηρεσιακή έκθεση ετοιμάζεται και υποβάλλεται ένα μήνα πριν τη λήξη της τελικής περιόδου δοκιμασίας και περιλαμβάνει οριστική σύσταση για το αν ο διορισμός του υπαλλήλου πρέπει να επικυρωθεί ή η χρονική περίοδος δοκιμασίας του πρέπει να παραταθεί ή ο διορισμός του πρέπει να τερματισθεί.
(3) Οι υπηρεσιακές εκθέσεις κοινοποιούνται μετά τη σύνταξη τους στους υπαλλήλους που τους αφορούν.
[…]
(5) Στην ομάδα που ετοιμάζει τις υπηρεσιακές εκθέσεις των υπαλλήλων συμμετέχουν οπωσδήποτε ο Γραμματέας του Δήμου, ο οποίος και προεδρεύει, και ο αρμόδιος Προϊστάμενος του Τμήματος στο οποίο υπηρετεί ο αξιολογούμενος υπάλληλος:
Νοείται ότι υπηρεσιακές εκθέσεις για τους Προϊσταμένους Τμημάτων θα ετοιμάζονται από το Γραμματέα του Δήμου. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Προϊστάμενος Τμήματος έχει ένσταση για την Υπηρεσιακή Έκθεση που ετοίμασε ο Δημοτικός Γραμματέας γι' αυτόν, ο Προϊστάμενος Τμήματος έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί στο Δήμαρχο. Ο Δήμαρχος αφού ακούσει τις απόψεις του ενιστάμενου Προϊσταμένου Τμήματος και του Δημοτικού Γραμματέα καταγράφει τη δική του άποψη στην έκθεση μαζί με τις απόψεις του Δημοτικού Γραμματέα και του ενιστάμενου Προϊσταμένου Τμήματος:
[…]
(7) Δε συντάσσεται δυσμενής υπηρεσιακή έκθεση για έναν υπάλληλο πριν δοθεί σ' αυτόν η ευκαιρία να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις του.
(8) Αν σε οποιαδήποτε υπηρεσιακή έκθεση σε σχέση με οποιοδήποτε υπάλληλο ο τελευταίος επικρίνεται για ολιγωρία, παραλείψεις ή ανάρμοστη συμπεριφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων του, το σχετικό μέρος της εκθέσεως αυτής ανακοινώνεται στον επηρεαζόμενο υπάλληλο το ταχύτερο, ο οποίος μέσα σε δεκαπέντε μέρες από την ανακοίνωση αυτή δικαιούται να τύχει ακροάσεως από το Συμβούλιο και να ζητήσει τη διαγραφή ή την τροποποίηση του μέρους αυτού της εκθέσεως. Το Συμβούλιο εξετάζει το ζήτημα και αφού ακούσει τις απόψεις της αξιολογούσας ομάδας, όσο και τις απόψεις του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, αποφασίζει πάνω στο ζήτημα το γρηγορότερο και ενημερώνει το σχετικό φάκελο του επηρεαζόμενου υπαλλήλου στον οποίο και κοινοποιεί την απόφαση του.
[…]».
Τα ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή γεγονότα πρέπει, προς αξιολόγηση των λόγων ακύρωσης που η αιτήτρια προωθεί, να παρατεθούν με σχετική λεπτομέρεια και έχουν ως ακολούθως:
Η αιτήτρια διορίστηκε την 01.07.2020 με δοκιμασία για περίοδο δυο χρόνων στη θέση της Ανώτερης Λειτουργού Δημοτικής Υπηρεσίας στον καθ’ ου η αίτηση.
Ο Δημοτικός Γραμματέας, ως αξιολογητής της αιτήτριας, πριν τη σύνταξη της υπηρεσιακής της έκθεσης για το πρώτο εξάμηνο της περιόδου δοκιμασίας της, την ενημέρωσε με επιστολή ημερομηνίας 08.02.2021, ότι προσανατολίζεται στην ετοιμασία δυσμενούς αξιολόγησης και ως εκ τούτου την κάλεσε σε συνάντηση για να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις της ως προς τα κριτήρια, στα οποία ήταν πιθανό να αξιολογηθεί δυσμενώς και τα οποία παρέθεσε στην επιστολή του. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 19.03.2021 και στις 29.03.2021 η αιτήτρια απέστειλε και γραπτώς τις θέσεις της. Στις 08.04.2021 ο Δημοτικός Γραμματέας συνέταξε την αξιολόγηση, η οποία στις 12.04.2021 κοινοποιήθηκε και υπογράφηκε από την αιτήτρια, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Έχοντας καταγράψει για κάθε κριτήριο απόδοσης τις παρατηρήσεις του, ο Δημοτικός Γραμματέας διατύπωσε την κρίση ότι, στην κλίμακα «Ελάχιστα – Λίγο – Αρκετά – Πολύ, Πάρα πολύ – Εξαιρετικά», η αιτήτρια δεν ήταν «Καθόλου» κατάλληλη για την επικύρωση του διορισμού της.
Με επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 12.04.2021, προς τον Δήμαρχο και τα Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, η αιτήτρια ζήτησε όπως, κατά τη συγκρότηση της Ομάδας Αξιολόγησής της, να μη συμπεριληφθεί σε αυτήν ο Δημοτικός Γραμματέας, ισχυριζόμενη εχθρική συμπεριφορά απέναντί της. Ο Δήμαρχος, με απαντητική επιστολή ημερομηνίας 22.04.2021, κάλεσε την αιτήτρια να εκθέσει γραπτώς τις απόψεις και τα σχόλιά της σε σχέση με την υπηρεσιακή της έκθεση, απόψεις τις οποίες η αιτήτρια υπέβαλε με επιστολή ημερομηνίας 11.05.2021. Ο Δήμαρχος, έχοντας εξασφαλίσει και τις απόψεις του Δημοτικού Γραμματέα, οι οποίες υποβλήθηκαν γραπτώς στις 11.06.2021, ενεργώντας σύμφωνα με τον Κανονισμό 27(5) των Κανονισμών, έκρινε ότι η αξιολόγηση της αιτήτριας ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, τεκμηριωμένη και αντικειμενική. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη ότι στο σχετικό μέρος του εντύπου αξιολόγησης καθορίζεται ως ελάχιστη βαθμίδα αξιολόγησης το «Ελάχιστα», τροποποίησε την κρίση του Δημοτικού Γραμματέα από «Καθόλου» σε «Ελάχιστα». Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Δημάρχου, ημερομηνίας 26.10.2021.
Με πολυσέλιδη επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 06.08.2021, προς τον Δήμαρχο, η αιτήτρια, αναφερόμενη σε διάφορα γεγονότα και περιστατικά, διαμαρτυρήθηκε για άνιση, δυσμενή και άδικη μεταχείριση από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της και αιτήθηκε τον τερματισμό αυτής και την έναρξη πειθαρχικής έρευνας για τις ενέργειες και τις αποφάσεις του Δημοτικού Γραμματέα. Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 29.06.2021 μεταξύ της ιδίας και του Δημάρχου, σε επίσκεψη του τελευταίου στο Πολυδύναμο Κέντρο Κοινωνικής Μέριμνας, ισχυριζόμενη ότι ο Δήμαρχος άσκησε εναντίον της σωματική και λεκτική βία, περιστατικό για το οποίο (ως αναφέρεται στην επιστολή) είχε ήδη γίνει καταγγελία στην Αστυνομία για έρευνα.
Με νέα επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 08.09.2021, προς τον Δήμαρχο και τα Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, η αιτήτρια, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της περί δυσμενούς μεταχείρισης, υπέβαλε καταγγελία για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων από τον Δημοτικό Γραμματέα, καταλογίζοντάς του, μεταξύ άλλων, λεκτική και ψυχική βία. Αναφέρθηκε δε σε συγκεκριμένο περιστατικό, κατά το οποίο – σύμφωνα πάντα με τη θέση της - ο Δημοτικός Γραμματέας, ενώ γνώριζε ότι η αιτήτρια βρισκόταν εκτός του Δημοτικού Μεγάρου, την κλείδωσε εκτός του γραφείου της, στο οποίο βρίσκονταν τα προσωπικά της αντικείμενα, περιστατικό το οποίο επίσης (ως αναφέρεται στην επιστολή) καταγγέλθηκε στην Αστυνομία.
Στις εν λόγω 2 επιστολές του δικηγόρου της αιτήτριας απάντησαν οι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση, με επιστολή ημερομηνίας 20.10.2021. Αφού αναφέρθηκαν στα διάφορα υπηρεσιακά θέματα, τα οποία έθιξε η αιτήτρια (καθήκοντα, αποκοπές από μισθοδοσία, άδειες κλπ) και στη διαδικασία της αξιολόγησής της σύμφωνα με τους Κανονισμούς, επεσήμαναν στοιχεία από τον προσωπικό φάκελο της αιτήτριας ως προς υποβληθέντα παράπονα πολιτών και εσωτερικά σημειώματα από λειτουργούς του Δήμου αναφορικά με απρεπή και ανάρμοστη συμπεριφορά της αιτήτριας και κατέληξαν ότι, αφενός, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα άνισης, δυσμενούς ή άδικης μεταχείρισής της και, αφετέρου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πιθανή διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων από τον Δημοτικό Γραμματέα. Σε σχέση, όμως, με τις αναφορές στις επιστολές του δικηγόρου της αναφορικά με συγκεκριμένες καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον τόσο του Δημάρχου όσο και του Δημοτικού Γραμματέα, ουδεμία αναφορά έγινε στην επιστολή των δικηγόρων του Δήμου.
Στις 18.10.2021 η αιτήτρια ενημερώθηκε για την έναρξη της διαδικασίας αξιολόγησής της για το δεύτερο εξάμηνο της περιόδου του επί δοκιμασία διορισμού της.
Με πολυσέλιδη επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 27.10.2021, η αιτήτρια αιτήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο την εξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα από τη διαδικασία αξιολόγησής της για το δεύτερο εξάμηνο. Στην εν λόγω επιστολή, εκτός από την εκτενή αναφορά σε διάφορα περιστατικά σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων της αιτήτριας, σημειώνονται εκ νέου τα δύο περιστατικά, για τα οποία η αιτήτρια είχε προβεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα, καταγγελίες οι οποίες (ως περαιτέρω αναφέρεται στην επιστολή) βρίσκονταν υπό διερεύνηση στη Νομική Υπηρεσία. Συνακόλουθα, ήταν η θέση του δικηγόρου της αιτήτριας, με παραπομπή στο άρθρο 42 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (N.158(I)/99) και σε σχετική νομολογία, ότι η όποια εμπλοκή του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα στην αξιολόγησή της, παραβιάζει πρόδηλα την αρχή της αμεροληψίας.
Στην εν λόγω επιστολή απάντησαν εκ νέου οι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση, με επιστολή ημερομηνίας 17.11.2021. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία επεσήμαναν ότι η έλλειψη αμεροληψίας πρέπει να αποδεικνύεται με ικανοποιητική βεβαιότητα, η δε τεταμένη σχέση μεταξύ ιεραρχικά ανώτερου και κατώτερου υπαλλήλου, που βασίζεται σε αξιολόγηση ή κρίση για την απόδοση του τελευταίου, έστω κι αν δεν είναι αρεστή, δεν θεμελιώνει προκατάληψη. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη θέση των δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, οι ισχυρισμοί για παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί αφού κανένας από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας δεν υποδεικνύει, ούτε μπορεί να θεμελιώσει προσωπική έχθρα από εξωτερικό παράγοντα είτε με τον Δήμαρχο, είτε με τον Δημοτικό Γραμματέα. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, η αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του αιτήματός της αφού οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αφορούν παράπονα ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της, ως αυτά έχουν διαμορφωθεί από τον Δημοτικό Γραμματέα και τον Δήμαρχο, παράπονα που δεν μπορούν όμως να στοιχειοθετήσουν επηρεασμένη κρίση κατά την αξιολόγησή της ή παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας. Καταλήγει δε η επιστολή ότι το αίτημα της αιτήτριας για μη συμμετοχή του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου στη διαδικασία αξιολόγησής της, λόγω της κατ’ ισχυρισμόν παραβίασης του άρθρου 42 του Ν.158(Ι)/99, δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται.
Το Δημοτικό Συμβούλιο εξέτασε το αίτημα της αιτήτριας σε συνεδρία του, ημερομηνίας 13.12.2021 και αποφάσισε να το απορρίψει. Στα σχετικά πρακτικά καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Εισάγοντας το θέμα, ο Δήμαρχος εξέθεσε περιεκτικά το ιστορικό του, σημειώνοντας ότι τέθηκε στο Σώμα ύστερα από υπόδειξη των δικηγόρων του Δήμου ότι το υπό αναφοράν αίτημα της κ. Κωνσταντινίδου πρέπει να εξεταστεί από το Συμβούλιο και να ληφθεί απόφαση επί αυτού. Κατέληξε λέγοντας ότι επί της ουσίας του αιτήματος υιοθετεί τις απόψεις που περιέχονται στις επιστολές των δικηγόρων του Δήμου προς τους δικηγόρους της υπαλλήλου και ότι για λόγους νομικούς και δεοντολογίας δεν θα συμμετάσχει στη συζήτηση και τη λήψη απόφασης για το θέμα.
Ο Δημοτικός Γραμματέας ανέφερε ότι το Σώμα έχει ενώπιόν του επαρκή στοιχεία για να λάβει απόφαση και ότι και ο ίδιος δεν θα παραστεί στη συζήτηση του θέματος για λόγους νομικής προστασίας της όποιας απόφασης ήθελε ληφθεί.
Υπό το φως των δηλώσεων Δημάρχου και Δημοτικού Γραμματέα, η τήρηση των πρακτικών για το μέρος της συνεδρίας στο οποίο δεν θα παρακάθεται ο Δημοτικός Γραμματέας ανατέθηκε στη Β. Γραμματειακό Λειτουργό Α.Μ.
(Αποχωρούν από την αίθουσα ο Δήμαρχος και ο Δημοτικός Γραμματέας και προσέρχεται η κ. Α.Μ. Την προεδρία της συνεδρίας αναλαμβάνει ο Αντιδήμαρχος.)
Μετά από ανταλλαγή απόψεων, το Συμβούλιο κατέληξε στην εξής απόφαση:
Το Συμβούλιο, αφού έλαβε γνώση των λόγων και επιχειρημάτων που προβάλλει η κ. Κωνσταντινίδου διά των δικηγόρων της για υποστήριξη του αιτήματός της και των λόγων και επιχειρημάτων επί των οποίων οι δικηγόροι του Δήμου βασίζουν τη θέση τους για απόρριψη του αιτήματος, προέβη στις εξής διαπιστώσεις και κρίσεις:
(α) Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην επιστολή των δικηγόρων της κ. Κωνσταντινίδου ημερ. 27.10. 2021 είναι οι ίδιοι που προβλήθηκαν με τις επιστολές της ημερ. 6.8.2021 και 8.9.2021 για δήθεν πιθανή διάπραξη από τον Δημοτικό Γραμματέα πειθαρχικών αδικημάτων. Οι λόγοι/ισχυρισμοί αυτοί έτυχαν επαρκούς απάντησης στην επιστολή των δικηγόρων του Δήμου ημερ. 20.10.2021.
(β) Τα εν λόγω θέματα τέθηκαν από την κ. Κωνσταντινίδου και ενώπιον της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέσω παραπόνου της και η Επίτροπος, με επιστολή της ημερ. 13.10.2021, έκρινε ότι είναι αναρμόδια να επιλύσει τέτοια ζητήματα. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής εντάσσεται στα πρακτικά.
(γ) Οι δικηγόροι του Δήμου έχουν παραπέμψει σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται με σχόλια στην επιστολή τους προς τους δικηγόρους της κ. Κωνσταντινίδου ημερ. 17.11.2021. Στις αποφάσεις καθίσταται σαφές ότι η τεταμένη σχέση μεταξύ ιεραρχικά ανώτερου και κατώτερου υπαλλήλου που βασίζεται σε αξιολόγηση ή κρίση για την απόδοση του τελευταίου, δεν θεμελιώνει προκατάληψη και ότι η σύνταξη μη ευνοϊκής εμπιστευτικής έκθεσης δεν θεωρείται από μόνη της ικανοποιητική απόδειξη έλλειψης αμεροληψίας. Η έλλειψη αμεροληψίας πρέπει να αποδεικνύεται με ικανοποιητική βεβαιότητα, είτε από γεγονότα που παρουσιάζονται στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους ή με ασφαλή συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προκύπτει.
Στο υπό αναφοράν αίτημα της κ. Κωνσταντινίδου, δεν υπάρχουν ενδείξεις για οποιανδήποτε μεροληψία είτε του Δημοτικού Γραμματέα, είτε του Δημάρχου, εφόσον οι ενέργειες τους αφορούν καθαρά την αξιολόγηση της κ. Κωνσταντινίδου που είναι τμήμα της άσκησης των καθηκόντων τους. Δεν μπορεί να εξαιρείται το μόνο αρμόδιο πρόσωπο από την άσκηση των καθηκόντων του κατ’ επίκληση αόριστων ισχυρισμών για μεροληψία, αλλά αυτοί θα πρέπει να αποδεικνύονται με συγκεκριμένα γεγονότα, που δεν μπορεί να αφορούν το γεγονός της αξιολόγησης.
Με βάση τις εν λόγω διαπιστώσεις και κρίσεις, το Συμβούλιο καταλήγει στη θέση ότι το υπό αναφοράν αίτημα της κ. Κωνσταντινίδου στερείται ερείσματος και ως εκ τούτου το απορρίπτει.».
Η αιτήτρια έλαβε γνώση για την ανωτέρω απόφαση με επιστολή του Δημοτικού Γραμματέα, ημερομηνίας 23.12.2021. Εναντίον δε αυτής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο την προσφυγή υπ’ αρ. 14/2022.
Με την εν λόγω επιστολή, ημερομηνίας 23.12.2021, ο Δημοτικός Γραμματέας επιπρόσθετα πληροφόρησε την αιτήτρια ότι προσανατολίζεται στην ετοιμασία δυσμενούς αξιολόγησής της για το δεύτερο εξάμηνο της περιόδου δοκιμασίας της και ως εκ τούτου την κάλεσε σε συνάντηση για να ακουστεί και να υποβάλει τις παραστάσεις της ως προς τα κριτήρια, στα οποία ήταν πιθανό να αξιολογηθεί δυσμενώς και τα οποία παρέθεσε στην επιστολή του.
Η αιτήτρια, έπειτα από καθυστέρηση και κατόπιν ανταλλαγής σχετικής αλληλογραφίας, απέστειλε τις θέσεις της στον Δημοτικό Γραμματέα με επιστολή, ημερομηνίας 28.01.2022, σημειώνοντας την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ως προς το αίτημά της για εξαίρεση από τη διαδικασία αξιολόγησής της του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα. Μεταξύ δε άλλων, η αιτήτρια επεσήμανε ότι, κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου της υπηρεσίας της, είχε προχωρήσει σε διάφορες καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον του Δημάρχου Πάφου και του Δημοτικού Γραμματέα για επαναλαμβανόμενη άσκηση ψυχολογικής βίας, εργασιακό εκφοβισμό, παράνομη αποκοπή του μισθού της και απειλή σωματικής ακεραιότητας, γεγονότα που φανερώνουν την οξεία έχθρα αυτών εναντίον της.
Με επιστολή, ημερομηνίας 01.02.2022. ο Δημοτικός Γραμματέας πληροφόρησε την αιτήτρια ότι έλαβε υπόψη τις απόψεις και παραστάσεις της και συνέταξε σχετικό σημείωμα, ημερομηνίας 31.01.2022, το οποίο επεσύναψε στην Υπηρεσιακή Έκθεσή της και στο οποίο διατυπώνει την άποψη ότι οι παραστάσεις της δεν δικαιολογούν τη μεταβολή οποιασδήποτε από τις κρίσεις, τις οποίες διατύπωσε στην Υπηρεσιακή Έκθεση.
Με επιστολή ημερομηνίας 16.02.2022, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στον Δήμαρχο αναφορικά με την αξιολόγηση για το δεύτερο εξάμηνο του επί δοκιμασία διορισμού της, παραθέτοντας αναλυτικά τις θέσεις της για έκαστο σημείο, στο οποίο αξιολογήθηκε δυσμενώς και σημειώνοντας ότι η προσφυγή της κατά της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου να απορρίψει το αίτημά της για εξαίρεση του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου από την αξιολόγησή της, εκκρεμεί.
Ο Δήμαρχος, έχοντας εξασφαλίσει και τις απόψεις του Δημοτικού Γραμματέα, ενεργώντας σύμφωνα με τον Κανονισμό 27(5) των Κανονισμών, έκρινε ότι τα όσα η αιτήτρια ανέφερε στην ένστασή της δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την αντικειμενικότητα και τον επαρκή βαθμό τεκμηρίωσης της αξιολόγησης, στην οποία προέβη ο Δημοτικός Γραμματέας. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Δημάρχου, ημερομηνίας στις 21.03.2022.
Εντωμεταξύ, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 15.02.2022, η αιτήτρια υπέβαλε και αίτημα προς το Δημοτικό Συμβούλιο, δυνάμει του Κανονισμού 27(8), για διαγραφή και/ή τροποποίηση της υπηρεσιακής της έκθεσης για το δεύτερο εξάμηνο του επί δοκιμασία διορισμού της.
Το Δημοτικό Συμβούλιο εξέτασε το αίτημα σε συνεδρία, ημερομηνίας 18.04.2022 και αποφάσισε να το απορρίψει, μετά που άκουσε τις απόψεις τόσο του Δημοτικού Γραμματέα όσο και της αιτήτριας, οι οποίοι απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από τον Δήμαρχο και τα Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου. Ακολούθως, στην ίδια συνεδρία, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε, μετά από εισήγηση του Δημοτικού Γραμματέα, την παροχή στην αιτήτρια ειδοποίησης για την πρόθεση τερματισμού του διορισμού της πριν από τη συμπλήρωση της περιόδου δοκιμασίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 23(2).
Με επιστολή του Δημάρχου, ημερομηνίας 21.04.2022, η αιτήτρια ενημερώθηκε για την απόφαση και κλήθηκε σε ακρόαση ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου στις 09.05.2022.
Με επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 03.05.2022[1], η αιτήτρια ζήτησε από το Δημοτικό Συμβούλιο την αναβολή της ακρόασης σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ώστε να της κοινοποιηθεί το πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 18.04.2022 καθώς και η πρόταση που είχε υποβληθεί περί του θέματος από τον Δημοτικό Γραμματέα. Στην εν λόγω επιστολή σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα από τις καταγγελίες που η αιτήτρια είχε υποβάλει τον Απρίλιο του 2021 κατά του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα στην Αστυνομία, την 16.04.2022 προχώρησε σε πρόσθετη καταγγελία στην Αστυνομία κατά του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή για παραβίαση εθνικού και/ή ενωσιακού δικαίου. Επισημαίνεται δε η θέσπιση του περί της Προστασίας Προσώπων που Αναφέρουν Παραβάσεις του Ενωσιακού και Εθνικού Δικαίου Νόμου του 2022 (Ν. 6(I)/2022). Με νέα επιστολή, ημερομηνίας 06.05.2022[2], ο δικηγόρος της αιτήτριας ζήτησε από το Δημοτικό Συμβούλιου την εξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα από τη διαδικασία για λόγους φυσικής δικαιοσύνης και προς αποφυγή προκατάληψης και μεροληψίας.
Το Δημοτικό Συμβούλιο, αποδεχόμενο το αίτημα της αιτήτριας για αναβολή, εξέτασε τελικώς το θέμα σε συνεδρία του ημερομηνίας 17.05.2022, κατά την οποία ο Δημοτικός Γραμματέας, παρόλο που δήλωσε πως αισθάνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει αντικειμενικά στη διαδικασία που θα διεξαχθεί, εντούτοις, υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν από την αιτήτρια στη συνεδρία ημερομηνίας 18.04.2022 και θέλοντας να διαφυλάξει τη νομιμότητα της διαδικασίας, επέλεξε να αποχωρήσει. Στη συνεδρία προσήλθε η αιτήτρια και παρέδωσε γραπτώς τις θέσεις της, όπως αυτές περιλήφθηκαν σε πολυσέλιδη επιστολή του δικηγόρου της, ίδιας ημερομηνίας, προς τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου.[3] Στην εν λόγω επιστολή, μεταξύ των άλλων θεμάτων που εγείρονται, αναφέρονται και τα ακόλουθα, για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει (σελ. 9επ. - ο τονισμός είναι του κειμένου):
«Συγκεκριμένα, αναφέρω ενδεικτικά ότι, κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης της πελάτιδάς μου και πριν τη λήψη απόφασης επί της ένστασης που υπέβαλε κατ’ αυτής, η πελάτιδά μου είχε ήδη προβεί σε καταγγελίες εναντίον του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου τόσο στην Αστυνομία, όσο και σε αρμόδιες αρχές του Κράτους σε σχέση (α) με την αποκοπή 10% εκ του μισθού της λόγω της εσφαλμένης ένταξής της σε μειωμένη κλίμακα μισθοδοσίας, τούτο παράνομα και αυθαίρετα χωρίς να προνοείται στον Προϋπολογισμό του Δήμου και στις σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών για τα θέματα μισθοδοσίας και (β) το ψυχολογικό εκφοβισμό, την άνιση και/ή δυσμενή μεταχείριση που υφίστατο στον εργασιακό της χώρο, τόσο από το Δημοτικό Γραμματέα όσο και από τον Δήμαρχο, καθώς και για άσκηση σωματικής βίας (Επισυνάπτεται ως Παράρτημα Γ το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα από τη Νομική Υπηρεσία ημερ. 24.1.2022 με την οποία αναφέρεται η ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία).
Υποθέσεις που ακόμη τυγχάνουν έρευνας.
[…]
Άδικη και μεροληπτική μεταχείριση από πρόσωπα κατά των οποίων η πελάτιδά μου υπέβαλε καταγγελίες για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή αδικημάτων διαφθοράς και/ή ενεργειών κατά παραβίαση του εθνικού δικαίου και ήδη εκκρεμεί η προσφυγή της με αρ. 14/22 που αφορά ακριβώς το αίτημά της για εξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα λόγω έλλειψης αμεροληψίας.
Γεγονότα που υπέβαλλαν τη ΜΗ συμμετοχή και/ή αυτοεξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα στη διαδικασία αξιολόγησής της.
Παρενθετικά σημειώνεται ότι, η πελάτιδά μου με επιστολές ημερ. 23.1.2022 και 23.2.2022 κατήγγειλε και/ή ανέφερε προς το Υπουργείο Οικονομικών και Εσωτερικών, συγκεκριμένες ενέργειες και/ή πράξεις του Δημοτικού Γραμματέα και/ή του Δημάρχου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και/ή αρμοδιοτήτων τους οι οποίες ενδεχομένως να αποτελούν αδικήματα και/ή καταδεικνύουν την αυθαίρετη δράση τους εντός του Δήμον, ζητώντας την διερεύνησή τους προς αποκατάσταση της νομιμότητας.
[…]
Υπενθυμίζω δε, την θέσπιση του Νόμου περί της Προστασίας Προσώπων που Αναφέρουν Παραβάσεις του Ενωσιακού και Εθνικού Δικαίου Νόμο 6(Ι)/2Ο22, ο οποίος απαγορεύει τη λήψη εκδικητικών μέτρων εναντίον προσώπων που αναφέρουν αδικήματα διαφθοράς και/ή ποινικά αδικήματα και ο οποίος προστατεύει τον εργαζόμενο από αυθαίρετη και/ή εκδικητική πράξη απόλυσης και/ή παύσης και/ή τερματισμού απασχόλησης από τον εργοδότη.
Είναι η θέση μας ότι, η όλη μεταχείριση της πελάτιδάς μου από το Δήμο Πάφου παραβιάζει κατάφορα την αρχή της αμεροληψίας, ενώ πρόκειται για σαφέστατα εκδικητική συμπεριφορά και/ή στάση, λόγω των προσπαθειών της πελάτιδάς μου να προστατεύσει τα συνταγματικά της δικαιώματα ως εργαζόμενη.».
Στη συνέχεια της συνεδρίας και αφού παρασχέθηκε, ως αναφέρεται στα πρακτικά, επαρκής χρόνος για τη μελέτη της επιστολής του δικηγόρου της αιτήτριας, ακολούθησε συζήτηση κατά την οποία εκφράστηκαν διάφορες απόψεις και εισηγήσεις, με τη δικηγόρο του Δήμου να απορρίπτει τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, αναφέροντας τα ακόλουθα στο Συμβούλιο:
«[…]αφορά θέμα που εξετάστηκε από το Συμβούλιο μέσω του αιτήματος της για εξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα από τη διαδικασία αξιολόγησής της και η απόφαση του Συμβουλίου ήταν ότι δεν τεκμηριώνεται τέτοιο θέμα. Με επιστολή του Γραφείου μας προς τους δικηγόρους της κ. Κωνσταντινίδου ημερ. 7.1.2021, απαντήσαμε στους ισχυρισμούς που προέβαλαν ως λόγους εξαίρεσης με αναφορά στη σχετική νομολογία, τονίζοντας ότι από αυτήν προκύπτει ξεκάθαρα ότι οποιεσδήποτε εντάσεις στη σχέση προϊσταμένου-υφισταμένου δεν συνηγορούν στη μη ύπαρξη αμεροληψίας. Τα κριτήρια πρέπει να είναι αντικειμενικά ή/και να υπάρχει το στοιχείο της οξείας έχθρας.».
Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε τελικώς κατά πλειοψηφία τον άμεσο τερματισμό του επί δοκιμασία διορισμού της αιτήτριας, για τους λόγους που λεπτομερώς καταγράφονται στα πρακτικά.
Η αιτήτρια ενημερώθηκε για την απόφαση με επιστολή του Δημάρχου, ημερομηνίας 18.05.2022. Αμφισβήτησε δε αυτήν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου με την προσφυγή υπ’ αρ. 1004/2022, στην οποία εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση στις 19.12.2022, με το Δικαστήριο να διαπιστώνει τη μη νόμιμη σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου κατά τις συνεδρίες του με ημερομηνίες 18.04.2022 και 17.05.2022 λόγω της παρουσίας του νομικού συμβούλου του Δήμου για τους σκοπούς τήρησης των πρακτικών, μετά την αποχώρηση του Δημοτικού Γραμματέα.
Το Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε γνώση της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου σε συνεδρία του ημερομηνίας 19.12.2022, κατά την οποία αποφασίστηκε η επανεξέταση, στην επόμενη προγραμματισμένη συνεδρία στις 22.12.2022, αφενός του αιτήματος της αιτήτριας για διαγραφή και/ή τροποποίηση της υπηρεσιακής έκθεσης για το δεύτερο εξάμηνο της περιόδου δοκιμασίας της και αφετέρου της εισήγησης του Δημοτικού Γραμματέα όπως ενεργοποιηθεί η διαδικασία για τον τερματισμό του επιδοκιμασία διορισμού της αιτήτριας πριν από τη συμπλήρωση της περιόδου δοκιμασίας.
Η αιτήτρια, η οποία επανήλθε την επόμενη ημέρα στην Υπηρεσία, ενημερώθηκε για την απόφαση με επιστολή του Δημοτικού Γραμματέα ημερομηνίας 20.12.2022 και κλήθηκε σε ακρόαση στη συνεδρία που είχε προγραμματιστεί για τις 22.12.2022.
Με επιστολή του δικηγόρου της ίδιας ημερομηνίας, 20.12.2022, η αιτήτρια αιτήθηκε αναβολή της επανεξέτασης ώστε να της δοθεί επαρκής χρόνος για να ετοιμάσει τις θέσεις της. Στην εν λόγω επιστολή, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι πέραν από τις καταγγελίες που εξετάζει η Αστυνομία, τίθεται και θέμα έρευνας από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς και άρα η αιτήτρια δικαιούται και επιπρόσθετης προστασίας, σύμφωνα με τον Ν.6(Ι)/2022.
Με επιστολή, ημερομηνίας 21.12.2022, οι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση απάντησαν ότι δεν δικαιολογείται το αίτημα για αναβολή εφόσον τα υπό συζήτηση θέματα ήταν γνωστά στην αιτήτρια.
Στη συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 22.12.2022 δεν προσήλθε η αιτήτρια. Το Συμβούλιο αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα για αναβολή της συνεδρίας και προχώρησε με τη διαδικασία επανεξέτασης. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα του ουσιώδους χρόνου, αποφασίστηκε καταρχάς ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή ή η τροποποίηση της υπηρεσιακής έκθεσης της αιτήτριας για το δεύτερο εξάμηνο του υπό δοκιμασία διορισμού της. Ακολούθως, αποφασίστηκε η έγκριση της εισήγησης του Δημοτικού Γραμματέα για παροχή στην αιτήτρια ειδοποίησης περί της πρόθεσης για τερματισμό του διορισμού της και όπως η αιτήτρια κληθεί σε ακρόαση κατά την πρώτη τακτική συνεδρία του νέου έτους.
Ακολούθησε η ανταλλαγή αλλεπάλληλων επιστολών μεταξύ των δικηγόρων της αιτήτριας και του καθ’ ου η αίτηση, τόσο ως προς τη διαδικασία της επανεξέτασης όσο και ως προς την αποκατάσταση της αιτήτριας μετά την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Η δε επί του θέματος συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε τελικώς να διεξαχθεί στις 22.05.2024, κατ’ εφαρμογή, μεταξύ άλλων, των προνοιών του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου του 1997 (Ν.100(I)/1997). Οι δικηγόροι της αιτήτριας ενημερώθηκαν σχετικώς με επιστολή του Δημάρχου, ημερομηνίας 13.05.2024, με την οποία η αιτήτρια κλήθηκε να παραστεί ή να αποστείλει γραπτώς τις παραστάσεις της.
Ακολούθησε η ανταλλαγή περαιτέρω επιστολών, με τους δικηγόρους της αιτήτριας να διατυπώνουν την άποψη ότι η αιτήτρια δεν γνωρίζει, ως θα έπρεπε, την αιτιολογία για την προώθηση νέας, ως τη χαρακτηρίζουν, πρόθεσης για τερματισμό της υπηρεσίας της και τους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση να επισημαίνουν ότι η διαδικασία αφορά σε επανεξέταση μετά από την ακυρωτική απόφαση της 19.12.2022.
Η αιτήτρια δεν προσήλθε κατά την προγραμματισμένη συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου στις 22.05.2024, ούτε και υπέβαλε γραπτώς τις θέσεις της. Σημειώνεται ότι την ημέρα εκείνη είχε ενημερώσει ότι για λόγους υγείας θα απουσίαζε από τα καθήκοντά της, πλην όμως δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για αναβολή της συνεδρίας. Κατόπιν συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων, το Συμβούλιο αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό του διορισμού της αιτήτριας, με βάση τον Κανονισμό 23(2) των Κανονισμών, για τους λόγους που καταγράφονται λεπτομερώς στα πρακτικά της συνεδρίας.
Ως περαιτέρω καταγράφεται στα πρακτικά (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):
«Πριν από την έναρξη της συζήτησης του θέματος, τέθηκαν και έτυχαν χειρισμού ζητήματα που αφορούν τη διασφάλιση της νόμιμης σύνθεσης του Σώματος και την ορθή-νομότυπη διεξαγωγή της διαδικασίας επανεξέτασης. Στο πλαίσιο αυτό, έγιναν οι εξής ενέργειες:
[…]
(γ) Όλα τα Μέλη του Σώματος, περιλαμβανόμενου του Δημάρχου, δήλωσαν ότι δεν έχουν συγγενική σχέση μέχρι και τετάρτου βαθμού με την κ. Κωνσταντινίδου ή/και τέτοια σχέση με λειτουργούς του Δήμου που ενδεχομένως βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε οξεία έχθρα με αυτήν.
Περαιτέρω, όλα τα Μέλη δήλωσαν ότι δεν έχουν ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό ή βρίσκονται σε οξεία έθχρα (sic) ή έχουν συμφέρον για την έκβαση της υπόθεσης.
[…]
(ε) Ο Δημοτικός Γραμματέας δήλωσε ότι διατηρεί τη θέση αρχής και δεοντολογίας ότι δεν πρέπει να παρίσταται στη συζήτηση του θέματος της επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης και, όπως έπραξε στις συνεδρίες του Σώματος ημερ. 18.4.2022, 17.5.2022, 22.12.2022 και 13.5.2024, θα αποχωρήσει.
(Εξέρχεται από την αίθουσα ο Δημοτικός Γραμματέας)
(στ) Υπό το φως της αποχώρησης του Δημοτικού Γραμματέα, τέθηκε θέμα αναπλήρωσής του ως προς την τήρηση των πρακτικών της συνεδρίας. […] το Συμβούλιο αποφάσισε όπως αναθέσει στη Γραμματειακό Λειτουργό Α.Μ. την τήρηση των πρακτικών της συνεδρίας για το διάστημα της απουσίας του Δημοτικού Γραμματέα.
([…] Προσέρχεται η κ. Α.Μ. και αναλαμβάνει την τήρηση των πρακτικών.)
[…]
Το Συμβούλιο σημείωσε συναφές τα εξής:
(1) Έλαβε την απόφαση για τερματισμό του επί δοκιμασία διορισμού της κ. Κωνσταντινίδου:
(α) Αφού εξέτασε τις γραπτές παραστάσεις ημερ. 17.5.2022 που η υπάλληλος υπέβαλε διά του δικηγόρου της ενώπιόν του κατά την προηγούμενη διαδικασία ακρόασής της υπό το φως της μη προσέλευσής της στην παρούσα συνεδρία.
(β) Λαμβάνοντας υπόψη σωρευτικά τις δύο υπηρεσιακές εκθέσεις που συνέταξε ο Δημοτικός Γραμματέας, τις ενστάσεις που η υπάλληλος ήγειρε επί των εν λόγω εκθέσεων, τις απαντήσεις του Δημοτικού Γραμματέα επι αυτών και τις απόψεις που διατύπωσε ο Δήμαρχος σε σχέση με τις υπό αναφοράν ενστάσεις, την απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 22.12.2022 σε σχέση με το αίτημά της για διαγραφή ή/και τροποποίηση της υπηρεσιακής έκθεσης για το δεύτερο εξάμηνο της περιόδου δοκιμασίας του διορισμού της, καθώς και όλα όσα λέχθηκαν και αποφασίστηκαν κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας περί πρόθεσης του τερματισμού του επί δοκιμασία διορισμού της, τα όσα ανέφεραν Μέλη του Συμβουλίου και ο Δήμαρχος στην παρούσα συνεδρία και το σύνολο όσων εγγράφων περιέχονται στο διοικητικό φάκελο που την αφορά.
(γ) Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των επιστολών που στάληκαν από την υπάλληλο αλλά και τους δικηγόρους της μέχρι τις 22.5.2024, τις οποιεσδήποτε γραπτές προφορικές παραστάσεις της που έγιναν κατά καιρούς προς τον Δήμαρχο και τα Μέλη του Συμβουλίου αλλά και το σύνολο της δράσης και της παρουσίας της ως Ανώτερης Λειτουργού Δημοτικής Υπηρεσίας.».
Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή, ημερομηνίας 23.05.2024 και εναντίον αυτής στρέφεται η παρούσα προσφυγή, συνεπεία της καταχώρισης της οποίας η προσφυγή υπ’ αρ. 14/2022 στην πορεία αποσύρθηκε, εφόσον η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να απορρίψει το αίτημα της αιτήτριας για εξαίρεση του Δημάρχου και του Δημοτικού Γραμματέα από τη διαδικασία αξιολόγησής της, ενσωματώθηκε στην τελικά απόφαση για παύση του διορισμού της.
Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, στην οποία επισυνάπτεται σωρεία πολυσέλιδων Παραρτημάτων[4], η αιτήτρια, με εκτενή αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει για τους ακόλουθους λόγους:
1. Μη συμμόρφωση του καθ’ ου η αίτηση προς την ακυρωτική απόφαση, το Άρθρο 146 του Συντάγματος και το άρθρο 57 του Ν.158(Ι)/(99), λόγω παράλειψης καταβολής αναδρομικά όλων των ωφελημάτων της αιτήτριας για την περίοδο 18.05.2022 – 22.05.2024.
2. Είναι το αποτέλεσμα νομικής πλάνης λόγω παραβίασης του Κανονισμού 23 των Κανονισμών και/ή λόγω εσφαλμένης εφαρμογής αυτού καθότι η περίοδος δοκιμασίας της αιτήτριας δεν μπορούσε, σύμφωνα με την επιφύλαξη του Κανονισμού 23(2), να υπερβεί τα 3 χρόνια. Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, εφόσον η αιτήτρια διορίστηκε την 01.07.2020, υπό πλάνη ο καθ’ ου η αίτηση έκρινε στις 22.05.2024 ότι τερμάτισε τον επί δοκιμασία διορισμό της αιτήτριας πριν τη συμπλήρωση των 2 ετών.
3. Παραβίαση δεδικασμένου λόγω πάσχουσας σύνθεσης και λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου και μη τήρησης άρτιων πρακτικών κατά τις συνεδρίες του με ημερομηνίες 19.12.2022, 22.12.2022, 14.12.2023, 13.05.2024 και 22.05.2024, λόγω: (α) της παρουσίας της Γραμματειακού Λειτουργού Α.Μ προς το σκοπό «υποστήριξης τήρησης των πρακτικών», (β) μη καταγραφής του λόγου παρουσίας και του νομικού συμβούλου του Δήμου εφόσον συμμετείχαν (είτε με φυσική παρουσία είτε μέσω τηλεδιάσκεψης) οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τον καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα δικαστική διαδικασία, και (γ) λόγω της συμμετοχής του Δημοτικού Γραμματέα, ο οποίος, ενώ δήλωνε ότι για λόγους αρχής και δεοντολογίας δεν θα παρίσταται στη συζήτηση του θέματος, εντούτοις παρευρισκόταν στις εν λόγω συνεδρίες και αποχωρούσε στο μέσο αυτών.
4. Παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας και της φυσικής δικαιοσύνης λόγω της συμμετοχής του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου εναντίον των οποίων η αιτήτρια είχε υποβάλει καταγγελίες στην Αστυνομία για παράνομη αποκοπή του μισθού της, για ψυχολογικό εκφοβισμό, για δυσμενή μεταχείριση, για άσκηση σωματικής βίας και για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή αδικημάτων διαφθοράς, καταγγελίες οι οποίες επέβαλλαν την εξαίρεσή τους από τη διαδικασία αξιολόγησής της για το δεύτερο εξάμηνο του επί δοκιμασία διορισμού της και από κάθε άλλη διαδικασία την αφορούσε.
5. Η απόφαση του καθ’ ου η αίτηση, ημερομηνίας 22.12.2022, να απορρίψει το αίτημα της αιτήτριας για διαγραφή της υπηρεσιακής έκθεσης για το δεύτερο εξάμηνο του επί δοκιμασία διορισμού της, είναι αποτέλεσμα αλλότριου λόγου και προϊόν προκατάληψης.
6. Είναι αποτέλεσμα έλλειψης δέουσας έρευνας και εσφαλμένης λόγω πλάνης αιτιολογίας και παραβιάζει τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
7. Αποστέρηση του δικαιώματος ακρόασης της αιτήτριας από τον Δημοτικό Γραμματέα και το Δημοτικό Συμβούλιο πριν αποφασιστεί η ενεργοποίηση της διαδικασίας για τον πρόωρο τερματισμό του διορισμού της.
Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά. Απορρίπτουν τους λόγους ακύρωσης παραπέμποντας στο πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από τον ογκώδη διοικητικό φάκελο. Είναι συγκεκριμένα η θέση τους ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας η αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να ακούγεται και να εκφράζει τις απόψεις της, οι οποίες εξετάζονταν λεπτομερώς και εξίσου λεπτομερώς και αιτιολογημένα αυτές απορρίπτονταν. Οι δε ισχυρισμοί της αιτήτριας για προκατάληψη εγέρθηκαν, σύμφωνα με την εισήγηση, όταν η αιτήτρια συνειδητοποίησε πως θα λάμβανε δυσμενή αξιολόγηση και απέβλεψαν αποκλειστικά στην αποτροπή της εν λόγω δυσμενούς αξιολόγησης. Ως περαιτέρω εισηγούνται οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση, η προκατάληψη δεν δημιουργείται τεχνητά επειδή ένας υπάλληλος αποφασίζει να καταγγείλει στην Αστυνομία ή αλλού τους αξιολογητές του όταν διαπιστώσει πως δεν θα λάβει την αξιολόγηση που επιθυμεί.
Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί παραβίασης δεδικασμένου, εισηγούνται ότι οι διεκδικήσεις της αιτήτριας είναι αστικής φύσεως, εν πάση δε περιπτώσει, ως επισημαίνουν, υπήρξε πλήρης αποκατάστασή της καθώς από την επόμενη ημέρα της ακυρωτικής απόφασης, η αιτήτρια επανήλθε στα καθήκοντά της, λαμβάνοντας όλα τα ωφελήματά της για την περίοδο 20.12.2022 – 22.05.2024. Αναφορικώς με την κατ’ ισχυρισμό νομική πλάνη, επισημαίνουν, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε διαδικασία επανεξέτασης και, αφετέρου, πως ουδέποτε λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση για παράταση της δοκιμαστικής περιόδου διορισμού της αιτήτριας. Ως εκ τούτου, υποβάλλουν ότι ο τερματισμός του διορισμού της, πριν από τη συμπλήρωση της περιόδου δοκιμασίας, αποφασίστηκε σύμφωνα με τις εξουσίες που απονέμουν στο Δημοτικό Συμβούλιο οι πρόνοιες του Κανονισμού 23(2) των Κανονισμών.
Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί πάσχουσας σύνθεσης και λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου και μη τήρησης άρτιων πρακτικών, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση παραπέμπουν στα όσα συγκεκριμένα καταγράφονται στα πρακτικά των επίδικων συνεδριών, στο άρθρο 51 του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/1985) και στο άρθρο 21(2) του Ν.158(Ι)/99.
Αναφορικώς με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί παραβίασης των αρχών της αμεροληψίας και της φυσικής δικαιοσύνης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση επισημαίνουν καταρχάς ότι ο Δημοτικός Γραμματέας ουδεμία σχέση είχε με την αποκοπή του 10% του μισθού της αιτήτριας, η οποία εφαρμόστηκε καλόπιστα, στη βάση σχετικής εγκυκλίου του Υπουργείου Οικονομικών για τους νεοεισερχόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Όταν δε διευκρινίστηκε ότι η κλίμακα της θέσης της αιτήτριας εξαιρείται από την εν λόγω πρόνοια, επιστράφηκαν αμέσως στην αιτήτρια τα ποσά που είχαν κατακρατηθεί. Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εισηγούνται ότι η επιστολή ημερομηνίας 08.09.2021, με την οποία η αιτήτρια ζητούσε την έναρξη έρευνας εναντίον του Δημοτικού Γραμματέα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων, αποστάλθηκε μετά την πρώτη δυσμενή αξιολόγησή της και έγινε σαφώς, κατά την εισήγηση, για στρατηγικούς σκοπούς, για τον αποκλεισμό δηλαδή του Δημοτικού Γραμματέα από τη διαδικασία αξιολόγησης. Οι δε λοιπές καταγγελίες της αιτήτριας, οι οποίες επίσης υποβλήθηκαν μετά που η αιτήτρια πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την πρόθεση του Δημοτικού Γραμματέα για δυσμενή αξιολόγηση, επίσης εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου για να στοιχειοθετηθούν εκ των υστέρων λόγοι εξαίρεσης του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου και, εν πάση περιπτώσει, άπτονται, σύμφωνα με τη θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, ζητημάτων που θα πρέπει να εξεταστούν από την Αστυνομία. Περαιτέρω, παραπέμποντας στο περιεχόμενο των επιστολών τους προς τους δικηγόρους της αιτήτριας, με ημερομηνίες 20.10.2021 και 17.11.2021, στις πρόνοιες του άρθρου 42 του Ν.158(Ι)/99 και σε σχετική με το ζήτημα της προκατάληψης νομολογία, η οποία διαχρονικά απαιτεί το ζήτημα να αποδεικνύεται με ικανοποιητική βεβαιότητα, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποβάλλουν πως η ύπαρξη τεταμένων σχέσεων μεταξύ ενός προϊσταμένου και ενός υφισταμένου, λόγω κακής άποψης που έχει ο ανώτερος για τις υπηρεσίες ή τη συμπεριφορά του υφιστάμενού του, δεν μπορεί να συνηγορεί στην ύπαρξη μεροληψίας εκ μέρους του προϊσταμένου. Εν προκειμένω, κατά την εισήγηση, κανένας από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας δεν υποδεικνύει ή μπορεί να θεμελιώσει προσωπική έχθρα από εξωτερικό παράγοντα, είτε με τον Δήμαρχο είτε με τον Δημοτικό Γραμματέα και ως εκ τούτου ορθά το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε στις 13.12.2021 να μην εξαιρεθεί ούτε ο Δήμαρχος, ούτε ο Δημοτικός Γραμματέας από τη διαδικασία αξιολόγησης της αιτήτριας, οι ισχυρισμοί της οποίας αφορούν αποκλειστικά στην εργασιακή της σχέση με αυτούς και πηγάζουν από το γεγονός ότι αξιολογήθηκε δυσμενώς ως προς την καταλληλόλητά της. Οι δε καταγγελίες της, σύμφωνα πάντα με τη θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, αφορούν σε παράπονα ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της, ως αυτά διαμορφώθηκαν από τον Δημοτικό Γραμματέα και τον Δήμαρχο και δεν στοιχειοθετούν ούτε επηρεασμό της κρίσης τους κατά την αξιολόγησή της, ούτε παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, ως ανεδαφικώς ισχυρίζεται η αιτήτρια που έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης.
Ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση αντιτείνουν πως η απόφαση του καθ’ ου η αίτηση, ημερομηνίας 22.12.2022, να απορρίψει το αίτημα της αιτήτριας για διαγραφή της υπηρεσιακής έκθεσης για το δεύτερο εξάμηνο του επί δοκιμασία διορισμού της, έχει ληφθεί εντός των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Κανονισμός 27(8) των Κανονισμών και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, ότι στην περίπτωση της αιτήτριας έτυχε εφαρμογής ο Κανονισμός 23(2) που προβλέπει για τη διαδικασία τερματισμού του επί δοκιμασία διορισμού υπαλλήλου οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου δοκιμασίας, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη 4 υπηρεσιακών εκθέσεων. Παραχωρήθηκε δε δικαίωμα ακρόασης στην αιτήτρια, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι Κανονισμοί.
Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, στη βάση του πλαισίου των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τον ογκωδέστατο διοικητικό φάκελο, και καταλήγω στα ακόλουθα:
Προέχει η εξέταση των σχετικών με τα ζητήματα σύνθεσης του Δημοτικού Συμβουλίου, στις επίδικες συνεδρίες του, λόγων ακύρωσης.
Οι ισχυρισμοί, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακύρωσης, περί πάσχουσας σύνθεσης λόγω της παρουσίας της Γραμματειακού Λειτουργού Α.Μ., του νομικού συμβούλου του Δήμου και του Δημοτικού Γραμματέα (στις συνεδρίες που αυτός τελικώς δεν συμμετείχε), απορρίπτονται. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, τόσο η κα Α.Μ. όσο και ο νομικός σύμβουλος του Δήμου αποχωρούσαν πριν από τη λήψη απόφασης επί του επίδικου θέματος. Η δε παρουσία της κας Α.Μ. δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Δημοτικός Γραμματέας επέλεξε να μην συμμετάσχει σε συγκεκριμένες συνεδρίες του Δημοτικού Συμβουλίου και ως εκ τούτου η τήρηση των πρακτικών ανατέθηκε στην εν λόγω Γραμματειακό Λειτουργό. Ούτε διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια λόγω της παρουσίας του νομικού συμβούλου του Δήμου, επιπρόσθετα από τους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν στη δικαστική διαφορά με την αιτήτρια, δοθέντος ότι αυτός επίσης αποχωρούσε πριν από τη λήψη απόφασης σε κάθε συνεδρία. Ως προς τον Δημοτικό Γραμματέα διαπιστώνω ότι αυτός παρίστατο, ως όφειλε, στις σχετικές συνεδρίες και ακολούθως, κατά τη συζήτηση των προκαταρκτικών θεμάτων, δήλωνε τους λόγους για τους οποίους δεν θα λάμβανε μέρος και αποχωρούσε, με την κα Α.Μ να αναλαμβάνει την τήρηση των πρακτικών. Ως εκ τούτου, δεν συμφωνώ με τη θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της αιτήτριας ότι ο Δημοτικός Γραμματέας αποχωρούσε στο μέσο των συνεδριών, από τις οποίες αποφάσισε να μη συμμετάσχει. Συνακόλουθα, ως προς τον δεύτερο λόγο ακύρωση δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια στη σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Σε σχέση, όμως, με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, καταλήγω ότι η αιτήτρια βάσιμα διαμαρτύρεται για παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, που επηρέασε τη σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι δεν υφίσταται μεταξύ των διαδίκων διάσταση ως προς την έννοια, την καθιέρωση και τις επιταγές της αρχής της αμεροληψίας, όπως αυτές περιγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία και υιοθετήθηκαν από τη νομολογία.
Σύμφωνα με το Λεξικό Νομικής Ορολογίας ΙΙ, Δημόσιο Δίκαιο[5] αμεροληψία «είναι η διαδικαστική και δικονομική εγγύηση που απολαμβάνει ο διοικούμενος ή ο αιτούμενος δικαστική προστασία, κατ’ επιταγή της οποίας ο κριτής (το διοικητικό όργανο ή το δικαστήριο) οφείλει να ασκεί την αρμοδιότητά του κατά τρόπο αντικειμενικό και απροκατάληπτο, και μάλιστα τέτοιο ώστε να μη δημιουργείται στον υποκείμενο στην κρίση του υπόνοια ότι το διοικητικό όργανο ή ο δικαστής έχει ήδη σχηματισμένη και μη δυνάμενη να ανατραπεί γνώμη. Η αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων αναγνωρίστηκε από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, πριν κατοχυρωθεί ρητά στο άρθρο 7 του ΚΔΔιαδ., και γίνεται δεκτό ότι αποτελεί ειδικότερη έκφανση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής του κράτους δικαίου».
Επεξηγώντας τις λειτουργίες της αρχής της αμεροληψίας στο σύγγραμμα Η Αρχή της Αμεροληψίας της Διοίκησης, ο Ι. Γ Μαθιουδάκης αναφέρει σχετικώς τα ακόλουθα:[6]
«157. Η αρχή της αμεροληψίας αποτελεί για τους διοικούμενους εγγύηση μιας θεμελιωμένης σε αντικειμενικά δεδομένα διοικητικής απόφασης και με τον τρόπο αυτό μέσο αποτελεσματικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, μέσο διασφάλισης της ισότητας των ευκαιριών τους για πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση και, τελικά, πραγμάτωσης της ελευθερίας δράσης τους. Παράλληλα, η αρχή της αμεροληψίας προστατεύει και το συμφέρον της διοίκησης. Διασφαλίζοντας την μη επήρεια των προσωπικών συμφερόντων του φορέα του οργάνου επί της διοικητικής απόφασης, αφενός, εξορθολογίζει την διοικητική δράση, και, αφετέρου, ενισχύει την έξωθεν καλή μαρτυρία της. Τέλος, προστατεύει και τον φορέα του οργάνου από ψυχοφθόρες συνειδησιακές συγκρούσεις ενόψει ηθικών, οικονομικών και επαγγελματικών αντικρουόμενων παραγόντων.
158. Η μακροσκοπική θεώρηση των λειτουργιών της αμεροληψίας είναι εξίσου σημαντική. Μέσω της αμεροληψίας καθιδρύονται οι προϋποθέσεις για την εμπέδωση μιας δικαιοκρατούμενης διοίκησης, η οποία χαρακτηρίζεται από την ορθή εφαρμογή του δικαίου και την βέλτιστη επιδίωξη ικανοποίησης του δημοσίου συμφέροντος. Με τον τρόπο αυτό εμπεδώνει την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη του πολίτη στην νομιμότητα της διοικητικής δράσης. Απώτερη συνέπεια του καθεστώτος αυτού, νομικής ασφάλειας και εμπιστοσύνης, είναι η μείωση, τόσο των διοικητικών, όσο και των δικαστικών διαφορών και διενέξεων.».
Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν.158(Ι)/99:
«42.—(1) Κάθε διοικητικό όργανο που μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης.
(2) Δε μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα σχέση ή συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τέταρτου βαθμού ή βρίσκεται σε οξεία έχθρα με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση ή που έχει συμφέρον για την έκβασή της.
(3) Η κατά το εδάφιο (2) πιο πάνω, συμμετοχή σε διοικητικό όργανο επιτρέπεται, όταν η διοικητική πράξη δεν μπορεί να εκδοθεί από άλλο, κατά νόμο αρμόδιο όργανο ή όταν το αρμόδιο συλλογικό όργανο δεν μπορεί να συνέλθει επειδή δε θα υπάρχει απαρτία.».
Στην απόφαση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., ΕΔΔ αρ. 146/21, ημερ. 15.03.2024, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σχετικώς τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Το εδάφιο (1) του άρθρου 42 του Νόμου, είναι προφανές, ότι από τη διατύπωση καθιερώνει τη θεμελιακή αρχή της αμεροληψίας που πρέπει να διέπει τη λειτουργία ενός διοικητικού οργάνου, υπό οποιαδήποτε από τις δύο εκφάνσεις της, την υποκειμενική και την αντικειμενική, ώστε να διασφαλίζονται τα εχέγγυα για αμερόληπτη κρίση έναντι του πολίτη. Βέβαια, να λεχθεί πως, η εφαρμογή της εν λόγω αρχής στον τομέα του διοικητικού δικαίου, αναγνωρίστηκε στο Κυπριακό Δίκαιο από νωρίς, στην υπόθεση Kallouris v. The Republic (1964) CLR 313, με αναφορά σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος. Ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση του Συμβουλίου στην υπόθεση 1187/1950 (Τόμος 1950Α, σελίδα 991), όπου αναφέρονται τα εξής: ««Τα όργανα, των οποίων απαιτείται κατά νόμον η σύμπραξις διά την παραγωγήν διοικητικής τινος πράξεως, δέον όπως παρέχωσιν εγγύησιν αμερολήπτου κρίσεως. Ο κανών ούτος δεν αποτελεί το περιεχόμενον ηθικού μόνον αιτήματος της Πολιτείας δικαίου, αλλά συνιστά και νομικήν επιταγήν, ης η παράβασις επάγει ακυρότητα, όταν δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέσις προς τα πρόσωπα, εις ά αφορά η κρινομένη υπόθεσις, η συμφέρον εις την έκβασίν της, δημιουργούσι τεκμήρια επηρεασμού του οργάνου, κλονίζοντα την πεποίθησιν του διοικουμένου επί το αδιάβλητον της κρίσεως αυτού.»
Έκτοτε, η εν λόγω αρχή, εφαρμόστηκε και σε άλλες υποθέσεις, ειδικά, στο δημοσιοϋπαλληλικό τομέα του Διοικητικού Δικαίου. Στην αντικειμενική πτυχή, εμπίπτει κάθε περίπτωση η οποία, ως εκ των ιδιαίτερων περιστάσεων της, εύλογα οδηγεί τον ανεξάρτητο παρατηρητή στο συμπέρασμα ότι αυτή συνιστά παραβίαση της πιο πάνω αρχής. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Σολωμού (1998) 3 ΑΑΔ 769. Επιπρόσθετα, στο εδάφιο (2) του πιο πάνω άρθρου, εξειδικεύονται οι πλέον συνηθισμένες προσωπικές, κατά κύριο λόγο, σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων ή σχέσεις που προκύπτουν συνεπεία της μεταξύ τους αλληλοεπίδρασης, και μπορεί να ταξινομηθούν, αναλόγως των περιστάσεων τους, σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω δύο εκφάνσεις της. H στοιχειοθέτηση κάποιας από αυτές, συνεπάγεται, παραβίαση της γενικής αρχής, στο εδάφιο (1), ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, μια ξεχωριστή κατηγορία, κατά το εδάφιο (2), είναι η «ιδιάζουσα σχέση». Για την ερμηνεία του όρου «ιδιάζουσα» η σχετική νομολογία παρέπεμψε σε λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Τούτη, απαντά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Σολωμού, ανωτέρω, όπου στη σελίδα 775, αναφέρονται, σχετικά, τα εξής:
«Ιδιάζουσα είναι η σχέση που ξεχωρίζει, που διαφέρει ή διακρίνεται από άλλη και ο δεσμός είναι σχέση που προϋποθέτει ή συνεπάγεται ηθικό, νομικό ή συναισθηματικό σύνδεσμο. (Βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Έκδοση 1998, σελ. 774 και 471).»
[…]
Η παρούσα περίπτωση, ως εκ των ιδιαίτερων γεγονότων της, εμπίπτει κατά κύριο λόγο κάτω από τη γενική αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 42(1) του Νόμου, αλλά και κάτω από το εδάφιο (2) αυτού, ειδικά, ως εκ της ύπαρξης της «ιδιάζουσας σχέσης», που έχει προηγουμένως διαπιστωθεί. Τοιουτοτρόπως, διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, από την Επιτροπή όσον αφορά την υπό αναφορά απόφαση της ημερομηνίας 30.9.2013. Εν προκειμένω, έπασχε η σύνθεση της εφεσείουσας Επιτροπής, ως εκ της συμμετοχής σε αυτή κατά τον, ως άνω, ουσιώδη χρόνο, της Προέδρου της, κ. Καλογήρου. Ο τρίτος, αντικειμενικός παρατηρητής, εύλογα, μπορούσε να θεωρήσει ότι με δεδομένες τις περιστάσεις, ανωτέρω, που περιέβαλλαν τη συγκεκριμένη δανειακή σχέση της κ. Καλογήρου με την Τράπεζα, ενδεχομένως η κρίση της, κατά τη λήψη της υπό αναφορά απόφασης της Επιτροπής, να μην ήταν αμερόληπτη. Οπωσδήποτε, οι εν λόγω περιστάσεις δεν θα τον άφηναν αδιάφορο. Εύλογα, θα δημιουργείτο στη σκέψη του η ύπαρξη κλίματος αντιπαράθεσης, ενδεχομένως και προβληματισμός κατά πόσο η Πρόεδρος της Επιτροπής κατά την άσκηση των καθηκόντων της θα διατηρούσε την αμεροληψία της ή ασυναίσθητα θα ενεργούσε μεροληπτικά στη διαμόρφωση της κρίσης της έναντι της Τράπεζας. Πρόκειται για το «τεκμήριο του επηρεασμού» στο οποίο γίνεται αναφορά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Σολωμού. Όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν σύγγραμμα του Ι.Γ. Μαθιουδάκη, στην παράγραφο 157, η διασφάλιση της αρχής της αμεροληψίας «ενισχύει την έξωθεν καλή μαρτυρία», ενώ συγχρόνως, «προστατεύει και τον φορέα του οργάνου από ψυχοφθόρες συνειδησιακές συγκρούσεις ενόψει ηθικών, οικονομικών και επαγγελματικών αντικρουόμενων παραγόντων».».
Η αρχή της αμεροληψίας κατοχυρώνεται και στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να επισημαίνει τα ακόλουθα στην απόφαση C-680/16 P, Wolff και Remedia κατά Επιτροπής:[7]
«24 Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής, C‑439/11P, EU:C:2013:513, σκέψη 154).
25 Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.
26 Συναφώς τονίζεται ότι η υποχρέωση αμεροληψίας, η οποία βαρύνει τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης κατά την εκτέλεση του έργου τους, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ισότητας μεταχείρισης, στην οποία στηρίζεται η Ένωση. Σκοπός της επιβολής της υποχρέωσης αυτής είναι κυρίως η αποφυγή του ενδεχομένου να αντιμετωπίζουν καταστάσεις αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων οι μόνιμοι υπάλληλοι και τα μέλη του λοιπού προσωπικού που ενεργούν για λογαριασμό των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης. Με δεδομένη τη θεμελιώδη σημασία της εγγύησης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας τόσο για την εσωτερική λειτουργία των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης όσο και για την εικόνα τους προς τα έξω, η υποχρέωση αμεροληψίας καλύπτει όλες τις περιστάσεις για τις οποίες ο μόνιμος υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού που καλείται να αποφανθεί επί μιας υπόθεσης μπορεί ευλόγως να αντιληφθεί ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στους τρίτους την εντύπωση ότι είναι πιθανό να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του στον οικείο τομέα (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, Κομνηνού κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑167/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:633, σκέψη 57).
27 Επομένως, τα ως άνω θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί οφείλουν να συμμορφώνονται προς την επιταγή της αμεροληψίας, ως προς αμφότερες τις πτυχές της, οι οποίες είναι, αφενός, η υποκειμενική αμεροληψία, κατά την οποία κανένα μέλος του οικείου θεσμικού οργάνου δεν πρέπει να εκδηλώνει μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, και, αφετέρου, η αντικειμενική αμεροληψία, κατά την οποία το θεσμικό αυτό όργανο πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C‑521/15, EU:C:2017:982, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).»
Εν προκειμένω είναι καταρχήν ορθή η θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση πως οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας και προκατάληψης πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής (Ευθύμιος Μπουλούτας κ.ά. ν Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ΕΔΔ αρ. 8/21 κ.ά., ημερ. 15.10.2025). Ορθή είναι επίσης η επισήμανση ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η τεταμένη σχέση μεταξύ ιεραρχικά ανώτερου και κατώτερου υπαλλήλου, που βασίζεται σε αξιολόγηση ή κρίση για την απόδοση του τελευταίου, δεν θεμελιώνει προκατάληψη. Ούτε η σύνταξη μη ευνοϊκής εμπιστευτικής έκθεσης θεωρείται από μόνη της ως ικανοποιητική απόδειξη έλλειψης αμεροληψίας (Καψοσιδέρης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 176, Παπαδοπούλου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 526, Κωνσταντινίδου ν ΕΔΥ (2018) 3 Α.Α.Δ 739).
Πλην, όμως, εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται τεταμένη απλώς υπηρεσιακή σχέση της αιτήτριας με τον Δημοτικό Γραμματέα και τον Δήμαρχο. Η αιτήτρια, εκτός από τη διαμαρτυρία για τη δυσμενή αξιολόγησή της και τα διάφορα παράπονα που εξέφρασε για υπηρεσιακά θέματα, είχε προχωρήσει, όπως κατ’ επανάληψη έθεσε υπόψη του Δημοτικού Συμβουλίου, σε συγκεκριμένες καταγγελίες στην Αστυνομία, αναφορικώς με κατ’ ισχυρισμό εργασιακό εκφοβισμό, επαναλαμβανόμενη άσκηση ψυχολογική βίας αλλά και περιστατικό κατ’ ισχυρισμό άσκησης σωματικής βίας από τον Δήμαρχο. Επιπρόσθετα, είχε καταγγείλει στην Αστυνομία την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή αδικημάτων διαφθοράς, τόσο από τον Δήμαρχο όσο και από τον Δημοτικό Γραμματέα. Το αποτέλεσμα των εν λόγω καταγγελιών ουδέποτε διερευνήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο, ούτε κατά το στάδιο λήψης της αρχικής απόφασης για τερματισμό του υπό δοκιμασία διορισμού της αιτήτριας, ούτε κατά την επανεξέταση. Το Δημοτικό Συμβούλιο περιορίστηκε στην παραπομπή των ευπαιδεύτων δικηγόρων του στη σχετική νομολογία ως προς τις τεταμένες υπηρεσιακές σχέσεις, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα ή έστω να ερωτήσει επί του θέματος τον Δήμαρχο και τον Δημοτικό Γραμματέα.
Δεν παραβλέπω την επισήμανση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, στη γραπτή τους αγόρευση στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ότι οι καταγγελίες της αιτήτριας, χρονικά, υποβλήθηκαν μετά που αυτή έλαβε γνώση για τη δυσμενή αξιολόγησή της για το πρώτο εξάμηνο του υπό δοκιμασία διορισμού της. Πλην, όμως, η περαιτέρω εισήγηση ότι οι εν λόγω καταγγελίες υποβλήθηκαν για στρατηγικούς σκοπούς, ως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους χαρακτηρίζουν, για τον αποκλεισμό δηλαδή του Δημοτικού Γραμματέα και του Δημάρχου από τη διαδικασία αξιολόγησης της αιτήτριας, συνιστούν εκ των υστέρων εισήγηση, εφόσον ουδέποτε τούτο κρίθηκε ή διαπιστώθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο. Επιπρόσθετα, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να αποκαλύπτει το αποτέλεσμα της διερεύνησης των εν λόγω καταγγελιών, ώστε να τεκμηριώνεται ο κατ’ ισχυρισμό προσχηματικός χαρακτήρας τους. Το Δημοτικό Συμβούλιο είχε υποχρέωση να διερευνήσει για να διαπιστώσει το ίδιο κατά πόσον οι συγκεκριμένες καταγγελίες της αιτήτριας αφορούσαν σε πραγματική διένεξη και καταγγελία ή εάν συνιστούσαν απλώς πρόσχημα ενόψει της δυσμενούς αξιολόγησης του υπό δοκιμασία διορισμού της. Ο δε Δήμαρχος και ο Δημοτικός Γραμματέας (για όσες συνεδρίες δεν αποχώρησε) είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν το Δημοτικό Συμβούλιο για την πορεία διερεύνησης των εν λόγω καταγγελιών και, σε περίπτωση εκκρεμούσας ακόμα διαδικασίας, να εξαιρεθούν, για λόγους αντικειμενικής τουλάχιστον αμεροληψίας, από τις σχετικές επί του θέματος συνεδρίες του Συμβουλίου που αφορούσαν την αξιολόγηση της αιτήτριας και τη λήψη απόφασης για πρόωρο τερματισμό του διορισμού της, ώστε να αποκλεισθεί κάθε εύλογη αμφιβολία σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Π.Δ. Δαγτόγλου, η αμεροληψία είναι «μία θετική έννοια, προσανατολισμένη στην αξία της δικαιοσύνης. Όπως η δικαιοσύνη, έτσι και η αμεροληψία δεν αρκεί να υπάρχει, πρέπει να είναι φανερό ότι υπάρχει»[8]
Στην απόφαση Ελευθέριος Παπαλεοντίου ν Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 807, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σχετικώς τα ακόλουθα:
«Όπως αναφέρεται στις με αριθμό 3680/2009, ημερ. 19/11/2009, 4070/2007, 3461/2007, ημερ. 6/12/2007, 3720/2006, ημερ. 14/12/2006 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας:
«Εάν ο διοικούμενος αμφισβητήσει σοβαρώς και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς την αμεροληψία μέλους ενός συλλογικού οργάνου που έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεσή του και ζητήσει για τον λόγο αυτό την εξαίρεση του παραπάνω μέλους, το συλλογικό όργανο ενώπιον του οποίου φέρεται η αμφισβήτηση αυτή οφείλει, πριν επιληφθεί της συγκεκριμένης υποθέσεως, να αποφασίσει επί του θέματος με ρητή και αιτιολογημένη σκέψη, απορρίπτοντας ή δεχόμενο την αίτηση εξαιρέσεως».
Επιπλέον, σύμφωνα με τις ΣτΕ 1535/1992 και ΣτΕ 2965/1987:
«Εάν ένας υποψήφιος αμφισβητεί την αμεροληψία μέλους του εκλεκτορικού σώματος και ζητήσει την εξαίρεσή του, το εκλεκτορικό σώμα είναι αρμόδιο και οφείλει να αποφασίσει επ' αυτού».
(Βλ. επίσης το σύγγραμμα των Α.Ι. Τάχου και Ι.Λ. Συμεωνίδη, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα -ΕΡΜ (Γ΄ Έκδοση), σελ. 1409-1410 όπου γίνεται λόγος για ρητή και αιτιολογημένη απόφανση απόρριψης ή αποδοχής του αιτήματος εξαίρεσης).
Αυτή η όψη του θέματος ανάγεται στην κακή σύνθεση του οργάνου που έλαβε την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση και ως τέτοιο, μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.
[…]
Ενόψει των συγκεκριμένων και σοβαρών ισχυρισμών που είχε προβάλει ο εφεσείων, η Ειδική Επιτροπή όφειλε να λάβει ειδική και αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα του περί εξαιρέσεως του κ. Πιερή. Το αίτημα του εφεσείοντα, όμως, δεν εξετάστηκε. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο της κακής σύνθεσης του αποφασίζοντος οργάνου διότι μετέσχε σε αυτό ο κ. Πιερής, «ο οποίος μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του και η αμεροληψία του οποίου αμφισβητήθηκε χωρίς η αμφισβήτηση αυτή να αρθεί, όπως έπρεπε με απόφαση του παραπάνω οργάνου» (βλ. ΣτΕ 1535/1992).».
Συνακόλουθα, αποφαίνομαι υπέρ του βάσιμου του εγερθέντος λόγου ακύρωσης περί παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας καθότι, πράγματι, ανακύπτει εν προκειμένω ζήτημα έλλειψης των εχεγγύων της αμερόληπτης κρίσης, ως στοιχειώδους πυλώνα του αδιάβλητου της διοικητικής δράσης.
Παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω κρίση σφραγίζει και το αποτέλεσμα της παρούσας προσφυγής, εντούτοις κρίνω σκόπιμο να σημειώσω και τα ακόλουθα:
Η εισήγηση της αιτήτριας ότι η περίοδος δοκιμασίας της ανεπίτρεπτα και υπό νομική πλάνη υπερέβη τα 3 χρόνια, παραβλέπει το γεγονός ότι η αρχική απόφαση για τερματισμό του διορισμού της είχε ληφθεί νομίμως πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, η δε προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε μεν στις 22.05.2024, πλην όμως αφορούσε σε διαδικασία επανεξέτασης και ως εκ τούτου ανατρέχει στον ουσιώδη χρόνο λήψης της αρχικής απόφασης, ήτοι στις 17.05.2022.
Σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, διαπιστώνω ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας είχε παρασχεθεί το δικαίωμα ακρόασης στην αιτήτρια, το οποίο άσκησε είτε προσωπικά είτε διά των δικηγόρων της. Τηρήθηκαν δε οι πρόνοιες του Κανονισμού 23(2) των Κανονισμών, οι οποίες δεν επέβαλλαν, ως η θέση της αιτήτριας, αυτή να ακουστεί πριν ενεργοποιηθεί η διαδικασία για τον πρόωρο τερματισμό του διορισμού της. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας αποφασίστηκε βάσει του εν λόγω Κανονισμού και η αιτήτρια κλήθηκε να ακουστεί πριν τη λήψη απόφασης για τερματισμό, ως ο Κανονισμός επιβάλλει.
Επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με την παραδοχή του καθ’ ου η αίτηση, η αιτήτρια αποκαταστάθηκε από την επόμενη της ημερομηνίας έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, ήτοι από τις 20.12.2022, η αιτήτρια βάσιμα διαμαρτύρεται για την παράλειψη του καθ’ ου η αίτηση να την αποκαταστήσει αναδρομικά από την ημερομηνία λήψης της απόφασης για τερματισμό του διορισμού της η οποία ακυρώθηκε, ήτοι από τις 18.05.2022 (Ζωνιάς ν Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 1221/20, ημερ. 05.11.2021).
Για όλους τους ανωτέρω λόγους η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.
Υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €2.000, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Δεν επισυνάφθηκε στην Ένσταση αλλά εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο (Τεκμ. 4, Ερ.445).
[2] Τεκμ. 4, Ερ. 451.
[3] Ούτε η εν λόγω επιστολή έχει επισυναφθεί στην Ένσταση, πλην όμως και αυτή εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο, χωρίς όμως τα Παραρτήματα που αναφέρεται ότι επισυνάπτονται σε αυτήν (Τεκμ. 4, Ερ. 516).
[4] Χωρίς παραπομπή, οφείλω να σημειώσω, στους ογκωδέστατους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης (Τεκμήρια 1-7).
[5] Επιμέλεια Ε. Σπηλιωτόπουλος, Χ. Χρυσανθάκης, Χ. Πολίτης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014.
[6] Εκδόσεις Ανιόν, 2008, παρ. 157 και 158.
[7] ECLI:EU:C:2019:257
[8] Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Έβδομη Αναθεωρημένη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, παρ. 398.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο