RAHANA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 204/2023, 11/5/2026
print
Τίτλος:
RAHANA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 204/2023, 11/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

Υπόθεση αρ. 204/2023

(i-justice)

                               11 Μαΐου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                    RAHANA

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                       και

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ου η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Κασσάνδρα Κουπαρή, δικηγόρος για την αιτήτρια.

Π. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

                            Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή- και μετά την απόσυρση του αιτητικού Β της Προσφυγής- η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 30.11.2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 11.1.2023.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, η αιτήτρια, υπήκοος Μπαγκλαντές, αφίχθηκε στις 21.3.2008 στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Στην αιτήτρια παραχωρήθηκε σχετική άδεια προσωρινής διαμονής μέχρι τις 21.3.2012 στη βάση του ίδιου καθεστώτος.

 

Σημειώνεται ότι στις 26.10.2009 η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με Πολωνό υπήκοο και στις 7.3.2012 παραχωρηθηκε στην αιτήτρια δελτίο διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης με ισχύ μέχρι τις 7.3.2017.Έκτοτε η ισχύς της άδειας διαμονής της ανανεώνετο στη βάση του ίδιου καθεστώτος, με την τελευταία να έχει ισχύ μέχρι την 30.3.2028.

Στις 30.11.2018 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Η πιο πάνω αίτηση της αιτήτριας για πολιτογράφηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 29.12.2022, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε, μετά από προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας και αφού προηγουμένως είχαν ληφθεί πληροφορίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

 

Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 11.1.2023 με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 30/11/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχετε αποδείξει ότι έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας στη Δημοκρατία

Κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης του καθ΄ου η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλεται από την πλευρά της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας, ελλιπούς αιτιολογίας και κακοπιστίας. Αποτελεί κύρια θέση της αιτήτριας επί της οποίας εδράζονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί ότι πεπλανημένα δεν λήφθηκε υπόψη ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της έχουν αγοράσει ιδιόκτητη κατοικία. Η αιτήτρια, συνεχίζει η κα Κουπαρή, μαζί με το σύζυγο της λαμβάνουν το ποσό των €2000 μηνιαίως και «εάν αφαιρεθεί η δόση δανείου το λογικό ποσό μηνιαίως για διαβίωση του ζευγαριού ανέρχεται στα 1165 ευρώ». Συνεπώς, καταλήγει η εισήγηση, είναι οξύμωρο να αναφέρεται ότι η αιτήτρια δεν έχει επαρκείς πόρους όταν «με βάση την υπηρεσία αφερεγγυότητας τα λογικά έξοδα διαβίωσης για νοικοκυριό δυο ατόμων είναι 1125,25 ευρώ.» Περαιτέρω η πλευρά της αιτήτριας διατείνεται ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς οι οποίοι ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €3940, δεδομένο που δεν λήφθηκε υπόψη και καθιστά την επίδικη κρίση αναιτιολόγητη.

 

Αντίθετα η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της. Επισημαίνει δε, η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση ότι η πολιτογράφηση αποτελεί εξουσία η όποια ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους και ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών είναι η ευρύτερη δυνατή, με μόνο περιορισμό την καλή πίστη και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας. Επί της ουσίας υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση ότι η αιτήτρια δεν διαθέτει σταθερούς και επαρκείς πόρους για τη διαβίωση της στη Δημοκρατία, υποστηρίζεται πλήρως απο το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Επί τούτου και μεταξύ άλλων σημειώνεται ότι η αιτήτρια ανεπίτρεπτα προσπαθεί δια της γραπτής της αγόρευσης να προσκομίσει μαρτυρία, ότι η επίκληση στα λογικά έξοδα διαβίωσης ειναι καθόλα άσχετη με τα επίδικα ζητήματα αφού ο καθ΄ου η αίτηση δεν ενήργησε υπό την ιδιότητα της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας καθώς και ότι τα λογικά έξοδα διαβίωσης λαμβάνονται υπόψη μόνο για σκοπούς των Προσωπικών Σχεδίων Αποπληρωμής και για την εξασφάλιση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών ως ορίζεται και στο άρθρο 8 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσωπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 52 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.105. Τελικώς υποβάλλεται ότι η αναφορά σε τραπεζικό λογαριασμό ύψους €3940 προβάλλεται κατά ανεπίτρεπτο τρόπο και συνιστά ισχυρισμό που δεν βρίσκει έρεισμα στα στοιχεία των φακέλων.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών  φακέλων της υπόθεσης.   

 

Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων, με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.116/20, ημερομηνίας 10/4/25) Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) ISSAE. EALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ.20). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης αφού η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ ετέρου της κυπριακής ιθαγένειας (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18).Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK  MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερομηνίας 27/9/23).  

 

Σχετικά είναι τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εδώ ενδιαφέρουν:

 

«Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης.»

Περαιτέρω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακά δοσμένες αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή της αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω και οι οποίοι είναι συναφείς και αλληλένδετοι, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.

 

Ειδικότερα όπως προκύπτει από το έντυπο που συμπληρώθηκε κατά την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας (ερυθρά 71-65 Τεκμηρίου 2) η αιτήτρια δήλωσε ότι έχει ιδιόκτητο σπίτι αξίας €100.000, ότι η ίδια εργάζεται ως καθαρίστρια με μηνιαίο μισθό €800 καθώς και ότι ο σύζυγος της εργάζεται στην ίδια εταιρεία ως πελεκάνος με μηνιαίες απολαβές που ανέρχονται στα €1200. Σε σχέση δε με την οικονομική της κατάσταση και τους οικονομικούς δεσμούς της στη Δημοκρατία η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν έχει ούτε ακίνητη ιδιοκτησία αλλά ούτε και επενδύσεις στη Δημοκρατία όπως δεν κατέχει ούτε και εισοδήματα ή περιουσία στο εξωτερικό. Αναφορικά με τυχόν καταθέσεις σε κυπριακές τράπεζες η αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρεί κατάθεση σε συγκεκριμένη τράπεζα ύψους €1940.

 

 

 

Εν προκειμένω όλες οι ανωτέρω καταγραφές και τα ενώπιον του καθ΄ου η αίτηση δεδομένα επιβεβαιώνουν με τρόπο αναντίλεκτο ότι υπήρξε επαρκές έρεισμα για την απορριπτική κατάληξη της αίτησης της αιτήτριας. Ειδικότερα, τα όσα επεξηγούνται με επάρκεια στην έκθεση της αρμόδιας λειτουργού (ερυθρά 85-80 Τεκμηρίου 2) η οποία εξετάζοντας όλα τα δεδομένα της περίπτωσης της αιτήτριας, υπέβαλε απορριπτική εισήγηση προς τον Υπουργό, υποστηρίζονται πλήρως από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και δη από τα όσα η ίδια η αιτήτρια δήλωσε κατά τη προσωπική της συνέντευξη, καταδεικνύοντας επακριβώς και με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να τύχει έγκρισης η αίτηση της αιτήτριας. Εν προκειμένω, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσια τα όσα η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε καταληκτικά στην απορριπτική της εισήγηση:

 

«Παρόλο που η αιτήτρια και ο σύζυγος της εργάζονται στη Δημοκρατία, δεν διαθέτουν σταθερούς και τακτικούς οικονομικούς πόρους, επαρκείς  για τη συντήρηση τους. Συγκεκριμένα η αιτήτρια εργάζεται ως καθαρίστρια με μηναίο εισόδημα €800 και ο σύζυγος της ως πελεκάνος με μηνιαίο εισόδημα €1,200. Πληρώνουν δόση δανείου στη τράπεζα €835 κάθε μηνά (ερ. 18-17 VOL II). Έχουν προσκομίσει δυο τραπεζικούς λογαριασμούς με υπόλοιπο €200 και €1,940 ( ερ.19, 36-34 VOL II)».

 

Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό ούτε και βεβαίως οτιδήποτε να παραγνωρίστηκε.

 

Η δε θέση της αιτήτριας ότι πεπλανημένα δεν λήφθηκε υπόψη ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της έχουν αγοράσει ιδιόκτητη κατοικία καταρρίπτεται ευθέως από το ίδιο το σημείωμα της λειτουργού, η οποία ρητώς σημειώνει (ερυθρό 83 Τεκμηρίου 2) ότι η αιτήτρια «διαμένει με το σύζυγο της σε ιδιόκτητο σπίτι στη Λεμεσό αξίας €100,000 από το 2015 μεχρι σήμερα. Πληρώνουν μηνιαία δόση δανείου €835».

 

Ούτε και όμως ευσταθεί η θέση της αιτήτριας ότι είναι εσφαλμένη η διαπίστωση του καθ΄ου η αίτηση περί μη ύπαρξης επαρκών οικονομικών πόρων για τη διαβίωση της αιτήτριας στη Δημοκρατία επειδή εάν, ως εισηγείται, «αφαιρεθεί η δόση δανείου το λογικό ποσό μηνιαίως για διαβίωση του ζευγαριού ανέρχεται στα 1165 ευρώ» ποσό το οποίο κατά την αιτήτρια υπερβαίνει «τα λογικά έξοδα διαβίωσης για νοικοκυριό δυο ατόμων» τα οποία ανέρχονται στα €1125,25 ευρώ με βάση την υπηρεσία αφερεγγυότητας.

Καθίσταται φανερό ότι οι συλλογισμοί και οι υπολογισμοί στους οποίους προβαίνει η αιτήτρια ουδόλως μπορούν να καταδείξουν πλάνη ή οποιοδήποτε σφάλμα και να κλονίσουν το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει την προσβαλλόμενη απόφαση. Ως δε ορθά υποδεικνύει και ο κ. Βασιλείου η επίκληση στα «λογικά έξοδα διαβίωσης», έννοια η οποία απαντάται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 και λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη για σκοπούς των εκεί ρυθμιζόμενων ζητημάτων, ως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 8 του εν λόγω Νόμου, ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο της παρούσας περίπτωσης και ουδόλως δύναται να προδεσμεύσει την κρίση του καθ΄ου η αίτηση κατά την εξέταση αιτήσεων πολιτογράφησης, η οποία εξουσία έγκειται -και τούτο δεν πρέπει να λησμονείται- στην ευρεία διακριτική εξουσία του Υπουργού και η οποία ασκείται ως έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος της με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ.124/21, ημερ. 10/12/25).

 

Ούτε και όμως διαπιστώνεται πλάνη, ως η αιτήτρια εσφαλμένα ισχυρίζεται, περί του ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι τραπεζικοί λογαριασμοί της αιτήτριας και του συζύγου της, οι οποίοι ως διατείνεται ανέρχονται συνολικά στα €3940. Ως δε υποδείχθηκε ανωτέρω, η αρμόδια λειτουργός διενήργησε ρητή μνεία στους τραπεζικούς λογαριασμούς της αιτήτριας και του συζύγου της, καταγράφοντας ρητώς, με παραπομπή σε σχετικά ερυθρά του διοικητικού φακέλου, ότι έχουν προσκομιστεί «δυο τραπεζικοί λογαριασμοί με υπόλοιπο €200 και €1,940» ώστε ξεκάθαρα να προκύπτει ότι αυτό αποτέλεσε δεδομένο που σαφώς λήφθηκε υπόψη. Μάλιστα τα εν λόγω ποσά και σε αντίθεση με τη γενική και παντελώς ατεκμηρίωτη θέση της αιτήτριας περί καταθέσεων ποσού ύψους €3940 επιβεβαιώνονται ευθέως ως ορθά και από τα ίδια τα αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών που προσκομίστηκαν από το ζεύγος, τα οποία ήταν ενώπιον του καθ΄ου η αίτηση (ερυθρά 36-34 Τεκμηρίου 2). Άλλωστε ήταν η ίδια η αιτήτρια ως αναντίλεκτα προκύπτει από το έντυπο προσωπικής συνέντευξης, που ερωτώμενη από τη λειτουργό αναφορικά με τις καταθέσεις της σε κυπριακές τράπεζες, δήλωσε ότι διατηρεί κατάθεση ύψους €1940 (ερυθρό 68 Τεκμηρίου 2).

 

 

Συνεπώς ουδέν τέθηκε, ως η υποχρέωση της αιτήτριας, που να μπορεί να καταδείξει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σφάλμα και να κλονίσει ως πεπλανημένη τη διαπίστωση του καθ΄ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για τη διαβίωση της στη Δημοκρατία. Αρκεί δε να σημειωθεί ότι οι πόροι διαβίωσης και συντήρησης του εκάστοτε αιτητή στη Δημοκρατία συνιστούν δεδομένα που εύλογα επιτρέπεται να συνεκτιμώνται κατά τη λήψη απόφασης για πολιτογράφηση καθότι καταδεικνύουν την οικονομική κατάσταση και τους εκάστοτε δεσμούς του αιτούντος με τη Δημοκρατία και αντανακλούν στα οικονομικά συμφέροντα του κράτους (Reyes και Κυπριακής Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18).

 

Επί της ουσίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην επίδικη κρίση και οι αιτιάσεις της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει ελλιπή αιτιολογία καθώς και ότι λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας. Τα όσα δε η αιτήτρια παραθέτει ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και το περιεχόμενο του οποίου σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου συμπληρώνει την αιτιολογία αφού καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou vRepublic (1982)3 C.L.R.220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 185Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).

 

Ούτε όμως-και παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αιτήτριας- δεν εντοπίζω οποιαδήποτε κατάχρηση ή κακοπιστία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού. Τουναντίον και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε, ως η υποχρέωση του, την ευρύτατη διακριτική του εξουσία με καλή πίστη και η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον του, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερ. 25.2.2025) Arakelian ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερ. 10.3.2025).

 

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.500 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση.

 

                                     Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο