ALPHA MOLENDA BENI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 311/2026, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ALPHA MOLENDA BENI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 311/2026, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 311/2026(Κ))

 

30 Απριλίου, 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

ALPHA MOLENDA BENI

 

Αιτητής,

 

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ  ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Καθ’ ου η Αίτηση.

…………………………

Π. Πιερίδης για Πιερίδη & Πιερίδη, για τον αιτητή.

 

Ν. Νικολάου για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 23.3.2026 με την οποία ανακηρύσσεται απαγορευμένος μετανάστης και των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης ιδίας ημερομηνίας και διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του αιτητή.

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο Τεκμήριο 1, ο αιτητής έφτασε σε άγνωστο χρόνο και με άγνωστο τρόπο στη χώρα και στις 28.2.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 31.1.2025. Κατά της απόρριψης, ο αιτητής άσκησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 5.3.2026 (Α.Μ.Β. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 750/25).  Στις 22.3.2026 συνελήφθη για παράνομη παραμονή και εναντίον του εκδόθηκαν στις 23.3.2026 οι προσβαλλόμενες αποφάσεις.

 

Ο αιτητής εισηγείται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν από αναρμόδιο πρόσωπο, δεν προηγήθηκε η έκδοση απόφασης επιστροφής, πάσχουν λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης και ότι παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης και της αναλογικότητας. Εισηγείται επίσης ότι πάσχουν λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου και συγκεκριμένα, μη συμμόρφωσης με το Άρθρο 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής ο «Νόμος») και παραβιάζεται το δικαίωμά του σε οικογενειακή επανένωση.

 

Ο καθ’ ου η αίτηση σε απάντηση των λόγων ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής, εισηγείται ότι προηγήθηκε η έκδοση απόφασης επιστροφής από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας ασύλου, ότι η έκδοση των αποφάσεων έγινε από αρμόδιο πρόσωπο, έγινε η δέουσα έρευνα, τηρήθηκε η αρχή της χρηστής διοίκησης και το δικαίωμα σε οικογενειακή ζωή δεν είναι απόλυτο δεδομένου ότι παρέμενε παράνομα στη χώρα.

 

Αρχίζοντας από την εισήγηση περί αναρμοδιότητας, όπως προκύπτει από το σώμα των αποφάσεων αυτές εκδόθηκαν από την Π. Φωτίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του ημερομηνίας 26.3.2025 αποφάσισε:

 

«α)    Να εκχωρήσει στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και/ή τον οποιοδήποτε διοριστεί και/ή οριστεί να εκτελεί καθήκοντα ως Αναπληρωτής Διευθυντής κατά την απουσία του Διευθυντή, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 6(2) και (3), 7, 14, 18ΙΣΤ, 18ΚΣΤ(4) και (5) και (5Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ, 18ΠΓ και 18ΠΣΤ των πιο πάνω Νόμων, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με ισχύ από τις 26.3.2025.

β)      Να εκχωρήσει, παράλληλα, στους Ανώτερους Λειτουργούς Μετανάστευσης, [.] και κα Παναγιώτα Φωτίου, τις εξουσίες τις οποίες του παρέχουν τα άρθρα 6(1)(στ) και (ζ), 14, 18ΙΣΤ, 18ΙΣΤ(4) και (5) και (5Α), 18Π(1) και (3), 18ΠΑ και18ΠΣΤ των πιο πάνω Νόμων, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με ισχύ από τις 26.3.2025.»

 

Από το κείμενο της απόφασης με την οποία πληροφορείται ο αιτητής ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης και του επιβάλλεται απαγόρευση εισόδου, προκύπτει ότι η νομική της βάση είναι τα Άρθρα 6(1)(κ) και 18ΠΓ του Νόμου, αντίστοιχα. Του διατάγματος απέλασης το Άρθρο 14 και του διατάγματος κράτησης το Άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α). Η εκχώρηση προς την κ. Φωτίου όντως έγινε σε σχέση με τα διατάγματα απέλασης και κράτησης όχι όμως σε σχέση με τα Άρθρα 6(1)(κ) και 18ΠΓ.

 

Εντούτοις, όπως ορθά υποδεικνύει ο συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση στη συμπληρωματική γραπτή αγόρευση που κατέθεσε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στην υπό κρίση υπόθεση προηγήθηκε η έκδοση απόφασης επιστροφής από την Υπηρεσία Ασύλου όταν απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή στις 28.2.2025. Η εν λόγω απόφαση επιστροφής εκδόθηκε στη βάση του Άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. Τεκμήριο 2, ερυθρό 118) και αναστάλθηκε μέχρι την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δηλαδή, τις 5.3.2026 όταν εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 2, ερυθρά 151-126). Η απόφαση επιστροφής έχει το εξής περιεχόμενο:

 

«In accordance with Art.13(2)(d) of the Refugee Law 2000, as amended, a return decision to Democratic Republic of Congo has been issued against you.  Furthermore, you are granted with a voluntary departure period of 7 days.  Both the return decision and the voluntary departure period are suspended either until the expiration of the aforementioned deadline without submission of a judicial recourse, or until a final decision on the judicial recourse is issued by the Administrative Court of International Protection.»

 

Η ιδιαιτερότητα αυτή στην υπόθεση έχει σημασία και διαφοροποιεί, κατά την κρίση μου, την παρούσα υπόθεση από την απόφαση στην Ε.Δ.Δ. 15/2025 Δημοκρατία ν. Lama, 4.12.2025 στην οποία δεν είχε προηγηθεί η έκδοση απόφασης επιστροφής. Εφόσον σύμφωνα με το Άρθρο 18Π(1) του Νόμου το Υπουργικό Συµβούλιο λαµβάνει όλα τα αναγκαία µέτρα για να εκτελέσει την απόφαση επιστροφής η οποία προηγήθηκε και η εξουσία αυτή εκχωρήθηκε από το Υπουργικού Συμβουλίου στη συγκεκριμένη λειτουργό σύμφωνα με την απόφασή του ημερομηνίας 26.3.2025 ως επίσης εκχωρήθηκε η εξουσία λήψης των μέτρων εκτέλεσης, θεωρώ ότι η ειδοποίηση προς τον αιτητή ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης στη βάση του Άρθρου 6(1)(κ) παρά το ότι υπογράφεται από πρόσωπο που δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα, δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία στη διαδικασία ως θα αποτελούσε εάν δεν είχε προηγηθεί απόφαση επιστροφής.

 

Από την άλλη, η εξουσία επιβολής απαγόρευσης εισόδου στη βάση του Άρθρου 18ΠΓ του Νόμου εκχωρήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο (α) της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στον διευθυντή ή αναπληρωτή διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και συνεπώς, η κ. Π. Φωτίου ενήργησε αναρμόδια ως προς το συγκεκριμένο σκέλος της επιστολής ημερομηνίας 23.3.2026 αλλά και της αντίστοιχης αναφοράς στο διάταγμα απέλασης.

 

Ούτε η εισήγηση περί παραβίασης του Άρθρου 18ΟΘ του Νόμου που προνοεί για οικειοθελή αναχώρηση ευσταθεί εφόσον η απόφαση επιστροφής του έδωσε τέτοιο δικαίωμα το οποίο μετά την έκδοση της απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 5.3.2026 ίσχυε μέχρι τις 12.3.2026 αλλά ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε.

 

Οι εναπομείνασες εισηγήσεις του αιτητή ήτοι, έλλειψη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας, πλάνης, παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και του δικαιώματος του αιτητή σε οικογενειακή ζωή, όλες έχουν ως αφετηρία τον ισχυρισμό του αιτητή ότι είναι πατέρας παιδιού που γεννήθηκε στις 7.12.2025.

Στην έκθεση της Αστυνομίας προς τον καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 22.3.2026 γίνεται αναφορά στο παιδί που έχει ο αιτητής και παραπομπή σε στοιχεία φακέλων. Για αυτό τον λόγο, ο καθ’ ου η αίτηση αποφάσισε ταυτόχρονα με την έκδοση του διατάγματος απέλασης να το αναστείλει «εν αναμονή απόψεων από Υ.Κ.Ε.» (βλ. Τεκμήριο 1, έγγραφο 16). Οι απόψεις της συγκεκριμένης υπηρεσίας ζητήθηκαν, προφανώς, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 18ΟΖ του Νόμου με σκοπό την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Το άρθρο αυτό προνοεί ότι:

 

«18ΟΖ. Κατά την εφαρµογή των άρθρων 18Ο∆ µέχρι 18ΠΘ, τηρείται η αρχή της µη επαναπροώθησης και λαµβάνονται δεόντως υπόψη–

(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και

(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και

(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»

 

Υπενθυμίζεται ότι το διάταγμα απέλασης εκδόθηκε στη βάση του Άρθρου 14 και το διάταγμα κράτησης στη βάση του Άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α). Εφόσον, όμως, όπως προαναφέρθηκε νωρίτερα στην απόφαση πρόκειται για εκτέλεση ήδη εκδοθείσας απόφασης επιστροφής, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Άρθρου 18Π(3) που προνοεί ότι:

 

«(3)(α) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής, ο Υπουργός εκδίδει βάσει του άρθρου 14 χωριστή διοικητική πράξη, υπό τη μορφή διατάγματος, με την οποία διατάσσεται η απέλαση.

(β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), ο όρος «απέλαση» στο άρθρο 14, σε οποιαδήποτε γραμματική του παραλλαγή, σημαίνει απομάκρυνση όπως ορίζεται στο άρθρο 18ΟΔ.»

 

Οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου εμπίπτουν στις πρόνοιες εκείνες που σύμφωνα με το Άρθρο 18ΟΖ η διοίκηση έχει υποχρέωση όταν αποφασίσει να τις εφαρμόσει να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης. Και η αρχή της μη επαναπροώθησης τηρείται όταν και εφόσον ολοκληρωθεί η έρευνα και ληφθούν υπόψη τα όσα προνοούνται στο Άρθρο 18ΟΖ του Νόμου. 

 

Παρόλο που δεν προβάλλεται ως επιχείρημα από τα μέρη, θεωρώ ορθό να αναφερθώ και στις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΠΑ(1)(α) του Νόμου που προνοεί ότι:

 

«18ΠΑ.-(1) Ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης αναβάλλει την απομάκρυνση-

(α) όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, ή [.]»

 

Η αναφορά στο Άρθρο 18ΠΑ(1)(α) σε αναβολή της απομάκρυνσης δεν ισοδυναμεί, κατά την κρίση μου, σε έκδοση διατάγματος απέλασης και αναστολή του μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας – ως έπραξε η διοίκηση στην υπό κρίση περίπτωση – αλλά σε αναβολή της έκδοσής του εξ αρχής εάν διαπιστωθεί (κατόπιν έρευνας) ότι η απομάκρυνση παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Με όλα τα πιο πάνω υπόψη, προκύπτει ότι η διοίκηση ενήργησε πρόωρα και παράνομα εκδίδοντας τo διάταγμα απέλασης και κράτησης χωρίς να έχει ολοκληρώσει πρώτα την έρευνά της κατά πόσο παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης υπό το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 18ΟΖ.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αιτούμενη θεραπεία Α επιτυγχάνει μερικώς σε σχέση με την επιβολή απαγόρευσης εισόδου και ακυρώνεται ως προς αυτό το μέρος και οι αιτούμενες θεραπείες Β και Γ επιτυγχάνουν ολικώς και τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται. Για σκοπούς συμμόρφωσης με την ως άνω κατάληξη, ο καθ’ ου η αίτηση υποχρεούται να τερματίσει άμεσα την κράτηση του αιτητή.

 

Επιδικάζονται €2000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο