ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 41/26(i)
6 Απριλίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Επί τοις αφορώσι τα Άρθρα 21, 23, 25, 26, 28, 30, 33, 35, 146 και 169 του Συντάγματος, τον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο Ν.131(Ι)/2015, τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 (Δ.Κ.6/2015), στη μεταγενέστερη τροποποίηση με τους Δ.Κ. 8/2023, τον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν.158(Ι)/1999, στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας (ΔΟΕ) 87, 98 και 151 και στο άρθρο 2(1) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΔΣΟΚΠΔ - Ν. 14/1969).
Μεταξύ:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΦΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
Αιτήτρια,
ΚΑΙ
ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Καθ’ ου η αίτηση.
------------
Α. Ανδρέου, για την αιτήτρια.
Θ. Χατζηλούκας και Φ. Χριστοφίδης, Δικηγόροι της Δημοκρατίας για τον καθ’ ου η αίτηση.
Αίτηση ημερομηνίας 16.01.2026,
για έκδοση προσωρινού διατάγματος
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια καταχώρισε στις 16.01.2026 την ανωτέρω προσφυγή, αιτούμενη τις ακόλουθες θεραπείες:
«Α. Διακήρυξη και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση και/ή πράξη του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12Χ36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας 11Χ37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α΄ Ιωάννη Χειμώνα, είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Β. Διακήρυξη και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση και/ή πράξη του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12Χ36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11Χ37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, συνεπεία του οποίου οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβαναν μέχρι τότε, με το υφιστάμενο ωράριο βάρδιας 12Χ36, μειώθηκαν σε τέσσερις (4) ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α΄ Ιωάννη Χειμώνα, είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Γ. Διακήρυξη και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση και/ή πράξη του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12Χ36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11Χ37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, συνεπεία του οποίου οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβαναν μέχρι τότε, με το υφιστάμενο ωράριο βάρδιας 12Χ36, μειώθηκαν σε τέσσερις (4) ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, χωρίς να προστεθούν στην ετήσια άδεια απουσίας της Αιτήτριας 3,18 ημέρες ανάπαυσης, τις οποίες ουσιαστικά η Αιτήτρια θα εργαστεί χωρίς απολαβές, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α΄ Ιωάννη Χειμώνα, είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Ε. Σύντομη εκδίκαση.
Στ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.».
Την 16.01.2026 η αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή αίτηση, αιτούμενη την:
«Α) Έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και εφαρμογή της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12X36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας 11X37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α’ Ιωάννη Χειμώνα, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του κατά της εν λόγω απόφασης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Β) Έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και εφαρμογή της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12X36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11X37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, συνεπεία του οποίου οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβαναν μέχρι τότε, με το υφιστάμενο ωράριο βάρδιας 12X36, μειώθηκαν σε τέσσερις (4) ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α' Ιωάννη Χειμώνα, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του κατά της εν λόγω απόφασης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ) Έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και εφαρμογή της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνίας 30/12/2025, με την οποία έθετε σε εφαρμογή από την 1/1/2026 νέο ωράριο εργασίας, στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο12X36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, σε ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11X37, αντί του προηγούμενου συνεχές δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, συνεπεία του οποίου οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβαναν μέχρι τότε, με το υφιστάμενο ωράριο βάρδιας 12X36, μειώθηκαν σε τέσσερις (4) ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, χωρίς να προστεθούν στην ετήσια άδεια απουσίας της Αιτήτριας 3,18 ημέρες ανάπαυσης, τις οποίες ουσιαστικά η Αιτήτρια θα εργαστεί χωρίς απολαβές, για την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση με επιστολή και/ή εγκύκλιο του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερομηνίας 30/12/2025, υπογεγραμμένη από τον Αστυνόμο Α' Ιωάννη Χειμώνα, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής του κατά της εν λόγω απόφασης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Ε) Διαζευκτικά σύντομη δικάσιμο της Προσφυγής.
ΣΤ) Έξοδα της παρούσας, πλέον έξοδα επίδοσης.».
Η αίτηση, ως αναφέρεται, βασίζεται στα Άρθρα 21, 23, 25, 26, 28, 30, 33, 35, 146 και 169 του Συντάγματος, στον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο (Ν.131(Ι)/2015), στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 (6/2015), στη μεταγενέστερη τροποποίηση με τους Δ.Κ. 8/2023, στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (Ν.158(Ι)/1999), στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας (ΔΟΕ) 87, 98 και 151, στο άρθρο 2(1) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΔΣΟΚΠΔ - Ν.14/1969), στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 30-32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους Κανονισμούς 13, 17, 18 και 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο Μέρος 23.1 έως 23.15 και Μέρος 25 Ενότητα I των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, στην αρχή της αναλογικότητας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Κύπρου.
Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας, η οποία, ως αναφέρει, είναι Ειδική Αστυνομικός, εγγραφείσα στην Αστυνομία Κύπρου την 01.06.2009 και από τον Απρίλιο του 2021 μέλος της συντεχνίας «Ισότητα» (κλάδος Αστυνομικού Σώματος). Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2023 τοποθετήθηκε στο Κ.Ε.Μ./ΟΥΛ.Α.Ε. Πάφου και μέχρι τις 31.12.2025 εργαζόταν στο ωράριο βάρδιας 12X36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας. Ως περαιτέρω δηλώνει, σύμφωνα με το ωράριο εργασίας της, απολάμβανε ετησίως 19,5 ημεραργίες και 35 ημέρες άδεια απουσίας.
Στις 30.12.2025 έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο Αρχηγός Αστυνομίας έθεσε σε εφαρμογή από την 01.01.2026 νέο ωράριο εργασίας στα μέλη της Αστυνομίας που εργάζονταν μέχρι τότε με το ωράριο 12X36 χωρίς εναλλαγή βάρδιας, ήτοι το ωράριο που η ίδια εργαζόταν από το 2023. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εν λόγω μέλη της Αστυνομίας θα εργάζονται, από την 01.01.2026, ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, 11X37, αντί του προηγούμενου συνεχούς δωδεκάωρου σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας. Συνέπεια της εν λόγω αλλαγής, οι 19,5 ετήσιες ημεραργίες που λάμβανε μέχρι τότε, τόσο η ίδια όσο και τα λοιπά επηρεαζόμενα μέλη της Αστυνομίας, μειώθηκαν σε 4 ημέρες και 7,5 ώρες, που θα παραχωρούνται κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, ως αντιστάθμισμα των περισσότερων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται, χωρίς να προστεθούν στην ετήσια άδεια απουσίας τους 3,18 ημέρες ανάπαυσης, αφού, σύμφωνα πάντα με όσα η αιτήτρια δηλώνει, οι ώρες της άδειας απουσίας τους συνέχισαν να υπολογίζονται ημερησίως σε 6 ώρες κατά μέσο όρο, αντί σε 5,5 ώρες.
Θεωρώντας ότι η ανωτέρω αλλαγή συνιστά ένα άδικο, παράνομο, αυθαίρετο και καταχρηστικό μέτρο, προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας προσφυγής αλλά και στην υπό εξέταση αίτηση. Βάσει δε της συμβουλής που λαμβάνει από τον δικηγόρο της, θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή αναρμοδίως, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Ν.158(1)/1999 και/ή του άρθρου 13 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004) και/ή των Κανονισμών 17, 18 και 19 των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 51/89), ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
Ειδικότερα, ως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια, o καθ’ ου η αίτηση, χωρίς να προβεί σε εισήγηση ή γνώμη στο Υπουργικό Συμβούλιο για έκδοση Κανονισμών που να μεταβάλλουν τις ώρες καθήκοντος, τις ημεραργίες και τις άδειες απουσίας, προχώρησε μονομερώς, χωρίς νομοθετική εξουσία και/ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή με νόσφιση εξουσίας από τη νομοθετική εξουσία, σε επιβολή αλλαγής του ωραρίου εργασίας της, βάσει του οποίου εργαζόταν επί σειρά ετών, από 12X36, σε ένα νέο ωράριο εργασίας που δεν υπήρχε σε κανένα τμήμα της Αστυνομίας, το 11X37, μειώνοντας τις ετήσιες ημεραργίες από 19,5 σε 4 ημέρες και 7,5 ώρες ετησίως. Επιπλέον, με λανθασμένο υπολογισμό των ημερήσιων ωρών άδειας (6 ημερησίως αντί 5,5 με την υιοθέτηση του νέου ωραρίου), η αιτήτρια καλείται να εργαστεί ετησίως ακόμα 3,18 ημέρες αμισθί.
Αναφερόμενη ακολούθως στις πρόνοιες των Κανονισμών 17, 18 και 19 της Κ.Δ.Π. 51/1989, ως έχουν τροποποιηθεί, και στη βάση της συμβουλής που λαμβάνει από τον δικηγόρο της, η αιτήτρια δηλώνει περαιτέρω πως, παρόλο που ούτε και προηγουμένως το ωράριο καθήκοντος 12X36 είχε θεσμοθετηθεί με Κανονισμούς, ως η νομοθετική επιταγή, εντούτοις αυτό συνιστούσε ένα επαναλαμβανόμενο για χρόνια ωράριο και/ή ωράριο που ίσχυε ανέκαθεν στην Αστυνομία, πριν ακόμα την τελευταία τροποποίηση των Γενικών Κανονισμών με την Κ.Δ.Π.414/2019, που μείωσε τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας από 40 σε 37,5 ώρες, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ημεραργιών. Θεωρεί δε ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει καθ’ υπέρβαση εξουσίας υποκαταστήσει τον νομοθέτη και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση απολήγει να είναι ανίσχυρη. Η εν λόγω δε παρανομία είναι, σύμφωνα πάντα με τα όσα η αιτήτρια θεωρεί και δηλώνει, εξόφθαλμη εφόσον ο ορθός τρόπος αλλαγής των ωρών καθήκοντος και των ημεραργιών, σύμφωνα με τη νομική επιταγή, θα ήταν μέσω Κανονισμών του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα ψηφιστούν από τη Βουλή. Ως εκ τούτου, κατά την αιτήτρια, το Διοικητικό Δικαστήριο μπορεί εν προκειμένω να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έκδηλης και αυταπόδεικτης παρανομίας, η οποία διαγιγνώσκεται άμεσα χωρίς να απαιτείται διεξοδική εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Περαιτέρω, η αιτούμενη αναστολή δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στο δημόσιο συμφέρον, ούτε θα επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία της Αστυνομίας, αφού μέχρι σήμερα η Αστυνομία λειτουργούσε με το ωράριο 12X36 χωρίς προβλήματα, ενώ εάν δεν δοθεί η αιτούμενη αναστολή, θα επιτραπεί σε ένα αναρμόδιο όργανο να παράγει αποτελέσματα και να δημιουργεί τετελεσμένα στην πράξη, καταλύοντας την ιεραρχία των κανόνων δικαίου και την αρχή της νομιμότητας.
Ως καταληκτικά δηλώνει η αιτήτρια και ως ειλικρινά πιστεύει, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία και επείγουσα προς αποκατάσταση της νομιμότητας, του κράτους δικαίου και της ορθής απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.
Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, η αίτηση επιδόθηκε στον καθ’ ου η αίτηση, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του οποίου ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής. Σύμφωνα με την καταχωρισθείσα ένσταση, η αιτήτρια καταρχάς δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι έκδηλα παράνομη. Είναι δε η θέση του καθ’ ου η αίτηση ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι νόμιμη και απολύτως απαραίτητη, έχει ληφθεί ορθά και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.73(Ι)/2004 και της ΚΔΠ 51/89, ως έχουν τροποποιηθεί. Επιπλέον, εγείρεται ζήτημα ότι με την προσφυγή η αιτήτρια δεν προσβάλλει εκτελεστή διοικητική πράξη και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
Με επιπρόσθετους λόγους ένστασης, υποβάλλεται ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή οποιαδήποτε επείγουσα ανάγκη που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, ότι η αίτηση είναι παράτυπη, ασαφής, αόριστη και αντικανονική, ότι οι αιτούμενες θεραπείες δεν μπορούν να αποδοθούν διότι σε τέτοια περίπτωση θα διαγνωστεί η προσφυγή στην ουσία της και θα καταστεί άνευ αντικειμένου και ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Κωμοδρόμου, Αναπληρωτή Ανώτερου Υπαστυνόμου, Υπεύθυνου Κεντρικού Λογιστηρίου Αστυνομίας, ο οποίος, βάσει και της νομικής συμβουλής που λαμβάνει από τους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, δηλώνει τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με Κανονισμό 17 της Κ.Δ.Π. 51/89, η κανονική εβδομαδιαία περίοδος καθήκοντος των μελών της Αστυνομίας μέχρι και τις 05.11.1998 ήταν διάρκειας 42 δεδουλευμένων ωρών (2190 ετήσια). Στις 06.11.1998, δημοσιεύθηκε η Κ.Δ.Π. 255/98, με την οποία το εβδομαδιαίο ωράριο των μελών της Αστυνομίας μειώθηκε από 42 σε 40 δεδουλευμένες ώρες (2085 ετήσια, περιλαμβανομένης της περιόδου αναψυχής). Οι εν λόγω ώρες κατανέμονται σε πέντε ημέρες «εκτός εάν ο Αρχηγός ορίσει διαφορετικά».
Στις Εβδομαδιαίες Διαταγές (ΜΕΡΟΣ III), Αρ. 22/98, ημερομηνίας 16.11.1998, δημοσιεύθηκε η κατανομή του ωραρίου του προσωπικού που εργάζεται βάρδια. Η κατανομή του ωραρίου ήταν η εξής:
• Σύστημα Αλλαγών 12χ24, 12χ48 σε 4ήμερο κύκλο εργασίας (365/4χ24=2190)
• Σύστημα Αλλαγών 12χ36 σε διήμερο κύκλο εργασίας (365/2=182,5x12=2190)
• Σύστημα 4 αλλαγών προς 6ώρες και 40λεπτά σε κύκλο 7 ημερών
• Κατανομή εβδομαδιαίου 40ώρου σε πίνακα καθηκόντων (Duty Roaster)
• 6ώρο + 4ώρες εκπαίδευση ή/και προσφορά υπηρεσιών.
Με τα πιο πάνω ωράρια τα μέλη που εργάζονταν με τα συστήματα 12χ36 (365/2=182,6χ12=2190) και 12χ24 – 12χ48 (365/4χ24=2190), εργάζονταν συνολικά 2190 ετήσια. Παρά τη μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου της Αστυνομίας από 42 σε 40 ώρες, οι ώρες εργασίας των συστημάτων αλλαγών 12χ36 και 12χ24 – 12χ48, παρέμειναν στις 2190, αφού σε περίπτωση μείωσης των ωρών από 12 σε 11, τα μέλη της Αστυνομίας θα εργάζονταν λιγότερες ώρες από το εγκεκριμένο ωράριο (365/2- 182,5χ11=2007,5) με αποτέλεσμα να απαιτείται από τα μέλη να εργαστούν πρόσθετες ώρες για κάλυψη του εγκεκριμένου ωραρίου (2085) και ως εκ τούτου παρέμεινε η εργασία σε 12ωρη βάση. Με άλλα λόγια, εάν τα μέλη της Αστυνομίας εργάζονταν σε 11ωρη βάση, τότε θα έπρεπε να δουλέψουν επιπλέον 77,5 ώρες για να συμπληρώσουν τις εγκεκριμένες ετήσιες ώρες εργασίας (2085 - 2007,5 = 77,5).
Στις 28.05.2019, στο πλαίσιο συνεδρίας της Μικτής Επιτροπής Προσωπικού Αστυνομίας (εφεξής «Μ.Ε.Π.Α.») επήλθε συμφωνία για την σταδιακή/πλήρη εξομοίωση του ωραρίου της Αστυνομίας με το ωράριο της Δημόσιας Υπηρεσίας (37,5 ώρες εβδομαδιαία) και συγκεκριμένα:
(i) Μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου των μελών της Αστυνομίας κατά 30 λεπτά το 2020, με παράλληλη δημιουργία στην Αστυνομία πενήντα (50) νέων θέσεων Αστυνομικών και είκοσι (20) θέσεων Ειδικών αστυνομικών.
(ii) Περαιτέρω μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου των μελών της Αστυνομίας κατά 60 λεπτά κατά το 2021 και κατά 60 περαιτέρω λεπτά το 2022, οπότε θα επιτευχθεί η πλήρης εξομοίωση του ωραρίου.
Παράλληλα στην συμφωνία γινόταν αναφορά oτι οι οποιεσδήποτε ανάγκες για πρόσθετο προσωπικό που συναρτώνται με τη μείωση του ωραρίου εργασίας κατά τα έτη 2021 και 2022, θα εξεταστούν και αποφασιστούν στο πλαίσιo σχετικής μελέτης που θα διεξαχθεί από ανεξάρτητο οίκο στη Δημοκρατία, η οποία θα λάβει υπόψη της και στοιχεία από τις εισηγήσεις εμπειρογνωμόνων για τη νέα δομή της Αστυνομίας, η οποία θα αρχίσει να εφαρμόζεσαι από το 2019, μέσα στα πλαίσια της ολιστικής αναδιοργάνωσης, αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού της Αστυνομίας.
Στις 30.05.2019, το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφαση του με Αρ. 87.600, αποφάσισε να εγκρίνει την πιο πάνω συμφωνία και ακολούθως η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου σε Κανονισμό, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 20.12.2019 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Κ.Δ.Π.414/2019).
Με σχετικές εγκυκλίους με ημερομηνίες 23.12.2019, 17.12.2020 και 30.11.2021, ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας, εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας, πληροφόρησε τους Αστυνομικούς Διευθυντές/Διοικητές για την δημοσίευση της Κ.Δ.Π.414/2019 και τη μείωση του ωραρίου της Αστυνομίας αρχικά από 40 ώρες την εβδομάδα σε 39,5 ώρες την εβδομάδα με ισχύ από 01.01.2020, ακολούθως από 39,5 ώρες την εβδομάδα σε 38,5 ώρες την εβδομάδα με ισχύ από 01.01.2021 και στη συνέχεια από 38,5 ώρες την εβδομάδα σε 37,5 ώρες την εβδομάδα με ισχύ από 01.01.2022.
Ως ο ομνύων επισημαίνει, και στις τρεις πιο πάνω εγκυκλίους, μεταξύ άλλων, δίδονταν οδηγίες όπως για τα δωδεκάωρα συστήματα βάρδιας αντί της μείωσης του ωραρίου, να γίνεται παραχώρηση επιπρόσθετων ημεραργιών. Συγκεκριμένα το 2019 τα μέλη που εργάζονταν με δωδεκάωρα συστήματα βάρδιας εργάζονταν 2190 ώρες ετήσια αντί 2085 που ήταν το εγκεκριμένο ωράριο, δηλαδή συνολικά 105 επιπρόσθετες ώρες, για τις οποίες ως αντιστάθμισμα τους παραχωρούνταν 9 δωδεκάωρες ημεραργίες (9X12=108). Το 2020 με την μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου κατά 30', οι ημεραργίες αυξήθηκαν στις έντεκα (2190-2059=131, 131/12=11). Το 2021 με την περαιτέρω μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου κατά μία ώρα, οι ημεραργίες αυξήθηκαν στις 15 (2190-2007,5=182,5, 182,5/12=15). Το 2022, με την πλήρη εξομοίωση του ωραρίου της Αστυνομίας με το ωράριο της Δημόσιας Υπηρεσίας (37,5 εβδομαδιαία, 1956 ετήσια), ως αντιστάθμισμα των επιπρόσθετων ωρών εργασίας, οι ημεραργίες αυξήθηκαν στις 19,5.
Σε κάθε μία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων γινόταν και τροποποίηση της σχετικής Αστυνομικής Διάταξης 1/15, βάσει των εξουσιών που παρέχει στον Αρχηγό Αστυνομίας το άρθρο 12 του Ν. 73(Ι)/2004.
Επομένως, οι ημεραργίες δίδονται ως αντιστάθμισμα για την εργασία επιπλέον των ωρών που προνοούνται με βάση το καθορισμένο ωράριο των μελών της Αστυνομίας.
Ως ακολούθως ο ομνύων σημειώνει, στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 30.05.2019 ανατέθηκε σε ανεξάρτητο οίκο η εκπόνηση μελέτης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 07.01.2020 και η οποία κατέδειξε ότι συνεπεία της μείωσης του ωραρίου, η Αστυνομία θα έπρεπε να ενισχυθεί με 364 νέα μέλη. Επιπλέον, το θέμα των ωραρίων εργασίας των μελών της Αστυνομίας εντάσσεται στο διαχρονικό πρόγραμμα Αναδιοργάνωσης και Εκσυγχρονισμού της Αστυνομίας Κύπρου, το οποίο ξεκίνησε το 2020 και υλοποιείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Στρατηγικού Σχεδιασμού της Αστυνομίας. Σχετικές δε μελέτες εξωτερικών εμπειρογνωμόνων κατέδειξαν την ανάγκη για βελτιστοποίηση του υφιστάμενου συστήματος βάρδιας καθώς και το γεγονός ότι τα υφιστάμενα πρότυπα βαρδιών είναι «less than optimal» και δεν εξυπηρετούν επαρκώς την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη βιώσιμη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω ο Αρχηγός Αστυνομίας, στις 30.12.2025, με σχετική εγκύκλιο, πληροφόρησε τους Αστυνομικούς Διευθυντές/Διοικητές ότι στο πλαίσιο αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, καλύτερων συνθηκών εργασίας, αύξησης της αποδοτικότητας και της επιχειρησιακής ικανότητας της Αστυνομίας, οι εργαζόμενοι με το ωράριο 12χ36, χωρίς εναλλαγή βάρδιας, από την 01.01.2026 θα εργάζονται ένα συνεχές εντεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας, αντί ένα συνεχές δωδεκάωρο σε κάθε διήμερο κύκλο εργασίας. Επιπρόσθετα, με βάση την εγκύκλιο, οι προϊστάμενοι των μελών που θα εργάζονται με το εν λόγω ωράριο, κάθε 38 εργάσιμα εντεκάωρα, όπου είναι εφικτό, να τους παραχωρούν 1 εργάσιμη ημέρα ως ημεραργία, ως αντιστάθμισμα των περισσοτέρων ισάξιων ωρών που θα εργάζονται και κατά τρόπο που να τους παραχωρούνται συνολικά τέσσερα εντεκάωρα και 7,5 ώρες ως ημεραργίες, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
Ως εκ τούτου, βάσει της νομικής συμβουλής που λαμβάνει, ο ομνύων δηλώνει ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθώς η απόφαση που προσβάλλει η αιτήτρια και για την οποία αιτείται αναστολή, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά εσωτερικό μέτρο της διοίκησης καθότι ο καθ’ ου η αίτηση προέβη απλώς σε αλλαγή της κατανομής των ωραρίων των μελών της Αστυνομίας, χωρίς να τροποποιηθεί τις ώρες εργασίας τους, οι οποίες παρέμειναν σταθερές (1956 ώρες) και απλώς μειώθηκαν οι επιπρόσθετες ώρες για τις οποίες τα μέλη της Αστυνομίας λάμβαναν ημεραργίες (από 234 σε 51,5 ώρες). Η προσαρμογή της διάρκειας της βάρδιας από δώδεκα σε έντεκα ώρες δεν εισήγαγε νέο σύστημα εργασίας ως προς τη φιλοσοφία του, αλλά αποσκοπούσε στη μαθηματική και θεσμική ευθυγράμμιση του συνολικού ετήσιου χρόνου υπηρεσίας με τα προβλεπόμενα όρια. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, δεν πρόκειται για επιβάρυνση ή επιδείνωσή των όρων εργασίας, αλλά για τεχνική προσαρμογή με σκοπό τη συμβατότητα με τον ετήσιο χρόνο εργασίας.
Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και βάσει της νομικής συμβουλής που λαμβάνει, ο ομνύων ακολούθως δηλώνει πως ο καθ’ ου η αίτηση ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τις πρόνοιες των άρθρων 8 και 12(1) του Νόμου 73(Ι)/2004, τα οποίο παρέχουν στον Αρχηγό ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με τη διοίκηση της Αστυνομίας και την έκδοση αστυνομικών διαταγών προς τον σκοπό αυτό. Σύμφωνα με τη δική του θέση, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για παράβαση του άρθρου 13 του Νόμου παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 12 και επομένως καθόλα σύννομα. Το δε άρθρο 13 δεν επιβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο την υποχρέωση έκδοσης Κανονισμών αλλά παρέχει τη δυνατότητα στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκδώσει Κανονισμούς για κάποια από τα ζητήματα που προνοούνται στο εδάφιο (2) του άρθρου 13. Εν πάση περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση, το Υπουργικό Συμβούλιο καθόρισε με την Κ.Δ.Π.51/89, ως αυτή έχει τροποποιηθεί, τις ώρες εργασίας, τις ημεραργίες και τις άδειες ανάπαυσης των μελών της Αστυνομίας. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 17, ως αυτός έχει τροποποιηθεί δυνάμει της Κ.Δ.Π.414/2019, η κανονική εβδομαδιαία περίοδος καθήκοντος για τα μέλη της Αστυνομίας είναι 37,5 δεδουλευμένες ώρες, ενώ σύμφωνα με τον Κανονισμό 18(1), σε κάθε μέλος της Δύναμης χορηγείται χρόνος απουσίας τέτοιας διάρκειας, ώστε το σύνολο του εργάσιμου χρόνου του να έχει τη διάρκεια που καθορίζεται στον Κανονισμό 17. Ουδεμία αναφορά γίνεται στους Κανονισμούς 17 και 18 σε συγκεκριμένο ωράριο βάρδιας και σε καθορισμένο αριθμό ημεραργιών. Αυτό που καθορίζουν οι εν λόγω πρόνοιες, είναι οι ώρες εργασίας και οι αντίστοιχες ημεραργίες σε περίπτωση που τα μέλη εργάζονται περισσότερες ώρες από αυτές που προνοούνται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι ώρες εργασίας δεν έχουν αλλάξει. Το μόνο που άλλαξε ήταν ο αριθμός των ημεραργιών, ο οποίος μειώθηκε, καθώς με τη ρύθμιση που επέφερε η προσβαλλόμενη απόφαση οι συνολικές ώρες εργασίας των μελών της Αστυνομίες μειώθηκαν από 2190 σε 2007,5 ώρες ετησίως. Ο δε αριθμός των ημεραργιών, δυνάμει του Κανονισμού 18(1), δεν ήταν σταθερός αλλά αντιστοιχούσε στις ώρες εργασίας. Οι 19,6 ημεραργίες, ως επεξηγεί ο ομνύων, προέκυψαν από το γεγονός ότι τα μέλη της Αστυνομίας, με βάση τη βάρδια 12χ36, εργάζονταν 234 ώρες επιπλέον και ως εκ τούτου δικαιούνταν αυτές τις ώρες ως αντιστάθμισμα. Με την αλλαγή της βάρδιας σε 11χ37, τα μέλη της Αστυνομίας θα εργάζονται μόνο 51,5 ώρες περισσότερο και για αυτό το λόγο θα λαμβάνουν λιγότερες ημεραργίες.
Εν πάση περιπτώσει και με βάση τη νομική συμβουλή που λαμβάνει, ο ομνύων δηλώνει ότι η Κ.Δ.Π.51/89, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του Νόμου, και ιδιαίτερα ο Κανονισμός 17, παρέχει τη δυνατότητα στον Αρχηγό της Αστυνομίας να εκδίδει διαταγές και να αποφασίζει σε σχέση με τη ρύθμιση του ωραρίου των μελών της Αστυνομίας.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτήτρια, κατ’ ουσίαν, εδράζει το έννομο της συμφέρον στις πρόνοιες της Αστυνομικής Διάταξης 1/15 ημερομηνίας 31.10.2022, η οποία τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτήτρια, κατά τον ομνύοντα, στερείται εννόμου συμφέροντος να προωθεί ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή από αναρμόδιο όργανο. Τούτο γιατί η Αστυνομική Διάταξη 1/15 δεν εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του Νόμου, αλλά δυνάμει του άρθρου 12 και στηρίχθηκε στις πρόνοιες της Κ.Δ.Π.51/89. Επομένως, εάν η αιτήτρια θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και από αναρμόδιο όργανο επειδή δεν εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του Νόμου, τότε δεν δύναται να επικαλείται ως νομική βάση των επιχειρημάτων της, την ίδια Αστυνομική Διάταξη που τροποποίησε ο καθ' ου η αίτηση, η οποία ούτε και αυτή είχε εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 13.
Παραπέμποντας ακολούθως στις πρόνοιες του Κανονισμού 19, ο ομνύων απορρίπτει και τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί αμισθί εργασίας για 3,18 ημέρες ετησίως.
Στη βάση όλων των ανωτέρω είναι η θέση του κ. ομνύοντα ότι δεν τίθεται θέμα ύπαρξης έκδηλης παρανομίας ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου προσωρινού διατάγματος αφού δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε παρανομία που να μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, πόσο μάλλον έκδηλη. Εν πάση περιπτώσει, τα εκατέρωθεν επιχειρήματα επιδέχονται στάθμισης και κρίσης και επομένως η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και κατά την ακρόαση της αίτησης, με τον ευπαίδευτο δικηγόρο της αιτήτριας να παραδίδει και γραπτό σημείωμα προς υποστήριξη της αίτησης.
Εκτός από την προδικαστική ένσταση που εγέρθηκε από τους ευπαιδεύτους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση ως προς τον μη εκτελεστό χαρακτήρα της προσβαλλόμενης απόφασης (ως αντικειμενική προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής), το Δικαστήριο έθεσε το ερώτημα στον ευπαίδευτο δικηγόρο της αιτήτριας κατά πόσον το συμφέρον, το οποίο αυτή διατείνεται ότι παραβλάπτεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι έννομο δοθέντος ότι, στην αντίληψη του Δικαστηρίου, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, αυτό που η αιτήτρια κατ’ ουσίαν επιθυμεί είναι να συνεχίσει να εργάζεται περισσότερες ώρες από το θεσμοθετημένο μέγιστο εβδομαδιαίο ωράριο, ως έπραττε μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και σε αντάλλαγμα να λαμβάνει συγκεκριμένες ημέρες ως ημεραργίες. Απαντώντας ο κ. Ανδρέου αναφέρθηκε σε επαναλαμβανόμενη και χωρίς διαμαρτυρία πρακτική επί σειρά ετών, η οποία κατά την εισήγησή του έχει καταστεί πλέον εθιμοτυπικό δίκαιο, το οποίο ανάγεται σε νόμο και από το οποίο αντλεί το έννομο της συμφέρον η αιτήτρια.
Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δίκης δεν αμφισβητούνται.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η προσφερόμενη στο αναθεωρητικό Δικαστήριο δυνατότητα έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την αποπεράτωση μίας προσφυγής, εδράζεται στον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1] και, σύμφωνα με την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η εν λόγω δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όταν στοιχειοθετηθεί είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή από τη μη έκδοση του διατάγματος (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2007) 3 Α. Α.Δ. 32).
Η διαπίστωση έκδηλης παρανομίας η οποία δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος και στη συνδρομή της οποίας περιορίζεται η παρούσα αίτηση, έχει την έννοια ότι η παρανομία είναι αυταπόδεικτη και οφθαλμοφανής και καταδεικνύεται χωρίς να απαιτείται να διερευνηθούν οποιαδήποτε αντιφατικά γεγονότα και ισχυρισμοί. Αν δεν αναδύεται αυτόματα, πρέπει να προκύπτει ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης. Σε διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να αποφεύγεται η απόφανση επί των εγειρομένων θεμάτων με εκδήλωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην καθίσταται μάταιη η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στο διοικητικό δίκαιο, η απλή ύπαρξη σοβαρών θεμάτων προς εκδίκαση δεν αποτελεί αρκετό λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος (Frangos α.ο. υ. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Moyo a.o. v. Republic (1988) 3(B) C.L.R. 1203, Κροκίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3(Γ) Α.Α.Δ. 1857, Τούμπας κ.ά. ν Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 387).
Η αναστολή αποτελεί πάντοτε ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όχι ζήτημα δικαιώματος (Sofocleous ν Republic (1971) 3 Α.Α.Δ. 345), Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών ν ΑΗΚ, ΕΔΔ αρ. 3/2020, ημερ. 28.01.2022).
Τούτων λεχθέντων και επισημαίνοντας ότι κατά την ακρόαση ο κ. Ανδρέου εισηγήθηκε ότι τα άρθρα 8, 12 και 13 του Νόμου θα πρέπει να διαβάζονται συνδυαστικά και όχι αποσπασματικά, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε αυταπόδεικτη παρανομία, πρόδηλα δηλαδή αναγνωρίσιμη από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, όπως βεβαίως και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται, θα πρέπει να απαντηθούν κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, η δε κατάληξη του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα κατάλληλης συζήτησης και επιχειρηματολογίας, με βάση τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές πρόνοιες, οι οποίες θα πρέπει να τύχουν ερμηνείας.
Ως εκ τούτου, η αίτηση ημερομηνίας 16.01.2026 για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής, απορρίπτεται.
Υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας επιδικάζονται τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η προσφυγή ορίζεται για Οδηγίες την 21.04.2026.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο βάσει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο