ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 949/2025(i-Justice)
20 Μαρτίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Βαγγέλης Πρίφτης
Αιτητής,
-ΚΑΙ-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
1. Υπουργού Εσωτερικών
2. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
3. Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ' ων η αίτηση.
.........
Αίτηση ημερομηνίας 29.01.2026 για προσαγωγή μαρτυρίας
Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, Έλληνας υπήκοος, αιτείται τις ακόλουθες θεραπείες:
«Α. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/η απόφαση των Καθ ́ων η αίτηση ημερ. 11/05/2023 και/ή οποιασδήποτε άλλης άγνωστης ημερομηνίας, με την οποίαν αποφασίστηκε για λόγους δημόσιας τάξης και/ή δημόσιας ασφάλειας, η επιβολή περιορισμού στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής του Αιτητή στη Δημοκρατία και η απέλαση του από τη Δημοκρατία ως νομική συνέπεια της ποινικής καταδίκης του, δυνάμει των άρθρων 29(1) και 35 και αφού λήφθηκαν υπόψη οι πρόνοιες του Άρθρου 30 του Ν.7(Ι)/2007, καθ’ότι κρίθηκε ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας δυνάμει του άρθρου 29(3)(α) του Ν. 7(1)/2007 – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1, είναι παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα ή/και τον Περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμο Ν. 7(Ι)/2007 ή/και τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμο 158(Ι)/1999 ή/και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ή/και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή/και Κανονισμούς και είναι άκυρη, παράνομη και αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αντίκειται προς την καλή πίστη που πρέπει να διέπει τις αποφάσεις της διοίκησης και προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης, είναι αντίθετη προς την Νομολογία και εκδόθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα.
Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η έκδοση οιονδήποτε διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του Αιτητή τα οποία ουδέποτε του επιδόθηκαν και/ή του κοινοποιήθηκαν και/ή η αναβίωση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του ημερομηνίας 11/05/23 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Α, είναι παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα ή/και τον Νόμο 7(Ι)/2007 ή/και τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμου 158(Ι)/1999 ή/και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ή/και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή/και Κανονισμούς, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Γ. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση άρνησης εισόδου του Αιτητή στη Δημοκρατία ημερομηνίας 19/08/2025, με την οποίαν τον ειδοποίησαν ότι δεν του επιτρέπεται η είσοδος στην Κύπρο για τον λόγο ότι είναι πρόσωπο για το οποίον έχει εκδοθεί σήμα άρνησης εισόδου του στο Εθνικό Αρχείο επειδή θεωρήθηκε ως απειλή της δημόσιας τάξης, της εσωτερικής ασφάλειας, της δημόσιας υγείας ή των διεθνών σχέσεων μίας ή περισσοτέρων χωρών της Ευρωπαικής Ένωσης, και του οποίου αρνήθηκαν την είσοδο στη Δημοκρατία στις 19/08/2025 και κρατείτο παράνομα κλειστός σε δωμάτιο του αεροδρομίου Λάρνακας για τρεις ημέρες μέχρι τις 22/08/2025 όπου και επιστράφηκε στην Ελλάδα – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2, είναι παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα ή/και τον Περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμο Ν. 7(Ι)/2007 ή/και τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμο 158(Ι)/1999 ή/και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ή/και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή/και Κανονισμούς και είναι άκυρη, παράνομη και αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αντίκειται προς την καλή πίστη που πρέπει να διέπει τις αποφάσεις της διοίκησης και προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης, είναι αντίθετη προς την Νομολογία και εκδόθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα».
Στις 20.09.2023 εξεδόθη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Πρ. Αρ. 820/2023 Β.Π. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω 1. Υπουργού Εσωτερικών κ.α. (η «ακυρωτική απόφαση»), με την οποία ακυρώθηκαν, με συγκεκριμένο σκεπτικό, η πράξη των Καθ΄ ων η αίτηση ημερ. 11.05.2023, με την οποίαν αποφασίστηκε για λόγους δημόσιας τάξης και/ή δημόσιας ασφάλειας, η επιβολή περιορισμού στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής του Αιτητή στη Δημοκρατία και η απέλαση του από τη Δημοκρατία καθώς και τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Αιτητή ημερ. 11.05.2023. Η ακυρωτική απόφαση αποτελεί έγγραφο αρ. 109-76 του φακέλου-Τεκμήριο 2 στη διαδικασία και είναι κοινώς παραδεκτό ότι κατέστη τελεσίδικη, εφόσον εναντίον της δεν καταχωρήθηκε έφεση.
Ενόσω εκκρεμούσε η εκδίκαση της Προσφυγής Αρ. 820/2023 ο Αιτητής απελάθηκε στην Ελλάδα και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο των προσώπων που απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία (Stop List). Αυτό προκύπτει και από την Απόφαση ημερ. 14.02.2024 στην Αίτηση Αρ. 14/2024 για άδεια για καταχώριση Mandamus (εφεξής «Απόφαση για Άδεια Mandamus») που καταχώρησε ο Αιτητής προκειμένου να αρθεί η απαγόρευση εισόδου κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης (έγγραφο με αρ. 118-110 σε Τεκμήριο 2).
Τελικώς τα στοιχεία του Αιτητή φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν από το Stop List (Έγγραφα Αρ. 203-204 σε Τεκμήριο 2) με αποτέλεσμα στις 15.03.2024 να αποσυρθεί η Αίτηση Αρ. 21/2024 για έκδοση εντάλματος Mandamus που ο Αιτητής καταχώρησε κατόπιν της Απόφασης για Άδεια Mandamus (έγγραφο αρ. 209-208 σε Τεκμήριο 2).
Ως είναι παραδεκτό από τα γεγονότα της Αίτησης Ακυρώσεως και της Ένστασης, στις 19.08.2025 ο Αιτητής, η σύζυγος και η θυγατέρα του αφίχθησαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ως περαιτέρω προκύπτει από τις εκατέρωθεν θέσεις, στη σύζυγο και τη θυγατέρα του Αιτητή επιτράπηκε η είσοδος στη Δημοκρατία όμως στον Αιτητή επιδόθηκε η προσβαλλόμενη στο Παράρτημα Α της Αίτησης Ακυρώσεως απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση «Refusal of Entry at the Border». Ως αιτιολογία αναφέρθηκε ότι:
«He/she is hereby informed that he/she is refused entry into the country pursuant to (the immigration law cap. 105), for the following reasons:
H. is a person for whom an alert has been issued for the purpose of refusing entry in the National Register
I. Is considered to be a threat to public policy, internal security, public health or the international relations of one or more of the member states of the European Union (each state must indicate the reference to national relating to such cases of refusal of entry)»
Με την παρούσα ενδιάμεση αίτησή του, ο Αιτητής ζητεί να προσάγει μαρτυρία με ένορκη δήλωση με σκοπό την απόδειξη της ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα των Καθ΄ων η αίτηση κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα προς αιτιολόγηση της αναγκαιότητας προσαγωγής μαρτυρίας:
«2. Κατά την μελέτη των δικογράφων και της γραπτής αγόρευσης των καθ’ ων η αίτηση, καθώς και κατά την έρευνα του διοικητικού φακέλου του Αιτητή στο ΤΑΠ&Μ από την κα Χαραλαμπίδου, με σκοπό την σύνταξη των γραπτών αγορεύσεων της και την ετοιμασία της ακρόασης, η τελευταία διαπίστωσε ότι εντός του φακέλου του Αιτητή δεν βρίσκονταν ουσιώδη τεκμήρια και/ή αποδεικτικά έγγραφα που σχετίζονται με τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις, τα οποία υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και τα οποία αποδεικνύουν ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και δεδομένα, τα οποία οι καθ’ων η αίτηση παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να συλλέξουν, να ερευνήσουν και να αξιολογήσουν κατά το χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης τους, παρά την υποχρέωση που είχαν στα πλαίσια δέουσας έρευνας. Σημειώστε ότι, ενώ η κα Χαραλαμπίδου ζήτησε κατ’ επανάληψη από τους καθ’ων η αίτηση, αλλά και μέσω της συνηγόρου τους να επιθεωρήσει το διοικητικό φάκελο του Αιτητή από τον Νοέμβριο του 2025, οι καθ’ων η αίτηση της επέτρεψαν να τον επιθεωρήσει μόλις στις 19/01/2026 και ως εκ τούτου δεν γνώριζε προηγουμένως εάν τα έγγραφα που επιθυμούμε να προσαγάγουμε βρίσκονταν εντός του εν λόγω φακέλου, για να προβαίναμε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης ενωρίτερα.
3. Ως εκ τούτου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α ένορκη δήλωση μου, στην οποίαν επισυνάπτονται τα ακόλουθα τεκμήρια, τα οποία συνάδουν και αποδεικνύουν όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καταγράφονται στο δικόγραφο της αίτησης, με σκοπό την απόδειξη της ελλιπούς και/ή μη δέουσας έρευνας των καθ’ων η αίτηση, καθώς και της πλάνης περί τα πράγματα με την οποίαν οι τελευταίοι διακατέχονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης :
Τεκμήριο 1 (…_»
Η ένορκη δήλωση συνεχίζει αναφέροντας ότι ο ορθός δικονομικός τρόπος είναι να κατατεθούν τα τεκμήρια μέσω της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, έτσι ώστε να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του ορθή, ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων και αποδεικτικών εγγράφων της υπόθεσης, για να μπορέσει να διαμορφώσει ορθή κρίση στη βάση ολοκληρωμένων γεγονότων. Τίθεται επίσης ότι δεν θα επιχειρηθεί η καθ’ οιονδήποτε τρόπο τροποποίηση ή διαφοροποίηση των γεγονότων που υφίσταντο κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά προσκόμισης αποδεικτικών εγγράφων, τα οποία θα έπρεπε να βρίσκονταν μέσα στον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και τα οποία οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να συλλέξουν, να αξιολογήσουν και να συνυπολογίσουν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης τους, στα πλαίσια της υποχρέωσης του για δέουσα έρευνα, τα οποία αποδεικνύουν τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά υφίσταντο και εξελίχτηκαν χρονολογικά, πριν την έκδοση της απόφασης. Τέλος τίθεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία, ούτε θα επηρεαστούν με καθ’ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά τα δικαιώματά τους, καθ’ ότι έχουν και διατηρούν τη δυνατότητα να με αντεξετάσουν και να προσφέρουν και οι ίδιοι τη δική τους μαρτυρία.
Στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α επί της πιο πάνω ένορκης δήλωσης αναφέρονται τα ακόλουθα:
«2. Επισυνάπτω τα ακόλουθα τεκμήρια, τα οποία συνάδουν, συμφωνούν και αποδεικνύουν όλα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καταγράφονται στο δικόγραφο της αίτησης, με σκοπό την απόδειξη της ελλιπούς και/ή μη δέουσας έρευνας των καθ’ων η αίτηση, καθώς και της πλάνης περί τα πράγματα με την οποίαν οι τελευταίοι διακατέχονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης τους :
Τεκμήριο 1 (…)»
Οι Καθ’ ων η αίτηση υπέβαλαν ένσταση επί της ενδιάμεσης αίτησης εγείροντας διάφορους λόγους ένστασης, περιλαμβανομένων ότι η αιτουμένη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν είναι αναγκαία, ότι ενδέχεται να διαφοροποιήσει τα στοιχεία του φακέλου, ότι δεν είναι δυνατό να τεκμηριώσει οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης, ο οποίος δεν εξειδικεύεται στην αίτηση και ότι ο διοικητικός φάκελος περιέχει ό,τι είναι απαραίτητο για να κριθεί η υπόθεση κ.α.
Εξέτασα τα ως άνω έχοντας υπόψη και τις υποβολές των μερών.
Κατέγραψα, ανωτέρω, τις αναφορές της ένορκης δήλωσης ως προς την αναγκαιότητα και σχετικότητα προσαγωγής της υπό κρίση μαρτυρίας. Ουσιαστικά το μόνο που αναφέρεται είναι ότι σκοπός της μαρτυρίας είναι να αποδείξει πλημμέλεια έρευνας και πλάνης. Αυτό και μόνο. Ο ισχυρισμός αορίστως περί απουσίας στον διοικητικό φάκελο εγγράφων που σχετίζονται με τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του Αιτητή χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση εντός της ένορκης δήλωσης ως προς το τι θα αποδείξουν τα έγγραφα που επιθυμεί να προσάξει ή επί των προϋποθέσεων ποιας νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας αστόχησαν να ερευνήσουν ή πλανήθηκαν οι Καθ΄ων η αίτηση, θεωρώ είναι ανεπαρκής για να συνδεθεί με ή να αποδείξει οποιονδήποτε λόγο ακύρωσης ή να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα περί της αναγκαιότητας αλλά και σχετικότητας της μαρτυρίας με τα επίδικα ζητήματα.
Έχει νομολογηθεί ότι είναι από το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει αν πράγματι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας (Πρ. Αρ. 52/2009 Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας ημερ. 30.12.2020) και όχι από τις αγορεύσεις και στην υπό κρίση περίπτωση τα όσα καταγράφονται στην αίτηση, αλλά κυριότερα, στην ένορκη δήλωση είναι αόριστα και ανεπαρκή για να οδηγήσουν στην επιτυχία της. Στην Υπ. Αρ. 300/03 Χρίστος Ιωσηφίδης ν. Ρ.Ι.Κ. ημερ. 20.11.2003 το Ανώτατο Δικαστήριο (Εντ. Δ. Καλλής) ανέφερε (η έμφαση είναι του παρόντος):
«Κυρίαρχο στοιχείο είναι κατά πόσο η προτεινόμενη μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οποιοδήποτε επίδικο θέμα και αποδεικτική οποιουδήποτε επιδίκου θέματος. Έχω την άποψη πως για να κριθεί η σχετικότητα πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται στην αίτηση. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοια συγκεκριμενοποίηση. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση (έχει παρατεθεί στις σελ. 4-6, πιο πάνω) περιέχει τις απόψεις και διαπιστώσεις του ομνύσαντα επί του κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί τις προϋποθέσεις (δ) του άρ. 2 του πιο πάνω Νόμου 212/87. Είναι αλήθεια ότι ο αιτητής έχει εξειδικεύσει και συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία στη διάρκεια της αγόρευσης του (βλ. σελ. 7-8, πιο πάνω). Ωστόσο αυτό δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Νομολογίας. Είναι απαραίτητο όπως η σχετική εξειδίκευση γίνεται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Εν όψει των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το υλικό που είναι απαραίτητο για να αποφασισθεί κατά πόσο η προτεινόμενη μαρτυρία είναι εύλογα σχετική με τα επίδικα θέματα της προσφυγής. Για το λόγο αυτό η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει».
Κατ’ έφεση, στην Ιωσηφίδης ν. Ρ.Ι.Κ. (2006) 3 Α.Α.Δ. 677, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πιο πάνω κρίση ανέφερε (η έμφαση είναι του παρόντος):
«Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι η ενδιάμεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εφεσείοντος για προσαγωγή μαρτυρίας, είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ορθά ο συνάδελφος απέρριψε το αίτημα πάνω στη βάση ότι ο εφεσείων δεν είχε, με την αίτηση και την ένορκο δήλωση, συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί η σχετικότητα της με οποιαδήποτε από τα επίδικα θέματα».
Θεωρώ άρα ότι δεν παρατίθεται ούτε προκύπτει ο λόγος αναγκαιότητας ούτε συγκεκριμενοποιείται η σύνδεση της προτιθέμενης μαρτυρίας με τους λόγους ακύρωσης η δε απλή αναφορά ότι θα αποδείξει πλημμέλεια έρευνας και πλάνης είναι ανεπαρκής χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της εντός της ένορκης δήλωσης.
Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρώ ότι από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, μέρος του οποίου ανέφερα πιο πάνω σε συνάρτηση με τις κατατεθείσες αιτιολογημένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, μπορεί το Δικαστήριο να μορφώσει πεποίθηση επί των λόγων ακύρωσης περιλαμβανομένου του λόγου περί πλάνης και πλημμελούς έρευνας, άλλωστε κάποια από τα έγγραφα της ένορκης δήλωσης υπάρχουν ήδη στον φάκελο (πχ οι διάφορες δικαστικές αποφάσεις) ενώ υπάρχουν και διάφορα έγγραφα που αφορούν την προσωπική κατάσταση του Αιτητή, συνεπώς και από τη σκοπιά αυτή, δεν έχω πεισθεί για την αναγκαιότητα της προτιθέμενης μαρτυρίας.
Καταλήγω ότι η παρούσα ενδιάμεση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Κρίνω εύλογο όπως τα έξοδα επιδικασθούν στο τέλος της διαδικασίας με την απόφασή επί της κυρίως αίτησης (προσφυγή), την οποία, ενόψει της διαπιστωμένα επείγουσας φύσης της, ορίζω για Διευκρινίσεις στις 24.03.2026.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο