MS TULAY OSMAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 132/2020, 30/4/2026
print
Τίτλος:
MS TULAY OSMAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 132/2020, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 132/2020)

                                                                                  

 

                              30 Απριλίου 2026

                            [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                            MS TULAY OSMAN

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                      και

        ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

                      ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

  

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Α. Γεωργίου, δικηγόρος για την αιτήτρια.

Μ. Δρυμιώτου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 7.10.2019.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η αιτήτρια είναι υπήκοος Τουρκίας, χώρα στην οποία και γεννήθηκε. Σε δε μεταγενέστερο χρόνο έγινε κάτοχος και Βρετανικού διαβατηρίου.

 

Στις 27.7.1991 η αιτήτρια τέλεσε γάμο στο Λονδίνο με κύπριο πολίτη, στο οποίο και διαμένουν μόνιμα. Από το γάμο αυτό απέκτησε μια θυγατέρα.

 

Στις 2.3.2016 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει εγγραφής μέσω της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο.

 

Η πιο πάνω αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 27.12.2017, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 20.12.2017, αφού προηγουμένως είχαν ζητηθεί και είχαν ληφθεί πληροφορίες για την αιτήτρια από την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ).

 

Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 7.10.2019, ενημέρωση η οποία έλαβε χώρα μέσω του Ύπατου Αρμοστή της Δημοκρατίας στο Λονδίνο. Είχε δε το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας […] ημερ. 27/06/2016 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι η εν θέματι αίτηση τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε βάσει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, δηλαδή η κα Tulay OSMAN είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία».

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας καθώς και ότι παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών της, η πλευρά της αιτήτριας διατείνεται ότι η διοίκηση υπό πλάνη περί τα πράγματα θεώρησε πώς η αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία αφού η ίδια είναι πολίτης της Βρετάνιας και άρα πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επομένως είχε δικαίωμα να παραμείνει στη Δημοκρατία χωρίς άδεια εισόδου ή άδεια παραμονής. Συναφώς, υποβάλλεται, ότι η διοίκηση φαίνεται να παραγνώρισε πως η δήλωση της αιτήτριας ημερομηνίας 2.3.2016 «δεν αναφέρει πως εισήλθε από παράνομο σημείο στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας» και ότι απλώς η αιτήτρια δηλώνει ότι επισκέφθηκε τα κατεχόμενα εδάφη για να συναντηθεί με την οικογένεια του συζύγου της. Αυτή η δήλωση, συνεχίζει η πλευρά της αιτήτριας, δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευθεί ως παράνομη είσοδος αφού στη βάση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.866/2004 του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ.10 της πράξης προσχώρησης (Κανονισμός για την Πράσινη Γραμμή) η είσοδος και επίσκεψη στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας δεν είναι παράνομη αλλά αντίθετα επιτρέπεται ρητώς τόσο σε Κύπριους όσο και σε Ευρωπαίους υπηκόους. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η αιτήτρια εισήλθε από παράνομο σημείο, ήτοι για παράδειγμα από το παράνομο αεροδρόμιο του Ερτζάν, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα, ως υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος, ότι η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, κάνοντας αναφορά, ως προς τούτο, στην αίτηση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (2004) 1 ΑΑΔ 1516. Καταληκτικά προβάλλεται ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο η διοίκηση απέρριψε την αίτηση που υπεβλήθη, είναι το γεγονός ότι η αιτήτρια είναι Τουρκικής καταγωγής κατά παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου, Ν. 59/(Ι)/2004 καθώς και ότι ένεκα της καταγωγής της αυτής η διοίκηση παραγνώρισε ότι είναι παντρεμένη με Κύπριο πολίτη για 25 χρόνια και μητέρα κύπριας πολίτιδας καθώς και ότι «η όποια ισχυριζόμενη παράνομη είσοδος και/ή παραμονή της γινόταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα με αποκλειστικό σκοπό να επισκεφθεί συγγενείς του Κύπριου συζύγου της».

 

Αντίθετα η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών και κυρίως καλόπιστα. Επισημαίνει δε, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση με παραπομπή σε νομολογία ότι η απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη αποτελεί εξουσία η οποία ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους καθώς και ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών είναι η ευρύτερη δυνατή με μόνο περιορισμό την καλή πίστη. Επί της ουσίας, υποβάλλεται ότι η αίτηση της αιτήτριας απορρίφθηκε καθότι δεν επιτρέπεται η απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει εγγραφής σε περιπτώσεις παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, ως εν προκειμένω συμβαίνει στην περίπτωση της αιτήτριας, κάτι που, ως σημειώνεται, επί της ουσίας η αιτήτρια δεν αρνείται.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.   

 

Σχετικά είναι τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«110(2) Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός µπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη ∆ημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο ∆εύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της ∆ηµοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της ∆ηµοκρατίας·

(β) διαµένει µε το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι µικρότερο των τριών χρόνων·

(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαµένει στη ∆ηµοκρατία ή, ανάλογα µε την περίπτωση, να διατελεί στη δηµόσια υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην Αστυνοµική ∆ύναµη της ∆ηµοκρατίας και µετά την εγγραφή του ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας:

Νοείται ότι [..]

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρµόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραµένει παράνοµα στη ∆ηµοκρατία[..]»

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.18) ISSA E.E ALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει εγγραφής, δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης, αφού η πλήρωση των τυπικών κριτήριων που θέτει ο Νόμος παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ ετέρου της κυπριακής ιθαγένειας(Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18). Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK MKRTCHYAN v.  Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερομηνίας 27/9/23).

 

Εν προκειμένω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακά δοσμένες αρχές και νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ουδόλως ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται στην ολότητα τους.

 

Όπως υποδείχθηκε και ανωτέρω και ως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την επιστολή που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια ημερομηνίας 7.10.2019, λόγο για την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας αποτέλεσε, κατ΄ εφαρμογή των όσων προνοούνται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν. 141(Ι)/2002, ότι η ίδια είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία.

 

Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο Σημείωμα της λειτουργού εξέτασης, το οποίο ως αδιαμφισβήτητα προκύπτει τέθηκε ενώπιον του Υπουργού και αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του και στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι σε σχέση με την αιτήτρια «εντοπίζονται στο φάκελο στοιχεία που να συνηγορούν στη μη έγκριση της αίτησης της». Τούτο δε με ρητή παραπομπή στην πληροφόρηση που λήφθηκε από το Διοικητή της ΚΥΠ και συγκεκριμένα ότι η αιτήτρια εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Έχω διεξέλθει όλα τα ενώπιον μου έγγραφα τα οποία περιέχονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Πράγματι τα όσα καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, από το οποίο προκύπτει ότι το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με επιστολή του ημερομηνίας 13.10.2017 αποτάθηκε στο αρμόδιο εθνικό όργανο, ήτοι την ΚΥΠ, η οποία είναι η κρατική υπηρεσία πληροφοριών της Δημοκρατίας, υπεύθυνη, μεταξύ άλλων, για την συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει πληροφόρηση, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης της αιτήτριας, επί του κατά πόσον η αιτήτρια εισήλθε ή διέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Ως δε προκύπτει από τα ερυθρά 31-32 του διοικητικού φακέλου, ο Διοικητής της ΚΥΠ με επιστολή του ημερομηνίας 15.12.2017 πληροφόρησε τον Αν. Διευθυντή του Τμήματος ότι η αιτήτρια, η οποία ως σημείωσε, είναι κάτοχος και διαβατήριου Ηνωμένου Βασιλείου, εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Το γεγονός της εισόδου και παραμονής της αιτήτριας στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ήτοι στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτυπώνεται ευθέως και στο ίδιο το ερυθρό 5 του διοικητικού φακέλου, το οποίο συνιστά δήλωση της ίδιας της αιτήτριας ημερομηνίας 2.3.2016 και το οποίο υποβλήθηκε για σκοπούς της αιτήσεως της προς τον Ύπατο Αρμοστή της Δημοκρατίας στο Λονδίνο. Σε αυτό αναφέρεται:

 

«To whom it may concern,

I am writing to inform you that, I have entered to the occupited part of Cyprus for the reason of visiting of my husband Djafer Osman’s family and relatives.»

 

Εν πρώτοις, κρίνεται απορριπτέα η θέση της αιτήτριας ότι υπό πλάνη περί τα πράγματα η διοίκηση παραγνώρισε το γεγονός ότι η αιτήτρια ήταν και πολίτης της Βρετάνιας και άρα (κατά τον ουσιώδη χρόνο) πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν του γεγονότος ότι η αιτητρια ουδόλως τεκμηριώνει την αναφορά αύτη με οποιαδήποτε έστω στοιχειώδη παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία, οφείλει να υπομνησθεί ότι ως προκύπτει από τη σχετική επιστολή της ΚΥΠ, στην οποία έγινε αναφορά και ανωτέρω, το εν λόγω γεγονός ήτοι ότι η αιτήτρια είναι και κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου καταγράφηκε ρητώς από το Διοικητή της ΚΥΠ ενώ, ως παρατηρώ, σχετικό αντίγραφο του εν λόγω διαβατηρίου της περιλαμβάνεται και στο διοικητικό φάκελο (ερυθρό 6). Τούτα δε τα στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο, τεκμαίρεται, κατ΄ εφαρμογή του τεκμηρίου της κανονικότητας, το οποίο η αιτήτρια ουδόλως κατόρθωσε να κλονίσει, ότι ήσαν ενώπιον του Υπουργού και λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της απόφασης του (Καττιμέρη Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

 

Η δε αναφορά της αιτήτριας ότι η διοίκηση εσφαλμένα φαίνεται να στηρίχθηκε στη δήλωση της αιτήτριας ημερομηνίας 2.3.2016 αφού κατά την εισήγηση, αυτό που η ίδια ανάφερε είναι απλώς ότι επισκέφθηκε τα κατεχόμενα εδάφη και όχι ότι εισήλθε από παράνομο σημείο, παραβλέπει το καθοριστικό γεγονός, ότι η διαπίστωση της διοίκησης ότι η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, στηρίχθηκε επί των όσων η επίσημη κρατική Υπηρεσία Πληροφορίων υπέβαλε ενώπιον της. Συναφώς τονίζεται-και είναι τούτο που παραγνωρίζουν όλες οι εισηγήσεις της αιτήτριας- ότι η απόφαση της διοίκησης δεν στηρίχθηκε σε αδιευκρίνιστης και άγνωστης πηγής, γενικές πληροφορίες, αλλά τουναντίον στηρίχθηκε σε επαρκές πραγματικό και αιτιολογικό έρεισμα, το οποίο αποτέλεσε απότοκο συλλογής πληροφορίων από κατάλληλη και αξιόπιστη πηγή, όπως την  ΚΥΠ οι οποίες αν μη τι άλλο, προκαλούσαν, βάσιμη αμφιβολία αναφορικά με τον τρόπο παρουσίας της αιτήτριας στη Δημοκρατία. Άλλωστε ως είναι παγίως νομολογημένο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης πολιτογράφησης η απλή ύπαρξη γενικών και μόνο ενδείξεων περί ενδεχόμενου προβλήματος και η λογική αμφιβολία του αρμοδίου οργάνου είναι αρκετή για να δικαιολογήσει  την αρνητική απόφαση της διοίκησης (Eddine v Δημοκρατίας 2008 (3 ΑΑΔ 95) Ήρωα v. Δημοκρατίας (2005)3 Α.Α.Δ. 307 VARSIK MKRTCHYAN (ανωτέρω) ajid Rahimzadeh ( Ε.Δ.Δ αρ. 119/20, ημερομηνίας 25/2/25).

 

Καθίσταται δε σαφές ότι το βάρος απόδειξης, δεν ήταν στους ώμους της διοίκησης προκειμένου να αποδείξει ή να διερευνήσει περαιτέρω τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από κατάλληλη πηγή όπως η ΚΥΠ.  Η δε αιτήτρια ουδόλως προέβηκε σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με σκοπό να προσκομίσει μαρτυρία προς την αντίθετη κατεύθυνση και να καταδείξει ότι δεν εισήλθε παρανόμως στη Δημοκρατία και να κλονίσει το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει την επίδικη κρίση (Γιώργου Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24) Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.ά., (ΑΕ Αρ. 129/2015, ημερομηνίας 2/11/2022), ECLI:CY:AD:2022:D417.

 

Ούτε όμως και η επίκληση της αιτήτριας στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.866/2004 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Απριλίου 2004 για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ.10 της πράξης προσχώρησης μπορεί να υποστηρίξει τις θέσεις της αιτήτριας και να καταδείξει οποιοδήποτε σφάλμα στη προσβαλλόμενη απόφαση.  Επί τούτου αναφέρω τα ακόλουθα:

 

Οι συνθήκες που δημιούργησαν τα γεγονότα του 1974, ως απόρροια της Τουρκικής εισβολής επέφεραν τη, μέχρι σήμερα, κατοχή εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως υπομνήσθηκε και στην EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) τούτα τα γεγονότα και οι συνέπειες τους αναγνωρίζονται, μεταξύ άλλων, και μέσα από το σκεπτικό αποφάσεων του ΕΔΑΔ (Cyprus  v.  Turkey (2001) ECHR, 25781/94,20.05.2001, Loizidou v. Turkey, Appl. No.15318/89, 18.12.1996).

 

Με το πρωτόκολλο αριθ. 10 για την Κύπρο της πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής ∆ηµοκρατίας, της ∆ηµοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, της ∆ηµοκρατίας της Λετονίας, της ∆ηµοκρατίας της Λιθουανίας, της ∆ηµοκρατίας της Ουγγαρίας, της ∆ηµοκρατίας της Μάλτας, της ∆ηµοκρατίας της Πολωνίας, της ∆ηµοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής ∆ηµοκρατίας και των προσαρµογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, συμφωνήθηκε ότι η εφαρμογή του κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο (βλ. άρθρο 1).

 

Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 10, διακηρύχθηκε ότι η εν λόγω αναστολή καθιστά αναγκαίο τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους οι συναφείς διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εφαρµόζονται στη γραµµή μεταξύ των προαναφεροµένων περιοχών και των περιοχών των ευρισκοµένων υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Στις αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.866/2004 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Απριλίου 2004 για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ.10 της πράξης προσχώρησης, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«(35) Δεδοµένου ότι η προαναφερόµενη γραµµή δεν αποτελεί εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλεται η θέσπιση ειδικών κανόνων για τη διέλευση των εµπορευµάτων, των υπηρεσιών και των προσώπων από τη γραµµή, η δε κύρια αρµοδιότητα για τη θέσπιση των εν λόγω κανόνων ανήκει στην Κυπριακή ∆ηµοκρατία [..]».

 

Στα δε άρθρα 1, 2 και 3 ορίζονται, ως εδώ ενδιαφέρουν τα ακόλουθα:

 

«Άρθρο 1 Ορισµοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισµού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισµοί: 1) ως «γραµµή» νοείται:

α) για τους σκοπούς της διενέργειας ελέγχων σε πρόσωπα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, η γραµµή µεταξύ των περιοχών που τελούν υπό τον αποτελεσµατικό έλεγχο της Κυβέρνησης της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και των περιοχών οι οποίες βρίσκονται εκτός αυτού του αποτελεσµατικού ελέγχου[..]

 

Άρθρο 2 Έλεγχος σε πρόσωπα

1. Η Κυπριακή ∆ηµοκρατία διενεργεί ελέγχους σε όλα τα πρόσωπα που διασχίζουν τη γραµµή, µε στόχο την καταπολέµηση της παράνοµης µετανάστευσης υπηκόων τρίτων χωρών και τον εντοπισµό και την πρόληψη οιασδήποτε απειλής της δηµόσιας ασφάλειας και τάξης. Οι έλεγχοι αυτοί αφορούν επίσης τα οχήµατα και τα αντικείµενα που βρίσκονται στην κατοχή των προσώπων που διασχίζουν τη γραµµή.

2. Κάθε πρόσωπο υπόκειται σε τουλάχιστον έναν έλεγχο για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

4. Επιτρέπεται η διέλευση της γραµµής µόνον στα σηµεία διέλευσης που επιτρέπουν οι αρµόδιες αρχές της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας. Κατάλογος των σηµείων αυτών διέλευσης περιέχεται στο παράρτηµα I.

 

Άρθρο 3 Επιτήρηση της γραµµής

Η Κυπριακή ∆ηµοκρατία επιτηρεί αποτελεσµατικά όλο το µήκος της γραµµής, έτσι ώστε να αποθαρρύνει τα πρόσωπα από το να παρακάµπτουν τους ελέγχους στα σηµεία διέλευσης του άρθρου 2 παράγραφος 4. »

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Συνεπώς η θέση της αιτήτριας ότι «η είσοδος και επίσκεψη στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας δεν είναι παράνομη αλλά αντίθετα επιτρέπεται ρητώς τόσο σε Κύπριους όσο και σε Ευρωπαίους υπηκόους» κατ’ επίκληση του Κανονισμού αρ.866/2004 συνιστά τουλάχιστον αποσπασματική ανάγνωση των όσων ορίζονται.

 

Πρώτον διότι ο Κανονισμός αυτός ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα διέλευσης της γραμμής. Μάλιστα δε ρητώς στο άρθρο 2 του Κανονισμού προνοείται ότι τέτοια διέλευση της γραμμής επιτρέπεται μόνο από τα σημεία διέλευσης που επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως αυτά απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι αυτού ήτοι για παράδειγμα από το Λήδρα Πάλας. Κατά δεύτερο διότι εμφανώς αυτό που παραβλέπει η αιτήτρια είναι ότι η γραμμή, ως ρητώς υποδεικνύεται, δεν αποτελεί εξωτερικό σύνορο της Δημοκρατίας. 

 

Η αιτήτρια η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης ουδόλως έχει υποδείξει, πόσο δε μάλλον αποδείξει, ότι πράγματι μετέβηκε στα κατεχόμενα εδάφη μέσω νόμιμου σημείου διέλευσης ή ότι -και σε αντίθεση με τις πληροφορίες που λήφθηκαν από την ΚΥΠ- εισήλθε στη Δημοκρατία νομίμως.Ούτε και βεβαίως κάτι τέτοιο επιμαρτυρείται από το διοικητικό φάκελο.

 

Η δε θέση της πλευράς της αιτήτριας ότι «ως πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε κάθε δικαίωμα να παραμένει στη Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς οποιαδήποτε άδεια εισόδου ή άδεια παραμονής» ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η είσοδος οποιουδήποτε ευρωπαίου πολίτη στη Δημοκρατία θα πρέπει να διενεργείται από νόμιμο σημείο, ως αυτά καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της εδαφικής της κυριαρχίας, ως εξωτερικό σύνορο διέλευσης. Τούτο δε επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το άρθρο 12(1) του Κεφ.105 δια του οποίου προνοείται ότι: «κανένα πρόσωπο δεν θα εισέρχεται ή εγκαταλείπει τη Δημοκρατία εκτός δια μέσου εγκριμένου λιμανιού». Συναφώς και σύμφωνα με τη Γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου Κ.Δ.Π 364/2013, η οποία εκδόθηκε δυνάμει των εξουσιών που χορηγούνται στο Υπουργικό Συμβούλιο από το άρθρο 3 του Κεφ.105 ως εγκριμένα λιμάνια καθορίζονται συγκεκριμένοι θαλάσσιοι λιμένες π.χ. η μαρίνα της Λάρνακας και ως αερολιμένες τα διεθνή αεροδρόμια της Λάρνακας και της Πάφου.

 

Άλλωστε η όλη εισήγηση παραβλέπει και τα όσα προνοούνται στο άρθρο 20 του περί του ∆ικαιώµατος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισµένων Υπηκόων του Ηνωµένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να ∆ιαµένουν Ελεύθερα στη ∆ηµοκρατία Νόµοι Ν.7(Ι)/2007 όπου υπό τον πλαγιότιτλο «εδαφική εφαρμογή» ρητώς ορίζεται ότι: «Το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα µόνιµης διαμονής των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο παρών Νόµος καλύπτει τις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας περιοχές

 

Ούτε και όμως τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η οποία- και τούτο δεν πρέπει να λησμονείται- αφορά περίπτωση απόρριψης αίτησης για πολιτογράφηση της αιτήτριας ομοιάζει με τα επίδικα θέματα στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (2004) 1 ΑΑΔ 1516) την οποία η αιτήτρια επικαλείται προς υποστήριξη της θέσης της ότι ακόμα και εάν η ίδια εισήλθε από παράνομο σημείο, ήτοι για παράδειγμα από το παράνομο αεροδρόμιο του Ερτζάν, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι εισήλθε παρανόμως στη Δημοκρατία. Αρκεί δε να επισημανθεί ότι εκείνη η περίπτωση, αφορούσε σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα και ειδικότερα αφορούσε σε αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσεως Certiorari και Mandamus σε σχέση με ποινική υπόθεση που ασκήθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1) του Κεφ. 105, ως ίσχυε τότε, αναφορικά με πρόσωπο που κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για είσοδο στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο αεροδρόμιο και εντούτοις, παρά την παραδοχή του, δεν του είχε επιβληθεί ποινή από το Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση, υπέδειξε πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να ελεγχθεί με προνομιακά εντάλματα.

 

Ούτε όμως και η εισήγηση της αιτήτριας ότι η απόρριψη της αίτησης της οφειλόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι η ίδια κατέχει τούρκικη υπηκοότητα μπορεί να γίνει δεκτή. Η αιτήτρια ουδόλως παρέπεμψε σε οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου που να καταδεικνύει ότι υπήρξε οποιαδήποτε διακριτική μεταχείριση στη βάση της εθνοτικής της καταγωγής και ότι η απόρριψη της αίτησης της έγινε πράγματι λόγω της τουρκικής της υπηκοότητας. Τουναντίον ουδεμία αμφιβολία αφήνεται για το ποιες ήταν εκείνες οι συλλεχθείσες πληροφορίες που λήφθηκαν υπόψη και οι οποίες, αφορώσες την παράνομη είσοδο και διαμονή της αιτήτριας στη Δημοκρατία, οδηγήσαν στην απορριπτική κρίση, ώστε να μην υπέχει οποιουδήποτε ερείσματος η γενική και ατεκμηρίωτη αναφορά της αιτήτριας περί παραβίασης του περί Ίσής Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμος του 2004 Ν. 59(Ι)/2004.

 

Ομοίως απορριπτέα κρίνεται και η έτερη γενικόλογη αναφορά της αιτήτριας ότι δήθεν παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι «είναι παντρεμένη με Κύπριο πολίτη για 25 χρόνια και πως είναι μητέρα κύπριας πολίτη». Από το δε σημείωμα της αρμόδιας λειτουργού, επιβεβαιώνεται ακριβώς το αντίθετο. Ειδικότερα, ως παρατηρώ, στο εν λόγω σημείωμα διενεργείται σαφή μνεία στο γάμο της αιτήτριας και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι η αιτήτρια τέλεσε γάμο στις 27.7.1991, ότι η αιτήτρια, κάτοικος Λονδίνου, διαμένει μαζί με το σύζυγο της για περίοδο μεγαλύτερη των τριών ετών καθώς και στο γεγονός ότι σύμφωνα με δήλωση που προσκομίστηκε οι δύο σύζυγοι συζούν αρμονικά από την ημέρα του γάμου τους. Περαιτέρω και μεταξύ άλλων η αρμόδια λειτουργός σημείωσε ότι από το γάμο αυτό αποκτήθηκε ένα τέκνο ηλικίας 25 ετών, παραπέμποντας μάλιστα ως προς τούτο και στα ερυθρά 14-13 του διοικητικού φακέλου τα οποία αποτελούν αντίγραφο του δελτίου κυπριακής ταυτότητας της θυγατέρας της αιτήτριας. Επομένως -και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας-αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας και τα δεδομένα που την περιβάλλουν, περιλαμβανομένων και των όσων η ίδια επικαλείται περί του γάμου και της θυγατέρας της.

 

Πρόσθετα δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή ούτε η εισήγηση της αιτήτριας ότι παραγνωρίστηκε από τη διοίκηση «πως η όποια ισχυριζόμενη παράνομη είσοδος και/ή παραμονή της γινόταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα με αποκλειστικό σκοπό να επισκεφθεί συγγενείς του Κύπριου συζύγου της». Τούτο διότι η παράνομη είσοδος ή παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της όποιας χρονικής της διαρκείας, αποτελεί καθόλα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης δυνάμει και της 2ης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002 (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ.20) VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Επί τούτου υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 110(2) του Νόμου παρέχει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να μεριμνήσει για εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας. Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη επιφύλαξη οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που αλλοδαπός[1] εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, ως εν προκειμένω κρίθηκε και στην περίπτωση της αιτήτριας επί τη βάσει πληροφόρησης που λήφθηκε από κατάλληλη και αξιόπιστη πηγή, ήτοι την ΚΥΠ και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη.

 

Καθοριστικότερο δε όλων παραμένει -και είναι αυτό που σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παραγνωρίζεται- ότι το όλο ζήτημα παραχώρησης υπηκοότητας ή μη, ως εν προκειμένω, συνιστά έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, με τον αρμόδιο Υπουργό να ασκεί την ευρεία διακριτική εξουσία του έχοντας ως μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης  (Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ.124/21, ημερ. 10/12/25) .

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) συνοψίστηκε η πάγια επί του θέματος νομολογία, ως ακολούθως:

 

«Η παραχώρηση της ιδιότητας του Κύπριου πολίτη και της Κυπριακής υπηκοότητας αποτελεί διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και έκφραση του κυριαρχικού δικαιώματος του Κράτους. Εξουσία, με την οποία περιβάλλεται για να επιλέγει τους πολίτες του και αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας του, αναγνωρισμένη, τόσο από το Σύνταγμα, όσο και Διεθνείς Συμβάσεις. Το δικαίωμα είναι απόλυτο, με μόνη υποχώρηση στο δικαίωμα αυτό, να διέπεται από επίδειξη καλής πίστης.

 

Στη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, η οποία κυρώθηκε από τη  Δημοκρατία την 27.3.2979, με τίτλο «Convention on Certain Questions Relating to the Conflict of Nationality Laws  The Hague», ημερομηνίας 12 Απριλίου, 1930, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Article 1 – It is for each State to determine under its own law who are its nationals. This law shall be recognized by other States in so far as it is consistent with international conventions, international custom, and the principles of law generally recognized with regard to nationality.

 

Article 2 – Any question as to whether a person possesses the nationality of a particular State shall be determined in accordance with the law of that State.»

 

Όπως το έθεσε ο καθηγητής Δ.Θ. Τσάτσος στο Σύγγραμμά του «Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου», Δίκαιο και  Πολιτική 3, έκδ. 1980, σελ. 256:

 

«Η ιθαγένεια αποτελεί έννομη σχέση - μόνιμο δημοσίου δικαίου θεσμό – μεταξύ πολιτείας και ανθρώπου, από την οποία προσδιορίζεται η νομική ιδιότητα ενός ανθρώπου ως μέλους του λαού ορισμένης πολιτείας. Κάθε  πολιτεία ρυθμίζει με το δίκαιο της κυριαρχικά πότε και πώς ένα πρόσωπο αποκτά και αποβάλλει την ιθαγένεια της  πολιτείας του.

 

Η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για υποβολή αιτήματος δεν παρέχει άνευ ετέρου το δικαίωμα, αλλά προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος εγγραφής ως Κύπριου υπηκόου. (Nabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66).

 

Η ευχέρεια ενός κράτους να παρέχει την υπηκοότητά του σε άτομα είναι κατά πάγια νομολογία αναγνωρισμένη και άπτεται των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Tulin Sabahatin Veysel v. Δημοκρατίας (2010) 4 Α.Α.Δ. 698:

 

«… η ευχέρεια αυτή της πολιτείας αναγνωρίζεται διεθνώς από πολύ παλιά και η μόνη υποχρέωση που η Κυπριακή Δημοκρατία υπέχει στον τομέα αυτό κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας είναι να ενεργεί με καλή πίστη. Κανένας δεν έχει απόλυτο νομικό δικαίωμα να καταστεί  πολίτης της Δημοκρατίας, αλλά μόνο δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας εφόσον ικανοποιήσει τον Υπουργό Εσωτερικών ότι συντρέχουν, στην περίπτωσή του, οι προϋποθέσεις του Άρθρου ….»

 

Λέχθηκε, χαρακτηριστικά, στην Yousife Mohamad v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, πως:

 

«… η  πολιτογράφηση είναι μία εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης.» Σημειώνεται ότι, το σκεπτικό της Yousife Mohamad (ανωτέρω), υιοθετήθηκε μεταγενέστερα από την Ολομέλεια του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατίας κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20.

 

 Στην Angela Siomina Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, λέχθηκαν τα εξής, άμεσα σχετικά και διαφωτιστικά:

 

«Το αναφερθέν άρθρο 5(2) του Νόμου δεν παρέχει στον αλλοδαπό δικαίωμα πολιτογράφησης. Του παρέχει το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση όπου θεωρεί ότι συντρέχουν οι τιθέμενες σ' αυτό προϋποθέσεις. Και παρέχει στον Υπουργό την εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα. Οπότε ο Υπουργός «μπορεί να μεριμνήσει» για την πολιτογράφηση αλλοδαπού. Πρόκειται για κρατική εξουσία η οποία, σε αυτές τις περιπτώσεις, ασκείται νόμιμα εφόσον ασκείται καλόπιστα. Ο ασκών την εξουσία δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα όπου η απόφαση του για τη μη  πολιτογράφηση αλλοδαπού στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε ο,τιδήποτε πέραν αυτής. Εφόσον λοιπόν τηρείται η προϋπόθεση της καλής πίστης, η κρίση της διοίκησης αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη.»

 

Επί της ουσίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην επίδικη κρίση και οι αιτιάσεις της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας. Τα όσα δε η αιτήτρια παραθέτει ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται  στο σημείωμα της λειτουργού, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και το περιεχόμενο του οποίου σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνει την αιτιολογία αφού καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou v. Republic (1982)3 C.L.R.220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 185) Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).

Ούτε όμως-και παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αιτήτριας- δεν εντοπίζω οποιαδήποτε κατάχρηση ή κακοπιστία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού. Τουναντίον και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε, ως η υποχρέωση του, την ευρύτατη διακριτική του εξουσία με καλή πίστη και η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον του, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερ. 25.2.2025) Arakelian ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερ. 10.3.2025).

 

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

                                Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «αλλοδαπός» σηµαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι πολίτης της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας·


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο