ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 619/2021
30 Απριλίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
NATA MILELADZE
Αιτήτρια,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΚΑΙ/Ή ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
__________________________________
Β. Πέτρου-Πιερίδου (κα), δικηγόρος για την αιτήτρια.
Καμία εμφάνιση για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής συνιστά η νομιμότητα της απόφασης των καθ΄ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αιτήτριας για παραχώρηση άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 12.4.2021 (Παράρτημα Α της Προσφυγής), με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας ημερομηνίας 13/05/2020, με την οποία ζητάτε όπως σας παραχωρηθεί άδεια παραμονής και εργασίας και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημα σας απορρίπτεται, καθότι είστε απορριφθείσα αιτήτρια ασύλου και ως εκ τούτου δεν μπορείτε να απασχοληθείτε ως οικιακή βοηθός και λόγω παράνομης παραμονής σας στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ενόψει των πιο πάνω παρακαλείστε όπως αναχωρήσετε μαζί με το παιδί σας άμεσα από την Κύπρο, διαφορετικά θα ληφθούν μέτρα για την απομάκρυνση σας.»
Σημειώνεται εξαρχής ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση απώλεσε το δικαίωμα της να καταχωρήσει ένσταση και κατ΄ επέκταση και γραπτής αγόρευσης. Τούτο διότι και παρά τις επανειλημμένες παρατάσεις που δόθηκαν από το Δικαστήριο προς καταχώρηση της ένστασης τους, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση, αφού ως δηλώθηκε από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 9.7.2024 τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είχαν ετοιμαστεί και δεν τους είχαν αποσταλεί από το αρμόδιο Τμήμα επειδή, ως περαιτέρω δηλώθηκε, ότι οι διοικητικοί φάκελοι της υπόθεσης κατά το στάδιο εκείνο δεν ανευρίσκοντο. Λόγω του ότι μέχρι και τις 18.2.2025 δεν υπήρξε καταχώρηση της ένστασης, δόθηκαν οδηγίες προς την πλευρά της αιτήτριας για καταχώρηση της γραπτής της αγόρευσης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 28.1.2026.
Οφείλει δε να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο και με γνώμονα ότι ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης συνιστά τον μόνο οδηγό πληροφόρησης ως προς την ύπαρξη των δεδομένων και γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση (MEHMET MAHER CEMAL EDDIN v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2019, ημερομηνίας 14/11/23) ζήτησε για σκοπούς έκδοσης απόφασης, όπως προσκομιστούν οι διοικητικοί φάκελοι της υπόθεσης, όπερ και έγινε από τον κ. Βασιλείου. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι τρεις διοικητικοί φάκελοι που κατατέθηκαν και σημειωθήκαν ως Τεκμήρια 1,2 και 3, επιθεωρήθηκαν στη συνέχεια και από την πλευρά της αιτήτριας, κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος της.
Κατά τη δικάσιμο της 22.4.2026, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για Διευκρινίσεις, η απόφαση επιφυλάχθηκε.
Τα γεγονότα, ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και ως αυτά ενδιαφέρουν για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση υπόθεσης, έχουν εν συντομία, ως ακολούθως:
Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, η αιτήτρια, υπήκοος Γεωργίας, αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 21.3.2006 (βλ. ερυθρά 40,111) με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός σε συγκεκριμένο εργοδότη (ερυθρό 60). Ως προς τον αποκλειστικό αυτό σκοπό παραχωρήθηκε στην αιτήτρια σχετική άδεια προσωρινής διαμονής μέχρι τις 21.3.2010 ( ερυθρό 61).
Εν συνέχεια, στις 21.3.2007, η αιτήτρια υπέγραψε συμφωνία αποδέσμευσης (release agreement) με την μέχρι τότε εργοδότρια της (ερυθρό 65) με σκοπό να εξεύρει νέο εργοδότη εντός της προθεσμίας των 30 ημερών και επομένως να διευθετήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία.
Ακολούθησε ως επιμαρτυρείται από την επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας ημερομηνίας 5.7.2007 προς την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ερυθρό 68) η διεξαγωγή σχετικού ελέγχου, ο οποίος κατέδειξε ότι η αιτήτρια συνέχιζε να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς όμως να έχει εξεύρει νέο εργοδότη. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η καταχώρηση, στις 9.7.2007, των στοιχείων της αιτήτριας στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων( stop list) (ερυθρό 69).
Στις 15.12.2010 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερυθρά 80-81), αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Σχετική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.6.2011, η οποία απευθύνεται προς την αιτήτρια και η οποία παρέχει πληροφόρηση για την απόρριψη της αίτησης της, εντοπίζεται ως ερυθρό 82.
Ακολούθησε επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προς την αιτήτρια ημερομηνίας 3.11.2011 δια της οποίας η αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι θα πρέπει να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία, πράγμα που ως προκύπτει από τον ίδιο διοικητικό φάκελο η αιτήτρια φαίνεται να έπραξε κατά το έτος 2012, προσωρινά όμως μεν (ερυθρό 118, 124, 130-131).
Στις 24.8.2017 η αιτήτρια απέκτησε τέκνο, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία (ερυθρό 10 Τεκμηρίου 3) και στις 15.11.2019 της παραχωρήθηκε βιβλιάριο εισφορών για απασχόληση σε περισσότερους από ένα εργοδότες (ερυθρά 5-7 Τεκμηρίου 3).
Η αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 13.5.2020 αιτήθηκε την έκδοση άδειας διαμονής για σκοπούς εργασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση στις 31.3.2021 (ερυθρό 19 Τεκμήριου 3). Σχετική επιστολή ενημέρωσης απεστάλη στην αιτήτρια στις 12.4.2021 (ερυθρό 20 Τεκμηρίου 3).
Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης, η οποία παρατέθηκε αυτούσια ανωτέρω, συνιστά και το αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής.
Με τη γραπτή της αγόρευση η αιτήτρια διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προϊόν ελλιπούς έρευνας καθώς και ότι λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αρχής της καλής πίστης και της αρχής της αναλογικότητας. Τούτο δε αφού ως ισχυρίζεται ουδέποτε της κοινοποιήθηκε και με οποιοδήποτε τρόπο η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να παρέμενε με την πεποίθηση ότι το αίτημα της για παραχώρηση ασύλου ήταν ακόμη υπό εξέταση και δεν είχε απορριφθεί. Συναφώς υποβάλλει ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου 158(1)/1999 η ισχύς μίας διοικητικής πράξης αρχίζει από την ημέρα που η δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Σημειώνει δε ότι εκτός από την αιτήτρια ούτε και το ίδιο το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από το οποίο εκδόθηκε βιβλιάριο εισφορών για μισθωτό πρόσωπο σε περισσότερους από ένα εργοδότες γνώριζε για την απόρριψη της αίτησης ασύλου της. Ούτε όμως οι καθ’ ων η αίτηση, συνεχίζει η πλευρά της αιτήτριας «εξέτασαν ή ασχολήθηκαν με τα δικαιώματα της ανήλικης θυγατέρας της αιτήτριας, την οποία απέκτησε».
Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις της αιτήτριας. Καταρχάς θα πρέπει να υπομνησθεί ότι εφόσον η Προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος δεν στρέφεται κατά οποιουδήποτε διαδίκου αλλά έχει ως αντικείμενο την εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, η μη καταχώρηση ένστασης και γραπτής αγόρευσης των καθ’ ων η αίτηση δεν συνιστά κώλυμα για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση απόφασης (Lambrou v. The Republic of Cyprus (1970) 3 C.L.R. 75) Μακρίδου ν. Συμβουλίου Οπτικών, (1996) 4Ε Α.Α.Δ.3475), Κάτζη κ.ά. ν. Συμβουλίου Οπτικών Κύπρου (1997) 4 Α.Α.Δ. 2853). Με δεδομένο δε ότι οι διοικητικοί φάκελοι της υπόθεσης προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ο δικαστικός έλεγχος και η εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνάρτηση πάντοτε με τους εγειρόμενους ισχυρισμούς της αιτήτριας καθίσταται ευχερής (Στέλιος Νεοφύτου κ.ά. ν Υπουργού Άμυνας κ.α (ΕΔΔ αρ. 60/20, ημερ. 12.3.2025).
Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν ευσταθούν και απορρίπτονται στην ολότητα τους.
Ως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας έχει παρατεθεί ανωτέρω, το αίτημα της αιτήτριας απορρίφθηκε για δυο λόγους. Κατά πρώτον διότι κρίθηκε ότι η αιτήτρια είναι απορριφθείσα αιτήτρια ασύλου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να απασχοληθεί ως οικιακή βοηθός και κατά δεύτερο διότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Εν πρώτοις και αναφορικά με τη διαπίστωση των καθ΄ων η αίτηση ότι η αιτήτρια ήταν απορριφθείσα αιτήτρια ασύλου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να απασχοληθεί ως οικιακή βοηθός, η αιτήτρια αρχικώς ανέφερε ότι «από την έρευνα του διοικητικού φακέλου δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με την αίτηση της στην Υπηρεσία Ασύλου δηλ. της υποβολής, εξέτασης, λήψης απόφασης και ενημέρωσης της αιτήτριας με οποιοδήποτε τρόπο».
Η γενική τούτη αναφορά ουδόλως ευσταθεί. Το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί ακριβώς το αντίθετο, αφού ως ήδη υποδείχθηκε και ανωτέρω, στο Τεκμήριο 1 περιλαμβάνεται- μεταξύ άλλων εγγράφων που αφορούν το εν λόγω ζήτημα- τόσο έγγραφη επιβεβαίωση της Υπηρεσίας Ασύλου για την καταχώρηση της αίτησης ασύλου της αιτήτριας όσο και επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.6.2011 η οποία απευθύνεται προς την αιτήτρια και η οποία παρέχει πληροφόρηση για την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας επί της αιτήσεως της αιτήτριας (ερυθρά 80-82), ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός της έκδοσης μιας τέτοιας απορριπτικής απόφασης.
Ούτε όμως και η θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια, μπορεί να γίνει δεκτή.
Στο διοικητικό φάκελο (ερυθρό 83 Τεκμηρίου 1)εντοπίζεται επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 3.11.2011, δια της οποίας η αιτήτρια πληροφορείτο ότι ένεκα του γεγονότος ότι η αίτηση της για παραχώρηση ασύλου είχε απορριφθεί και η ίδια δεν είχε καταχωρήσει οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά της νομιμότητας αυτής, η ίδια όφειλε να προβεί σε όλες τις ενέργειες για να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Η επιστολή αυτή ως παρατηρώ απευθύνεται προς την αιτήτρια και φέρει συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής της αιτήτριας και αριθμό ταχυδρομικού κώδικα, η οποία μάλιστα είναι πανομοιότυπη με τα αυτή που αναγράφεται στην απορριπτική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.6.2011. Στο δε διοικητικό φάκελο και δη στο ημερολόγιο ενεργειών του διοικητικού φακέλου περιλαμβάνεται σχετική έγγραφη καταχώρηση «3/11/11 To Mikeladze Natia 3/11/11» «83». Εν προκειμένω, η εν λόγω καταγραφή που διενεργείται με αναφορά στο ερυθρό 83, το οποίο συνιστά την επιστολή ημερομηνίας 3.11.2011, υποδηλοί ότι η επιστολή αυτή απεστάλη προς την αιτήτρια ήτοι « To Mikeladze Natia» την ημερομηνία που θέτει η καταγραφή ήτοι στις 3.11.2011(Eze v.Δημοκρατίας (Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.36/2016, ημερ.19.5.2022). Δοθέντος δε ότι η επιστολή ταχυδρομήθηκε και δη σε διεύθυνση στην οποία η αιτήτρια ουδόλως αμφισβήτησε ως ορθή και η οποία, ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, δεν έχει επιστραφεί στον αποστολέα της, σαφώς έχει δημιουργηθεί τεκμήριο παράδοσης και λήψης της εν λόγω επιστολής.
Κατά πάγια νομολογία όταν μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, αλλά δεν έχει επιστραφεί, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο παράδοσης στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά. (2003) 1 ΑΑΔ 670, Άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 415, Σάββα ν. Δημοκρατίας (Αναθ. Έφεση Αρ. 49/2012, ημερομηνίας 7.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:C63). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ιακώβου και Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. αρ. 63/20, ημερ. 24/1/25) με αναφορά στο δικαστικό λόγο της Δημοκρατία v. Μ.Ε Λεωφορεία Αμμοχώστου Λτδ, ημερομηνίας (Ε.Δ.Δ. 57/2018, ημερ. 9/2/2024) τονίστηκε πως δεν επιβάλλεται η αποστολή της επιστολής με συστημένο ταχυδρομείο και πως η φράση «με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου» που αναφέρεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 1 σημαίνει τη λήψη της επιστολής σε 2 με 3 μέρες. Επισημάνθηκε δε με αναφορά στη Theodorou v. The Abbot of Kykko Monstery (1965) 1 C.L.R. 9, 18, πως υφίσταται τεκμήριο ότι, αν αποδειχθεί ότι μία επιστολή έχει ταχυδρομηθεί στην ορθή διεύθυνση και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Με αναφορά, επίσης στις Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R 52, υπομνήσθηκε πως εναπόκειται σε ένα αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε εκπρόθεσμα ή καθόλου την διοικητική απόφαση και πως εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό θα πρέπει να τον τεκμηριώσει.
Καθίσταται φανερό, κατ’ επιταγή της πάγιας νομολογίας, ότι η αιτήτρια όφειλε να προσαγάγει την απαιτούμενη μαρτυρία προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της ότι ουδέποτε και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση απέτυχε να πράξει (Taranjit Singh v Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.86/22, ημερομηνίας 20/7/22). Έπεται ότι ο εν λόγω γενικός ισχυρισμός της αιτήτριας που προβάλλεται στη γραπτή της αγόρευση αφενός ουδόλως υποστηρίζεται από τα στοιχεία των φακέλων και αφετέρου ουδόλως μπορούν να αποτελέσει μαρτυρία αφού κατά πάγια νομολογία δεν είναι επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας δια των γραπτών αγορεύσεων και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτές δεν αποδεικνύουν πραγματικά γεγονότα (Χατζηγεωργίου v Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 33/2015, ημερομηνίας 1/2/22), ECLI:CY:AD:2022:C40 Φυρίλλα v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 40/17, ημερομηνίας 1/11/23).
Ακόμα όμως και εάν υποτεθεί ότι η αιτήτρια ουδέποτε έλαβε γνώση, της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ως η εισήγηση της, τούτο δεν μπορεί να αναιρέσει το καθοριστικό γεγονός ότι η αίτηση ασύλου της είχε πράγματι απορριφθεί, ώστε να μην είχε πράγματι οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία.
Ως ήδη υποδείχθηκε, υφίστατο και πρόσθετο αυτοτελές αιτιολογικό έρεισμα της κρίσης για την απόρριψη του επίδικου αιτήματος της αιτήτριας το οποίο εδράζεται στο μεγάλο χρονικό διάστημα παράνομης παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία. Ως προς τούτο υπενθυμίζεται ότι στην περίπτωση ύπαρξης επάλληλων αιτιολογιών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία τους, η διοικητική πράξη είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη αν μία (ή περισσότερες) των αιτιολογιών είναι έγκυρες και μπορούν επαρκώς να στηρίξουν τη διοικητική πράξη (Unitex Trading Co Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4(Β) ΑΑΔ 1338, 1349-1354, GES και Δημοκρατια (Αν. Έφεση αρ. 135/14, ημερ.7/6/21), ECLI:CY:AD:2021:C237 Δήμος Γεροσκήπου ν Primetel Co Ltd, AE 42/12, ημ. 6.7.18)
Επί αυτής δε της διαπίστωσης της διοίκησης, εν προκειμένω, παρατηρώ ότι τα όσα καταγράφονται επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης. Ειδικότερα και ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η αιτήτρια και μετά τη συμφωνία αποδέσμευσης με την τότε εργοδότρια της στις 21.3.2017 δεν εξηύρε άλλο εργοδότη, με αποτέλεσμα ως διαπιστώθηκε και από την ίδια την ΥΑΜ να συνεχίζει να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Τούτο δε μάλιστα είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση των στοιχείων της, στις 9.7.2007, στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Η δε αίτηση της αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε στις 15.12.2010, ήτοι τρία και πλέον έτη αργότερα, γεγονός που καθιστά πρόδηλο ότι η αιτήτρια παρέμεινε κατά τον εν λόγω διάστημα παράνομα στη Δημοκρατία. Άλλωστε και στα ίδια τα γεγονότα της Προσφυγής καταγράφεται ότι: «4. Είχε συμβουλευθεί δικηγόρο τότε και ο οποίος την προέτρεψε να κάμει αίτηση ασύλου για να μην είναι παράνομη». Ούτε και όμως προκύπτει από τα ενώπιον μου έγγραφα η αιτήτρια – και πέραν της υποβολής της αίτησης ασύλου, η οποία και απορρίφθηκε ένα χρόνο αργότερα-να έπραξε οτιδήποτε, στο πέρασμα όλων αυτών των χρόνων ήτοι μέχρι και την υποβολή του επίδικου αιτήματος της στις 13.5.2020, με σκοπό να νομιμοποιήσει την παραμονή της ή έστω να προκύπτει ότι ήταν κάτοχος οποιασδήποτε άδειας παραμονής στη Δημοκρατία.
Στη βάση των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τα όσα επεξηγούνται στην απορριπτική απόφαση των καθ΄ων η αίτηση, υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον μου έγγραφα, ώστε να προκύπτει ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με το αίτημα της αιτήτριας και ότι ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε. Η δε αιτήτρια ουδόλως κατόρθωσε, ως η υποχρέωση της, να καταδείξει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σφάλμα στην κρίση των καθ’ ων αίτηση και επομένως να κλονίσει τη νομιμότητα των διαπιστώσεων των καθ΄ων η αίτηση (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 60/2016, ημερομηνίας 6/9/23).
Ούτε όμως και οι έτερες γενικές αναφορές της αιτήτριας ήτοι ότι δεν φαίνεται να απασχόλησε τους καθ’ ων η αίτηση το γεγονός ότι η αιτήτρια έχει αποκτήσει μια θυγατέρα ή ότι ακόμη και το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από το οποίο εκδόθηκε βιβλιάριο εισφορών για μισθωτό πρόσωπο σε περισσότερους από ένα εργοδότες δεν γνώριζε για την απόρριψη της αίτησης ασύλου της, μπορούν να επηρεάσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη νομιμότητα των διαπιστώσεων της διοίκησης. Πρώτο διότι τα όσα η αιτήτρια αναφέρει δεν δύνανται να αναιρέσουν το καθοριστικό γεγονός της παράνομης παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία και να νομιμοποιήσουν με οιοδήποτε τρόπο την παραμονή της αυτή. Κατά δεύτερο διότι η εν λόγω εισήγηση σαφώς παραβλέπει τις προϋποθέσεις άσκησης εξουσίας, του αρμόδιου πάντα Τμήματος, για παραχώρηση άδειας διαμονής.
Και κάτι τελευταίο. Ισχυρίστηκε η αιτήτρια με τη γραπτή της αγόρευση ότι «ένα μεγάλο ποσοστό του περιεχομένου του φακέλου αφορά τρίτο πρόσωπο», ώστε να μην αποκλείεται η πιθανότητα πλάνης περί τα πράγματα. Αυτή όμως η αναφορά και πέραν του ότι παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη αφού τίποτα δεν καταδείχθηκε με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία που να υποδεικνύει έστω ενδεχόμενο εμφιλοχώρησης πλάνης, καταρρίπτεται ευθέως και από το γεγονός ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν αποκλειστικά την ίδια την αιτήτρια και το αίτημα που αυτή υπέβαλε για παραχώρηση άδειας διαμονής ημερομηνίας 13.5.2020, κάτι που δεν αμφισβητείται. Άλλωστε η γενική αναφορά ότι μέρος του φακέλου αφορά τρίτο πρόσωπο παραβλέπει την ίδια την παραδοχή της αιτήτριας στη γραπτή της αγόρευση ότι: «Η αιτήτρια εισήλθε με το όνομα Tea Midelashvili και κατά ή περί τον Αύγουστο του 2013 για προσωπικούς της λόγους το άλλαξε, όπως πιο πάνω[1], με σκοπό βασικά να πάρει το επίθετο της μητέρας της» γεγονός που καθιστά ολωσδιόλου αίολο τον ισχυρισμό της αιτήτριας.
Συνεπώς και υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, ως αυτές έχουν υποδειχθεί ανωτέρω, δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε κενό έρευνας ή οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της διοίκησης και επομένως οι περί του αντιθέτου γενικές αιτιάσεις της απορρίπτονται ως αβάσιμες. Καταληκτικά επισημαίνω ότι η επίδικη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον της διοίκησης, στοιχείων και ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Κατά συνέπεια η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.200 έξοδα, εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] Αφορά τον τίτλο της Προσφυγής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο