ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1018/2017, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1018/2017, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

                                                            (Υπόθεση αρ. 1018/2017)

 

                              30 Απριλίου 2026

                            [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                          ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Αιτητής,

                                        και

 

                          ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

                         ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ’ ης η αίτηση

__________________________________

Ε. Λοϊζίδου  (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον αιτητή

Α. Ελευθερίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για την καθ’ ης η αίτηση.

Καμία εμφάνιση για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη.

                         Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή, η οποία τέθηκε ενώπιον μου προς επανεκδίκαση, προσβάλλεται η νομιμότητα της απόφασης της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 24.3.2017 να προάξει κατόπιν επανεξέτασης τα ενδιαφερόμενα μέρη Πέτρο Κούσιο, Έλενα Γαβριήλ και Έλενα Ρούσου στη μόνιμη θέση Ανώτερου Νοσηλευτικού Λειτουργού, Γενικός Νοσηλευτικός Κλάδος, Υπουργείο Υγείας αναδρομικά από 1.4.2008 αντί του αιτητή.

 

Αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης φανερώνει τα ακόλουθα:

 

Στις 15.11.2007 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας ζήτησε την πλήρωση δώδεκα κενών μόνιμων θέσεων προαγωγής Ανώτερου Νοσηλευτικού Λειτουργού (Γενικός Νοσηλευτικός Κλάδος) στο Υπουργείο Υγείας.

 

Στις 4.1.2008 ο Γενικός Διευθυντής με νέα επιστολή του ζήτησε την πλήρωση ακόμη τεσσάρων πρόσθετων θέσεων που είχαν κενωθεί στο μεσοδιάστημα. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος πλήρωσης των θέσεων σε δύο ξεχωριστές διαδικασίες.

 

Μετά από προαγωγική διαδικασία σε σχέση με την πρώτη διαδικασία, στην οποία μετείχε και ο αιτητής, αποφασίστηκε η προαγωγή δώδεκα άλλων υποψηφίων. Σε σχέση δε με τη δεύτερη διαδικασία– που εδώ ενδιαφέρει – η ΕΔΥ με απόφαση της ημερομηνίας 27.3.2008 προήγαγε στις επίδικες θέσεις τέσσερις άλλους υποψήφιους από 1.4.2008 μεταξύ των οποίων και τα τρία στην παρούσα Ενδιαφερόμενα Μέρη.

 

Τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης ήτοι της προαγωγής των τριών Ενδιαφερόμενων στην παρούσα Μερών, προσέβαλε ανεπιτυχώς ο αιτητής αφού η Προσφυγή Αρ. 1218/2008 που καταχώρησε, απορρίφθηκε από το Aνώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 18.4.2011. Σημειώνεται ότι η εν λόγω Προσφυγή συνεκδικάστηκε με την Προσφυγή 824/2008 την οποία καταχώρισε τρίτη μη επιλεγείσα (αποκλεισθείσα) στη διαδικασία υποψήφια κατά της προαγωγής και των τεσσάρων προαχθέντων υποψηφίων και στην οποία εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση.

 

Ωστόσο η πρωτόδικη απόφαση στις συνεκδικαζόμενες Προσφυγές αρ. 824/2008 κ.α. Κυριακή Κυριάκου κ.α. ν. Δημοκρατίας ανετράπη, κατ΄ έφεση, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.12.16 στις συνεκδικασθείσες Αναθεωρητικές Εφέσεις αρ.65/2011 και 69/2011  Π. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας και Δημοκρατίας v. Κυριακού (2016) 3 ΑΑΔ, 769. Ειδικότερα το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας δεκτή την Α.Ε αρ.69/11 σε σχέση με την προσφυγή 824/2008, την οποία άσκησε η Δημοκρατία, επικύρωσε την κρίση της ΕΔΥ να θεωρήσει την Κυριακού ως μη προσοντούχου υποψήφιας. Τούτο δε είχε ουσιαστικά ως αποτέλεσμα και την επικύρωση της απόφασης της ΕΔΥ σ’ ό,τι αφορά την προαγωγή της τέταρτης προαχθείσας Ζούμου Μαρίας στην επίδικη θέση.

 

Ωστόσο η Α.Ε. αρ.65/2011 που άσκησε ο αιτητής (σε σχέση με την Προσφυγή αρ. 1218/2008) είχε επιτυχή κατάληξη και οδήγησε στην ακύρωση της απόφασης της ΕΔΥ ημερομηνίας 27.3.2008 να προάξει στην επίδικη θέση, από 1.4.2008, τα εδώ τρία Ενδιαφερόμενα Μέρη. Τούτο δε διότι ως κρίθηκε εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία επιλογής αφού δεν έγινε καμία αναφορά στο πρόσθετο προσόν του διπλώματος Νοσηλευτικής Διοίκησης της Νοσηλευτικής Σχολής που κατείχε ο αιτητής, ούτε από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια κατά τη σύστασή της αλλά ούτε και από την Ε.Δ.Υ.

 

Η καθ΄ης η αίτηση συνεπεία της δικαστικής απόφασης στην Α.Ε αρ.65/2011 προχώρησε σε επανεξέταση της πλήρωσης των τριών κενών επίδικων θέσεων Ανώτερου Νοσηλευτικού Λειτουργού.

 

Η ΕΔΥ επιλήφθηκε του θέματος σε συνέδρια της ημερομηνίας 24.3.2017 κατά την οποία κλήθηκε και παρέστη η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, η οποία σύστησε για προαγωγή τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ακολούθως, η Επιτροπή και αφού εξέτασε και έλαβε υπόψη τα ενώπιον της στοιχεία, περιλαμβανομένων και των προσόντων των υποψηφίων, ως αυτά ανάγονταν στον ουσιώδη χρόνο και ως αυτά αποτυπώνονταν από στο φάκελο πλήρωσης της επίδικης θέσης, τους προσωπικούς φάκελους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων καθώς και την υπέρ των ΕΜ σύσταση της Γενικής Διευθύντριας έκρινε ότι τα ΕΜ υπερείχαν έναντι των άλλων υποψηφίων, περιλαμβανομένου και του αιτητή. Ως εκ τούτου αποφάσισε να επιλέξει τα ΕΜ ως τα πιο κατάλληλα, προφέροντας τους προαγωγή στην επίδικη θέση αναδρομικά από την 1.4.2008.

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπό κρίση Προσφυγή, η οποία εκδικάστηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο στις 31.1.2020 εξέδωσε ακυρωτική απόφαση αφού έκανε δεκτή την εισήγηση του αιτητή ότι τόσο η σύσταση όσο και η απόφαση της ΕΔΥ έπασχαν ως συγκρουόμενες με το δεδικασμένο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Α.Ε αρ. 65/11 και 69/11 και τούτο διότι έκριναν ότι το δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης του αιτητή δεν αποτελεί πρόσθετο προσόν, αλλά απαιτούμενο, με βάση το οποίο πληρείται η παράγραφος (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και ότι ο αιτητής δεν κατέχει πρόσθετα προσόντα.

 

Ωστόσο η πρωτόδικη απόφαση ανετράπη, κατ΄ έφεση, με απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.41/20, ημερομηνίας 24.1.25 Δημοκρατία v Παναγιώτη Γεωργίου, δια της οποίας εν πολλοίς αποφασίσθηκε ότι ουδεμία παραβίαση του δεδικασμένου της Απόφασης στην Α.Ε. 65/2011 υφίστατο αφού τόσο η Γενική Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ έκριναν ορθά το δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης του αιτητή ως απαιτούμενο προσόν, διασαφηνίζοντας ότι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε αρ. 65/11 σε «πρόσθετο προσόν» ουδόλως εμπόδιζε την Γενική Διευθύντρια και την ΕΔΥ να το αξιολογήσουν και να το εντάξουν στο ορθό πλαίσιο της εφαρμογής του Σχεδίου Υπηρεσίας. Διατάχθηκε δε η επανεκδίκαση της υπόθεσης.

 

Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή, όπως αυτοί προβάλλονται στη γραπτή του αγόρευση προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.

 

Εν πρώτοις, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν παραβίασης του δεδικασμένου αφού τόσο η Γενική Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ έκριναν σε αντίθεση με ό,τι αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες Α.Ε αρ. 65/11και 69/11 ότι ο αιτητής δεν διαθέτει οποιοδήποτε πρόσθετο προσόν, πέραν των προβλεπόμενων στο Σχέδιο Υπηρεσίας απαιτούμενων προσόντων. Τούτο δε το σφάλμα  κατά σαφή παράβαση των αποφασισθέντων στην ΑΕ αρ. 69/11 δια της οποίας, ως ισχυρίζεται η πλευρά του αιτητή, κρίθηκε ότι ο αιτητής κατέχει πρόσθετο προσόν ήτοι δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης και το οποίο κατά παράβαση του δεδικασμένου μετέτρεψαν η Διευθύντρια και η ΕΔΥ ως απαιτούμενο προσόν.

 

Δεν θα συμφωνήσω. Τα όσα εισηγήθηκε η πλευρά του αιτητή αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης και δη κατά δεσμευτικό μάλιστα τρόπο για το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Δημοκρατία v Παναγιώτης Γεωργίου (Ε.Δ.Δ αρ.41/20, ημερομηνίας 24/1/25). Μάλιστα τα όσα λέχθηκαν επέλυσαν καθοριστικά και κατά σφαιρικό τρόπο το όλο ζήτημα ώστε να μην δικαιολογείται η επίμονη της πλευράς του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινήσεων στην επαναπροώθηση της ίδιας ακριβώς θέσης. Η δε αναφορά της συνηγόρου του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας δεν απαιτεί τη κατοχή δεύτερου διπλώματος και ότι ο αιτητής ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο Μαιών εμφανώς παραβλέπει ότι το ζήτημα των προσόντων του αιτητή ήδη απασχόλησε και εξετάστηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με αναφορά στα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε στα πλαίσια των Α.Ε αρ. 65/11 και 69/11 και σε συνάρτηση με τα όσα κατά την επανεξέταση λέχθηκαν τόσο από τη Γενική Διευθύντρια κατά τη σύσταση της όσο και από την ΕΔΥ αλλά και με ρητή παραπομπή στα όσα το ίδιο το Σχέδιο Υπηρεσίας προνοεί. Αυτό που εν τέλει κρίθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είναι ότι ο αιτητής δεν κατέχει οποιοδήποτε πρόσθετο, πέραν των απαιτούμενων εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόντων καθώς και ότι το συγκεκριμένο δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης που κατέχει συνεκτιμήθηκε και συνυπολογίσθηκε στα πλαίσια της επανεξέτασης. Αποφασίστηκε δε ότι διοίκηση επεξήγησε την κρίση της, την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο χαρακτήρισε ως ορθή, γιατί το εν λόγω δίπλωμα αποτελεί απαιτούμενο προσόν προς πλήρωση της παραγράφου 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας και όχι πρόσθετο προσόν, χωρίς τούτο να συνιστά, ως κρίθηκε, παράβαση του δεδικασμένου επί των όσων δηλαδή αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Α.Ε αρ.65/11 και 69/11. Εξού άλλωστε και παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση.

 

Συνεπώς κρίνεται απόλυτα αναγκαίο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου καθότι τα όσα λέχθηκαν απαντούν κατά καταλυτικό τρόπο στην όλη επιχειρηματολογία του αιτητή, δεικνύοντας ότι δεν παρέχεται περιθώριο επαναπροώθησης και δη δικαστικής εξέτασης του ίδιου δεσμευτικά κριθέντος ζητήματος. Σημειώνεται ότι στο ακόλουθο απόσπασμα περιλαμβάνονται τόσο οι επίμαχες πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας της επίδικης θέσης όσο και τα όσα αποφασίστηκαν επί του θέματος από τη Γενική Διευθύντρια και την ΕΔΥ κατά τη συνεδρία της ΕΔΥ ημερομηνίας 24.3.17 αλλά και τα αποφασισθέντα στην Α.Ε αρ. 65/11, ώστε να μην χρειάζεται η επανάληψη τους κατά την εξέταση, στη συνέχεια, άλλων εγειρόμενων ισχυρισμών του αιτητή:

 

 «Το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης του Ανώτερου Νοσηλευτικού Λειτουργού, Γενικός Νοσηλευτικός Κλάδος, Υπουργείο Υγείας απαιτεί:

«Απαιτούμενα προσόντα.

 

(1) Δεκαπενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Νοσηλευτικού Λειτουργού ή/και στις προηγούμενες θέσεις Νοσηλευτικού Λειτουργού 1ης ή/και 2ης Τάξης, από την οποία πέντε τουλάχιστον χρόνια στην Κλίμακα Α7.

 

(2) Πιστοποιητικό μετεκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη Σχολή ή Κολλέγιο σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή στη Μαιευτική διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους.

 

[.] Σημειώσεις

2. Οι κάτοχοι πανεπιστημιακού διπλώματος ή τίτλου στη Νοσηλευτική ή σε κλάδο της, καθώς και οι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Μαιών βάσει του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου, εξαιρούνται από το στην παράγραφο (2) απαιτούμενο προσόν.»

 

Εξετάζοντας τις πιο πάνω απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας, διαπιστώνεται πως για τη διεκδίκηση της θέσης Ανώτερου Νοσηλευτικού Λειτουργού, δεν αρκεί μόνο το δίπλωμα της Νοσηλευτικής Σχολής, στη βάση του οποίου εξασφαλίζεται και η εγγραφή στο Μητρώο Νοσηλευτών, αλλά απαιτείται είτε μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή Μαιευτική, είτε κατοχή πτυχίου πανεπιστημιακού επιπέδου.

 

Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και ειδικότερα σε σχέση με την Α. Ε. 65/2011, έχει ως ακολούθως:

 

«[..] Ένα από τα παράπονα του εφεσείοντος είναι ότι στη σύσταση της η Αναπληρώτρια Διευθύντρια αναφέρθηκε μεν στα πρόσθετα προσόντα των ενδιαφερομένων μερών τα οποία ανεπιφύλακτα σύστησε, παραλείποντας όμως να αναφερθεί και στο πρόσθετο προσόν του ίδιου του εφεσείοντος. Πράγματι από τα δεδομένα που είχε ενώπιον της η Ε.Δ.Υ., προέκυπτε ότι τα συστηθέντα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν πρόσθετα μη απαιτούμενα εκ του σχεδίου υπηρεσίας προσόντα, όπως αυτά καταγράφονται στους σχετικούς πίνακες που απαντώνται στο Παράρτημα 9 της ένστασης που καταχωρήθηκε πρωτοδίκως από τη Δημοκρατία. Πρόσθετο όμως προσόν, αυτό του διπλώματος Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή, κατείχε και ο εφεσείων. Σε αυτό δεν έγινε καμία απολύτως αναφορά από την Αναπληρώτρια Διευθύντρια και το λάθος επαναλήφθηκε και από την Ε.Δ.Υ., η οποία στο σκεπτικό της αναφέρθηκε στους επιλεγέντες ως διαθέτοντες πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα που θεωρήθηκαν απόλυτα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, κρίνοντας τους ως υπερέχοντες γενικά των υπολοίπων υποψηφίων. Η Ε.Δ.Υ. κατέγραψε ταυτόχρονα ότι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο εφεσείων, δεν υστερούσαν σε αξία με τους επιλεγέντες να υπερέχουν σε αρχαιότητα ή να υστερούν σε αρχαιότητα λόγω ημερομηνίας γέννησης και μόνο. Και ότι «οι επιλεγέντες διαθέτουν την υπέρ τους σύσταση της Αν. Γενικής Διευθύντριας, που συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων.». Είναι φανερό ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία, εφόσον δεν έγινε καμία αναφορά στο πρόσθετο προσόν του εφεσείοντος ως αυτό να μην υπήρχε, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι η επιλογή μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και του εφεσείοντος ήταν εύλογα επιτρεπτή στη βάση της ισοδυναμίας σε αξία, της ηλικιακής και μόνο αρχαιότητας του εφεσείοντος και του αντισταθμίσματος ότι έναντι αυτού, οι συστηθέντες κατείχαν ένα ή περισσότερα πρόσθετα προσόντα. Ακριβώς αυτή ήταν και η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς απόρριψη της προσφυγής, η οποία όμως δεν έλαβε υπόψη το ότι και ο εφεσείων ήταν κάτοχος πρόσθετου προσόντος το οποίο θα έπρεπε να συνεκτιμάτο και ως προς τη σχετικότητα του, (Νικολαΐδης ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 325 και Κοτζιάπασης ν. Οικονομίδη (2007) 3 Α.Α.Δ. 200), και ως προς την επίπτωση που αυτό το πρόσθετο προσόν θα είχε επί της συγκριτικής πλέον αξίας των υποψηφίων. Τέτοια σύγκριση όμως, και έχει δίκαιο και επ' αυτού ο εφεσείων, δεν έγινε.»

 

Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η σύσταση της Διευθύντριας, ως και η απόφαση της ΕΔΥ κατά το στάδιο της επανεξέτασης, πως το Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή που κατέχει ο Εφεσίβλητος, δεν αποτελεί πρόσθετο προσόν αλλά ότι με αυτό ικανοποιεί την παράγραφο 2 των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας (δηλαδή «Πιστοποιητικό Μετεκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη Σχολή ή Κολλέγιο σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή στη Μαιευτική διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους»), που τον καθιστά προσοντούχο, παραβιάζει το δεδικασμένο της πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε. 65/2011, με την οποία έγινε αναφορά στο συγκεκριμένο δίπλωμα ως πρόσθετο προσόν.

 

Σημειώνουμε πως κατά την διαδικασία της επανεξέτασης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, τόσο η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας, όσο και η ΕΔΥ, πίστωσαν στον Εφεσίβλητο, την κατοχή του διπλώματος Νοσηλευτικής Διοίκησης. Συγκεκριμένα, η Γενική Διευθύντρια κατά την πρόσδοση της σύστασης ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Προχωρώντας σε ιδιαίτερη σύγκριση των προσόντων του εφεσείοντος στην Αν. Εφ. 65/2011 Γεωργίου Παναγιώτη (α/α/38), με τα προσόντα των συστηθέντων υποψηφίων, σημειώνω ότι:

Ο Γεωργίου Παναγιώτης είναι κάτοχος διπλώματος νοσοκόμου, 1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή του στο μητρώο νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον κατέχει μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής, προσόν το οποίο κατέχουν και όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ήτοι δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ’ αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχος. Δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλα επιπρόσθετα προσόντα ακαδημαϊκού ή άλλου επιπέδου.[..]».

 

Σχετικά, η ΕΔΥ ανέφερε τα ακόλουθα:

                                     

«Ο Γεωργίου Παναγιώτης κατέχει Δίπλωμα Νοσοκόμου, 1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή του στο Μητρώο Νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον, κατέχει Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ’ αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχος. Δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλα επιπρόσθετα προσόντα ακαδημαϊκού επιπέδου.»

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος είναι κάτοχος διπλώματος νοσοκόμου 1ου επιπέδου, από την Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, δυνάμει του οποίου εγγράφηκε στο μητρώο νοσηλευτών και στη βάση αυτού διορίστηκε στη θέση Νοσηλευτικού Λειτουργού. Επομένως κατέχει το απαιτούμενο από την παράγραφο 1 του Σχεδίου Υπηρεσίας, βασικό προσόν.

Επιπρόσθετα, είναι κάτοχος μετεκπαίδευσης σε κλάδο της Νοσηλευτικής, δηλ. Διπλώματος Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου και συνεπώς ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου 2 των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας.

 

Ως εκ τούτου, ο Εφεσίβλητος, ως απόφοιτος της Νοσηλευτικής Σχολής του Υπουργείου Υγείας και εγγεγραμμένος βάσει αυτού στο Μητρώο Νοσηλευτών, θα μπορούσε να είναι υποψήφιος στις επίδικες θέσεις, μόνο αν κατείχε επιπρόσθετα και δίπλωμα μετεκπαίδευσης στη Νοσηλευτική Διοίκηση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τόσο η Γενική Διευθύντρια, όσο και η ΕΔΥ στο στάδιο της επανεξέτασης, αναφέρθηκαν ρητά και σε αυτό το προσόν του Εφεσίβλητου (του διπλώματος της Νοσηλευτικής Διοίκησης), συμμορφούμενοι με το δεδικασμένο της Α. Ε. 65/2011, το οποίο και τον κατέστησε προσοντούχο στη βάση της παραγράφου 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας.

 

Συνεπώς, κρίνουμε πως το συγκεκριμένο δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, συνεκτιμήθηκε και συνυπολογίσθηκε από την ΕΔΥ και εξηγήθηκε γιατί δεν αποτελεί πρόσθετο προσόν αλλά απαιτούμενο, βάσει της παραγράφου 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας.

 

Το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση στην Α.Ε. 65/2011, γίνεται αναφορά σε «πρόσθετο» προσόν, συγκεκριμενοποιώντας ότι επρόκειτο για δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή, δεν το καθιστά αυτόματα ως πρόσθετο μη απαιτούμενο εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόν, αφού το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο δεν το προσδιόρισε ως τέτοιο, εν αντιθέσει με τα ενδιαφερόμενα μέρη για τα οποία εξ’ αντιδιαστολής, είχε αναφερθεί ότι είχαν πρόσθετα μη απαιτούμενα εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόντα.

 

Είναι σημαντικό να τονισθεί πως ο ειδικός λόγος ακύρωσης της διοικητικής πράξης στα πλαίσια της Α.Ε. 65/2011, ήταν η διαπίστωση της παράλειψης αναφοράς εκ μέρους της Αναπληρώτριας Διευθύντριας στο Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης που κατείχε ο Εφεσίβλητος και όχι το κατά πόσο αυτό αποτελούσε απαιτούμενο ή πρόσθετο προσόν βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας. Συνεπώς αυτός ο λόγος ακύρωσης είναι που καθόριζε την έκταση της δέσμευσης της ΕΔΥ ως προς το κριθέν ζήτημα στα πλαίσια της επανεξέτασης, με το οποίο, όπως αναφέραμε πιο πάνω, συμμορφώθηκε πλήρως.[..]

 

Συνεπώς, η Γενική Διευθύντρια και η ΕΔΥ, στα πλαίσια της επανεξέτασης όφειλαν, όπως και έπραξαν, συμμορφούμενες με το δεδικασμένο της Απόφασης στην Α.Ε. 65/2011, να αναφερθούν στο συγκεκριμένο δίπλωμα στο οποίο αναφέρθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο, η δε αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ’ αυτό ως «πρόσθετο προσόν», ουδόλως εμπόδιζε την Γενική Διευθύντρια και την ΕΔΥ, να το αξιολογήσουν, συνεκτιμήσουν και εντάξουν στο ορθό πλαίσιο της εφαρμογής του Σχεδίου Υπηρεσίας. Και τούτο, μετά από επανάληψη της διαδικασίας, νέα εκτίμηση του Διπλώματος Νοσηλευτικής Διοίκησης που κατείχε ο Εφεσίβλητος και το οποίο δεν είχε ληφθεί υπόψη στην αρχική ακυρωθείσα απόφαση, σύμφωνα με την απόφαση στην Α.Ε. 65/2011.

 

Από τα ενώπιον μας στοιχεία προκύπτει πως ορθά κρίθηκε από τη διοίκηση ως απαιτούμενο προσόν και συμφωνούμε με την εισήγηση της Εφεσείουσας πως θα ήταν ανεπίτρεπτο το ίδιο δίπλωμα να είχε ληφθεί υπόψη συγχρόνως και ως επιπρόσθετο προσόν μη απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με άμεση παραβίαση των προνοιών του Σχεδίου Υπηρεσίας.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε πως με την προσβαλλόμενη απόφαση καμία παραβίαση του δεδικασμένου της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε. 65/2011 δεν διαπιστώνεται και η αντίθετη πρωτόδικη απόφαση κρίνεται ως εσφαλμένη και θα πρέπει να παραμερισθεί. »

 

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Περαιτέρω ο αιτητής διατείνεται ότι έχει παραβιαστεί το δεδικασμένο το οποίο παρήχθη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 69/2011 αφού, ως ισχυρίζεται η επανεξέταση δεν διενεργήθηκε «από το κριθέν ως άκυρο προπαρασκευαστικό στάδιο που αφορούσε την σύσταση» της τότε Αναπληρώτριας Γενικής Διευθύντριας, η οποία κρίθηκε πάσχουσα, καθότι η ΕΔΥ προέβη σε διαπιστώσεις σε σχέση με τα κατεχόμενα από τους διαδίκους προσόντα πριν την υποβολή της νέας σύστασης της Γενικής Διευθύντριας, με αποτέλεσμα η Γενική Διευθύντρια να επαναλάβει δέσμια την κρίση της καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με τα προσόντα των υποψηφίων.

 

Δε θα συμφωνήσω με την εισήγηση. Η προηγηθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε αρ.65/11 κατέστησε άκυρη ως πάσχουσα τη τότε δοθείσα σύσταση όσο και την τελική απόφαση της ΕΔΥ διότι δεν υπήρξε εν προκειμένω αναφορά στο συγκεκριμένο δίπλωμα στη Νοσηλευτική Διοίκηση του αιτητή. Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι η επανεξέταση θα πρέπει να άρχεται από το σημείο από το οποίο διαπιστώθηκε δικαστικώς η πλημμέλεια (Πόπη Λοϊζίδου v Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ 379). Είναι λοιπόν προς συμμόρφωση με το παραχθέν δεδικασμένο που επιβάλετο λήψη νέας σύστασης καθώς και κρίσης από την ίδια την ΕΔΥ.

 

Επομένως, ως παρατηρώ καθόλα ορθά κλήθηκε η Γενική Διευθύντρια για να παρέχει τη σύσταση της κατά την επίδικη συνέδρια ημερομηνίας 24.3.2017 ως το δεδικασμένο, επέβαλε, ώστε να μην τίθεται βασίμως ζήτημα ότι η επανεξέταση άρχισε από εσφαλμένο στάδιο.

 

Το δε παράπονο του αιτητή ήτοι ότι η ΕΔΥ ασχολήθηκε με τα προσόντα των υποψηφίων προτού η Διευθύντρια προσέλθει στη συνεδρία για σκοπούς σύστασης, δεν διαβλέπω με ποιο τρόπο μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και δη να καταδείξει δίχως άλλο ότι η Γενική Διευθύντρια ενήργησε δεσμίως επειδή η κρίση της ως προς τα προσόντα των υποψηφίων δεν διαφοροποιήθηκε εν τέλει από τα όσα η ΕΔΥ κατέγραψε σε σχέση με αυτά. Άλλωστε δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η Γενική Διευθύντρια, ως ρητώς καταγράφεται στο εν λόγω πρακτικό, είχε ενώπιον της τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων τους οποίους, ως σημείωσε, μελέτησε και επί τη βάσει των οποίων κατέγραψε τις διαπιστώσεις της, προβαίνοντας στη σύσταση των υποψηφίων που έκρινε ως καταλληλότερους, ώστε να μην μπορεί να λεχθεί ότι δεν άσκησε νομίμως την αρμοδιότητα της.

 

Σημειώνεται δε- και τούτο είναι το καθοριστικό- ότι η σύσταση της Διευθύντριας, η οποία δόθηκε κατά την ίδια συνέδρια κατά την οποία λήφθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση προαγωγής, παρασχέθηκε πριν από τη τελική κρίση της ΕΔΥ ώστε να μην βρίσκει έρεισμα η εισήγηση ότι η επανεξέταση εκκίνησε από εσφαλμένο στάδιο και παραβιάστηκε δια τούτο το δεδικασμένο. Άλλωστε το ζητούμενο δεν ήταν τίποτα άλλο από το να έχει η ΕΔΥ ενώπιον της και προτού λάβει την όποια απόφαση της τη σύσταση της Γενικής Διευθυντρίας, στοιχείο το οποίο, εν προκειμένω, ήταν πράγματι ενώπιον της και συνεκτιμήθηκε για την τελική επιλογή.

 

Πρόσθετα διατείνεται ο αιτητής ότι η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας προέβη αναρμοδίως σε σύσταση, αφού σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 35 του Ν.1/90 σε σύσταση θα έπρεπε να προβεί ο  Διευθυντής των Νοσηλευτικών Υπηρεσιών ως Προϊστάμενος κατά το άρθρο 2 του Ν.1/90 του Τμήματος, δοθέντος ότι «οι συγκεκριμένες  θέσεις υπάγονται σε ξεχωριστή Διεύθυνση, αυτή των Νοσηλευτικών Υπηρεσιών».

 

Η καθ΄ης η αίτηση υποστήριξε ότι ορθά κλήθηκε στη διαδικασία να δώσει σύσταση η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας. Τούτο δε με αναφορά στο ότι η Διεύθυνση Νοσηλευτικών Υπηρεσιών δημιουργήθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 13.2.2003 κάτω από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας καθώς και με παραπομπή στο Προϋπολογισμό του 2008, έτος κατά το οποίο πληρώθηκαν οι επίδικες θέσεις  και του 2018 (απόσπασμα των οποίων μαζί με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης του Διευθυντή Νοσηλευτικών Υπηρεσιών επισυνάφθηκε στη γραπτή της αγόρευση) στον οποίο, ως υπέβαλε, διαφαίνεται ότι η Διεύθυνση Νοσηλευτικών Υπηρεσιών και ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης Νοσηλευτικών Υπηρεσιών, θέση η οποία αργότερα αναβαθμίστηκε σε Διευθυντή Νοσηλευτικών Υπηρεσιών, υπαγόταν και εξακολουθεί να υπάγεται στη Διοίκηση του Υπουργείου Υγείας και δη κάτω από τις οδηγίες του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείο Υγείας.

 

Ο ισχυρισμός του αιτητή, ο οποίος παρέμεινε επί της ουσίας ατεκμηρίωτος δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.

 

Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Ν.1/90 «Προϊστάμενος Τμήματος» σημαίνει αυτόν που κατέχει την ιεραρχικά ανώτατη θέση στο Τµήµα και προκειμένου περί  [..]το Γενικό ∆ιευθυντή Υπουργείου αναφορικά µε τους Προϊσταµένους Τµηµάτων του Υπουργείου αυτού και τους υπαλλήλους που δεν υπάγονται σε Τµήµα του Υπουργείου[..]»

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 35(4) του Ν. 1/90 ως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο για σκοπούς προαγωγής απαιτείται να ληφθούν υπόψη από την ΕΔΥ «αιτιολογημένες συστάσεις του Προϊστάμενου του Τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση. »

 

Καθίσταται σαφές ότι οι Νοσηλευτικές Υπηρεσίες δεν συνιστούν Τμήμα, αλλά αποτελούν Διεύθυνση, υπαγόμενη στη Διοίκηση του Υπουργείου Υγείας. Τούτο δε προκύπτει, πρωτίστως, από τις διατάξεις του Πρώτου Πίνακα που αναφέρεται στον Κανονισμό 3 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικών) Κανονισμών του 1991.

 

Ειδικότερα στον Κανονισμό 3 ρητώς αναφέρεται ότι: «Για τους σκοπούς του Νόμου Τμήματα θεωρούνται τα αναφερόμενα στον Πρώτο Πίνακα ».

 

Σύμφωνα δε με τον Πρώτο Πίνακα τα Τμήματα που υπάγονται στο Υπουργείο Υγείας είναι οι Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, οι Οδοντιατρικές Υπηρεσίες, οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες και το Γενικό Χημείο αλλά δεν περιλαμβάνεται ως Τμήμα η Διεύθυνση Νοσηλευτικών Υπηρεσιών.

Ως δε παρατηρώ, παρά τις εκάστοτε τροποποιήσεις, ο εν λόγω Πίνακας σε ό,τι αφορά το Υπουργείο Υγείας παρέμεινε ο ίδιος ωσαύτως και στους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικών) Κανονισμών του 1991 έως 2017, ως αυτοί τροποποιήθηκαν με την Κ.Δ.Π.393/2017, οι οποίοι δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 1.12.2017.

 

Το δε γεγονός ότι οι Νοσηλευτικές Υπηρεσίες δεν θεωρούνται Τμήμα επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας στον οποίο γίνεται αναφορά όχι σε «Τμήμα» αλλά σε «Διεύθυνση» Νοσηλευτικών Υπηρεσιών, η οποία υπάγεται ως εμφαίνεται στη Διοίκηση του Υπουργείου Υγείας καθώς και σε Προϊστάμενο Διεύθυνσης Νοσηλευτικών Υπηρεσιών, ο οποίος σύμφωνα και με το Σχέδιο Υπηρεσίας της εν λόγω θέσης τελεί υπό τις οδηγίες του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας.

 

Συνεπώς καθόλα ορθά η σύσταση δόθηκε από τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας.

 

Περαιτέρω ο αιτητής παραπονείται ότι τόσο η σύσταση της Γενικής Διευθύντριας όσο και η απόφαση της ΕΔΥ είναι αναιτιολόγητες, και συνιστούν προϊόν πλάνης και ελλιπούς έρευνας. Τούτο δε με αναφορά σε διάφορες παραμέτρους όπως στα προσόντα των ΕΜ, την υπεροχή του αιτητή σε ηλικιακή αρχαιότητα, σε αξία και πείρα, στοιχεία τα οποία, ως ισχυρίζεται,  παραγνωρίστηκαν και τα οποία εάν λαμβάνονταν κατά ορθό τρόπο υπόψη θα κατεδείκνυαν, ως εισηγείται, την υπεροχή του αιτητή.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τους ισχυρισμούς του αιτητή, όπως βεβαίως και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.

 

Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή περιστρέφονται πρωτίστως και κυρίως γύρω από τη νομιμότητα της σύστασης της Γενικής Διευθύντριας, κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς πληρότητας, να παρατεθούν τα όσα η Γενική Διευθύντρια ανέφερε, ως εδώ ενδιαφέρουν, ενώπιον της Επιτροπής κατά τη συνέδρια της ημερομηνίας 24.3.2017:

 

«2.Προκειμένου να προβώ στη σύστασή μου, μελέτησα την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έλαβα υπόψη το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, στο βαθμό που άπτεται του ουσιώδους χρόνου.

 

3.Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα της υπό πλήρωσης θέσης, και συνεκτιμώντας τα καθιερωμένα από το Νόμο κριτήρια, δηλαδή την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα, όπως αυτά ανάγονται στον ουσιώδη χρόνο, συστήνω για προαγωγή τους Κούσιο Πέτρο α/α 34, Γαβριήλ Έλενα α/α 67 και Ρούσου Έλενα α/α 69.

 

4.Συστήνοντας τους πιο πάνω υποψηφίους, έλαβα υπόψη ότι αυτοί υπερέχουν έναντι των μη συστηθέντων ανθυποψηφίων τους σε προσόντα, καθότι, πέραν της απαιτούμενης από την παράγραφο (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας μετεκπαίδευσης σε κλάδο της Νοσηλευτικής, είναι κάτοχοι και πανεπιστημιακών προσόντων, τα οποία, παρόλο που δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και απέδωσα σ' αυτά τη δέουσα βαρύτητα. Συγκεκριμένα, οι συστηθέντες Κούσιος Πέτρος και Ρούσου "Ελενα κατέχουν Bachelor of Science in Professional Studies Nursing, Anglia Polytechnic University, και η Γαβριήλ "Ελενα κατέχει Bachelor of Health Science, Victoria University of Technology.

5.Προχωρώντας σε ιδιαίτερη σύγκριση των προσόντων του εφεσείοντος στην Αν. Εφ. 65/2011, Γεωργίου Παναγιώτη (α/α 38), με τα προσόντα των συστηθέντων υποψηφίων, σημειώνω ότι:

 

·               O Γεωργίου Παναγιώτης είναι κάτοχος Διπλώματος Νοσοκόμου, 1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή του στο Μητρώο Νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον, κατέχει μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής, προσόν το οποίο κατέχουν και όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ήτοι Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ' αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχος. Δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλα επιπρόσθετα προσόντα ακαδημαϊκού ή άλλου επιπέδου.

 

·               O συστηθείς Κούσιος Πέτρος είναι κάτοχος Διπλώματος Νοσοκόμου, 1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή του στο Μητρώο Νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον, κατέχει μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής, προσόν το οποίο κατέχουν και όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ήτοι Δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ' αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχος. Πέραν των πιο πάνω απαιτούμενων προσόντων, κατέχει και επιπρόσθετο πανεπιστημιακό προσόν, Bachelor of Science in Professional Studies Nursing, Anglia Polytechnic University, το οποίο, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, παρόλο που δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικό με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση Θέσης.

 

·               H συστηθείσα Γαβριήλ 'Ελενα είναι κάτοχος Διπλώματος Νοσοκόμου,1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή της στο Μητρώο Νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον, κατέχει μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής, προσόν το οποίο κατέχουν και όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ήτοι Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ' αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχα. Πέραν των πιο πάνω απαιτούμενων προσόντων, κατέχει και επιπρόσθετο πανεπιστημιακό προσόν, Bachelor of Health Science, Victoria University of Technology, το οποίο, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, παρόλο που δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικό με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση Θέσης.

 

·               Η συστηθείσα Ρούσου Έλενα είναι κάτοχος Διπλώματος Νοσοκόμου, 1ου Επιπέδου, Γενικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο εξασφάλισε την εγγραφή της στο Μητρώο Νοσηλευτών και Μαιών. Επιπλέον, κατέχει μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής, προσόν το οποίο κατέχουν και όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, ήτοι Δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, με το οποίο ικανοποιεί την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας και μ' αυτό το προσόν καθίσταται προσοντούχα. Πέραν των πιο πάνω απαιτούμενων προσόντων, κατέχει και επιπρόσθετο πανεπιστημιακό προσόν, Bachelor of Science in Professional Studies Nursing, Anglia Polytechnic University, το οποίο, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, παρόλο που δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικό με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση Θέσης.

 

Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι ο Γεωργίου Παναγιώτης δεν διαθέτει οποιοδήποτε επιπρόσθετο προσόν, πέραν των απαιτούμενων, και, επιπλέον, δεν υπερέχει σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων, προ του ουσιώδους χρόνου, ετών. Δεν παρέλειψα να συνεκτιμήσω, επίσης, ότι o Γεωργίου Παναγιώτης υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του Κούσιου, κατά τρεις περίπου μήνες βάσει της ημερομηνίας γέννησης, και υπερέχει των Γαβριήλ και Ρούσου, κατά 20 περίπου μήνες βάσει της ημερομηνίας γέννησης, αρχαιότητα η οποία είναι ήσσονος σημασίας και πολύ περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σ' αυτή[..]

 

Σε μια συνεκτίμηση όλων των νόμιμων κριτηρίων, όπως αυτά ανάγονται στον ουσιώδη χρόνο, κρίνω ότι οι Κούσιος Πέτρος α/α 34, Γαβριήλ Έλενα α/α 67 και Ρούσου Έλενα α/α 69 είναι οι καταλληλότεροι υποψήφιοι και τους συστήνω για προαγωγή.»

 

Ακολούθως η Επιτροπή και αφού μελέτησε τους ενώπιον της φακέλους  και αφού έλαβε υπόψη της τα τρία κριτήρια ήτοι την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα των υποψηφίων σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολο τους και αποδίδοντας σ’ αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, προχώρησε σε συγκριτική αντιπαραβολή και αξιολόγηση των υποψηφίων στα πλαίσια της οποίας διαπίστωσε ότι τα ΕΜ είναι ίσα σε βαθμολογημένη αξία με τους λοιπούς υποψήφιους, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων, προ του ουσιώδους χρόνου, ετών. Αναφορικά με τα προσόντα η ΕΔΥ διαπίστωσε ότι τα ΕΜ κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα πανεπιστημιακού επιπέδου, προσόντα στα οποία, αν και δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ως σημείωσε, προσέδωσε ανάλογη βαρύτητα, δεδομένης, ως ανέφερε, της σχετικότητας τους με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Κατέγραψε δε η Επιτροπή, ότι όλοι οι υποψήφιοι, περιλαμβανομένου και του αιτητή, ο οποίος, ως σημείωσε, ήταν ο επιτυχών εφεσείων στην Αν. Έφεση αρ. 65/2011, διαθέτουν το πιστοποιητικό μετεκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη Σχολή ή Κολλέγιο σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή στη Μαιευτική διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους αλλά με το προσόν αυτό οι υποψήφιοι ικανοποιούν την απαίτηση της παραγράφου (2) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας. Περαιτέρω η Επιτροπή σημείωσε ότι οι επιλεγέντες υστερούν σε αρχαιότητα έναντι κάποιων υποψηφίων που δεν επιλέγηκαν είτε βάσει της ημερομηνίας διορισμού είτε βάσει της ημερομηνίας γέννησης. Σε ό,τι εδώ ενδιαφέρει ήτοι στα πλαίσια  σύγκρισης των ΕΜ  και του αιτητή (ο οποίος καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό ως υποψήφιος με αρ.38) η ΕΔΥ με αναφορά στο στοιχείο της αρχαιότητας αναφέρθηκε ειδικώς σε ορισμένες περιπτώσεις όπου τα ΕΜ υστερούν σε αρχαιότητα έναντι κάποιων υποψηφίων που δεν επιλέγηκαν είτε βάσει της ημερομηνίας διορισμού είτε βάσει της ημερομηνίας γέννησης. Ειδικότερα και σε σχέση με το ΕΜ Κούσιο αυτός δεν υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του αιτητή ενώ σε σχέση με τα ΕΜ Γαβριήλ και Ρούσου διαπιστώθηκε ότι αν και τα ΕΜ υστερούν έναντι του αιτητή σε αρχαιότητα που ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης τους, τούτο δε δεν συνιστά κριτήριο που από μόνο του να μπορεί να υπερφαλαγγίσει την υπεροχή των ΕΜ σε προσόντα, όπως αυτή αναλύθηκε. Στη βάση συνεκτίμησης όλων των ενώπιον της στοιχείων η Επιτροπή έκρινε ότι τα ΕΜ, τα οποία, ως ανέφερε, διαθέτουν υπερ τους τη σύσταση της Γενικής Διευθυντρίας είναι καταλληλότερα για προαγωγή.

 

Αποτέλεσε δε θέση του αιτητή ότι τόσο η Γενική Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ πλανήθηκαν ως προς τα προσόντα των ΕΜ. Με τη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής υπέβαλε ότι το δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής που κατέχουν τα ΕΜ Κούσιος και Ρούσου και το οποίο πιστώθηκε στα ΕΜ ως απαιτούμενο προσόν για σκοπούς της παραγράφου 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα της σχετικής παραγράφου (όπως το Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης που κατέχει ο ίδιος ο αιτητής και το ΕΜ Γαβριήλ) και συνεπώς το ακαδημαϊκό προσόν που εκατέρωθεν κατέχουν τα ΕΜ ήτοι Bachelor of Science in Professional Studies Nursing, Anglia Polytechnic University δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως επιπρόσθετο προσόν αλλά ως απαιτούμενο προσόν προς πλήρωση της παραγράφου 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας. Αυτή δε η διάσταση, ήτοι ότι τα ΕΜ Κούσιος και Ρούσου δεν κατείχαν το απαιτούμενο προσόν της παραγράφου 2 του Σχέδιου Υπηρεσία, δεν υποδείχθηκε, εισηγείται ο αιτητής, από τη Γενική Διευθύντρια ως και όφειλε, προς την ΕΔΥ. Με την απαντητική γραπτή αγόρευση του αιτητή, η θέση αυτή διαφοροποιήθηκε, αφού αυτό που υποδείχθηκε είναι ότι τα ΕΜ θα έπρεπε να κριθούν ως προσοντούχοι με βάση τη Σημείωση 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας λόγω του πανεπιστημιακού τους προσόντος και όχι αυτό να τους πιστωθεί, ως πρόσθετο προσόν, ως και έγινε.

 

Η όλη εισήγηση του αιτητή δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Η εικόνα των προσόντων των ΕΜ Κούσιου και Ρούσου ως αυτά καταγράφηκαν στη σύσταση της Γ. Διευθυντρίας (βλ. ανωτέρω) αλλά και ως αυτά ομοίως διαπιστώθηκαν και από την ίδια την ΕΔΥ επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των υπηρεσιακών τους φακέλων αλλά και από το σχετικό πίνακα που τέθηκε ενώπιον της ΕΔΥ. Η δε κατοχή τους σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή.

 

Εν πρώτοις δεν διαπιστώνεται ότι είτε η Γενική Διευθύντρια είτε η ΕΔΥ ενήργησαν υπό πλάνη ή καθ΄ υπέρβαση των προνοιών του Σχεδίου Υπηρεσίας με το να διαπιστώσουν ότι το Δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής, Νοσηλευτική Σχολή Κύπρου, το οποίο αμφότερα τα ΕΜ κατέχουν συνιστά για σκοπούς πλήρωσης της παραγράφου 2 των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής.

 

Η επίμαχη παράγραφος 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας απαιτεί ως απαιτούμενο προσόν: «Πιστοποιητικό μετεκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη Σχολή ή Κολλέγιο σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή στη Μαιευτική διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους.»

( η έμφαση προστέθηκε)

 

Καθίσταται σαφές ότι η δοθείσα ερμηνεία ότι το Δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής της Νοσηλευτικής Σχολής Κύπρου αφορά σε κλάδο της Νοσηλευτικής και επομένως το συγκεκριμένο προσόν επί τη βάση του οποίου τα ΕΜ Κούσιου και Ρούσου κρίθηκαν προσοντούχοι ικανοποιεί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας κρίνεται καθόλα ορθή. Συναφώς δεν εντοπίζεται οτιδήποτε-αλλά ούτε και υποδείχθηκε οτιδήποτε άλλο από την πλευρά του αιτητή- που θα μπορούσε εύλογα να οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνευτική διαπίστωση από εκείνη που αποδόθηκε από την καθ΄ης η αίτηση στη σχετική πρόνοια του Σχεδίου Υπηρεσίας, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του λεκτικού της επίμαχης παραγράφου του Σχεδίου Υπηρεσίας,  αναδύεται ως καθόλα λογική. Υπενθυμίζεται δε ότι ως έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή του Σχεδίου Υπηρεσίας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 47) (Χριστοδούλου v Δημοκρατίας Αναθεωρητική Έφεση αρ. 90/15, ημερομηνίας 4/4/22), ECLI:CY:AD:2022:C144. Δικαστική δε παρέμβαση δεν επιτρέπεται εφόσον η ερμηνεία που δόθηκε λαμβανομένου υπόψη του λεκτικού του Σχεδίου Υπηρεσίας είναι εύλογα επιτρεπτή, θεωρείται λογική και εφαρμοσθείσα ορθά στα περιστατικά της υπόθεσης (Papaleontiou v. Republic (1987) 3 C.L.R. 211, και Λάρκου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2917).

 

Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του αιτητή ότι τα ΕΜ θα έπρεπε να κριθούν ως προσοντούχοι με βάση τη Σημείωση 2 του Σχεδίου Υπηρεσίας και επομένως το πανεπιστημιακό τους προσόν να προσμετρήσει ως απαιτούμενο και όχι ως πρόσθετο προσόν.

 

Αυτό που παραβλέπει η όλη εισήγηση είναι ότι τα ΕΜ -και πέραν του διπλώματος της Νοσηλευτικής Σχολής, στη βάση του οποίου εξασφαλίζεται και η εγγραφή τους στο Μητρώο Νοσηλευτών- κατείχαν αμφότερα τόσο πανεπιστημιακό τίτλο (τα ΕΜ Κούσιος και Ρούσου Bachelor of Science in Professional Studies Nursing, Anglia Polytechnic University και το ΕΜ Γαβριήλ Bachelor of Health Science, Victoria University of Technology) όσο και τη μετεκπαίδευση σε κλάδο της Νοσηλευτικής ή στη Νοσηλευτική Διοίκηση ή Μαιευτική (το δε ΕΜ Γαβριήλ διαθέτει Δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης και τα ΕΜ Κούσιου και Ρούσου Δίπλωμα Κοινοτικής Νοσηλευτικής). Αφής στιγμής λοιπόν – και τούτο είναι το καθοριστικό- τα ΕΜ ικανοποιούσαν την απαίτηση του τυπικού προσόντος, το υπερβάλλον δεν θα μπορούσε να συνιστά τίποτα άλλο παρά πρόσθετο προσόν. Καθίσταται λοιπόν εμφανές ότι με οποιοδήποτε τρόπο και εάν ιδωθεί το ζήτημα απολήγει άνευ σημασίας. Με άλλα λογία είτε το ένα ήτοι η μετεκπαίδευση εκρίνετο ως πρόσθετο προσόν και το άλλο ήτοι το πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου ως απαιτούμενο είτε το αντίθετο, καθοριστικό παραμένει ότι και πάλι τα ΕΜ θα εξακολουθούσαν να κατέχουν, σε αντίθεση με τον αιτητή, επιπρόσθετα προσόντα, κάτι άλλωστε που καταγράφεται με τρόπο δεσμευτικό και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Δημοκρατίας v Γεωργίου (ΕΔΔ αρ. 41/20, ημερομηνίας 24.1.25) όπου συγκεκριμένα λέχθηκε: «Το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση στην Α.Ε. 65/2011, γίνεται αναφορά σε «πρόσθετο» προσόν, συγκεκριμενοποιώντας ότι επρόκειτο για δίπλωμα Νοσηλευτικής Διοίκησης, Νοσηλευτική Σχολή, δεν το καθιστά αυτόματα ως πρόσθετο μη απαιτούμενο εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόν, αφού το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο δεν το προσδιόρισε ως τέτοιο, εν αντιθέσει με τα ενδιαφερόμενα μέρη για τα οποία εξ’ αντιδιαστολής, είχε αναφερθεί ότι είχαν πρόσθετα μη απαιτούμενα εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόντα.»

 

Έπεται ότι ο αιτητής δεν εγείρει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τ΄ εννόμου συμφέροντος αφού, ως δικαστικά επιβεβαιώθηκε στην ΕΔΔ αρ. 41/20, ο ίδιος δεν κατείχε κανένα πρόσθετο προσόν σε αντίθεση με τα ΕΜ, ώστε επί της ουσίας να παρέμεινε αλώβητη η διαπίστωση τόσο της Γ. Διευθυντρίας όσο και της ΕΔΥ περί υπεροχής των ΕΜ στο στοιχείο των προσόντων.

 

Ούτε όμως και η έτερη προσπάθεια του αιτητή με σκοπό να  καταδείξει ότι υπερέχει σε βαθμολογημένη αξία έναντι των ΕΜ Κούσιου και Γαβριήλ και δη ιδιαίτερα σε «1 εξαίρετα» κατ΄ επίκληση αξιολόγησης του έτους 2002 ήτοι πριν από τα πέντε τελευταία έτη που, κατά τη δική του πάντα εισήγηση, λήφθηκαν υπόψη ήτοι έτη 2003-2007 μπορεί να γίνει δεκτή.  Καταρχάς και σε αντίθεση με τα όσα ατεκμηρίωτα ο αιτητής εισηγείται, παρατηρώ από το Τεκμήριο 1Β (ερυθρά 22-16) ότι τα έτη τα οποία λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της βαθμολογημένης αξίας αφορούν στις υπηρεσιακές εκθέσεις των τελευταίων πέντε ετών 2002-2006, ως αυτές λήφθηκαν υπόψη ως μέρος του ουσιώδους χρόνου. Τούτο δε αφού η παρούσα συνιστούσε επανεξέταση.

 

Περαιτέρω παρατηρώ ότι το ΕΜ Κούσιος βαθμολογήθηκε με 8 εξαίρετα καθόλα αυτά τα χρόνια. Διαφορά σε 1 εξαίρετα σε σχέση με  τον αιτητή προκύπτει με το ΕΜ Ρούσου το οποίο βαθμολογήθηκε με 7 εξαίρετα, ήτοι ένα λιγότερο κατά το έτος 2002. Αντιστοίχως και το ΕΜ Γαβριήλ με αναφορά όμως στην υπηρεσιακή έκθεση του έτους 2003.

 

Αφ΄ης στιγμής αιτητής και ΕΜ παρουσιάζονται ως καθόλα εξαίρετοι στις ετήσιες αξιολογήσεις κατά τα τελευταία 5 έτη που λήφθηκαν υπόψη, δεν είναι επιτρεπτή, ως η πάγια νομολογία έχει καταστήσει διαχρονικά σαφές, η απομόνωση μιας τέτοιας διαφοράς στη βαθμολογία, για να καταδειχθεί οποιαδήποτε διαφορά στο κριτήριο της αξίας. Η διαφορά που υποδεικνύεται από την πλευρά του αιτητή ήτοι ότι ο αιτητής συγκέντρωσε «1 εξαίρετα» περισσότερο από τα δυο ΕΜ Ρούσου και Γαβριήλ (εσφαλμένα αναφέρεται στο ΕΜ Κούσιο) κατά την αξιολόγηση του έτους 2002 και 2003 αντίστοιχα δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε υπέροχη στον αιτητή δεδομένης της πάγιας νομολογιακής αρχής ότι διαφορά μέχρι και 5  εξαίρετα στις υπηρεσιακές εκθέσεις στη διάρκεια μιας πενταετίας αναδεικνύει την ουσιαστική ισοδυναμία των υποψήφιων καθώς και ότι μικρές διαφορές στις αξιολογήσεις, συνιστούν οριακές διαφορές μη δυνάμενες να προσδώσουν υπεροχή ενός υποψηφίου, σε αξία, έναντι των άλλων (Δημοκρατία v Άννα Κυρατζη – Κτωρίδου (ΑΕ αρ. 31/16, ημερομηνιας 8/5/23, ECLI:CY:AD:2023:C154 (Βασιλειάδης κ.ά. v. Τσιάππα κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 403, Πατσαλίδης v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 738 και Αττάς κ.ά. v. Δημοκρατίας (Αρ.2) (2012) 3 Α.Α.Δ. 438)Σπύρου και άλλοι ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου ( Α. Ε αρ.232/12 κ.α, ημερομηνίας 19/7/19).

 

Περαιτέρω απορριπτέος πρέπει να κριθεί και ο έτερος ισχυρισμός του αιτητή περί πεπλανημένης παραγνώρισης της πείρας του, η οποία αποκτήθηκε κατά την εργασία του ως έκτακτος νοσηλευτικός λειτουργος. Σημειώνεται ότι ο αιτητής αν και ξεκάθαρα αποδέχεται ότι μια τέτοια πείρα δεν αφορά σε θέση που προηγείται αμέσως της επίδικης ώστε να έχει αποφασιστική σημασία εντούτοις εισηγείται ότι συνιστά μετρήσιμο στοιχείο της αξίας του αιτητή.  

 

Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ακριβώς το ίδιο ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα πλαίσια της ΕΔΔ 61/2020,  Παναγιώτη  Γεωργίου ν Δημοκρατία., ημερ. 24.1.2025 η οποία είχε απορριπτική κατάληξη για τον αιτητή και η οποία αφορούσε την πλήρωση της ίδιας μόνιμης θέσης, τις ίδιες πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας και την ίδια εισήγηση περί παραγνώρισης της πείρας του αιτητή ως έκτακτου νοσηλευτικού λειτουργού και την οποία άσκησε ο αιτητής μετά την απόρριψη της Προσφυγής του αρ.1455/17 με την οποία στρεφόταν κατά της διαδικασίας προαγωγής άλλων. Τα όσα δε λέχθηκαν τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση και απαντούν στην επιχειρηματολογία του αιτητή:

 

«Τέλος, η συνήγορος του Εφεσείοντα παραπονείται πως η ΕΔΥ δεν έλαβε υπόψη της την προηγούμενη του μόνιμου διορισμού του Εφεσείοντος πείρα, ως έκτακτος  νοσηλευτικός λειτουργός, πείρα που όπως εισηγείται επαυξάνει την αξία του.

 

Σημειώνουμε πως η προσβαλλόμενη πράξη αφορά θέση προαγωγής και όχι πρώτου διορισμού. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 49(7) του Ν.1/1990, ως ακολούθως:

«49.-.............................................................................................

(7) Στο άρθρο αυτο-

"προηγούμενη αρχαιότητα" σημαίνει αρχαιότητα των υπαλλήλων στη θέση ή τάξη που κατεχόταν από αυτούς αμέσως πριν από τη κατοχή της παρούσας θέσης τους ή τάξης και αν η αρχαιότητα αυτή είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται με την ίδια μέθοδο, αφού εφαρμοστεί αναδρομικά μέχρι τους πρώτους διορισμούς των υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία. Σε περίπτωση που η αρχαιότητα στους πρώτους διορισμούς είναι η ίδια, η προηγούμενη αρχαιότητα κρίνεται με βάση την ηλικία των υπαλλήλων.»

 

 Όπως είναι νομολογημένο, η πείρα ως παράγοντας που επηρεάζει τις προαγωγές, για να είναι αποφασιστικής σημασίας πρέπει να έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων στην τελευταία θέση που προηγείται της επίδικης (βλ. Μ. Κωνσταντίνου ν. Δ. Αντωνίου κ.α. (2017) 3 ΑΑΔ 908, Παπανδρέου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 ΑΑΔ 568, Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 112 και Μεστάνας ν. Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 213, 218).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θέσης προαγωγής, κρίνουμε πως η πείρα του Εφεσείοντος πριν τον αρχικό διορισμό του, ως έκτακτος  νοσηλευτικός λειτουργός, είναι απομακρυσμένη, χωρίς αποφασιστική σημασία και συνεπώς ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από την ΕΔΥ.»

 

Περαιτέρω και ως προς την αναφορά του αιτητή περί υπεροχής του σε αρχαιότητα επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά μόνο τα ΕΜ Γαβριήλ και Ρούσου έναντι των οποίων ο αιτητής, ως διαπιστώθηκε τόσο από τη Γενική Διευθύντρια όσο και από την ΕΔΥ, πράγματι υπερέχει βάσει της ημερομηνίας γέννησης και συγκεκριμένα κατά περίπου 20 μήνες. Ως προς το τρίτο ΕΜ προκύπτει ότι ο αιτητής, ως και πάλι διαγνώστηκε από τη Γενική Διευθύντρια και την καθ΄ης η αίτηση, υστερεί έναντι του ΕΜ Κούσιο και δη κατά περίπου τρεις μήνες βάσει την ημερομηνία γέννησης.

 

Καθίσταται σαφές, λοιπόν, γεγονός που άλλωστε επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεν αμφισβητείται, ότι αιτητής και ΕΜ διορίστηκαν αμφότερα κατά την ίδια ακριβώς ημέρα στη θέση του Νοσηλευτικού Λειτουργού, ήτοι στις 1.1.1997, με αποτέλεσμα η όποια μεταξύ τους διαφορά στο κριτήριο της αρχαιότητας να έγκειται μόνο σε  ηλικιακή αρχαιότητα.

 

Η εισήγηση του αιτητή περί υπεροχής του σε ηλικιακή αρχαιότητα έναντι των ΕΜ Γαβριήλ και Ρούσου δεν  μπορεί να έχει την καταλυτική σημασία που ο αιτητής επιθυμεί, ώστε να καταδείξει σφάλμα στη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, αφού ως έχει καταστεί νομολογιακά σαφές, η ηλικιακή αρχαιότητα ενέχει μόνο συμβολική και όχι ουσιαστική σημασία και λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν οι υποψήφιοι είναι απολύτως ίσοι στα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης ήτοι σε αξία και προσόντα (Αλευρά κ.ά. ν. Ηρακλέους κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 85 ) Σουρουλά και Δημοκρατία (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 74/13, ημερομηνίας 10/10/19) Κατσελλή ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ 585) και Αρχή Λιμένων Κύπρου v Μακρίδου (2011) 3 Α Α.Α.Δ. 51) Θεοφίλου v Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ 2199).

 

Ως δε υπομνήσθηκε στην Δημοκρατία v Άννας Κυρατζιή- Κτωρίδου (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 31/16, ημερομηνίας 8/5/23), ECLI:CY:AD:2023:C154 :

 

«Η διαφορά που υπήρχε μεταξύ του ΕΜ 4 και της Εφεσίβλητης σε ό,τι αφορά την  αρχαιότητα λόγω ηλικίας θα μπορούσε να είχε τη σημασία της, νοουμένου ότι τα λοιπά στοιχεία κρίσης ήταν ίσα».

Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση. Τούτη δε μάλιστα την υπεροχή των ΕΜ στο κριτήριο των προσόντων είναι που υποδεικνύει στη γραπτή της αγόρευση και η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση.

 

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι αιτητής και ΕΜ ήταν ίσοι σε βαθμολογική αξία καθώς και ότι στο κριτήριο των προσόντων υπερείχαν τα ΕΜ ένεκα κατοχής προσθέτων προσόντων καθώς και με δεδομένο ότι η όποια εκατέρωθεν διαφορά στο κριτήριο της αρχαιότητας αναγόταν αποκλειστικά στην αρχαιότητα που προέκυπτε από την ημερομηνία γέννησης τους, δεν διαβλέπω, πώς μια τέτοια σύσταση, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων δύναται να κριθεί ως εκφεύγουσα των επιτρεπτών ορίων εξουσίας της Γενικής Διευθύντριας  (Χατζηχάννα v Δημοκρατία  (Ε.Δ.Δαρ.80/20,ημερ.15/9/25).

 

Καθόλα δε νόμιμη κρίνεται και η απόφαση της ΕΔΥ η οποία κινήθηκε εντός των ευλόγων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Από το ενώπιον μου πρακτικό ημερομηνίας 24.4.2019 προκύπτει ότι η ΕΔΥ δεν περιορίστηκε στα όσα τέθηκαν ενώπιον της από  Γενική Διευθύντρια αλλά προέβηκε στη δική της έρευνα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία και παρέχοντας καθηκόντως επαρκή αιτιολογία σε σχέση με την επιλογή της, ώστε να μην έχουν κανένα έρεισμα οι γενικές και αόριστες αιτιάσεις του αιτητή περί αναιτιολόγητης απόφασης και μη επαρκούς αξιολόγησης των υποψηφίων.

 

Ουδέν μεμπτό εντοπίζεται, αφού η Επιτροπή ενήργησε, ευλόγως, εντός των θεσμοθετημένων κριτήριων προαγωγής. Ως δε προσφάτως επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Χατζηκύρου v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 43 Α/20, ημερομηνίας 23/1/25)Αποτελεί βασική αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με την δική του. Εκείνο που ελέγχει είναι τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξης.[..]Το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που καταδειχθεί ότι ο αιτητής υπερέχει έκδηλα του ενδιαφερομένου μέρους. Μόνο τότε συνάγεται ότι το διορίζον όργανο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας (βλ. Hjioannou v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1041, 1045).»

 

Εν προκειμένω, δεν έχει καταδειχθεί τέτοια έκδηλη υπεροχή του αιτητή έναντι των ΕΜ.

 

Στη βάση των ανωτέρω και για τους λόγους που εξηγήθηκαν η Προσφυγή αποτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα €1800 υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

                                               Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο