ANUBHAV AGGARWAL ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 1247/2024, 27/4/2026
print
Τίτλος:
ANUBHAV AGGARWAL ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 1247/2024, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1247/2024

27 Απριλίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 146, 35, 28, 23, 12 και 1Α του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

ANUBHAV AGGARWAL

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

------------

 

Σ. Αγγελίδης, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για τον αιτητή.

Σ. Πλατής, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες:

 

«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι, η πράξη και/ή απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ' αριθμό ΑΠ96.480 και ημερομηνίας 12.06.2024 την οποία έλαβε γνώση ο Αιτητής μέσω του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 2.09.2024 που κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους του (Παράρτημα Α) και με την οποία αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη της Ανεξάρτητης Επιτροπής Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας, χωρίς να παραχωρήσει το δικαίωμα ακρόασης στον Αιτητή, αποφάσισε τη στέρηση από αυτόν της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι, το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 22.08.2024, ΑΠ96.480 (Παράρτημα Β το οποίο αποτελεί επισύναψη του Παραρτήματος Α) και, το οποίο εκδόθηκε στη βάση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και με το οποίο στέρησε από τον Αιτητή την ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι άκυρο, παράνομο και στερούμενο οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

Γ. Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη ή/και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.».

 

Τα ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή γεγονότα, ως αυτά περιγράφονται στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση και προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, έχουν ως ακολούθως:

 

O αιτητής, ο οποίος κατείχε την ινδική υπηκοότητα, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 02.11.2016, απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα με κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση στη βάση του άρθρου 111Α (2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002, εφεξής ο «Νόμος»), ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο.[1]  Την κυπριακή υπηκοότητα απέκτησαν και τα μέλη της οικογένειας του αιτητή. Συγκεκριμένα, η σύζυγός του, απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα με την ίδια απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 02.11.2016, ως σύζυγος κατ’ εξαίρεση πολιτογραφημένου επενδυτή.  Ακολούθως, στις 27.04.2019, το ζεύγος απέκτησε ένα παιδί, το οποίο απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα δυνάμει του άρθρου 109(2) του Νόμου.[2]

 

Στις 07.09.2020, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ασκώντας τις εξουσίες που χορηγούνται σε αυτόν από τον περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμο (Κεφ. 44), διόρισε Ερευνητική Επιτροπή για τη διερεύνηση των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επιχειρηματιών και το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, από το 2007 μέχρι και την 17.08.2020, εκδίδοντας το περί του Διορισμού από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ερευνητικής Επιτροπής των Κατ’ Εξαίρεση Πολιτογραφήσεων Αλλοδαπών Επενδυτών και Επιχειρηματιών Διάταγμα του 2020 (Κ.Δ.Π. 406/2020, εφεξής το «Διάταγμα»).  Σύμφωνα με το Διάταγμα, οι όροι εντολής της Ερευνητικής Επιτροπής ήταν να διερευνήσει:

(α) κατά πόσον εφαρμόστηκαν ορθά όλες οι εν ισχύ κατά το χρόνο υποβολής και/ή εξέτασης των αιτήσεων νομοθεσίες, αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και όλα τα ισχύοντα κατά το χρόνο υποβολής και/ή εξέτασης των αιτήσεων, κριτήρια, διαδικασίες, όροι και προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων και των οικονομικών κριτηρίων που θα έπρεπε να ικανοποιούνται,

(β) κατά πόσον από τα ευρήματα της έρευνας που καθορίζεται στην παράγραφο (α), κατά την κρίση της Ερευνητικής Επιτροπής, προκύπτουν οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα:

(i) τα οποία δυνατό να καταλογίζουν ευθύνες σε οποιοδήποτε εμπλεκόμενο, οι οποίες προκύπτουν από πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, και

(ii) που δικαιολογούν την πιθανή έναρξη διαδικασίας αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

 

Στις 07.06.2021 η Ερευνητική Επιτροπή παρέδωσε την τελική έκθεση της στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος στις 21.07.2021 διαβίβασε στον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου συγκεκριμένα αποσπάσματα από την Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής με τις εισηγήσεις της, που αφορούν στην εξέταση της πιθανότητας αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας για συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στα εν λόγω αποσπάσματα.  Ακολούθως, ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιστολή ημερομηνίας 22.07.2021, διαβίβασε την εν λόγω επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα στον Υπουργό Εσωτερικών καθώς και συγκεκριμένα αποσπάσματα από την έκθεση και τις εισηγήσεις της Ερευνητικής Επιτροπής που αφορούν στην εξέταση της πιθανότητας αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας για συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στα εν λόγω αποσπάσματα και αντίγραφα από τα αντίστοιχα Παραρτήματα της ενδιάμεσης και της τελικής έκθεσης που αφορούν στα εν λόγω πρόσωπα, τα οποία αναφέρονται στην τελική έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής, για ενέργειες από μέρους του Υπουργείου Εσωτερικών.

 

Σε σχέση με τον αιτητή, η εισήγηση της Ερευνητικής Επιτροπής ήταν η εξέταση του ενδεχόμενου αποστέρησης από αυτόν της κυπριακής υπηκοότητας στη βάση του άρθρου 113(2) του Νόμου.  Ο Υπουργός Εσωτερικών υπέβαλε στο Υπουργικό Συμβούλιο Πρόταση ημερομηνίας 06.10.2021 σχετικά με την έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής με εισηγήσεις για αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη από πρόσωπα πολιτογραφημένα κατ’ εξαίρεση στη βάση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, για περαιτέρω διερεύνηση υποθέσεων τέτοιων προσώπων καθώς και για συνεχή παρακολούθηση. Όσον αφορά τον αιτητή η εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών ήταν η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 113(2) και 113(3)(ε) του Νόμου και στη βάση των εισηγήσεων της Ερευνητικής Επιτροπής, καθώς και η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τα μέλη της οικογένειάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 113(1) του Νόμου για τους ακόλουθους λόγους (ως καταγράφονται στην Πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών):

«Anubhav AGGARWAL: Απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα ως επενδυτής δυνάμει της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 31.556 και ημερομηνίας 2.11.2016. Την κυπριακή υπηκοότητα με κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση απέκτησε, επίσης, η σύζυγος του, κα […], δυνάμει της ίδιας απόφασης με αρ. 81.556 και ημερομηνίας 2.11.2016. Μετά την παραχώρηση της υπηκοότητας διαπιστώθηκε ότι ο επενδυτής κατά την περίοδο 2011-2014 ήταν διευθυντικό στέλεχος στην ινδική εταιρεία ARK Imports Private Limited, η οποία εμπλέκεται σε οικονομικό σκάνδαλο στην Ινδία. Το 2013 η ινδική αστυνομία κίνησε ποινικές διαδικασίες εναντίον του κου AGGARWAL για υπόθεση απάτης, αλλά ο αναφερόμενος διέφυγε της σύλληψης και εκδόθηκε εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης. Ο κ. AGGARWAL στην αίτηση του για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση απέκρυψε τη σχέση του με την εταιρεία ARK Imports Private Limited και δεν ανέφερε την εμπλοκή του σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Συνεπώς, απέκτησε την υπηκοότητα με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος.

 

Δέον να σημειωθεί ότι, δεδομένου πως εναντίον του κου AGGARWAL εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης από τις αρχές της Ινδίας, ικανοποιείται επιπρόσθετα η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 113(3)(ε) των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων του 2002-2020.».

 

Η ανωτέρω Πρόταση τέθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου κατά τη συνεδρία του στις 08.10.2021, κατά την οποία αποφασίστηκε η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τον αιτητή και τα μέλη της οικογένειάς του, σύμφωνα με τις πρόνοιες της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 113(1) του Νόμου.  Επιπλέον, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει τον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου να ενημερώσει γραπτώς τα εν λόγω πρόσωπα για τον λόγο, βάσει του οποίου πρόκειται να εκδοθούν Διατάγματα, καθώς και για το δικαίωμά τους να απευθυνθούν στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας (εφεξής «Ανεξάρτητη Επιτροπή»), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 113 του Νόμου.

 

Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιστολή ημερομηνίας 22.11.2021, ενημέρωσε τον εκπρόσωπο του αιτητή και της οικογένειάς του για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου καθώς και για το δικαίωμα που τους παρέχει ο Νόμος να απευθυνθούν στην Ανεξάρτητη Επιτροπή.

 

Εναντίον της εν λόγω απόφασης ο αιτητής καταχώρισε στις 22.12.2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο την προσφυγή υπ’ αρ. 1597/2021, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.  Προσφυγή καταχώρισε και η σύζυγος και το τέκνο του αιτητή, η εκδίκαση της οποίας επίσης εκκρεμεί.

 

Ο αιτητής και τα μέλη της οικογένειάς του απευθύνθηκαν στην Ανεξάρτητη Επιτροπή με πολυσέλιδη επιστολή των δικηγόρων του, ημερομηνίας 22.12.2021, εγείροντας και αναλύοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης σε σχέση με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου:

1.   Μη χορήγηση δικαιώματος ακρόασης πριν τη λήψη απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο.

2.   Η αίτηση πολιτογράφησης υποβλήθηκε και εξετάστηκε με βάση τα κριτήρια που τέθηκαν με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19.03.2014 και τα οποία απαιτούσαν μόνο την κατοχή πιστοποιητικού Λευκού Ποινικού Μητρώου, κριτήριο το οποίο πληρούσε ο αιτητής αφού ουδέποτε καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα.

3.   Ανεπίτρεπτα εφαρμόστηκαν αναδρομικά στην περίπτωση του αιτητή οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου 113(Ι)/2020.

4.   Η απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας αφού καθιστά τον αιτητή ανιθαγενή καθότι, με βάση το ινδικό δίκαιο, από τη στιγμή που εξασφάλισε την κυπριακή υπηκοότητα, έπαψε να θεωρείται υπήκοος της Ινδίας και δεν μπορεί να ανακτήσει την ινδική ιθαγένεια.

5.   Η απόφαση είναι προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τον Νόμο και τα πράγματα καθότι ο αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δεν εμπλεκόταν ο ίδιος σε οποιαδήποτε ποινική ή άλλη δικαστική διαδικασία, για την οποία το σχετικό Έντυπο Μ127 που υποβλήθηκε με την αίτησή του απαιτούσε λεπτομέρειες (Μέρος VII Particulars of any Proceedings against applicant: Details of all proceedings of any kind taken against you in any Civil or Criminal Court of law”).

6.   Παραβίαση των αρχών της καλής πίστης, της οφειλόμενης συνέπειας της Διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος δικαίου.

7.   Παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας καθότι το Υπουργικό Συμβούλιο είχε προαποφασίσει την αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τον αιτητή πριν η Ανεξάρτητη Επιτροπή διατυπώσει τη γνώμη της.

8.   Παραβίαση του διεθνούς δικαίου, βάσει του οποίου καθένας έχει το δικαίωμα μίας ιθαγένειας και τα κράτη οφείλουν να αποφεύγουν το καθεστώς ανιθαγένειας ως αποτέλεσμα αποστέρησης της ιθαγένειας.  

9.   Παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, του Άρθρου 12 του Συντάγματος, των άρθρων 7 και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 20 της ΣΛΕΕ και της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ.

10.                Παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας καθότι η δίωξη ή καταδίκη για ποινικό ή αστικό αδίκημα δεν αποτελεί λόγο αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας των Κυπρίων πολιτών.

11.                Παραβίαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας.  

 

Η Ανεξάρτητη Επιτροπή επιλήφθηκε του θέματος σε συνεδρία της ημερομηνίας 30.01.2024, κατά την οποία αποφασίστηκε η διατύπωση σύμφωνης γνώμης ως προς την αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τον αιτητή και τα μέλη της οικογένειάς του.  Στην απόφαση της Επιτροπής καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«3.     […] Οι δικηγόροι των ενδιαφερομένων προβάλλουν, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους λόγους ένστασης,

 

- Δεν καταζητείτο ο ενδιαφερόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά το 2018, ένταλμα το οποίο ακυρώθηκε.

- Δεν αντιμετώπιζε το 2013 ποινική διαδικασία ενώπιον του. Η διαδικασία ξεκίνησε το 2017.

- Δεν έχει σχέση με την Urban Group.

- Δεν αποκάλυψε τη σχέση του με την ARK Imports Private Ltd αλλά δεν μπορεί να του αποδοθεί δόλος. Η αναφορά ήταν ενδεικτική. Δεν υπήρχε όρος για πλήρες βιογραφικό.

 

Παράλληλα οι δικηγόροι των ενδιαφερομένων προχώρησαν στην καταχώρηση των προσφυγών αρ 1597/2021 και αρ. 1598/2021 για το ίδιο θέμα, οι οποίες εξ όσων έχει ενημερωθεί η Επιτροπή συνεχίζουν να εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου.  

 

4. Η Επιτροπή απέστειλε στις 24/1/2022 επιστολή προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών στην οποία επισυνάπτετο αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων των ενδιαφερομένων ημερομηνίας 22/12/2021 και ζητούσε όπως τεθούν υπόψη της αντίγραφα όλων των σχετικών με την περίπτωση εγγράφων ή και άλλων σχετικών στοιχείων, περιλαμβανομένων και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου για σκοπούς λήψης της απόφασής του. Αντίγραφο του διοικητικού φακέλου που τηρείτο στο Υπουργείο Εσωτερικών διαβιβάστηκε στην Επιτροπή μέσω επιστολής ημερ. 8/3/2022 ως επισυνημμένο.

 

5. Στο μεταξύ, η Επιτροπή σε συνεδρία της στις 08/04/2022 συζήτησε το γεγονός ότι το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολές του που αφορούσαν αριθμό υποθέσεων, περιλαμβανομένης της παρούσας, την ενημέρωσε ότι, η σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορά τους υπό αναφορά ενδιαφερόμενους βασίστηκε στο πόρισμα της έρευνας που διεξήχθη από την Ερευνητική Επιτροπή υπό την προεδρία του κ. Νικολάτου και περαιτέρω ότι το Υπουργείο Εσωτερικών δεν δύναται να διαβιβάσει στην Επιτροπή αντίγραφο της Έκθεσης της Επιτροπής του κ. Νικολάτου παραπέμποντας την Επιτροπή στον Γενικό Εισαγγελέα. Η Επιτροπή αποφάσισε να αποστείλει επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα, με την οποία να ζητεί όπως της σταλούν αντίγραφα των αποσπασμάτων της Έκθεσης της Επιτροπής Νικολάτου που αφορούν όλους τους ενδιαφερόμενους στις υποθέσεις που είχε ενώπιον της.

 

6. Στις 19/4/2022 η Επιτροπή απευθύνθηκε προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με αίτημα όπως της αποσταλούν αντίγραφα των αποσπασμάτων της Έκθεσης Νικολάτου που αφορούν τους επηρεαζόμενους σε όλες τις υποθέσεις των οποίων είχε επιληφθεί στη συνεδρία της στις 8/4/2022.

 

7. Στις 11/05/2022, η Επιτροπή απέστειλε νέα επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα, πληροφορώντας τον ότι παρέλαβε από το Υπουργείο Εσωτερικών και νέες επιστολές που αφορούσαν αριθμό υποθέσεων με τις οποίες την ενημέρωνε ότι η σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορά τους υπό αναφορά επηρεαζόμενους βασίστηκε στο πόρισμα της έρευνας που διεξήχθη από την Ερευνητική Επιτροπή υπό την προεδρία του κ. Νικολάτου και περαιτέρω ότι το Υπουργείο Εσωτερικών δεν δύναται να διαβιβάσει στην Επιτροπή αντίγραφο της έκθεσης της Επιτροπής του κ. Νικολάτου, παραπέμποντας την Επιτροπή στον Γενικό Εισαγγελέα.

 

Περαιτέρω και ενόψει τούτου, η Επιτροπή εισηγήθηκε όπως της σταλεί αντίγραφο της Έκθεσης της Επιτροπής Νικολάτου, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στην εξέταση όλων των ενστάσεων που έχουν υποβληθεί ή και θα υποβληθούν ενώπιόν της, σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων, χωρίς να χρειάζεται να αποτείνεται στον Γενικό Εισαγγελέα για κάθε μεμονωμένη περίπτωση και για να έχει πληρέστερη και συνολική εικόνα του περιεχομένου της έκθεσης.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας ανταποκρινόμενος στο αίτημα της Επιτροπής διέθεσε στην Επιτροπή αντίγραφο της Έκθεσης Νικολάτου.

 

8.       Η Επιτροπή μελέτησε την υπό αναφορά υπόθεση σε αριθμό συνεδριάσεων και προχώρησε σε αλληλογραφία με τον Αρχηγό Αστυνομίας και το Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών ώστε να εξασφαλίσει όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία για σκοπούς διαμόρφωσης της γνώμης της.

 

9.       Σε συνεδρίασή της την 16/9/2022 η Επιτροπή μελέτησε την υπό αναφορά υπόθεση. Παρουσιάστηκαν τα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση με βάση τον διοικητικό φάκελο, το σχετικό απόσπασμα της Έκθεσης Νικολάτου και την ένσταση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους τους από την Πρόεδρο της Επιτροπής προς την Επιτροπή, έγγραφα και στοιχεία τα οποία είχαν μελετηθεί από όλα τα Μέλη της Επιτροπής.

 

Μετά από συζήτηση του θέματος η Επιτροπή αποφάσισε, αφού μελέτησε το τι παρουσιάζεται να είναι απόφαση του Commission for the Control of Interpol's Files ημερ. 25-29/1/2021, με την οποία ουσιαστικά ακυρώθηκε ερυθρά αγγελία που εκδόθηκε εναντίον του ενδιαφερόμενου να διερευνήσει σε πρώτο στάδιο τη σύσταση και τις αρμοδιότητες αυτής της επιτροπής για να αποφασίσει τη βαρύτητα που θα δώσει στη συγκεκριμένη απόφαση.

 

Σχετική επιτολή στάληκε στον Αρχηγό Αστυνομίας στις 24/10/2022.

 

10.     Ο Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή του ημερ. 31/10/2022 προς την Επιτροπή επισυνάπτει το Καταστατικά της INTERPOL, το Statute of the Commission for the Control of Interpol’s Files και τα Commission for the Control of Interpol's Files - Operating Rules για ενημέρωση της Επιτροπής.

 

11.     Σε συνεδρία της την 1/11/2023 η Επιτροπή μελέτησε εκ νέου την υπό αναφορά υπόθεση. Παρουσιάστηκαν εκ νέου τα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση με βάση τον διοικητικό φάκελο το σχετικό απόσπασμα της Έκθεσης Νικολάτου και την Ένσταση εκ μέρους των ενδιαφερόμενων που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους τους, όπως και η πρόσφατη αλληλογραφία με τον Αρχηγό Αστυνομίας, από την Πρόεδρο της Επιτροπής προς την Επιτροπή, έγγραφα και στοιχεία το οποία είχαν μελετηθεί από όλα τα Μέλη της Επιτροπής.

 

Μετά από συζήτηση του θέματος η Επιτροπή αποφάσισε να απευθύνει επιστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών με την οποία να ζητείται να της υποδειχθούν τα στοιχεία που υπάρχουν για τις ενέργειες που έγιναν το 2013, και συνεπώς πριν από την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, από την Ινδική Αστυνομία εναντίον του Ενδιαφερομένου για υπόθεση απάτης, όπως αναφέρεται στην επιστολή του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ 22/11/2021.

 

Σχετική επιστολή στάληκε προς το Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών στις 7/11/2023.

 

12.     Ο Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Εσωτερικών πληροφόρησε την Επιτροπή με επιστολή του ημερ. 5/12/2023 ότι η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 8/10/2021 για αποστέρηση της κυπριακής υπηκοότητας από τα εν θέματι πρόσωπα βασίστηκε στο πόρισμα της έρευνας που διεξήχθη από την Ερευνητική Επιτροπή υπό την προεδρία του κου Μύρωνος Νικολάτου και ότι σύμφωνα με το πόρισμα της επιτροπής Νικολάτου οι πληροφορίες που αναφέρουν ότι το υπό αναφορά πρόσωπο το 2013 είχε εμπλακεί σε ποινική διερεύνηση και ότι η ινδική αστυνομία κίνησε ποινικές διαδικασίες εναντίον του κου AGGARWAL για υπόθεση απάτης, αλλά ο αναφερόμενος διέφυγε της σύλληψης και εκδόθηκε εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης προέρχονται από τη βάση δεδομένων δέουσας επιμέλειας World-Check. Επισυνάπτεται στην επιστολή εκτύπωση του προφίλ του εν θέματι από τη βάση δεδομένων όπου καταγράφεται μεταξύ άλλων το ακόλουθο:

 

"BIOGRAPHY

Director of ARK Imports Private Limited (Jun 2011 - Jul 2014).

 

REPORTS

Sep 2013 - case registered by the Economic Offense Wing (EOW) of Mumbai police for alleged involvement in the NSEL payouts scam worth INR56b"

 

13.     Σε συνεδρία της την 30/1/2024 η Επιτροπή μελέτησε εκ νέου την υπό αναφορά υπόθεση.

Παρουσιάστηκαν εκ νέου τα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση με βάση τον διοικητικό φάκελο, το σχετικό απόσπασμα της Έκθεσης Νικολάτου, την Ένσταση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους τους ημερ. 22/12/2021, την επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας ημερ 31/10/2022 και την επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 5/12/2023 από την Πρόεδρο της Επιτροπής προς την Επιτροπή, έγγραφα και στοιχεία τα οποία είχαν μελετηθεί από όλα τα Μέλη της Επιτροπής.

 

Μετά από συζήτηση του θέματος η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει σε διατύπωση γνώμη με αιτιολογημένη απόφασή της ότι συμφωνεί με την αποστέρηση της κυπριακής υπηκοότητας από τον κ. Anubhav Aggarwal, τη σύζυγό του […] και το τέκνο του […] υιοθετώντας μερικώς τους λόγους που αναφέρει ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου στην επιστολή του ημερ. 22/11/2021 και συγκεκριμένα ότι ο ενδιαφερόμενος στην αίτηση του για κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση απέκρυψε τη σχέση του με την εταιρεία ARK IMPORTS PRIVATE LTD και δεν ανέφερε την εμπλοκή του σε ποινική δικαστική διαδικασία η οποία προηγήθηκε της αίτησης και πολιτογράφησης του.

 

Η Επιτροπή μελέτησε επίσης το ζήτημα της πιθανότητας να καλέσει ενώπιον της τα επηρεαζόμενα πρόσωπα και/ή τους δικηγόρους τους για να τους ακούσει αλλά κατέληξε ότι οι θέσεις των ενδιαφερομένων όπως εκφράζονται μέσα από την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 22/12/2021 είναι ευκρινείς και μπορεί να προχωρήσει σε διατύπωση γνώμης χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία ή διευκρινίσεις.

 

14 Σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 113 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, τηρούμενων των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με διάταγμα να στερήσει οποιοδήποτε τέτοιο πολίτη (ήτοι πολίτη της Δημοκρατίας ο οποίος είναι πολίτης σύμφωνα με εγγραφή ή είναι πολιτογραφημένο πρόσωπο), από την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας εάν ικανοποιηθεί ότι η εγγραφή ή το πιστοποιητικό πολιτογράφησης αποκτήθηκε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.

 

Στην παρούσα περίπτωση το Υπουργικό Συμβούλιο ικανοποιήθηκε ότι ο κ. ANUBHAV AGGARWAL απέκτησε το πιστοποιητικό πολιτογράφησης με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, διότι, στην αίτηση του για πολιτογράφηση και ειδικότερα στο έντυπο Μ127 δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με μέτρα που έλαβε η ινδική αστυνομία εναντίον του και το γεγονός της εμπλοκής του στο οικονομικό σκάνδαλο που αφορούσε την εταιρεία ARK Imports Private Ltd της οποίας ήταν διευθυντικό στέλεχος.

 

Αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αίτηση (έντυπο Μ127) του κ. AGGARWAL παρατίθεται πιο κάτω:

 

«VΙΙ.-PARTICULARS OF ANY PROCEEDINGS AGAINST APPLICANT:

28 Details of all proceedings of any kind taken against you in any Civil or Criminal Court of Law:

(if the answer is in the negative, write “NONE”):

 

Nature of proceedings

Date

Place

Result

None

 

 

 

»

 

Tα αιτούμενα στοιχεία που περιέχονται στο έντυπο Μ127 υπό τον τίτλο «PARTICULARS OF ANY PROCEEDINGS AGAINST APPLICANT 28. Details of proceedings of any kind taken against you in any civil or criminal court of law[η υπογράμμιση είναι του κειμένου] καταδεικνύουν την υποχρέωση του αιτητή να καταγράψει λεπτομέρειες οποιωνδήποτε μέτρων έχουν ληφθεί εναντίον του. Ως εκ τούτου το Υπουργικό Συμβούλιο ορθά, κατά την άποψη της Επιτροπής, στην απόφασή του έλαβε υπόψη του την μη αποκάλυψη στοιχείων από μέρους του κ. AGGAWAL προκειμένου να προχωρήσει στην αποστέρηση της υπηκοότητας του.

 

Η Επιτροπή αντιθέτως σημείωσε ότι η Επιτροπή Ελέγχου των Φακέλων της Interpol αποφάσισε με απόφαση της ημερ 25/-29/11/2021, να ακυρώσει την ερυθρά αγγελία εναντίον ταυ κ AGGARWAL και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποστέρησης της υπηκοότητας του. Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δεν μπορεί πλέον να βασιστεί στο άρθρο 113(3)(ε) των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων.

 

Οι δικηγόροι των ενδιαφερομένων υποβάλλουν τη θέση ότι η κρίση του Υπουργικού Συμβουλίου, βασίστηκε σε ακροσφαλή στοιχεία, εσφαλμένη έρευνα και ουσιαστικά χωρίς να προηγηθεί επαρκής και δέουσα έρευνα αφού κατά την άποψη τους δεν μπορεί να του αποδοθεί δόλος για τη μη αποκάλυψη της σχέσης του με την ARK IMPORTS LTD.

 

Συνεπώς, οι δικηγόροι των ενδιαφερομένων δεν αρνούνται τη σχέση του κ AGGARWAL με την ARK IMPORTS LTD αλλά εισηγούνται ότι δεν προκύπτει δόλος. Το ζήτημα όμως που τίθεται είναι η απόκρυψη της δίωξης του από την ινδική αστυνομία και η ψευδής δήλωση του ότι δεν αντιμετώπισε ποτέ οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του.

 

Τέλος, η Επιτροπή σημειώνει ότι το άρθρο 113 των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων προβλέπει ότι σε περίπτωση που πρόσωπο έχει αποστερηθεί την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας την οποία απέκτησε δυνάμει του άρθρου 111Α, την ιδιότητα αυτή δυνατόν να αποστερηθούν και μέλη της οικογένειάς του τα οποία απέκτησαν την ιδιότητα αυτή ως μέλη της οικογένειάς του συνδεδεμένα με το εν λόγω πρόσωπο.

 

Ενόψει όλων των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη της, η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει στη διατύπωση γνώμης, ότι συμφωνεί με την αποστέρηση της Κυπριακής Υπηκοότητας από τους ενδιαφερόμενους στη βάση της απόκρυψης εκ μέρους του κ. AGGARWAL των μέτρων που λήφθηκαν εναντίον του από τις Ινδικές αρχές υιοθετώντας μερικώς τους λόγους που αναφέρει ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου στην επιστολή του ημερ. 22/11/2021 και συγκεκριμένα ότι ο ενδιαφερόμενος στην αίτηση του για κατ' εξαίρεση πολιτογράφηση απέκρυψε τη σχέση του με την εταιρεία ARK IMPORTS PRIVATE LTD και δεν ανέφερε την εμπλοκή του σε ποινική δικαστική διαδικασία η οποία προηγήθηκε της αίτησης και πολιτογράφησης του. Η γνώμη της Επιτροπής, η οποία διατυπώνεται στη βάση του άρθρου 113(α) των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων του 2002 έως 2020 είναι ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Επιτροπής υποστηρίζουν, όπως επεξηγείται πιο πάνω την υιοθέτηση μερικώς των λόγων που προβάλλονται στην πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.».

 

 

Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν σχετικής πρότασης του Υπουργού Εσωτερικών σχετικά με την έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής, με απόφαση ημερομηνίας 12.06.2024 αποφάσισε να επιβεβαιώσει την απόφαση ημερομηνίας 08.10.2021 για αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από:

 

(α) τον αιτητή, στη βάση του εδαφίου (2) του άρθρου 113 του Νόμου, επειδή ικανοποιήθηκε ότι αυτός απέκτησε το πιστοποιητικό πολιτογράφησης με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, διότι στην αίτηση του για πολιτογράφηση και ειδικότερα στο Έντυπο Μ127 δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με μέτρα που έλαβε η ινδική αστυνομία εναντίον του και το γεγονός της εμπλοκής του στο οικονομικό σκάνδαλο που αφορούσε στην εταιρεία ARK Imports Private Limited, της οποία ήταν διευθυντικό στέλεχος.

(β) τη σύζυγο αυτού και το τέκνο τους, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 113 του Νόμου, επειδή απέκτησαν την υπηκοότητα ως μέλη της οικογένειάς αυτού.

 

Επιπλέον, εξουσιοδότησε τον Υπουργό Εσωτερικών να προβεί στην έκδοση του σχετικού Διατάγματος.

 

Ο Υπουργός Εσωτερικών προχώρησε με την έκδοση του σχετικού Διατάγματος Στέρησης Υπηκοότητας στις 22.08.2024. Το Διάταγμα αποστάλθηκε στους δικηγόρους των επηρεαζόμενων με επιστολή ημερομηνίας 02.09.2024.  Αντίγραφο του διατάγματος κοινοποιήθηκε την ίδια ημερομηνία στην Προϊσταμένη Διεύθυνσης Αρχείου Πληθυσμού του Υπουργείου Εσωτερικών για πραγματοποίηση όλων των ενεργειών για εφαρμογή των προνοιών του Διατάγματος Στέρησης Υπηκοότητας και ειδικότερα όσον αφορά στην ακύρωση των εκδοθέντων Πιστοποιητικών Πολιτογράφησης ως Κυπρίων πολιτών, τη διαγραφή των επηρεαζόμενων από τα αρχεία πολιτών του Κράτους και την ακύρωση των κυπριακών διαβατηρίων και δελτίων ταυτότητας.

 

Στις 12.09.2024 ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αιτούμενος τις ανωτέρω θεραπείες.

 

Διά της πολυσέλιδης γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του επαναλαμβάνει, εν πολλοίς, τους λόγους ένστασης που είχε προωθήσει και ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής.  Επιπρόσθετα αποδίδει πλημμέλειες και στην έκθεση της Ανεξάρτητης Επιτροπής. 

 

Συγκεκριμένα, κατά τον αιτητή, η Ανεξάρτητη Επιτροπή παρέλειψε να προβεί σε δέουσα έρευνα της υπόθεσης και των λόγων ένστασης που είχε εγείρει, ενώ αναιτιολόγητα έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η κλήση του σε ακρόαση, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένα και πεπλανημένα συμπεράσματα.  Επισημαίνει, ιδιαίτερα, ο αιτητής το γεγονός ότι κατά τον χρόνο υποβολής και έγκρισης της αίτησής του για πολιτογράφηση δεν εκκρεμούσε εναντίον του οποιαδήποτε ποινική δικαστική διαδικασία.  Κατά τη θέση του η απλή αναφορά σε διερεύνηση υπόθεσης από το Economic Offense Wing of Mumbai police (αντίστοιχο με τη ΜΟΚΑΣ), δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούσε ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε σε δικαστήριο.  Η όποια εναντίον του δικαστική διαδικασία ξεκίνησε για πρώτη φορά το 2017, μετά δηλαδή την υποβολή της αίτησής του και την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει ανατραπεί το τεκμήριο αθωότητας αφού ο αιτητής δεν έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.  Επαναλαμβάνει δε ο αιτητής ότι η μόνη απαίτηση των κριτηρίων που είχε θέσει το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του ήταν, πέραν της επένδυσης, η κατοχή πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο ο αιτητής κατείχε το 2016 και συνεχίζει να κατέχει και σήμερα. 

 

Επιπρόσθετα ο αιτητής υποβάλλει πως οι θέσεις του, οι οποίες είχαν τεθεί ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής, ουδέποτε διαβιβάστηκαν αυτούσιες στο Υπουργικό Συμβούλιο και ουδέποτε εξετάστηκαν από αυτό, με το Υπουργικό Συμβούλιο να περιορίζεται στην υιοθέτηση, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω δική του έρευνα, της εισήγησης της Ανεξάρτητης Επιτροπής, για να επιβεβαιώσει την αρχική του απόφαση,

ημερομηνίας 08.10.2021, έχοντας προαποφασίσει για την αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τον αιτητή.

 

Επαναλαμβάνοντας ότι, λόγω της απόκτησης της κυπριακής υπηκοότητας, απώλεσε αυτόματα την ινδική υπηκοότητα, την οποία δεν έχει δυνατότητα να ανακτήσει, ο αιτητής υποβάλλει επιπλέον πως το γεγονός ότι παραμένει ανιθαγενής ουδέποτε εξετάστηκε, ούτε λήφθηκε υπόψη από το Υπουργικό Συμβούλιο, παρά τη διεθνή υποχρέωση που δεσμεύει τη Δημοκρατία όπως κάθε απόφαση για αποστέρηση υπηκοότητας να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, ιδιαίτερα εφόσον απολήγει σε καθεστώς ανιθαγένειας.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, εν τη έννοια του Άρθρου 146 του Συντάγματος, δυνάμενη να προσβληθεί και να υπαχθεί σε αναθεωρητικό έλεγχο, καθότι πρόκειται για κυβερνητική πράξη.

 

Άνευ επηρεασμού της εν λόγω προδικαστικής ένστασης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει το νόμιμο, εύλογο και αιτιολογημένο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, κατά την εισήγηση, ήταν το αποτέλεσμα διερεύνησης όλων τα στοιχείων και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης.  

 

Απορρίπτοντας τους λόγους ακύρωσης, ο κ. Πλατής επισημαίνει εν πρώτοις την ευρεία διακριτική ευχέρεια του κράτους, ως έκφραση της κυριαρχίας του, να δέχεται ή να αποκλείει αλλοδαπούς από την επικράτειά του, ασχέτως εάν ακολουθήθηκε η πολιτογράφησή τους.  Επισημαίνει ακολούθως πως η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στο άρθρο 113(2) του Νόμου και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διέπουν την ανάκληση διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99).  Στον αιτητή δόθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει τις θέσεις του ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής, η οποία, σύμφωνα πάντα με τη θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, προέβη σε διεξοδική έρευνα για το θέμα και αιτιολόγησε αναλυτικώς το σκεπτικό της εισήγησής της προς το Υπουργικό Συμβούλιο.  Η δε κρίση της δεν έχει καθοιονδήποτε τρόπο κλονισθεί από τον αιτητή.

 

Ακολούθως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται ότι εύλογα το Υπουργικό Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής απέκρυψε, κατά την υποβολή της αίτησής του για πολιτογράφηση, ουσιώδες γεγονός εφόσον, ως αναφέρεται στην πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ημερομηνίας 06.10.2021 στην οποία ο κ. Πλατής παραπέμπει, ο αιτητής «απέκρυψε τη σχέση του με την εταιρεία ARK Imports Private Limited και δεν ανέφερε την εμπλοκή του σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες».

 

Έχω μελετήσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς και την εκτενή επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων, στη βάση και του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, και καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Υιοθετώντας το σκεπτικό και την κατάληξη της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Ε.B.V. κ.ά. ν Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 40/2021 κ.ά., ημερ. 09/07/2024, η προδικαστική ένσταση περί κυβερνητικής πράξεως απορρίπτεται.  Η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία παραδεκτώς προσβάλλεται με προσφυγή συμφώνως του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

 

Έχοντας παραθέσει ανωτέρω με λεπτομέρεια τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα όσα ο αιτητής έθεσε ενώπιον της Ανεξάρτητης Επιτροπής, την απόφαση αυτής αλλά και τις σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, καταλήγω ότι ο αιτητής βάσιμα διαμαρτύρεται για έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνης και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

 

Καταρχάς επισημαίνεται ότι στο πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής, το οποίο αποτέλεσε την έναρξη της επίδικης διαδικασίας, δεν γίνεται εισήγηση για αποστέρηση από τον αιτητή της κυπριακής υπηκοότητας αλλά εισήγηση για εξέταση ενός τέτοιου ενδεχομένου από το Υπουργικό Συμβούλιο, στη βάση του άρθρου 113(2) του Νόμου.  

 

Το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς οποιαδήποτε επιπρόσθετη έρευνα, έλαβε την απόφαση για αποστέρηση από τον αιτητή της κυπριακής υπηκοότητας, απόφαση την οποία επιβεβαίωσε περιοριζόμενο στη γνώμη της Ανεξάρτητης Επιτροπής.

 

Βάσιμα, όμως, ο αιτητής διαμαρτύρεται ότι το δικαίωμα να απευθυνθεί στην Ανεξάρτητη Επιτροπή του δόθηκε μόνο τυπικά αφού η Επιτροπή παρέλειψε να αντιπαραβάλει και να αξιολογήσει τα όσα με λεπτομέρεια αυτός υπέβαλε με την πολυσέλιδη επιστολή των δικηγόρων του, ιδιαίτερα σε σχέση, αφενός, με την εμπλοκή του στα όσα του καταλογίζονται και τα στοιχεία τα οποία κρίθηκε ότι απέκρυψε κατά την υποβολή της αίτησής του για πολιτογράφηση και, αφετέρου, σε σχέση με το γεγονός ότι τυχόν αποστέρηση της κυπριακής υπηκοότητας τον καθιστά ανιθαγενή.

 

Η Ανεξάρτητη Επιτροπή, παρά το πολυσέλιδο της εισήγησής της, κατ’ ουσίαν περιορίστηκε στη διαπίστωση (την οποία επαναλαμβάνει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευσή του) ότι ο αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, δεν ανέφερε «την εμπλοκή του σε ποινική δικαστική διαδικασία η οποία προηγήθηκε της αίτησης και πολιτογράφησης του».  Στη βάση, όμως, των όσων με λεπτομέρεια παρέθεσε ο αιτητής με την επιστολή των δικηγόρων του, δεν φαίνεται να είχε, πριν ή κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησης πολιτογράφησης, καταχωριστεί οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του αιτητή ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, γεγονός το οποίο δεν έτυχε της δέουσας διερεύνησης, παρόλο που αποτέλεσε τον μοναδικό (τελικώς) λόγο για τη λήψη ενός τόσο δραστικού και δυσμενούς μέτρου, ως η αποστέρηση της υπηκοότητας του αιτητή.  Τα δε συμπεράσματα της Ανεξάρτητης Επιτροπής περί απόκρυψης από τον αιτητή «της δίωξης του από την ινδική αστυνομία» και της εμπλοκής του «σε ποινική δικαστική διαδικασία», κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησής του για πολιτογράφηση, φαίνεται να είναι πεπλανημένα.

 

Η σοβαρότερη, όμως, πλημμέλεια την οποία εντοπίζω στην παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός πως το δεδομένο ότι τυχόν αποστέρηση της κυπριακής υπηκοότητας από τον αιτητή τον καθιστά ανιθαγενή, σε κανένα επίπεδο δεν εξετάστηκε, ούτε αξιολογήθηκε, ούτε στοιχειωδώς προβλημάτισε πριν τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.  Τούτο, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα τέθηκε ρητά και με λεπτομέρεια στην επιστολή των δικηγόρων του αιτητή, ημερομηνίας 22.12.2021, στο πλαίσιο της θέσης του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά και των διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας, με εκτενείς παραπομπές σε διεθνείς συνθήκες, κατευθυντήριες γραμμές και νομολογία του ΔΕΕ.

 

Επισημαίνεται ότι, ως επεξηγεί ο Π. Δ. Δαγτόγλου[3], η ουσία της προηγούμενης ακρόασης έγκειται στο ότι θεμελιώνει «δικαίωμα συμμετοχής του ενδιαφερομένου στην διοικητική διαδικασία και αντίστοιχη υποχρέωση των διοικητικών αρχών να λάβουν υπόψη τις απόψεις του κατά την διαμόρφωση του περιεχομένου της διοικητικής αποφάσεως».

 

Επιπρόσθετα υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των δεδομένων κάθε υπόθεσης.  Ως εκ τούτου, στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής αξιολόγησης και κρίσης κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εναπόκειται στους καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν και να αποφανθούν επί των ισχυρισμών του αιτητή και την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας συνεπεία του καθεστώτος ανιθαγένειας στο οποίο απολήγει η απόφαση αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας εφόσον δεν διαθέτει πλέον άλλη ιθαγένεια, στη βάση όλων των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, περιλαμβανομένων των δεσμεύσεων που πηγάζουν από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, των διαπιστώσεων της έκθεσης της Ερευνητικής Επιτροπής[4] ως προς το κριτήριο της «εντιμότητας» κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησης του αιτητή για πολιτογράφηση, αλλά και των στοιχείων που το Έντυπο Μ127 συγκεκριμένα απαιτούσε να δηλωθούν.

 

Σημειώνεται ότι στην απόφαση C-135/08, Rottmann v Bayern, ημερ. 02.03.2010, στην οποία οι δικηγόροι του αιτητή παρέπεμψαν, το ΔΕΕ επανέλαβε την πάγια νομολογία ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους, πλην, όμως, όταν πρόκειται για πολίτες της Ένωσης, η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με γνώμονα το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον αφορά τα δικαιώματα που απονέμει και προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση έκδοσης απόφασης για την ανάκληση της πολιτογράφησης.  Επεσήμανε δε και τα ακόλουθα:

«56 Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει, κατά την εξέταση των πράξεων ανάκλησης της πολιτογράφησης, να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που έχει ενδεχομένως η οικεία πράξη για τον ενδιαφερόμενο και για τα μέλη της οικογένειάς του, όσον αφορά την απώλεια των δικαιωμάτων που απονέμονται σε κάθε πολίτη της Ένωσης. Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξακριβώνεται, μεταξύ άλλων, αν η απώλεια αυτή είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος, με τον χρόνο που έχει παρέλθει μεταξύ της απόφασης πολιτογράφησης και της απόφασης ανάκλησής της και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια.

57    Όσον αφορά ειδικότερα το τελευταίο αυτό σημείο, το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια απέκτησε ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υποχρεωμένο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 ΕΚ, να μην προβεί στην ανάκληση της πολιτογράφησης για τον λόγο και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ανακτά την ιθαγένεια του κράτους μέλους της καταγωγής του.

58    Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται πάντως να εκτιμήσει κατά πόσον η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας απαιτεί, ενόψει όλων των κρίσιμων περιστάσεων, να προβλέπεται ότι ο ενδιαφερόμενος θα έχει στη διάθεσή του, πριν αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η απόφαση ανάκλησης της πολιτογράφησης, ένα εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να επιδιώξει να ανακτήσει την ιθαγένεια του κράτους μέλους της καταγωγής του.

59    Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα και στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 17 ΕΚ, δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να ανακαλεί την πράξη απονομής της ιθαγένειάς του σε πολίτη της Ένωσης, ιθαγένειας την οποία απέκτησε κατόπιν πολιτογράφησης ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόφαση ανάκλησης είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.».

 

Τα ανωτέρω επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του ΔΕΕ (βλ. C-689/21, ημερ. 05.09.2023, σκ. 38-39, Συνεκδ. υποθέσεις C-684/22 έως C-686/22, ημερ. 25.04.2024, σκ. 42-43).  Η δε απόφαση Rottmann σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της απόφασης Δημοκρατία ν. Nimal Jayaweera (2014) 3 ΑΑΔ 299, ως ακολούθως:

 

«Τα γεγονότα της απόφασης Rottmann (ανωτέρω) δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε συνάρτηση ή συνάφεια με τα γεγονότα της εξεταζόμενης υπόθεσης. Το καθοριστικό, κατά την άποψη μας, στοιχείο στην εν λόγω υπόθεση ήταν η συνέπεια της απώλειας της ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον αναιρεσείοντα, που ακόμη και αν, όπως αποφασίστηκε ήταν κατ΄αρχήν, κατά το εθνικό (Γερμανικό) δίκαιο νόμιμη η ανάκληση της πράξης απονομής της ιθαγένειας, εντούτοις, η εν λόγω απόφαση θα απέληγε σε ανιθαγένεια του αναιρεσείοντος. Υπομνήστηκε από το Δικαστήριο ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της ιθαγένειας, οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, πλην όμως διατηρείται το δικαίωμα εκάστης χώρας μέλους να ρυθμίζει τα της χορήγησης της ιθαγένειας. Παράλληλα, η υπόθεση κρίθηκε στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και κλήθηκε το γερμανικό δικαστήριο, κατά την κυρίως δίκη για την πράξη ανάκλησης, να σταθμίσει τις επιπτώσεις για τον ενδιαφερόμενο και να τηρήσει την αρχή της αναλογικότητας σημειώνοντας περαιτέρω ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να ανακαλέσει την πράξη απονομής ιθαγένειας του σε πολίτη της Ένωσης, ιθαγένειας την οποία απέκτησε ο ενδιαφερόμενος κατόπιν πολιτογράφησης χάρη σε απάτη, υπό την προϋπόθεση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι η εν λόγω απόφαση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.».

 

 

Με βάση τα ανωτέρω η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.

 

Υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €2.000, πλέον ΦΠΑ.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1]  (2) Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί, υπό όρους ως ήθελε κατά περίπτωση καθορίσει, να επιτρέψει την πολιτογράφηση αλλοδαπών επιχειρηματιών και επενδυτών χωρίς να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στις παραγράφους (1)(α), (1)(β) και (1)(δ) του Τρίτου Πίνακα.

 

[2] (2) Πρόσωπο που γεννήθηκε κατά ή μετά τη 16η Αυγούστου 1960 σε οποιαδήποτε ξένη χώρα είναι πολίτης της Δημοκρατίας, αν κατά το χρόνο της γέννησής του ήταν πολίτης της Δημοκρατίας οποιοσδήποτε γονέας αυτού […]

[3] Π.Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Έβδομη Αναθεωρημένη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, παρ. 621α.

[4] Δεν αποκαλύφθηκε μεν στον αιτητή, πλην όμως προσκομίστηκε και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς περικοπές.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο