ΚΥΠΡΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 201/2023, 3/4/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 201/2023, 3/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 201/2023 (iJ))

3 Απριλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΠΡΗΣ

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Νατάσα Ιακώβου, για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Αθανασία Αχιλλέως, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό εκδίκαση προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο τις εξής θεραπείες:-

«(Α) Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή η απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 12.12.2022, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 16.12.2022 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α) και οποιαδήποτε συναφής με και/ή απορροφηθείσας από αυτήν πράξη είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, και/ή

(Β) Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο Κανονισμός 3(5) και/ή ο Κανονισμός 3(5) σε συνδυασμό με τους Κανονισμούς 3(1) και/ή 3(2)(β) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Παροχές) Κανονισμών του 2010, είναι αντισυνταγματικός καθότι παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος».

 

  Ο αιτητής υπέβαλε στις 23.1.2017 αίτηση για λήψη σύνταξης χηρείας, λόγω του θανάτου της συζύγου του, η οποία απεβίωσε στις 19.5.2009. Η εν λόγω αίτηση απερρίφθη από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 8.2.2017, αφού, όπως του γνωστοποιήθηκε, δεν πληρούσε τις πρόνοιες των διατάξεων του άρθρου 41(2) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν. 59(Ι)/2010, ως αυτός ίσχυε κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο, το 2017[1].

 

  Η νομιμότητα της εν λόγω απορριπτικής διοικητικής απόφασης, προσβλήθηκε με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο στα πλαίσια της υπόθ. αρ. 622/2017 Χατζηκυπρή ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.7.2020, εξέδωσε ακυρωτική απόφαση. Κρίθηκε πως οι διατάξεις του άρθρου 41(2) του Νόμου, ως αυτός ίσχυε τότε, που αφορούσαν το δικαίωμα χήρου σε λήψη σύνταξης χηρείας, λόγω θανάτου της συζύγου του, παραβίαζαν την αρχή της ισότητας, λόγω φύλου, αφού υφίσταντο διαφορετικά κριτήρια σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 41(1), που αφορούσε στο δικαίωμα της χήρας για λήψη σύνταξης χηρείας, λόγω θανάτου του συζύγου της.

 

  Ακολούθησε διαδικασία επανεξέτασης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στη βάση γνωμάτευσης που λήφθηκε από την Νομική Υπηρεσία. Με την επιστολή ημερομηνίας 19.11.2021, γνωστοποιήθηκε στον αιτητή η έγκριση της αίτησης για λήψη σύνταξης χηρείας, από 23.10.2016. Ο αιτητής αντέδρασε στην εν λόγω διοικητική απόφαση, υποβάλλοντας ιεραρχική προσφυγή προς την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 14.12.2021. Κύριο παράπονο του αιτητή, υπήρξε η έγκριση της αιτήσεως, μόνον από τις 23.10.2016 και όχι από τον Ιούνιο του 2009, που είχε αποβιώσει η σύζυγός του, ζητώντας, πρόσθετα, την καταβολή τόκων επί των καθυστερημένων ποσών.

 

  Κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί, αυτούσιο, μέρος των λόγων επί των οποίων στηρίχθηκε η υποβολή της ιεραρχικής προσφυγής:-

«2. Ο Προσφεύγων θεωρεί ότι έπρεπε να του χορηγηθεί σύνταξη χηρείας αναδρομικά από τον Ιούνιο του 2009, όταν δηλαδή ουσιαστικά κατέστη δικαιούχος της εν λόγω παροχής. [...]

6. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, ο Προσφεύγων αποτάθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον δικαιούταν σε χορήγηση σύνταξης χηρείας. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του απάντησαν προφορικά ότι οι άντρες χήροι, με βάση τη νομοθεσία δεν δικαιούνταν σε σύνταξη χηρείας εκτός και αν συντηρούνταν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την σύζυγό τους και συνεπώς η υποβολή αίτησης για σύνταξη χηρείας θα ήτο ανώφελη.

7. Στη συνέχεια, κατόπιν νεωτέρας πληροφόρησης, κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2019, ο Προσφεύγων μετέβηκε στην αρμόδια Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ζήτησε όπως τον προμηθεύσουν με Έντυπο Αίτησης για Σύνταξη Χηρείας.

8. Ο Προσφεύγων, υπέβαλε την αίτηση για χορήγηση σύνταξης χηρείας στις 23.01.2017 δεόντως πιστοποιημένη μαζί με τα απαραίτητα πιστοποιητικά και δικαιολογητικά. [...]

12. Ο Προσφεύγων κατά ή περί τις 29.11.2021, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση, έλαβε στον τραπεζικό του λογαριασμό διάφορα ποσά τα οποία εξ όσων αντιλήφθηκε και κατόπιν διευκρίνισης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι πληρωμές αποτελούσαν την καταβολή σύνταξης χηρείας από 23.10.2016 μέχρι και 30.11.2021, για το μήνα Νοέμβριο του 2021 καθώς και τη σύνταξη χηρείας για τις περιόδους (6 διαφορετικές πληρωμές).

Αντικείμενο της Ιεραρχικής Προσφυγής

14. Ο Προσφεύγων διαφωνεί με το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την έγκριση σύνταξης χηρείας από τις 23.10.2016, ήτοι τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του για σύνταξη χηρείας.

15. Περαιτέρω, διαφωνεί και προσβάλλει την παράλειψη καταβολής τόκου επί των ποσών που χορηγήθηκαν αναδρομικά.[...]

17. Ο Προσφεύγων θεωρεί ότι θα έπρεπε να του καταβληθεί σύνταξη χηρείας από τον Ιούνιο του 2009, ήτοι από τότε που κατέστη δικαιούχος και όχι από τις 23.10.2016, ήτοι τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία που υπέβαλε την αίτηση για σύνταξη χηρείας.

18. Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι με βάση την Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ο Προσφεύγων στην ουσία θεωρήθηκε δικαιούχος σύνταξης χηρείας και του αναγνωρίστηκε αυτό το περιουσιακό δικαίωμα είναι επακόλουθο ότι τα καθυστερημένα ποσά έπρεπε να φέρουν τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν. [...]».

 

  Για την εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής, υπεβλήθη προς την Υπουργό, έκθεση γεγονότων, ημερομηνίας 30.11.2022 και 5.12.2022, όπου καταγράφεται το ιστορικό σε σχέση με την επίδικη αίτηση, με απορριπτική εισήγηση. Η Υπουργός, με την απόφαση ημερομηνίας 12.12.2022, απέρριψε την υποβληθείσα ιεραρχική προσφυγή, κρίνοντας την απόφαση της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 19.11.2021, ορθή.

 

  Η εν λόγω απορριπτική απόφαση σε σχέση με την υποβληθείσα ιεραρχική προσφυγή, γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 12.12.2022, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Προς ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης, η ευπαίδευτη δικηγόρος του αιτητή, προέβαλε ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας, παράβασης της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, αφού με αυτήν υπήρξε μόνον μερική αποκατάσταση του περιουσιακού δικαιώματος σε λήψη σύνταξης χηρείας, ενώ, κατά τις θέσεις της, έπρεπε τα καθυστερημένα ποσά να φέρουν τόκο από την ημερομηνία που αυτά έπρεπε να καταβληθούν. Υποστηρίζει πως στην περίπτωση του αιτητή, συνέτρεχε εύλογη αιτία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και συνεπώς, έπρεπε η προθεσμία για την υποβολή της, να παραταθεί, ή να κριθεί ανεφάρμοστη. Η θέση που προωθείται από την δικηγόρο του, ως προς την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, έγκειται στον ισχυρισμό πως οι διατάξεις του άρθρου 41, ως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του κατά το έτος 2019, δεν επέτρεπαν, παράνομα και αντισυνταγματικά, την λήψη σύνταξης σε άντρα χήρο.

 

  Δεύτερος λόγος ακύρωσης, άπτεται της εισήγησης περί λήψης της επίδικης απόφασης από αναρμόδιο πρόσωπο. Κατά τις θέσεις του αιτητή, η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση, δεν εκδόθηκε από την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου.

 

  Κατά τρίτον, αποτέλεσε θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή, πως με την επίδικη διοικητική απόφαση υπήρξε στέρηση του περιουσιακού δικαιώματος σε σύνταξη χηρείας, για την περίοδο μεταξύ Ιουνίου 2009 μέχρι και 23.10.2016, ήτοι για περίοδο 7 ετών, κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος, θίγοντας τον πυρήνα του δικαιώματος, αφού για σημαντική χρονική περίοδο, αυτό το δικαίωμα παραγράφηκε και εκμηδενίστηκε. Υποστηρίζει πως υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του αιτητή σε αποτελεσματική θεραπεία και πως παρά την ύπαρξη ακυρωτικής απόφασης, ο ίδιος εξακολουθεί να βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με γυναίκα χήρα που τελεί στις ίδιες περιστάσεις με τον αιτητή.

 

  Τέταρτον, κατ’ επίκληση της Λαμπριανίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, συνεκδ. υποθ. 897/2016 κ.ά., ημερομηνίας 31.5.2021, υποστήριξε την αντισυνταγματικότητα του Κανονισμού 3(5) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Παροχές) Κανονισμών του 2010, Κ.Δ.Π. 288/2010, στον οποίο προβλέπεται παραγραφή του δικαιώματος σε παροχή, στη βάση προθεσμίας που τίθεται για την υποβολή αίτησης για την λήψη αυτής.

 

  Η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, ήγειρε στην Ένσταση ζήτημα σε σχέση με την φύση της πράξης του αιτητικού της παραγράφου Β της αίτησης ακυρώσεως, που στη συνέχεια, φαίνεται να εγκαταλείπεται, αφού δεν αναπτύσσεται περαιτέρω στην γραπτή της αγόρευση. Επί της ουσίας, τόνισε πως ο αιτητής δεν μπορεί να εγείρει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς δεν είχε θέσει στα πλαίσια υποβολής της ιεραρχικής του προσφυγής, αφού αυτοί, δεν μπορούν να εξεταστούν για πρώτη φορά από το Δικαστήριο. Επί της ουσίας, υποστηρίζει την νομιμότητα της επίδικης διοικητικής απόφασης, υποβάλλοντας πως, κατά την επανεξέταση, εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου και των σχετικών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 288/2010, οι οποίοι τάσσουν συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή αίτησης για παροχή, λόγω του διανεμητικού χαρακτήρα των παροχών του Ταμείου, θέτοντας προθεσμία για παραγραφή του δικαιώματος λήψης παροχής. Τάσσεται προθεσμία υποβολής αίτησης, ανάμεσα σε άλλες παροχές και για την σύνταξη χηρείας, τριών μηνών από την ημέρα για την οποία απαιτείται η χορήγηση της παροχής και εφόσον ο αιτητής αποδείξει εύλογη αιτία της καθυστέρησης, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι και δώδεκα μήνες από την αφετηρία της. Γίνεται, εκ μέρους της, αναφορά στην Ε.Δ.Δ. 131/2020, Βαβλίτη ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19.3.2025, με την οποία κρίθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, η συνταγματικότητα των Κανονισμών 3(2)(β) και 3(3) της Κ.Δ.Π. 288/2010 και μη παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 23 του Συντάγματος με την καθιέρωση προθεσμίας υποβολής της αίτησης. Υποστηρίζει πως η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από την ίδια την Υπουργό, κατόπιν δέουσας έρευνας, στη βάση της ισχύουσας νομοθεσίας.

 

  Έχω ήδη αναφερθεί στο ιστορικό της διαδικασίας που ακολούθησε την ακυρωτική απόφαση Χατζηκυπρή (ανωτέρω), με την οποία οι διατάξεις του άρθρου 41(2) του Ν. 59(Ι)/2010, ως αυτός ίσχυε τότε, κρίθηκαν αντισυνταγματικές, λόγω διάκρισης των αντρών χήρων, από τις γυναίκες χήρες. Κατά την επανεξέταση, οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποφάσισαν στις 19.11.2021, την έγκριση της υποβληθείσας αιτήσεως ημερομηνίας 23.1.2017 για καταβολή σύνταξης χηρείας, με ημερομηνία έναρξης μέχρι και τρεις μήνες πριν την υποβολή της, δηλαδή, με ημερομηνία καταβολής της από 23.10.2016, καταβάλλοντας και τα ποσά της σύνταξης.

 

  Το παράπονο του αιτητή έγκειται σε δύο πτυχές: επιζητεί, αφενός, την καταβολή της παροχής σύνταξης χηρείας, από τον χρόνο θανάτου της συζύγου του, ήτοι από τον Ιούνιο του 2009 και αφετέρου, την καταβολή τόκων επί των καθυστερημένων ποσών σύνταξης, από την ημερομηνία που αυτά έπρεπε να καταβληθούν.

 

  Αποτελεί γεγονός πως ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή σύνταξης χηρείας, τον Ιανουάριο του 2017, οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο της συζύγου του, ζητώντας την καταβολή σύνταξης χηρείας από το 2009 πλέον τόκους από τότε, αίτηση που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2021, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης, αναδρομικά από τον Οκτώβριο του 2016.

 

  Το επιχείρημα του αιτητή εδράζεται στη θέση πως η διοίκηση, για την λήψη της επίδικης απόφασης, στηρίχθηκε επί αντισυνταγματικών Κανονισμών και συγκεκριμένα επί των Κανονισμών 3(1), 3(2)(β), 3(3) και 3(5) των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Παροχές) Κανονισμών του 2010, Κ.Δ.Π. 288/2010, οι οποίοι επιβάλλουν περιορισμό στο περιουσιακό δικαίωμα της σύνταξης, για λόγους που δεν περιλαμβάνονται στις διατάξεις του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος, θεσπίζοντας παραγραφή αυτού και κατά συνέπεια, στέρηση της παροχής από το δικαιούχο πρόσωπο.

 

  Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, τέθηκε και από το Δικαστήριο, το ζήτημα της έκδοσης της δεσμευτικής απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Βαβλίτης (ανωτέρω), αναφορά στην οποία γίνεται και στην γραπτή αγόρευση της Δημοκρατίας. Μετά από σχετική υπόδειξη του Δικαστηρίου, ο λόγος ακύρωσης που έγκειται σε ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας των Κανονισμών 3(1), 3(2)(β) και 3(5) της Κ.Δ.Π. 288/2010, αποσύρθηκε, με εμμένουσα, από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή, της θέσης πως στην προκείμενη περίπτωση, αυτοί έχουν εφαρμοστεί αντισυνταγματικά.

 

  Δεν βλέπω πως εξακολουθεί να παραμένει έρεισμα στις θέσεις που προωθεί ο αιτητής.

 

  Με την έκδοση της Βαβλίτης (ανωτέρω), το ζήτημα στην καθυστέρηση υποβολής αίτησης για χορήγηση παροχής, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, είτε αυτή αφορά σε σύνταξη γήρατος, είτε σε σύνταξη ανικανότητας,  ή σύνταξη χηρείας ή και οποιοδήποτε άλλο βοήθημα, επίδομα ή παροχή, κατά τα διαλαμβανόμενα στον Κανονισμό 3 της Κ.Δ.Π. 288/2010, κρίθηκε πως δεν συνιστούσε περιορισμό του δικαιώματος στο διηνεκές, αλλά αφορούσε σε περιορισμό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πως η νομοθετική επιβολή χρονικών περιορισμών για την διεκδίκηση σύνταξης, εξυπηρετούσε θεμιτό και αναγκαίο σκοπό. Τούτο, αφού εξυπηρετούσε την διασφάλιση της σταθερότητας και βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, χωρίς να επηρεάζεται η μακροοικονομική του σταθερότητα και βιωσιμότητα.  

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, επιχείρησε μέσω της απαντητικής της αγόρευσης, αλλά και κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, να διαφοροποιήσει την επίδικη περίπτωση από τα γεγονότα της Βαβλίτης. Κατά τις εισηγήσεις, ο αιτητής εξέφρασε πολλές φορές την επιθυμία του να υποβάλει αίτηση για λήψη σύνταξης χηρείας, αλλά μετά από προφορικές επισημάνσεις από τις Υπηρεσίες, του είχε αναφερθεί πως δεν παρεχόταν τέτοια δυνατότητα από τον Νόμο. Ουδέποτε, όπως υποστήριξε, παραιτήθηκε από τις προσπάθειες αυτές, ούτε επιδείχθηκε αδράνεια εκ μέρους του, υποβάλλοντας και την προσφυγή 622/2017, στην οποία εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση, ενώ θεωρεί διαφοροποιητικό στοιχείο και το γεγονός ότι στην Βαβλίτης, είχε αποσταλεί και ενημερωτική επιστολή ως προς την προθεσμία που υπήρχε για την υποβολή της αιτήσεως, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα.

 

  Με όλο τον σεβασμό, δεν εντοπίζω κανένα διαφοροποιητικό στοιχείο της παρούσας με τα γεγονότα στην Βαβλίτης. Εν πρώτοις, όπως πολύ ορθά ανέφερε κι η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση της διοίκησης να ενημερώσει τον εκάστοτε αιτητή / δικαιούχο οποιασδήποτε παροχής για εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης, όπως αυτό εξάλλου αναγνωρίζεται και στην ίδια την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, που το Κράτος, δεν ήταν ενήμερο για τον χρόνο θανάτου της συζύγου του αιτητή. Η υποχρέωση αφορούσε τον ίδιο τον αιτητή, για συμμόρφωση με προθεσμίες που τάσσονται από τους σχετικούς Κανονισμούς.

 

  Επιπρόσθετα, δεν εντοπίζω να προβλήθηκε από τον αιτητή, οποιαδήποτε εύλογη αιτία, όπως αυτό προκύπτει από την ιεραρχική προσφυγή που ο ίδιος υπέβαλε μέσω των δικηγόρων του, μέρος της οποίας έχω παραθέσει, πιο πάνω, αυτούσιο. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογη αιτία το γεγονός ότι η νομοθεσία, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ήτοι κατά το έτος 2017, δεν προνοούσε την δυνατότητα λήψης σύνταξης χηρείας, σε άντρα χήρο, που κατά τον χρόνο του θανάτου της, συζούσε με αυτήν. Εξάλλου, ακόμα κι εάν υποθετικά θεωρείτο το γεγονός αυτό, ως εύλογη αιτία, που δεν είναι η περίπτωση, δεν θα επιτυγχάνετο η καταβολή αίτησης από τον χρόνο του θανάτου, ήτοι από το 2009, αλλά θα παρείχετο προθεσμία μέχρι 12 μήνες από την αφετηρία της προθεσμίας για την υποβολή της.

 

  Αντιθέτως, διαπιστώνω πως τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, ομοιάζουν με τα γεγονότα της Βαβλίτης, τα κριθέντα της οποίας, καταλήγω πως εφαρμόζονται στην παρούσα και επιλύουν το επίδικο ζήτημα. Ομοίως και τα όσα κρίθηκαν στην μεταγενέστερη Ε.Δ.Δ. 91/2021 Δημοκρατία ν. Λαμπριανίδου κ.ά., ημερομηνίας 24.11.2025, κατ’ εφαρμογή την Βαβλίτης.

 

  Η Βαβλίτης αφορούσε σε σύνταξη γήρατος και παραγραφή του δικαιώματος για λήψη της σύνταξης, για περίοδο 2 ετών, λόγω καθυστέρησης στην υποβολή της σχετικής αιτήσεως. Κρίθηκε πως ο περιορισμός του δικαιώματος σε σύνταξη, αφορούσε σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι στο διηνεκές. Δεν αφορούσε ούτε σε μείωση του ποσού της σύνταξης, αλλά αφορούσε σε παραγραφή όλου του ποσού που αναλογούσε για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μόνον. Οι προθεσμίες που τάσσονται στις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού, κρίθηκε πως εξυπηρετούν θεμιτό και απόλυτα αναγκαίο σκοπό, που δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση της σταθερότητας και βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Σχέδιο των οποίων, δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα.

 

  Τα ίδια κρίνεται πως ισχύουν και εν προκειμένω. Δεν υπήρξε περιορισμός του δικαιώματος σε λήψη σύνταξης χηρείας στο διηνεκές, αλλά παραγραφή του ποσού που αφορούσε την συγκεκριμένη χρονική περίοδο όπου υπήρξε η καθυστέρηση στην υποβολή της αιτήσεως.

 

  Απορριπτέα τυγχάνει κι η θέση του αιτητή πως το Κράτος όφειλε να καταβάλει τόκους επί των καθυστερημένων ποσών, εισήγηση που παραμένει έωλη, αφού δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο επιχείρημα, ή παραπομπή σε σχετική νομοθετική διάταξη.

 

  Σε κάθε περίπτωση, η αναγνώριση καταβολής των ποσών της παροχής σύνταξης χηρείας, έλαβε χώρα το 2021 και συγκεκριμένα στις 19.11.2021, από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από 23.10.2016 και ακολούθησε η άμεση καταβολή των εν λόγω ποσών. Δεν υπήρξε, δηλαδή, οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα καταβολής τόκων υπερημερίας από το Κράτος. Η αναδρομική καταβολή τους από το 2016, σχετίζεται με την επανεξέταση που έλαβε χώρα, μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης και δεν ισοδυναμεί με καθυστέρηση καταβολής των ποσών της παροχής. Το Κράτος, δεν υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.

 

  Σημειώνεται πως, με την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, δεν αναγνωρίστηκε δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας, αναδρομικά από τον χρόνο θανάτου της συζύγου του αιτητή, όπως αυτό αποτελεί εισήγηση του αιτητή. Αλλά διαπιστώθηκε ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Με την επανεξέταση τον Νοέμβριο του 2021, η υποβληθείσα αίτηση εγκρίθηκε και τα ποσά καταβλήθηκαν άμεσα. Συνεπώς, καμία υποχρέωση τίθεται προς το Κράτος για καταβολή τόκων, αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση, αλλά επανεξέταση και έγκριση της αιτήσεως, συμφώνως των προθεσμιών που τάσσονται από την Κ.Δ.Π. 288/2010.

 

  Εγέρθηκε, τέλος, ζήτημα αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν βρίσκω έρεισμα ούτε σε αυτή την εισήγηση. Στο ερυθρό 162 του Τεκμηρίου 2, εντοπίζω την απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 12.12.2022, η οποία, στη βάση της υποβληθείσας έκθεσης γεγονότων ημερομηνίας 30.11.2022 (ερυθρά 288 – 164) και του σχετικού Σημειώματος, ημερομηνίας 5.12.2022 (ερυθρό 163), αποφάσισε την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής, αφού έκρινε ως ορθή την απόφαση της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

  Η επιστολή ημερομηνίας 12.12.2022, η οποία εστάλη προς τον αιτητή, η οποία υπογράφεται από την κα Ε. Κυριάκου, για Γενικό Διευθυντή, συνιστά απλώς την γνωστοποίηση και κοινοποίηση της απόφασης που έλαβε το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ήτοι η αρμόδια Υπουργός.

 

  Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί κι η επίδικη διοικητική απόφαση, να επικυρωθεί.

 

  Η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.     

           

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] «41.- [...] (2) Χήρος, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, ήταν μόνιμα ανίκανος για αυτοσυντήρηση και συντηρούνταν από την αποβιώσασα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν [...]».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο