ΙΟΥΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 852/2020, 2/4/2026
print
Τίτλος:
ΙΟΥΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 852/2020, 2/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 852/2020)

 

                             2 Απριλίου 2026

                           [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                           ΙΟΥΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ

 

                                                                                             Αιτήτρια,

                                      και

                   ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

1.     ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ

2.     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Κ. Χατζηθωμά (κα) για Κ. Χατζηθωμά & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, δικηγόροι για την αιτήτρια.

Γ. Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

                            Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή η αιτήτρια επιζητεί την ακόλουθη θεραπεία:

 

«Α. Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, που γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 10.7.2020, η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α και με την οποία οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα της Αιτήτριας για παραχώρηση συμπληρωματικής οικονομικής βοήθειας για αγορά διαμερίσματος/κατοικίας στη Λευκωσία για την οποία έλαβε οικονομική βοήθεια ως μονήρης εκτοπισθείσα, είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».

 

Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση προκύπτουν από τα γεγονότα της ένστασης καθώς και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, δεν αμφισβητούνται και έχουν ως ακολούθως:

 

Η αιτήτρια, εκτοπισθείσα, υπέβαλε, στις 31.10.2011, ως μονήρης, αίτηση στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων  για παραχώρηση στεγαστικής βοήθειας για αγορά διαμερίσματος στη Λευκωσία στα πλαίσια σχετικού Σχεδίου.

 

Παρεμβάλλεται, ως είναι εκατέρωθεν παραδεκτό, ότι με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 14.2.2012 εισήχθησαν εισοδηματικά κριτήρια τα οποία αναθεωρήθηκαν με νέα απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 6.11.2013.

 

Η Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας σε συνεδρία της ημερομηνίας 30.1.2014, αποφάσισε όπως απορρίψει την αίτηση της αιτήτριας  καθότι, ως αποφασίστηκε, τα εισοδήματα της ήταν εκτός των κριτηρίων.

 

Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής αρ.923/14 Χατζηθωμά και Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε στις 25.5.2018 ακυρωτική απόφαση κρίνοντας ότι «οι καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν στο καθήκον να ασκήσουν την αρμοδιότητά τους και να εξετάσουν την αίτηση της αιτήτριας για παροχή στεγαστικής βοήθειας εντός ευλόγου χρόνου». Συναφώς κρίθηκε ότι «κατά την εξέταση της αίτησης της αιτήτριας οι καθ’ ων η αίτηση θα έπρεπε να είχαν εφαρμόσει το ισχύον κατά τη συμπλήρωση της αίτησης καθεστώς, ήτοι τα ισχύοντα κατά την 14.6.2012 κριτήρια».

 

Το όλο ζήτημα τέθηκε προς επανεξέταση σε συνεδρία της Επιτροπής Στεγαστικής Βοήθειας ημερομηνίας 20.9.2018. Ως δε καταγράφεται στη σχετική απόφαση, η Επιτροπή και αφού προχώρησε σε επανεξέταση του αιτήματος βάσει του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ίσχυε κατά την ολοκλήρωση της έρευνας ήτοι στις 7.2.2012 αποφάσισε την έγκριση της αίτησης της αιτήτριας ως μονήρης και την παραχώρηση στεγαστικής βοήθειας ποσού ύψους €14.350, με βάση τα κριτήρια που ψηφίστηκαν  από το Υπουργικό Συμβούλιο και είχαν ισχύ μέχρι τις 14.2.2012. Η αιτήτρια ενημερώθηκε για την πιο πάνω απόφαση με επιστολή της Υπηρεσίας ημερομηνίας 13.2.2019. Σημειώνεται δε ότι η σχετική πληρωμή- μετά και την κατάρτιση σχετικής συμφωνίας με την Επαρχιακή διοίκηση για υλοποίηση της πιο πάνω απόφασης- έλαβε χώρα στις 26.6.2019.

 

Ακολούθως και μετά την πιο πάνω έγκριση του αιτήματος της αιτήτριας, η αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 16.1.2019 και ένεκα του γεγονότος ότι είχε αρραβωνιαστεί και επρόκειτο στις 7.9.2019 να τελέσει γάμο αιτήθηκε την καταβολή «συμπληρωματικής οικονομικής βοήθειας που παραχωρείται σε ζευγάρια».

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, το οποίο άλλωστε προκύπτει και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ότι για την εξέταση του αιτήματος της αιτήτριας ζητήθηκαν από την Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης  Εκτοπισθέντων όπως υποβληθούν συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με το ζεύγος και δη μεταξύ άλλων πιστοποιητικό γάμου, φορολογική δήλωση και πιστοποιητικό αποδοχών της αιτήτριας και του συζύγου της για το έτος 2018 καθώς και σχετική ένορκη δήλωση του συζύγου της αιτήτριας.

 

Με επιστολή της συνηγόρου της αιτήτριας ημερομηνίας 16.1.2020 διατυπώθηκε η θέση ότι τα πιο πάνω ζητηθέντα στοιχεία υποβλήθηκαν  με την επιφύλαξη ότι το αίτημα της αιτήτριας για συμπληρωματική στεγαστική βοήθεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αρχική βοήθεια που της δόθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου και «ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του σχεδίου που ίσχυε κατά τη χορήγηση της βοήθειας εκεινής».

 

Το αίτημα της αιτήτριας για παραχώρηση συμπληρωματικής βοήθειας εξετάστηκε και απορρίφθηκε από την Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας στις 28.5.2020, ενώπιον της οποίας τέθηκε και σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα ημερομηνίας 3.3.2020. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο της απόφασης της Επιτροπής:

 

«Η Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας στη συνεδρία της ημερομηνίας 28/5/20 αποφάσισε:

 

απόρριψη του αιτήματος, ημερομηνίας 17.01.2019, για παραχώρηση συμπληρωματικής στεγαστικής βοήθειας προς την αιτήτρια, μετά τον γάμο της, αναφορικά με την αγορά διαμερίσματος που είχε πραγματοποιήσει στις 08.04.2010 στον Στρόβολο και για την οποία είχε εγκριθεί ως μονήρες άτομο στις 20.09.2018, μετά από υπόδειξη του Γενικού Εισαγγελέως, καθώς δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες των Στεγαστικών Σχεδίων.

 

Ειδικότερα, βάσει των Κριτηρίων που ίσχυαν κατά την ημερ. υποβολής του αιτήματος συμπληρωματικής βοήθειας, ήτοι 06.11.2013, αιτητής/τρια μπορούσε να διεκδικήσει συμπληρωματική βοήθεια, νοουμένου ότι είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν την ψήφιση των εν λόγω Κριτηρίων. Η αιτήτρια έλαβε οικονομική βοήθεια μετά το 2013 και συγκεκριμένα στις 26.06.2019.

 

Με βάση τα κριτήρια, τα οποία είχαν εγκριθεί με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 06.11.2013: «δικαιούχος που έχει βοηθηθεί πριν τη ψήφιση των παρόντων Κριτηρίων, ως μονήρης, είτε με ολόκληρη τη στεγαστική βοήθεια είτε με το 50%, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί σε περίπτωση δημιουργίας οικογένειας, μεταγενέστερα, να πάρει συμπληρωματική βοήθεια ίση με τη βοήθεια που ισχύει για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου».

 

(Σχέδιο Αγοράς Διαμερίσματος/Κατοικίας, Παράρτημα Β-3, Μέρος Δ, Παράγραφος 1).

 

Επίσης και να ενέπιπτε η αίτηση εντός του πλαισίου για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας, αυτή θα απορριπτόταν και για έναν επιπρόσθετο λόγο, καθ' ότι τα εισοδήματα του ζεύγους για το έτος 2018, έτους που προηγείτο της υποβολής του αιτήματος αλλά και της εξέτασης της αίτησης, ανέρχονταν στις €48.624,50 υπερβαίνοντας το καθορισθέν όριο που αντιστοιχεί στο ζεύγος, δηλαδή τις €45.000.

 

Σύμφωνα τόσο με τα κριτήρια που ίσχυαν κατά την υποβολή του αιτήματος   συμπληρωματικής βοήθειας,  ήτοι 06.11.2013, όσο και με τα κριτήρια που ίσχυαν (και ισχύουν) κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης, ήτοι 03.07.2019, το ύψος του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήματος ενός ζεύγους δε θα πρέπει να υπερβαίνει τις €45.000.

 

-«Για οικογενειακό εισόδημα που ξεπερνά τις €45.000, δε Θα παραχωρείται οικονομική βοήθεια».

ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α.

 

-«Α(ί) Καθορισμός εισοδηματικού κριτηρίου στις περιπτώσεις όπου υπάρχει διαθεσιμότητα ικανοποιητικών πόρων για απόκτηση κατοικίας. Ζεύγος (οικογένεια δύο ατόμων) ή μονογονεϊκή οικογένεια: 45.000 ευρώ».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι. ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ, (A)(i). »

 

Η πιο πάνω απόφαση, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια δια επιστολής της Υπηρεσίας ημερομηνίας 10.7.2020.

 

Κατά την ίδια δε ημέρα αποστάληκε προς τη συνήγορο της αιτήτριας και απαντητική επιστολή στην επιστολή της ημερομηνίας 16.1.2020, στην οποία επεξηγείται όλο το ιστορικό που περιβάλλει το αίτημα της αιτήτριας καθώς και οι λόγοι, ως αυτοί αποφασίστηκαν από την Επιτροπή, για τους οποίους το αίτημα της αιτήτριας για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας απορρίφθηκε.

 

Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, όπως αυτοί προβάλλονται στη γραπτή της αγόρευση προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, πάντοτε σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του ενώπιον μου διοικητικού φακέλου καθώς και των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου βάσει των οποίων διαμορφώθηκαν τα εκάστοτε κριτήρια για παροχή στεγαστικής βοήθειας εκτοπισθέντων.

 

Δεδομένου ότι με τους πλείστους λόγους ακύρωσης η πλευρά της αιτήτριας εγείρει συναφή ζητήματα τα οποία αλληλοκαλύπτονται, οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι είναι αλληλένδετοι, θα εξεταστούν σωρευτικά.

 

Ισχυρίζεται, λοιπόν, η αιτήτρια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη καθότι, παραγνωρίζει, κατά παράβαση του δεδικασμένου, ότι η αιτήτρια είχε ήδη κριθεί ως δικαιούχος για παροχή στεγαστικής βοήθειας κατόπιν υποβολής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 46(1)/2005 και της είχε παραχωρηθεί στεγαστική βοήθεια κατόπιν επιτυχίας της Προσφυγής αρ.923/2014, ως μονήρες άτομο. Σύμφωνα δε με την αιτήτρια το γεγονός αυτό υπαγόρευε ότι το αίτημα της αιτήτριας για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας έπρεπε να εξεταστεί σε συνάρτηση με την αρχική της αίτηση και δη με βάση τις πρόνοιες του σχεδίου στεγαστικής βοήθειας που ίσχυε όταν εγκρίθηκε η αρχική της αίτηση, ήτοι, κατά την αιτήτρια, βάσει των ισχύοντων κατά την 14.6.2012 κριτηρίων. Σύμφωνα δε με αυτά, υποβάλλεται, «η αιτήτρια δικαιούνταν όταν θα έκανε οικογένεια μεταγενέστερα, την παροχή συμπληρωματικής βοήθειας ίσης προς τη βοήθεια που ίσχυε κατά την πρώτη έγκριση για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου. Τα κριτήρια δεν προνοούσαν την οποιαδήποτε προθεσμία για την πλήρωση του όρου αυτού ούτε για την υποβολή της αίτησης για συμπληρωματική βοήθεια. Επιπλέον, σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά δεν προνοούνταν εισοδηματικά κριτήρια για την παροχή συμπληρωματικής βοήθειας τα οποία θα έπρεπε να πληρεί η Αιτήτρια και/ή ο σύζυγός της και/ή και οι δύο από κοινού. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δικαιούται την παροχή της συμπληρωματικής βοήθειας που δινόταν για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου κατά την έγκρισή της ως μονήρης». Συναφώς διατείνεται η αιτήτρια, με αναφορά στην απαντητική επιστολή της Υπηρεσίας ημερομηνίας10.7.2020, ότι δεν θα μπορούσε το αίτημα της για συμπληρωματική βοήθεια να κριθεί ως νέο αίτημα αφού αυτό προϋποθέτει την προηγούμενη έγκριση για παροχή βοήθειας ως μονήρη αλλά και διότι τούτο υπαγορεύεται και από την ίδια την έννοια της «συμπληρωματικής» βοήθειας ώστε, ως ισχυρίζεται, η προσβαλλόμενη απόφαση να «είναι αντίθετη προς τις πρόνοιες τόσο του N. 46(1)/2005, όσο και των κριτηρίων του στεγαστικού σχεδίου βάσει του οποίου η Αιτήτρια έλαβε στεγαστική βοήθεια ως μονήρης, αλλά και προς τους κανόνες ερμηνείας της έννοιας της συμπληρωματικής βοήθειας». Περαιτέρω αποτελεί θέση της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πεπλανημένη και προσκρούει στο δεδικασμένο, αφού δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι εάν η αρχική απόφαση για την παροχή στεγαστικής βοήθειας λαμβανόταν εντός εύλογου χρόνου, η αιτήτρια θα είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν τη ψήφιση των κριτηρίων που είχαν εγκριθεί με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 6.11.2013 και όχι στις 26.6.2019, ως λήφθηκε υπόψη. Τονίζει δε ότι οι καθ΄ων η αίτηση παραγνώρισαν πλήρως ότι ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια βοηθήθηκε στις 26.6.2019 ήταν η αρχικά λανθασμένη απόφαση τους για απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας για παροχή βοήθειας ως μονήρης και η μεσολάβηση της δικαστικής απόφασης στην Προσφυγή αρ.923/2014, δια της οποίας κρίθηκε ότι η απόφαση εκείνη ήταν άκυρη λόγω παρέλευσης του εύλογου χρόνου καθώς και το γεγονός ότι οι καθ΄ων η αίτηση ενέκριναν τελικώς το αίτημα της αιτήτριας μετά από επανεξέταση προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση. Συνεπώς καταλήγει η εισήγηση, η έκδοση εντάλματος πληρωμής στις 26.9.2019 είναι αποτέλεσμα της ίδιας της παράλειψης των καθ΄ων η αίτηση να ενεργήσουν σύμφωνα με το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον εύλογο χρόνο ήτοι στις 14.6.2012. Πρόσθετα δε και σε συνάφεια με τα ανωτέρω, υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης καθότι δεν ειναι επιτρεπτό να αίρονται εκ των υστέρων από τη διοίκηση κίνητρα, ειδικά, ως ισχυρίζεται όταν οι διοικούμενοι στηρίχθηκαν σε αυτά τα κίνητρα για να προβούν σε ορισμένες ενέργειες.

 

Αντίθετα η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της. Υποβάλλεται ότι με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, δηλαδή τα κριτήρια που ψηφίστηκαν στις 6.11.2013, πρόσωπο μπορούσε να διεκδικήσει συμπληρωματική βοήθεια, νοουμένου ότι αυτό είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν την ψήφιση των εν λόγω κριτηρίων. Συνεπώς εισηγείται η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι το πότε βοηθήθηκε η αιτήτρια ήτοι πότε έλαβε την οικονομική βοήθεια, η οποία ως προκύπτει από το φάκελο, λήφθηκε μετά το 2013 και συγκεκριμένα στις 26.6.2019 όταν και διενεργήθηκε η σχετική πληρωμή, με αποτέλεσμα η περίπτωση της να μην εμπίπτει στα εν λόγω κριτήρια. Ακόμη, όμως συνεχίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος και να ενέπιπτε η αίτηση της εντός του πλαισίου για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας, ως διαμορφώθηκε, αυτή ορθά απορρίφθηκε και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα εισοδήματα του ζεύγους υπερβαίνουν το καθορισμένο όριο που αντιστοιχεί στο ζεύγος. Σημειώνει δε ότι η αίτηση για συμπληρωματική βοήθεια δεν συνιστά συνέχεια του αρχικού αιτήματος για παραχώρηση οικονομικής βοήθειας σε μονήρες άτομο ώστε να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια, εξού και από τους αιτούντες συμπληρωματικής βοήθειας απαιτείται πάντα η προσκόμιση αποδεικτικών για τα εισοδήματα του ζεύγους κατά το χρόνο υποβολής ενός τέτοιου αιτήματος. Συναφώς τονίζει ότι o γάμος της αιτήτριας τελέστηκε στις 7.9.2019, ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι δημιούργησε οικογένεια. Τα δε εισοδήματα του ζεύγους για το έτος 2018 (έτος που προηγείται της επιστολής με την οποία η αιτήτρια υπέβαλε το σχετικό αίτημα για καταβολή συμπληρωματικής βοήθειας) υπερέβαιναν με βάση τα αποδεικτικά που προσκομίστηκαν το καθορισθέν όριο που αντιστοιχεί σε ζεύγος, δηλαδή τις €45.000. Συναφώς προβάλλεται με ειδική αναφορά στο άρθρο 10 του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Νόμος του 2005 (Ν.46(Ι)/2005) αλλά και τα άρθρα 8 και 9 του Ν. 158(Ι)/99 ότι η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα Κριτήρια που έχουν τεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο. Συναφώς, υποδεικνύει ο κ. Χατζηπροδρόμου, ότι με δεδομένο ότι το Υπουργικό Συμβούλιο τροποποίησε τα ήδη υφιστάμενα κριτήρια, το αρμόδιο διοικητικό όργανο ουδόλως όφειλε να εξετάσει το αίτημα της αιτήτριας βάσει των κριτηρίων που ίσχυαν κατά την αρχική αίτηση της ως μονήρες άτομο. Ούτε και όμως, καταλήγει, η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, αναφορικά με την οποία υπήρξε πλήρης συμμόρφωση των καθ΄ων η αίτηση, επηρεάζει ή/και αφορά καθ΄οιονδήποτε τρόπο το νέο αίτημα της αιτήτριας για συμπληρωματική βοήθεια αλλά ούτε και αναφέρει ότι στα πλαίσια νέας αίτησης της αιτήτριας για συμπληρωματική βοήθεια θα πρέπει να ισχύουν τα κριτήρια που ίσχυαν κατά την αρχική αίτηση της αιτήτριας ήτοι κατά την 14.6.2012.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Κρίνεται αναγκαίο να παρατεθούν εξαρχής οι πρόνοιες των στεγαστικών σχεδίων για οικονομική βοήθεια εκτοπισθέντων, ως αυτά διαμορφώθηκαν και ως εδώ ενδιαφέρει στη βάση Αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και ως αυτά εφαρμόστηκαν αφενός κατά την έγκριση της αρχικής αιτήσεως της αιτήτριας και αφετέρου κατά την εξέταση του επίμαχου αιτήματος για συμπληρωματική βοήθεια.

 

Στη βάση της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 70.821, ημερομηνίας 21.7.2010 εγκρίθηκαν οι πρόνοιες των Στεγαστικών Σχεδίων που διατίθενται σε εκτοπισθέντες. Το Σχέδιο Αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας, ως αυτό προέβλεπε στους εξειδικευμένους όρους του, ετέθη σε ισχύ χωρίς εισοδηματικά κριτήρια. Με το Σχέδιο αυτό προβλεπόταν η δυνατότητα παροχής συμπληρωματικής βοήθειας σε δικαιούχο που βοηθήθηκε στο παρελθόν ως μονήρες πρόσωπο σε περίπτωση δημιουργίας μεταγενέστερα οικογένειας, ίση, ως προέβλεπε, με τη βοήθεια που ίσχυε κατά την πρώτη έγκριση για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου.

 

Αργότερα, η απόφαση αυτή, τροποποιήθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 73.184, ημερομηνίας 14.2.2012, στη βάση της οποίας, εγκρίθηκε η εισαγωγή εισοδηματικών πλέον κριτηρίων στα Στεγαστικά Σχέδια των Εκτοπισθέντων, περιλαμβανομένου και του Σχεδίου, που εδώ ενδιαφέρει, για αγορά κατοικίας/διαμερίσματος, με περιορισμό την παροχή βοήθειας μέχρι και εισοδήματα ύψους €80.000. Σημαντικό είναι να υπομνησθεί ότι τα εισοδηματικά κριτήρια θα εφαρμόζοντο αναφορικά με τις αιτήσεις που θα υποβάλλονταν μετά την ημερομηνία έγκρισης των σχετικών τροποποιήσεων από το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά όχι, ως καταγράφετο, για τις αιτήσεις οι οποίες είχαν υποβληθεί πριν την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για τις οποίες όμως προβλέφθηκε μείωση της ισχύουσας οικονομικής βοήθειας. Αναφορικά δε με τη συμπληρωματική βοήθεια σε πρόσωπο που είχε βοηθηθεί στο παρελθόν δεν αναγραφόταν οποιαδήποτε διαφοροποίηση ώστε να παρέμενε ότι δικαιούχο πρόσωπο που βοηθήθηκε ως μονήρες, δύναται σε περίπτωση δημιουργίας οικογένειας «να πάρει συμπληρωματική  βοήθεια ίση με τη βοήθεια που ίσχυε κατά την πρώτη έγκριση για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου ».

 

Παρεμβάλλεται ότι είναι την εφαρμογή αυτής της Απόφασης που η αιτήτρια ζητά για την περίπτωση της, ένεκα, ως ισχυρίζεται, του δεδικασμένου και της γραμματικής έννοιας της συμπληρωματικής βοήθειας.

 

Ακολούθησε η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 75.007, ημερομηνίας 29.4.2013, με την οποία τροποποιήθηκαν οι πρόνοιες και οι όροι των Στεγαστικών Σχεδίων. Ως προκύπτει από την ίδια την Απόφαση το ύψος της οικονομικής βοήθειας μειώθηκε και τροποποιήθηκαν τα εισοδηματικά κριτήρια ώστε, ως αναφέρεται, να περιορισθεί ο αριθμός των δικαιούχων σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη από το Κράτος, λόγω της κοινωνικοοικονομικής τους κατάστασης. Περαιτέρω αποφασίστηκε η τροποποίηση των προνοιών συγκεκριμένων στεγαστικών σχεδίων μεταξύ και του Σχεδίου αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας, με στόχο, ως επίσης καταγράφεται, την αντιμετώπιση κατάχρησης που παρατηρήθηκε από την εφαρμογή των εν λόγω Σχεδίων. Σύμφωνα δε με το Παράρτημα Α δεν θα παραχωρείτο οικονομική βοήθεια για εισοδήματα που ξεπερνούν τις €60.000 ενώ οι πιο πάνω τροποποιήσεις θα ίσχυαν για όλες τις αιτήσεις ακόμη και για αυτές που είχαν υποβληθεί αλλά δεν είχαν εγκριθεί από την Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας. Σημειώνεται δε ότι στο Σχέδιο Αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας υφίστατο η ίδια πρόνοια για συμπληρωματική βοήθεια σε πρόσωπο που είχε βοηθηθεί στο παρελθόν.

 

Εν συνεχεία, επήλθαν πρόσθετες αλλαγές στα ισχύοντα Στεγαστικά Σχέδια, στη βάση της Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 76.026, ημερομηνίας 6.11.2013 με σκοπό, ως αναφέρεται στην Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο, να καταστεί δυνατή και η συμμετοχή των εκ μητρογονίας εκτοπισθέντων στα υπό αναφορά Σχέδια χωρίς όμως να υπάρξει επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού ή απόκλιση από τα συμφωνηθέντα με την Τρόικα. Ειδικότερα αποφασίστηκε η περαιτέρω μείωση του ύψους των οικονομικών βοηθειών που θα παραχωρούντο καθώς και η μείωση των εισοδηματικών κριτηρίων ώστε η παρεχόμενη βοήθεια να επικεντρωθεί σε εκτοπισθέντες που πραγματικά έχουν ανάγκη την παροχή στεγαστικής βοήθειας.

 

Συγκεκριμένα προνοείτο ότι για οικογενειακό εισόδημα που ξεπερνά τις €45.000 δεν θα παραχωρείται οικονομική βοήθεια. Σημειώνετο δε ότι για τον υπολογισμό του ετήσιου εισοδήματος του μονήρους ατόμου ή του ζεύγους αιτητών θα λαμβάνεται υπόψη το συνολικό άθροισμα του ακαθάριστου ετήσιου εισοδήματος του αιτητή/αιτητών, μη εξαιρουμένου του 13ου μισθού, των περιστασιακών εισοδημάτων και οποιονδήποτε επιδομάτων από δημοσία ταμεία καθώς και ότι για τη διακρίβωση των πιο πάνω θα έπρεπε να υποβάλλονται και φορολογικές βεβαιώσεις.

 

Παράλληλα, σε σχέση με το Σχέδιο Αγορά διαμερίσματος/κατοικία στο Παράρτημα Β-3 της Απόφασης, παράγραφος «Δ.1. Συμπληρωματική  βοήθεια σε πρόσωπο που έχει βοηθηθεί στο παρελθόν», αναφέρονταν αυτούσια τα ακόλουθα:

 

 «Δικαιούχος που έχει βοηθηθεί πριν τη ψήφιση των παρόντων Κριτηρίων ως μονήρη, είτε με ολόκληρη την οικονομική βοήθεια είτε με το 50%, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί σε περίπτωση δημιουργίας οικογένειας, μεταγενέστερα, να πάρει συμπληρωματική βοήθεια ίση με τη βοήθεια που ισχύει για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου».

 

Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος της αιτήτριας για συμπληρωματική βοήθεια, ήτοι στις 16.1.2019, σε ισχύ ήταν η ανωτέρω αναφερόμενη Απόφαση ημερομηνίας 6.11.2013.

Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.7.2019 επήλθαν περαιτέρω τροποποιήσεις αναφορικά με τους όρους και προϋποθέσεις των Στεγαστικών Σχεδίων. Αναφορικά δε με τον καθορισμό εισοδηματικού κριτήριου στη περίπτωση ζεύγους για σκοπούς παροχής οικονομικής βοήθειας αυτό ανέρχετο, ως προηγουμένως, στις €45.000.

 

Σημειώνεται ότι στο εν λόγω Σχέδιο Αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας δεν υπήρχε πλέον οποιαδήποτε πρόνοια για συμπληρωματική  βοήθεια σε πρόσωπο που είχε βοηθηθεί στο παρελθόν. Στο δε ορισμό Στεγαστικής Βοήθειας, ο οποίος αφορούσε όλα τα στεγαστικά σχέδια,  αναφέρετο ότι «είναι το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από την Υπηρεσία Μερίμνης και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων κατόπιν σχετικής έγκρισης από την Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας σε «δικαιούχους» που πληρούν τα υφιστάμενα κριτήρια και έχει σκοπό να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες που αντιστοιχούν στη σύνθεση της οικογένειας του αιτητή».

 

Ως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας έχει παρατεθεί ανωτέρω, το αίτημα της αιτήτριας για συμπληρωματική βοήθεια απορρίφθηκε για δυο λόγους. Κατά πρώτον διότι κρίθηκε ότι η αιτήτρια, σύμφωνα με τα κριτήρια που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ήτοι τα κριτήρια που είχαν εγκριθεί με απόφαση του Υπουργικού συμβούλιου ημερομηνίας 6.11.2013, δεν είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν τη ψήφιση των εν λόγω κριτηρίων και επομένως δεν δικαιούτο συμπληρωματική βοήθεια. Κατά δεύτερο αποφασίστηκε ότι ακόμα και εάν ενέπιπτε η αίτηση εντός του σχετικού πλαισίου και πάλι αυτή θα απορρίπτετο για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το ζεύγος δεν πληρούσε τα σχετικά εισοδηματικά κριτήρια ως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής και εξέτασης του επίδικου αιτήματος, αφού τα εισοδήματα του ζεύγους για το έτος 2018-το οποίο συνιστά το έτος που προηγείτο της υποβολής και εξέτασης του επίδικου αιτήματος- υπερέβαιναν το καθορισθέν όριο των €45.000.

 

Καταρχάς και αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, οι οποίοι βάλουν κατά του πρώτου αιτιολογικού λόγου απόρριψης του αιτήματος της ήτοι ότι η αιτήτρια δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει συμπληρωματική βοήθεια διότι, σύμφωνα με τα ισχύοντα κριτήρια ημερομηνίας 6.11.2013, δεν είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν τη ψήφιση των εν λόγω κριτηρίων, παρατηρώ τα ακόλουθα:

 

Η αρχική αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια για χορήγηση στεγαστικής οικονομικής βοήθειας ως μονήρης απορρίφθηκε στις 30.1.2014 με το αιτιολογικό ότι τα εισοδήματα της αιτήτριας ήταν εκτός των κριτηρίων. Τούτο δε αφού, ως διεφάνη, εφαρμόστηκαν τα νέα εισοδηματικά κριτήρια για τα Στεγαστικά Σχέδια, ως αυτά είχαν εισαχθεί με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 6.11.2013. Η νομιμότητα της απόφασης αυτής ωστόσο, ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, προσεβλήθη στα πλαίσια της Προσφυγής αρ.923/14 Χατζηθωμά και Δημοκρατίας με το Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι η αίτηση της αιτήτριας δεν εξετάστηκε εντός ευλόγου χρόνου και ότι κατά την εξέταση της αίτησης της οι καθ’ ων η αίτηση θα έπρεπε να είχαν εφαρμόσει το ισχύον κατά τη συμπλήρωση της αίτησης καθεστώς, ήτοι τα ισχύοντα κατά την 14.6.2012 κριτήρια.

 

Ως δε παρατηρώ από το πρακτικό συνεδρίας ημερομηνίας 20.9.2018 η Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας προχώρησε σε επανεξέταση της αίτησης της αιτήτριας σε συμμόρφωση με τα αποφασίθεντα στην ακυρωτική απόφαση και αποφάσισε την έγκριση της αίτησης της αιτήτριας ως μονήρης και την παραχώρηση στεγαστικής βοήθειας ποσού ύψους €14.350.[1] Η σχετική πληρωμή ως είναι εκατέρωθεν παραδεκτό αλλά και ως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης έλαβε χώρα στις 26.6.2019.

 

Είναι δε αυτή την ημερομηνία πληρωμής που οι καθ΄ων η αίτηση επικαλέστηκαν κρίνοντας ότι η αιτήτρια δεν μπορούσε να διεκδικήσει συμπληρωματική βοήθεια επειδή δεν είχε βοηθηθεί οικονομικά πριν τη ψήφιση των κριτηρίων.

 

Με δεδομένο όμως ότι ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια έλαβε τη σχετική βοήθεια στις 26.6.2019, δεν οφειλόταν σε τίποτα άλλο παρά, ως δικαστικώς κρίθηκε, στην παράλειψη των καθ΄ων η αίτηση να λάβουν την αρχική απόφαση εντός ευλόγου χρόνου και επομένως σύμφωνα με το ορθό νομικό καθεστώς, δεν ήταν, εν προκειμένω, αρκετό οι καθ΄ων η αίτηση να στηριχθούν αποσπασματικά στην ημερομηνία που η εν λόγω οικονομική βοήθεια καταβλήθηκε εν τέλει στην αιτήτρια προς συμμόρφωση και με την ακυρωτική απόφαση. Τούτο δε χωρίς καν να προβληματιστούν ως προς τα ιδιαίτερα δεδομένα που επεξηγήθηκαν ανωτέρω και ως προς τις επιπτώσεις αυτών, δεδομένης της καθυστέρησης που εμφιλοχώρησε εξ υπαιτιότητας των καθ’ ων η αίτηση.

Βεβαίως η ανωτέρω κατάληξη δεν απολήγει καταλυτική ως προς τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης ώστε από μόνη της να επιφέρει αυτομάτως την ακύρωση της δεδομένου ότι, ως ήδη υποδείχθηκε, οι καθ΄ων η αίτηση παρά την κρίση τους αυτή παρέθεσαν και πρόσθετο αυτοτελή λόγο για την απόρριψη του αιτήματος ήτοι τη μη πλήρωση των ισχυόντων εισοδηματικών κριτηρίων. Ως προς τούτο υπενθυμίζεται ότι στην περίπτωση ύπαρξης επάλληλων αιτιολογιών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία τους, η διοικητική πράξη είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη αν μία (ή περισσότερες) των αιτιολογιών είναι έγκυρες και μπορούν επαρκώς να στηρίξουν τη διοικητική πράξη  (Unitex Trading Co Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4(Β) ΑΑΔ 1338, 1349-1354, GES και Δημοκρατια (Αν. Έφεση αρ.135/14,ημερ.7/6/21), ECLI:CY:AD:2021:C237 Δήμος Γεροσκήπου ν Primetel Co Ltd, AE 42/12, ημ. 6.7.18) Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σ.189, σύγγραμμα «Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον Του Συμβουλίου της Επικρατείας» Θ. Τσάτσου, βλ. άρθρα 31-32 του Ν.158(Ι)/99).

 

Προέχει να εξεταστεί η εισήγηση της αιτήτριας ότι επειδή η αρχική της αίτηση είχε εγκριθεί δυνάμει των κριτηρίων που ίσχυαν κατά τις 14.6.2012 επιβάλετο άνευ ετέρου η εφαρμογή των ιδίων κριτηρίων και κατά την εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος για συμπληρωματική βοήθεια, δοθέντος, ως η εισήγηση της, ότι ένα τέτοιο αίτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το αρχικό.

 

Το γεγονός ότι το αίτημα για συμπληρωματική βοήθεια προαπαιτεί την ύπαρξη προηγηθείσας έγκρισης για στεγαστική οικονομική βοήθεια προσώπου ως μονήρης ασφαλώς είναι προφανές. Τούτο όμως από μόνο του δεν προκαθορίζει και το πλαίσιο επί του οποίου θα έπρεπε να εξεταστεί ένα τέτοιο αίτημα. Δεδομένου ότι τα στεγαστικά σχέδια για εκτοπισθέντες αφορούν κατ΄ ουσία σχέδια παροχών από μέρους του κράτους, τα οποία εκάστοτε τροποποιούνται, εκείνο που παραμένει καθοριστικό είναι τι ακριβώς προέβλεπε το ισχύον Σχέδιο Αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος για συμπληρωματική βοήθεια και κατά πόσο το Σχέδιο αυτό διασφάλιζε ή μη στην αιτήτρια δικαίωμα να λάβει συμπληρωματική βοήθεια αποκλειστικά και μόνο επί τη βάση των κριτήριων του Σχεδίου που ίσχυε κατά το 2012 βάσει του οποίου έλαβε την αρχική βοήθεια και ανεξαρτήτως μάλιστα της μεταγενέστερης τροποποίησης του.

 

Έχοντας διεξέλθει όλες τις ρυθμίσεις του Σχέδιου, το οποίο τροποποιήθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 6.11.2013 δεν διαβλέπω οποιαδήποτε ρύθμιση που είτε να προέβλεπε για εφαρμογή σε περιπτώσεις αιτήματος συμπληρωματικής βοήθειας των προισχυσάντων κριτηρίων, ως αυτά διαμορφώθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, είτε να εξαιρούσε από την εφαρμογή των εισοδηματικών κριτηρίων που εκεί προβλέποντο περιπτώσεις όπως της αιτήτριας για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας.

 

Μάλιστα ως παρατηρώ στο Παράρτημα Β1 των Στεγαστικών Σχεδίων, ως αυτά διαμορφώθηκαν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 6.11.13 και υπό τον τίτλο «Στεγαστική Πολιτική για Εκτοπισθεντες–Γενικοί όροι» ρητώς προνοείται ότι «δικαιούχος στεγαστικής βοήθειας, σύμφωνα με τα Στεγαστικά Σχέδια για Στέγαση σε Ιδιόκτητο Οικόπεδο και για Αγορά Κατοικίας ή Διαμερίσματος είναι εκτοπισθείς, παθών ή τουρκόπληκτος, υπό τους όρους και περιορισμούς που περιγράφονται στα επιμέρους Στεγαστικά Σχέδια. Για εκτοπισθέντυα λόγω επαγγέλματος ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις».

 

Στη δε παράγραφο Β στο ίδιο Παράρτημα η οποία εφαρμόζετο για όλα τα σχέδια, και υπό τον τίτλο Δικαιούχος Στεγαστικής Βοήθειας αυτολεξεί αναφέρεται:«η οικονομική βοήθεια που χορηγείται στο πλαίσιο εφαρμογής των Στεγαστικών Σχεδίων, παραχωρείται σε αιτητή που ικανοποίει τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τους όρους που προνοούνται στο αντίστοιχο Στεγαστικό Σχέδιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε, κατόπιν σχετικής Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.»

 

Στους δε «εξειδικευμένους όρους και προϋποθέσεις» για το συγκεκριμένο Σχέδιο για Αγορά διαμερίσματος/κατοικίας, το μόνο που καταγράφεται είναι ότι στο εν λόγω Σχέδιο «ισχύουν εισοδηματικά κριτήρια τα οποία καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο» χωρίς οποιαδήποτε άλλη υπόμνηση ή εξαίρεση.

 

Αναφορικά δε με το Σχέδιο που εγκρίθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.7.2019, τα εισοδηματικά κριτήρια του οποίου ήταν επακριβώς ίδια με το Σχέδιο  ημερομηνίας 6.11.2013 και επίσης λήφθηκαν υπόψη, υπενθυμίζεται ότι αυτό ουδόλως προέβλεπε ως τα προηγούμενα Σχέδια για Συμπληρωματική  βοήθεια σε πρόσωπο που έχει βοηθηθεί στο παρελθόν.

 

Ούτε όμως και τα κριτήρια που ίσχυαν κατά τις 14.6.2012 δυνάμει των οποίων εγκρίθηκε η αρχική αίτηση της αιτήτριας ως μονήρης διασφάλιζαν δια παντός και ανεξαρτήτως από οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση των εκάστοτε Σχεδίων κεκτημένο δικαίωμα στην αιτήτρια να λάβει συμπληρωματική βοήθεια σε περίπτωση δημιουργίας οικογένειας επί τη βάσει των όσων εκεί, ήτοι 7 έτη προγενέστερα, διαλαμβάνονταν. Και βεβαίως η εκεί ρύθμιση, την  οποία η αιτήτρια επικαλείται σύμφωνα με την οποία δικαιούχο πρόσωπο που βοηθήθηκε ως μονήρες, δύναται σε περίπτωση δημιουργίας οικογένειας «να πάρει συμπληρωματική  βοήθεια ίση με τη βοήθεια που ίσχυε κατά την πρώτη έγκριση για οικιστική μονάδα ενός υπνοδωματίου» δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα και ανεξάρτητα  από τα κριτήρια, ως αυτά τροποποιήθηκαν και ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης. Τούτο δε συνάδει άλλωστε και  με τα προνοούμενα στο άρθρο 10 (1) του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Ν. 46(Ι)/2005, ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα οποία έχουν ακολούθως: «Η στεγαστική βοήθεια που αναφέρεται στο άρθρο 8, παρέχεται σε οποιοδήποτε αιτητή ο οποίος ικανοποιεί τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους όρους που το Υπουργικό Συμβούλιο θέτει από καιρού εις καιρόν µε σχετικές Αποφάσεις του αναφορικά µε το κάθε ένα από τα εν λόγω σχέδια.»

 

Η αιτήτρια είχε ασφαλώς τη δυνατότητα και δικαίωμα αν η οικογενειακή της κατάσταση άλλαζε ενόσω τα εν λόγω κριτήρια ήταν σε ισχύ να επικαλεστεί τις συγκεκριμένες πρόνοιες του εν λόγω Σχεδίου. Η αιτήτρια ωστόσο ως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο υπέβαλε το σχετικό αίτημα της στις 16.1.2019 κατ΄ επίκληση του αρραβώνα της και του επικείμενου γάμου της. Ο δε γάμος της τελέστηκε στις 7.9.2019. Με δοσμένο τούτο ως και το γεγονος ότι το Υπουργικό Συμβούλιο με αποφάσεις του που ακολούθησαν χρονικά τροποποίησε τα κριτήρια που ίσχυαν κατά τις 14.6.2012, οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα της αιτήτριας όφειλε να τύχει εξέτασης επί τη βάση των ρυθμίσεων που ίσχυαν κατά τον αντίστοιχο χρόνο. 

 

Συνεπώς οι εισηγήσεις της αιτήτριας που ερείδονται επί των κριτηρίων που ίσχυαν στις 14.6.2012, αφού η αίτηση της αιτητριας για στεγαστική βοήθεια είχε υποβληθεί από το 2011, δεν μπορούν δίχως άλλο να γίνουν δεκτές. Τούτο αφού, ως διεφάνη ανωτέρω, ούτε οι πρόνοιες των μεταγενέστερων της εγκριθείσας αίτησης της αιτήτριας ως μονήρης Σχεδίων και δη ο ορισμός του δικαιούχου αλλά ούτε και τα ίδια τα κριτήρια που ίσχυαν κατά το έτος 2012 φαίνεται να διασφάλιζαν με τρόπο δεσμευτικό και σαφή την εφαρμογή των όσων η αιτήτρια εισηγείται ήτοι τη λήψη συμπληρωματικής βοήθειας χωρίς εισοδηματικά κριτήρια στο διηνεκές. Αυτό που εν τέλει εισηγείται η αιτήτρια είναι ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις θα έπρεπε, παρά την τροποποίηση τους, να εξακολουθούν να εφαρμόζονται στο μέλλον και να υπερισχύουν των ρυθμίσεων που ίσχυαν κατά το χρόνο που η ίδια υπέβαλε το σχετικό αίτημα της για συμπληρωματική βοήθεια δεδομένου ότι η οικογενειακή κατάσταση της αιτήτριας είναι τότε που πράγματι είχε αλλάξει.

 

Ούτε όμως ευσταθεί η εισήγηση της αιτήτριας ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο καθότι σύμφωνα με αυτό υπαγορεύετο το αίτημα της αιτήτριας για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας να έπρεπε, ως διατείνεται, να εξεταστεί σε συνάρτηση με την αρχική της αίτηση και δη με βάση τις πρόνοιες του σχεδίου στεγαστικής βοήθειας που ίσχυε όταν εγκρίθηκε η αρχική της αίτηση, ήτοι, κατά την αιτήτρια, βάσει των ισχύοντων κατά την 14.6.2012 κριτηρίων.

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ.923/14 αφορούσε  το αρχικό αίτημα της αιτήτριας που υποβλήθηκε ως μονήρης στις 31.10.2011 και το οποίο απορρίφθηκε στις 30.1.2014 καθότι κρίθηκε ότι ήταν εκτός των εισοδηματικών κριτηρίων. Είναι δε ακριβώς για αυτό το λόγο που αποφασίστηκε απο το Δικαστήριο ότι οι καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν στο καθήκον να εξετάσουν την αίτηση της αιτήτριας για παροχή στεγαστικής βοήθειας εντός ευλόγου χρόνου και ότι κατά την εξέταση της αίτησης της θα έπρεπε να είχαν εφαρμόσει το ισχύον κατά τη συμπλήρωση της αίτησης καθεστώς, εξού και οι καθ΄ων η αίτηση, συμμορφούμενοι με το ακυρωτικό αποτέλεσμα, εξέτασαν τελικώς την αίτηση της αιτήτριας με το καθεστώς που ίσχυε κατά την ολοκλήρωση της αίτησης της. Καθίσταται δε σαφές ότι η δικαστική κρίση εξαντλείτο στα ανωτέρω και επομένως το δεδικασμένο δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να προκύπτει δέσμευση, ως ορθά υποδεικνύουν οι καθ΄ων η αίτηση και ως προς οποιοδήποτε άλλο αίτημα της αιτήτριας για συμπληρωματική βοήθεια.

 

Ούτε όμως και η επαναλαμβανόμενη θέση ότι πρόκειται περί ενός και όχι νέου αιτήματος διότι σύμφωνα με τα Στεγαστικά Σχέδια είναι μόνο μια στεγαστική βοήθεια που παρέχεται σε κάθε δικαιούχο, μπορεί να διαφοροποιήσει τα ανωτέρω. Τούτο διότι ναι μεν σε κάποια από τα προαναφερόμενα Σχέδια αναγράφεται ρητώς ότι σε κάθε δικαιούχο χορηγείται μόνο μια στεγαστική βοήθεια πλην όμως εκεί που υποβάλλεται αίτημα για συμπληρωματική βοήθεια λόγω δημιουργίας οικογένειας σε μεταγενέστερο χρόνο τέτοιο αίτημα δεν μπορεί παρά να εξετάζεται, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του αντίστοιχου ισχύοντος  Σχεδίου.

 

Επομένως και να κρινόταν ότι η αιτήτρια είχε πράγματι βοηθηθεί ως μονήρης πριν τη ψήφιση των Κριτήριων ημερομηνίας 6.11.2013 αυτό δεν θα συνεπαγόταν την άνευ ετέρου εκπλήρωση του αιτήματος της. Τούτο αφού στην ίδια την πρόνοια που αφορά σε δυνατότητα λήψης συμπληρωματικής βοήθειας δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε και/ή σε κάθε πρόσωπο που βοηθήθηκε στο παρελθόν ως μονήρης και σε μεταγενέστερο χρόνο δημιούργησε οικογένεια αλλά γίνεται ρητή αναφορά σε δικαιούχο. Ο δε δικαιούχος στον οποίο παραχωρείται οικονομική βοήθεια, ως αναφέρεται στο ίδιο το Σχέδιο, είναι, ως ο ορισμός που παρατέθηκε ανωτέρω, ο αιτητής που «ικανοποίει τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τους όρους που προνοούνται στο αντίστοιχο Στεγαστικό Σχέδιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε, κατόπιν σχετικής Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.» Συνεπώς η έγκριση του αιτήματος δεν θα μπορούσε να μην τελεί υπό την αίρεση πλήρωσης των όρων, προϋποθέσεων και κριτηριων του ισχύοντος πάντα Σχεδίου, περιλαμβανομένου και του κριτηρίου για πλήρωση των ισχυόντων εισοδηματικών κριτηρίων.

 

Συνεπώς καθόλα ορθά ζητήθηκαν να προσκομισθούν συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με το συνολικό ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα του ζεύγους για το έτος 2018, ήτοι έτος που προηγείτο του χρόνου υποβολής του αιτήματος και συνεπώς εύλογα επιτρεπτή ήταν και η κατάληξη των καθ΄ων η αίτηση. Ούτε και όμως η πλευρά της αιτήτριας αμφισβήτησε ότι πληρούσε τα εισοδηματικά κριτήρια που είχαν αντιστοίχως τεθεί τόσο με τα κριτήρια ημερομηνίας 6.11.2013 όσο και με αυτά που ίσχυαν στις 3.7.2019 συμφώνως με τα οποία δεν παραχωρείτο οικονομική βοήθεια σε οικογένεια ή ζεύγος, αντιστοίχως, που τα εισοδήματα του υπερέβαιναν το καθορισθέν όριο των €45000, ως εν προκειμένω επισυνέβη.

 

Περαιτέρω η αιτήτρια διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης διότι η αιτήτρια πληρούσε τα κριτήρια της 14.6.2012 και είχε βασιστεί σε αυτά τόσο κατά την υποβολή της αρχικής της αίτησης με γνώμονα την μεταγενέστερη παροχή της συμπληρωματικής βοήθειας όσο και κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης της για συμπληρωματική βοήθεια. Ισχυρίζεται δε ότι «υπέβαλε την αρχική αίτηση της μετά τη συμπλήρωση του 30ου έτους της ηλικίας της ενώ μπορούσε να το κάνει νωρίτερα με αποτέλεσμα να εξεταστεί και νωρίτερα ή εν πάσει περιπτώσει να λάβει άλλη σειρά προτεραιότητας, έτσι ώστε να διασφαλίσει ότι θα δικαιούται με βάση τα ισχύοντα κριτήρια τη συμπληρωματική βοήθεια σε περίπτωση που θα δημιουργούσε τη δική της οικογένεια μεταγενέστερα» . Καταλήγει δε ότι δεν επιτρέπεται η διοίκηση να αίρει εκ των υστερών τα κριτήρια που η ίδια έθεσε ειδικά όταν οι διοικούμενοι στηρίχθηκαν σε αυτά για να προβούν σε ορισμένες ενέργειες.

 

Τα όσα η αιτήτρια διατείνεται περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Αντιθέτως αυτό που εν προκειμένω έχει σημασία και εμφανώς παραβλέπει η εισήγηση είναι ότι κάθε Σχέδιο Στεγαστικής βοήθειας προς τους εκτοπισθέντες περιλαμβάνει διαφορετικές ρυθμίσεις και δύναται να επιδιώκει διαφορετικούς σκοπούς, τούτο δε διότι εναπόκειται στο κράτος, το όποιο δια μέσου του εκάστοτε Σχεδίου παρέχει την οικονομική παροχή, να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που το ίδιο κρίνει ότι εξυπηρετούν το σκοπό του εκάστοτε Σχεδίου. Άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται ευθέως από απλή ανάγνωση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου δια των οποίων τροποποιούνται τα εκάστοτε κριτήρια.

 

Καθίσταται σαφές ότι η δυνατότητα για τροποποίηση των εκάστοτε Σχεδίων  είναι συνακόλουθη της εξουσίας για τον καταρτισμό τους, ώστε το περιεχόμενό τους να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες. Άλλωστε δεν υφίσταται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα στη μη αλλαγή ορισμένης ρύθμισης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημήτρης Καρατζάς κ.α v Κεντρικής Τράπεζας (2000) 3 Α.Α.Δ 480) υπομνήσθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Με τον πρώτο λόγο έφεσης εκλαμβάνεται πως θίγηκαν κεκτημένα δικαιώματα  των αιτητών. Και, ενόψει τούτου, θεωρείται πως η "δήλωση πολιτικής", όπως χαρακτηρίστηκαν οι οδηγίες αναφορικά με το ποιοι θα θεωρούνταν ως κάτοικοι Κύπρου, ήταν ανεφάρμοστη για τους αιτητές[..]Κατά τα λοιπά, ως προς την ουσία δηλαδή του επιχειρήματος […]Αφορούν όλα στην υποχρέωση της διοίκησης να επιδεικνύει ότι περιεκτικά αποδίδεται με τον όρο “καλή πίστη”. 

 

 Δεν έχει τεκμηριωθεί καμιά από τις προϋποθέσεις στις οποίες οι εφεσείοντες στήριξαν τα επιχειρήματά τους. Στην έκταση που υπονοούν πως απέκτησαν  δικαίωμα αναφαίρετο, σε κάθε περίπτωση, να θεωρούνται μη κάτοικοι της Κύπρου εσαεί, παραγνωρίζουν σειρά αποφάσεών μας, στις οποίες δεν έχουν αναφερθεί, αναφορικά με την αντιδιαστολή των κεκτημένων δικαιωμάτων προς την απλή προσδοκία απόκτησής τους και συνεπώς την αρχή πως κανένας δεν έχει  κεκτημένο δικαίωμα στη μη  αλλαγή ορισμένης νομοθετικής ρύθμισης. Αυτά τονίστηκαν κατ’ επανάληψη στο πλαίσιο της δυνατότητας  αλλαγής σχεδίων υπηρεσίας, συνέπεια των οποίων ήταν ο αποκλεισμός προσώπων τα οποία στη βάση των ως τότε ισχυόντων, ήταν προσοντούχοι υποψήφιοι [..]» 

 

Δεν είναι σε καμιά περίπτωση αντιφατική ή γενικότερα κακόπιστη ή καταλυτική έννομων προσδοκιών αυτή καθ’ εαυτή η άσκηση εξουσίας προς ουσιαστική ρύθμιση ορισμένου θέματος, όταν η διοίκηση έχει εκ του νόμου εξουσία νέων ρυθμίσεων. Σε τέτοια περίπτωση, κάθε υφιστάμενη ρύθμιση και, κατά συνέπεια, κάθε επίπτωσή της, ευνοϊκή ή δυσμενής για τα πρόσωπα στα οποία αφορά, διαρκεί ενόσω δεν διαφοροποιείται, κατά τη δυναμική που ενυπάρχει, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που παρέχει ο νόμος. Όπως παρατηρεί ο Δαγτόγλου σε ένα σημείο του αποσπάσματος που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες,

 

“η επιδίωξη δημόσιου συμφέροντος στους διαρκώς μεταβαλλόμενους και διεθνώς επηρεαζομένους όρους της οικονομικής κυρίως ζωής επιβάλλει την ευελιξία, προσαρμοστικότητα και δυνατότητα της διοίκησης να μεταβάλλει πορεία, όπου το κρίνει αναγκαίο”.[..]

 

Δεν έχουμε στην προκειμένη περίπτωση δήλωση ή παράσταση ή άλλη συμπεριφορά της διοίκησης προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και καμιά δέσμευσή της που θα ήταν δυνατό να δημιουργήσει ζήτημα αντιφατικής δράσης ή έννομης προσδοκίας ως στοιχείο της άποψης πως πάσχει η διοικητική ενέργεια κατά την αρχή της καλής πίστης. Ό,τι έχουμε είναι άσκηση εξουσίας προς διαφορετική ρύθμιση ορισμένης κατάστασης, όπως την παρέχει ο Νόμος[..]» 

 

Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι εξαγγελίες έκαστου Σχεδίου προς παροχή στεγαστικής οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες,   είναι αποτέλεσμα άσκησης εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου σύμφωνα με τα όσα το ίδιο το άρθρο 10 του Ν.46(Ι)/2005 προνοεί προς παροχή μιας τέτοιας βοήθειας ήτοι ότι αυτή παρέχεται σε οποιοδήποτε αιτητή ο οποίος ικανοποιεί τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους όρους που το Υπουργικό Συμβούλιο θέτει από καιρού εις καιρόν µε σχετικές Αποφάσεις του. Συνεπώς η όποια προσδοκία, την οποία η αιτήτρια επικαλείται, για μη τροποποίηση του υφιστάμενου Σχέδιου δεν περιορίζει ούτε αμβλύνει τις ευρείες εξουσίες που ο ίδιος ο Νομοθέτης απέδωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο για να επιβάλλει περιορισμούς, συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κριτήρια από καιρόν εις καιρόν.

 

Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης αποσκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία δίχως ωστόσο να υπερφαλαγγίζει την αναγκαιότητα για σύννομη λειτουργία της διοίκησης(βλ. O Lykos Services and Security SystemsPrivate Investigators Ltd και Άλλου ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 1/16, ημ. 20.7.21,  Δημοκρατία ν. Ανδρέου, Α.Ε. 60/12, ημ. 29.3.19Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191, 196). Συναφώς τονίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης δεν μεταβάλλει τις αρχές δικαίου που διέπουν την άσκηση των εξουσιών που εναποτίθενται σε διοικητικό όργανο, ούτε προεξοφλεί την άσκηση της εξουσίας η οποία παρέχεται (βλ.Vasiliou v. Republic (1982)3 C.L.R.220,Papadopoulou v. Republic (1984) 3 C.L.R. 332, Droussiotis v. C.B.C, (1984) 3 C.L.R. 546).

 

Τα πιο πάνω απαντούν και στον έτερο ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς το σκοπό του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα  Πρόσωπα Ν. 46(Ι)/2005 επειδή ως υποβάλλεται ο νομοθέτης αυτό που ήθελε να μετριάσει είναι  τις αρνητικές συνέπειες που είχε η τουρκική εισβολή σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα και επομένως το Υπουργικό Συμβούλιο επιβάλλοντας εισοδηματικά κριτήρια ενεργεί καθ΄ υπέρβαση, μεταβάλλοντας τον σκοπό του Νόμου. Δεν θα συμφωνήσω. Αρκεί να σημειωθεί, ως ήδη υποδείχθηκε, ότι το ίδιο άρθρο 10 (1) του Νόμου προβλέπει ότι η στεγαστική βοήθεια παρέχεται σε οποιοδήποτε αιτητή ο οποίος ικανοποιεί τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους όρους που το Υπουργικό Συμβούλιο θέτει από καιρού εις καιρόν με σχετικές Αποφάσεις του αναφορικά µε το κάθε ένα από τα εν λόγω σχέδια. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι παρέχεται η εξουσία από το νομοθέτη προς το Υπουργικό Συμβούλιο να καθορίσει εκείνα τα κριτήρια που εκάστοτε κρίνει αυτό αναγκαία, κριτήρια στα οποία σαφώς εντάσσονται και τα εισοδηματικά κριτήρια. Το δε γεγονός ότι τα εν λόγω στεγαστικά σχέδια απευθύνονται σε εκτοπισθέντες δεν αναιρεί την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να περιλάβει εκείνους τους όρους και κριτήρια που κρίνει απαραίτητα ώστε η εν λόγω χαριστική παροχή να παρέχεται στοχευμένα και με τρόπο που κατά την κρίση του εξυπηρετείται καλυτέρα το δημόσιο συμφέρον.

Ούτε και όμως με βρίσκει σύμφωνη ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας επειδή, ως διατείνεται, η προσβαλλόμενη απόφαση «θέτει την Αιτήτρια σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με άλλους αιτητές, οι οποίοι ανάλογα με το χρόνο υποβολής της αίτησής τους για συμπληρωματική βοήθεια, έτυχαν θετικής εξέτασης του αιτήματός τους, ενώ είχαν αρχικά κριθεί ως δικαιούχοι παροχής στεγαστικής βοήθειας κατά το διάστημα που ίσχυαν οι ίδιες προϋποθέσεις και κριτήρια με αυτά που ίσχυαν κατά την εξέταση και έγκριση της κύριας αίτησης της Αιτήτριας, κατά τη συμπλήρωση του εύλογου χρόνου, δηλαδή τα ισχύοντα κατά την 14.6.2012 κριτήρια».

 

Τούτο κατά πρώτον διότι, ως ήδη υποδείχθηκε, η διοίκηση σε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση προχώρησε σε επανεξέταση αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας για παροχή στεγαστικής βοήθειας ως μονήρης εφαρμόζοντας το καθεστώς που ίσχυε κατά τη συμπλήρωση της αίτησης της παραχωρώντας της την εκζητούμενη βοήθεια ως μονήρες άτομο συμφώνως με τα κριτήρια που ίσχυαν, ως το Δικαστήριο έκρινε, κατά τις 14.6.2012. Κατά δεύτερο διότι η αναθεώρηση των κριτηρίων ανά περιόδους όχι μόνο δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας αλλά συνάδει με το άρθρο 10 του Ν. 46(Ι)/2005 το οποίο παρέχει εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο προς αναθεώρηση των κριτηρίων από καιρόν εις καιρόν, ώστε η θέση της ότι η θέσπιση εισοδηματικών κριτηρίων σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο από το Υπουργικό Συμβούλιο προσβάλλει και την αρχή της ισότητας καθότι δημιουργεί αδικίες να καθίσταται αβάσιμη. Καθοριστικό παραμένει ότι είναι το έτος 2019 που η αιτήτρια με την επιστολή της ημερομηνίας 16.1.2019 ενημέρωσε ότι είχε αρραβωνιαστεί και ότι σκόπευε να νυμφευθεί τον Ιούλιο του 2019- όπερ και έγινε- έτος κατά το οποίο υπέβαλε και το αίτημα της για συμπληρωματική οικονομική βοήθεια που παραχωρείται σε ζευγάρια.

 

Έπεται ότι τα όσα η αιτήτρια αναφέρει σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που η ίδια φέρει και σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνουν παραβίαση της αρχής της ισότητας.

 

Άλλωστε η πλευρά της αιτήτριας δεν έχει υποδείξει οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που να τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες με  την αιτήτρια και η οποία να αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από τους καθ΄ων η αίτηση ούτως ώστε να προκύπτει, έστω στοιχειώδες, έρεισμα που να δικαιολογεί την προώθηση του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της ισότητας.

Πρόσθετα δε και αναφορικά με την έτερη αναφορά της αιτήτριας ότι η αξιολόγηση των αιτήσεων σε συνάρτηση με τα εισοδηματικά κριτήρια δεν αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την οικονομική εικόνα ενός πολίτη, σημειώνεται ότι μια τέτοια αναφορά ουδόλως επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί βασίμως ισχυρισμός περί παράβασης της αρχής της ισότητας. Εν πάση περιπτώσει αρκεί να υπομνησθεί, ως ορθά υποβάλλουν και οι καθ΄ων η αίτηση, ότι δυνάμει του Άρθρου 28 του Συντάγματος διασφαλίζεται η ισότητα έναντι αυθαιρέτων διακρίσεων, χωρίς να αποκλείονται εύλογες διακρίσεις, εδραζόμενες επί αντικειμενικών κριτηρίων, συνήθως, στην ιδιάζουσα φύση των πραγμάτων. Μια τέτοια δε διαφοροποίηση, ως έχει νομολογιακά κριθεί, θα πρέπει να εξετάζεται σε συσχετισμό με τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετεί και τις πραγματικότητες που ισχύουν στο συγκεκριμένο χρόνο (Δημοκρατία v Λακαταμίτη (2018) 3 Α.Α.Δ 676 (Παύλου v. Γενικού Εφόρου Εκλογών κ.ά. (1987) 1 C.L.R. 252, Σεργίδης v. Δημοκρατίας (1991) 1 Α.Α.Δ. 119, Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου v. Αντέννα Λτδ (2005) 3 Α.Α.Δ. 383).

 

Εν τη ελλείψη οποιασδήποτε συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας δεν διαβλέπω πώς ο καθορισμός εισοδηματικών κριτηρίων, ως αυτά καθοριζονται από καιρόν εις καιρόν, για σκοπούς εξέτασης αιτήσεως για παροχή στεγαστικής οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες, το οποίο συνιστά, μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια, ένα εύλογο και αντικειμενικό κριτήριο, καθολικώς εφαρμοζόμενο, παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Αντίθετη δε προσέγγιση, θα καθιστούσε το Σχέδιο μη λειτουργικό και δεν θα εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, δεδομένου ιδίως ότι τα σχέδια αυτά αφορούν χαριστική παροχή η οποία θα πρέπει να παρέχεται στοχευμένα και λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των δημοσιονομικών και οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους, οι οποίες δεν είναι απεριόριστες (Λακαταμίτης (ανωτέρω).

 

Επί τη βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνεται ότι ούτε ο ισχυρισμός περί ελλιπούς αιτιολογίας μπορεί να γίνει δεκτός. Στην απόφαση της Επιτροπής Στεγαστικής Βοήθειας ημερομηνίας 28.5.2020, το περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω, παρατίθενται με σαφή και επακριβή τρόπο οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος της αιτήτριας. Το ίδιο δε περιεχόμενο αποτυπώνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 10.7.2020 η οποία αποσταλήκε προς την ίδια την αιτήτρια. Καθοριστικό δε είναι ότι αυτοτελή λόγο απόρριψης αποτέλεσε ότι το ζεύγος δεν πληρούσε τα ισχυόντα εισοδηματικά κριτήρια αφού τα εισοδήματα του υπερέβαιναν το καθορισθέν όριο των €45.000. Η αιτήτρια η οποία έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης δεν κατόρθωσε να καταδείξει ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της τα ισχύοντα εισοδηματικά κριτήρια και ούτε και αμφισβήτησε ως εσφαλμένη τη διαπίστωση ότι τα εισοδήματα του ζεύγους υπερέβαιναν τα εισοδηματικά κριτήρια. Τουναντίον ως παρατηρώ και ως ήδη υποδείχθηκε τόσο το Σχέδιο που καταρτίστηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 6.11.2013 και το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος της όσο και το Σχέδιο που τέθηκε σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.7.2019 και το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος και λήψης απόφασης προέβλεπαν τα ίδια επακριβώς εισοδηματικά κριτήρια για την περίπτωση του ζεύγους ώστε να καθίσταται άνευ σημασίας ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη επειδή δεν προσδιορίστηκε ποια από τα δυο σχέδια εφαρμόστηκε. Άλλωστε η παραπομπή στο Σχέδιο ημερομηνίας 6.11.2013 ήταν ασφαλώς επωφελής για την αιτήτρια αφού, ως και ο κ. Χατζηπροδρόμου υποδεικνύει, τα νέα κριτήρια που εισήχθηκαν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.7.2019 πράγματι, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα καταγράφονται στο Σχετικό Σχέδιο, δεν περιλάμβαναν οποιαδήποτε πρόνοια, ως τα προηγούμενα Στεγαστικά Σχέδια, για δυνατότητα παροχής συμπληρωματικής βοήθειας.

 

Τελικώς η αιτήτρια διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη καθότι οι καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να ασκήσουν την αρμοδιότητα τους εντός ευλόγου χρόνου ένεκα της καθυστέρησης στην εξέταση της αρχικής της αίτησης, γεγονός που κατά την αιτήτρια «αλυσιδωτά οδήγησε στην μετά από παρέλευση 8 ετών δυνατότητα της Αιτήτριας να μπορεί να υποβάλει αίτημα για συμπληρωματική βοήθεια». Τούτη όμως η θέση ήτοι ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος σε συνάρτηση με το χρόνο εξέτασης της αρχικής αίτησης παραβλέπει ότι ήταν η ίδια η αιτήτρια που υπέβαλε το σχετικό αίτημα για συμπληρωματική βοήθεια με επιστολή της ημερομηνίας 16.1.2019, ημερομηνία κατά την οποία ενημέρωσε για πρώτη φορά ότι τέλεσε αρραβώνα και ότι επίκειτο να νυμφευθεί τον Ιούλιο του 2019. Περαιτέρω και αναφορικά δε με την ισχυριζόμενη από την αιτήτρια παράβαση εκ των καθ΄ων η αίτηση του άρθρου 10 του Ν.158(Ι)/99 λόγω της κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρησης στην εξέταση του επίμαχου αιτήματος της παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συναρτάται με οποιαδήποτε αναφορά σε τυχόν αλλαγή του νομικού καθεστώτος και δη αλλαγής των ισχυόντων κριτήριων η οποία να συνεπαγόταν το δυσμενή επηρεασμό της αιτήτριας. Αντιθέτως παρατηρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς αφού, ως υποδεικνύει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση με παραπομπή στο Σχέδιο ημερομηνίας 3.7.19, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης ήτοι στις 28.5.2020, η δυνατότητα για παροχή συμπληρωματικής βοήθειας είχε πλέον καταργηθεί  (Βασίλα και Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Στεγαστικής Βοήθειας κ.α (Υπόθεση αρ.426/18, ημερομηνίας 8/9/21). Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, όχι μόνο η προσφυγή, αλλά και κάθε εγειρόμενος λόγος ακύρωσης θα πρέπει να προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος για να είναι αποδεκτός (βλ. Περσεφόνη Κρασίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 174/2011, ημερ. 2.6.2017, Ηλία κ.α. v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884, Δημοκρατία v. China Wanbao Engineering Corporation (2000) 3 A.A.Δ. 406). Με δεδομένο δε ότι το αίτημα της αιτήτριας απορρίφθηκε για τον πρόσθετο και αυτοτελή λόγο ότι το ζεύγος δεν πληρούσε το καθορισθέν εισοδηματικό κριτήριο των €45000 αφού τα εισοδήματα του υπερέβαιναν το ποσό αυτό ώστε να μη δικαιούτο οποιαδήποτε βοήθεια καθώς και με δεδομένο ότι το εισοδηματικό τούτο κριτήριο προνοείτο τόσο στο Σχέδιο ημερομηνίας 6.11.2013 το οποίο ίσχυε κατά την υποβολή του αιτήματος όσο και στο Σχέδιο ημερομηνίας 3.7.2019 που ακολούθησε χρονικά, καθοριστικό παραμένει ότι ακόμα και σε περίπτωση ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης για το λόγο αυτό η αιτήτρια δεν θα είχε καμία ωφέλεια αφού ακόμη και σε περίπτωση επανεξέτασης το αίτημα της δεν θα μπορούσε εξ αυτού του λόγου να εγκριθεί (βλ. Κουσιάππα ν. Υπουργού Εσωτερικών (Υπόθεση αρ. 1574/17, ημερομηνίας 7.5.2019) Κκολού και Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων (Υπόθεση αρ. 365/18, ημερομηνίας 2/12/20).

 

Κατά συνέπεια, ουδείς λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1700 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

                       

 

   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 



[1] Υπενθυμίζεται, για σκοπούς κατανόησης, ότι τα κριτήρια ημερομηνίας 14.2.2012 τα οποία ήταν σε ισχύ και κατά τις 14.6.2012 εξαιρούσαν από τα εισοδηματικά κριτήρια, που είχαν εισαχθεί, τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν την έγκριση των εν λόγω κριτήριων, ως εν προκειμένω η αίτηση της αιτήτριας για στεγαστική βοήθεια ως μονήρης.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο