ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1103/2020
7 Απριλίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦOΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Irina Drebenets-Kutchuk
Αιτήτρια
Και
Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Αλεξία Μαυρικίου για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Σοφοκλής Καρασαμάνης, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Ρωσίας, η οποία στις 02.07.2009 αφίχθη στη Δημοκρατία. Στις 24.09.2010 παντρεύτηκε Κύπριο πολίτη. Από σημείωμα ημερ. 28.02.2013, προκύπτει ότι στις 10.02.2013 η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) προέβη σε έλεγχο στην οικία της Αιτήτριας και διαπίστωσε ότι για διάστημα πέραν των 6 μηνών δε συζούσε με τον σύζυγό της, ο οποίος διέμενε και εργαζόταν πλέον στο εξωτερικό. Κατόπιν αυτού, με επιστολή ημερ. 16.05.2013, οι Καθ΄ων η αίτηση ακύρωσαν την μέχρι τότε άδεια παραμονής και εργασίας της καλώντας την όπως αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία άλλως θα λάβουν μέτρα προς απομάκρυνσή της.
Από το Παράρτημα 8 στην Ένσταση προκύπτει ότι η Αιτήτρια αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις 16.05.2013, επανήλθε στη Δημοκρατία στις 28.05.2013 και αναχώρησε εκ νέου στις 28.10.2013, μετά 5 μήνες. Στις 08.05.2018, ενόσω κατοικούσε εκτός Δημοκρατίας, η Αιτήτρια αιτήθηκε εγγραφής (εφεξής η «Αίτηση») με βάση το άρθρο 110(2) του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν. 141(I)/2002- εφεξής ο «Νόμος»). Με επιστολή ημερ. 11.08.2020, οι Καθ’ ων η αίτηση την ενημέρωσαν ότι η Αίτηση της απερρίφθη δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου, καθότι είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία.
Το εδάφιο (2) του άρθρου 110 του Νόμου προβλέπει [η δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του εν λόγω άρθρου υπογραμμίζεται από το παρόν]:
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/ τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «διαμένει με το/τη σύζυγο της/ του στην Κύπρο» σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια».
Την πράξη αυτή, με την οποία η Αίτησή της απερρίφθη, προσβάλλει η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή. Η προδικαστική ένσταση περί του εκπροθέσμου απεσύρθη με την αγόρευση των Καθ΄ων η αίτηση (και ορθώς) και απέμεινε προς εξέταση ένας λόγος ακύρωσης, τον οποίο εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας.
Συγκεκριμένα εγείρει ότι υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση με την ως άνω αιτιολογία. Λέγει ότι στην Έκθεση, με την οποία ο Υπουργός απέρριψε την αίτηση της, φαίνεται ότι πληροί τα τυπικά προσόντα για εγγραφή της ως Κύπρια πολίτης. O ευπαίδευτος συνηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση από την πλευρά του υποβάλει ότι το παράνομο της παραμονής της Αιτήτριας στη Δημοκρατία, προκύπτει όχι μόνο από αξιόπιστη πληροφόρηση της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (η «ΚΥΠ») αλλά και από τα σχετικά Παραρτήματα (6-8) στην Ένσταση, από τα οποία φαίνεται ότι μετά την ακύρωση της άδειας της τον Μάιο 2013 παρέμεινε στη Δημοκρατία έως τις 28.10.2013. Περαιτέρω υποβάλλει ότι στην ίδια την Έκθεση η εισήγηση είναι για μη έγκριση της αίτησης με ρητή καταγραφή ότι είναι λόγω της παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία.
Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των εκατέρωθεν θέσεων, ως εκτέθηκαν στις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και αφού εξέτασα το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, η κατάληξή μου είναι η ακόλουθη:
Παρότι στην παράγραφο 3 της Έκθεσης δε διεγράφη η σχετική προτυπωμένη καταγραφή ότι η Αιτήτρια «πληροί τα τυπικά προσόντα» για έγκριση της Αίτησης, εντούτοις, στην ίδια παράγραφο της Έκθεσης καταγράφεται χειρόγραφα ότι «Η Αιτήτρια εισήλθε και διέμενε παράνομα στην Κύπρο (Ερ. 247)». Η ίδια χειρόγραφη καταγραφή επαναλαμβάνεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης, η δε η εισήγηση για απόρριψη της Αίτησης, στην πρώτη παράγραφο της Έκθεσης, επίσης παραπέμπει στη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου.
Σε συμφωνία δε με τις υποβολές του κ. Καρασαμάνη, το ορθό της διαπίστωσης της διοίκησης προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου στα οποία παραπέμπει: Αφενός το έγγραφο της ΚΥΠ-Κ247, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στις διευκρινίσεις και αναφέρει ότι η Αιτήτρια εισέλθε και παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα, αφετέρου τα Παραρτήματα 6 και 8 από όπου προκύπτει η ακύρωση της άδειας παραμονής της Αιτήτριας στις 16.05.2013, η αποχώρησή της τότε και η κατόπιν αυτής επανείσοδός της στη Δημοκρατία στις 28.05.2013 και παραμονή της σε αυτήν μέχρι 28.10.2013 άνευ αδείας.
Ως εκ των ανωτέρω δε μπορώ παρά να απορρίψω τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση. Η κρίση τους αυτή εδράστηκε σε στοιχεία που επιβεβαιώνονται εκ του φακέλου, κρίση η οποία συνάδει με την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 110(2) του Νόμου και δη η δεύτερη επιφύλαξη αυτού ως έχει ερμηνευτεί από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δη την απόφαση Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18 όπου ακριβώς επίδικη ήταν η πρόνοια της ως άνω δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων:
«Η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Ρητά διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αίτησή του απορρίφθηκε βάσει της δεύτερης επιφύλαξης του Άρθρου 110(2) του Νόμου. Το Άρθρο 110(2) παρέχει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να μεριμνήσει για εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Αυτή ήταν και η αιτιολογία που δόθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. (…) Η συγκεκριμένη επιφύλαξη είναι διατυπωμένη με πολύ ευρύ τρόπο και καλύπτει περιπτώσεις τόσο παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, όσο και παράνομης παραμονής στο παρελθόν, έστω κι΄ αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για πολιτογράφηση είχε νόμιμη παραμονή.
Η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης».
Υπό τα ως άνω δεδομένα δε διαπιστώνω πλάνη ή πλημμελή έρευνα στην προσβαλλόμενη ως εκ τούτου η προσφυγή απορρίπτεται και προσβαλλόμενη επικυρώνεται με 1.800 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο