ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 286/2017)
19 Μαΐου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
BIOLAND ENERGY LIMITED Αιτητές
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ
Καθ΄ ων η Αίτηση
Μ. Καραχάννα (κα), για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και για Χρύσω Σάββα Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές
Φ. Σωτηρίου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ' ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη κάθε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές δια επιστολής του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων («ο Διευθυντής»), ημερομηνίας 9.12.2016, και με την οποία βεβαιώθηκε σε αυτούς ως Εκ των Υστέρων Τελωνειακή Οφειλή το συνολικό ποσό των €127.845,89 (αντισταθμιστικός δασμός, δασμός αντιντάμπινγκ και Φ.Π.Α.), καθώς και χρηματική επιβάρυνση εκ €12.789,59 πλέον νόμιμος τόκος, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, η επίδικη απόφαση λήφθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση, επειδή οι τελευταίοι διαπίστωσαν, σύμφωνα με μαρτυρία που είχαν στην κατοχή τους, ότι οι αιτητές, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εισαγωγής και εμπορίας ηλιακών συλλεκτών/φωτοβολταϊκών, εισήγαγαν και έθεσαν σε κυκλοφορία στη Δημοκρατία, με δυο διασαφήσεις, ημερομηνίας 25.6.2014 και 15.10.2014 αντίστοιχα, 1384 τεμάχια ηλιακών συλλεκτών/φωτοβολταϊκών («τα εμπορεύματα»), που είχαν ως χώρα καταγωγής την Κίνα και όχι την Μαλαισία, όπως είχε δηλωθεί στις σχετικές διασαφήσεις, με αποτέλεσμα, ως αναφέρεται στην επίδικη Εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής, ημερομηνίας 18.8.2016, να μην έχει καταβληθεί από τους αιτητές αντισταθμιστικός δασμός, δασμός αντιντάμπινγκ και φόρος προστιθέμενης αξίας, που οι τελευταίοι όφειλαν να καταβάλουν.
Από σχετικούς ελέγχους που διενήργησε το Τμήμα Τελωνείων, προέκυψε ότι με τις δυο προαναφερθείσες διασαφήσεις, οι αιτητές είχαν εισαγάγει στη Δημοκρατία τα πιο πάνω εμπορεύματα, με σκοπό να τα διαθέσουν προς πώληση στην Κυπριακή αγορά. Πράγματι, αυτά τέθηκαν σε κυκλοφορία με την καταβολή φόρου προστιθέμενης αξίας εκ €14.284,20 και €17.167,83 αντίστοιχα, αφού προηγουμένως έγιναν αποδεκτά όλα τα σχετικά έγγραφα εισαγωγής και οι δηλώσεις διασαφήσεων που είχαν καταχωρήσει οι αιτητές για σκοπούς εκτελωνισμού, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος «Θησέας» (Theseas Declaration Information), αναγράφοντας ως χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων τη Μαλαισία. Ως εκ τούτου, ο σχετικός εισαγωγικός δασμός καταβλήθηκε με μειωμένο συντελεστή, εφόσον τα εν λόγω εμπορεύματα, λόγω ακριβώς της δηλωθείσας χώρας προέλευσής τους, ενέπιπταν σε καθεστώς προτιμησιακής μεταχείρισης.
Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, οι υπό του Τμήματος Τελωνείων προαναφερθέντες έλεγχοι διενεργήθηκαν στη βάση πληροφόρησης ημερομηνίας 14.5.2014, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF- Office Européen De Lutte Antifraude), ανεξάρτητης υπηρεσίας που λειτουργεί στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ενεργεί προς προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και της καταπολέμησης της απάτης και διαφθοράς, αναφορικά με τη χώρα προέλευσης των υπό αναφορά εμπορευμάτων. Συναφώς, σύμφωνα με τη σχετική πληροφόρηση, υπήρχαν σοβαρές υποψίες ότι χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Μαλαισία ως δηλωνόταν, με αποτέλεσμα να εκδίδονται πιστοποιητικά εσφαλμένης προέλευσης με σκοπό την αποφυγή καταβολής εισαγωγικών και αντισταθμιστικών δασμών. Μάλιστα, σε μεταγενέστερο στάδιο, η OLAF απέστειλε νέο έγγραφο, ημερομηνίας 8.7.2015, με το οποίο διαβίβασε τα ευρήματα της διερεύνησής της, σύμφωνα τα οποία τα υπό αναφορά εμπορεύματα Κινεζικής προέλευσης, μεταφορτώθηκαν μέσω της ελεύθερης βιομηχανικής ζώνης σε λιμάνι της Μαλαισίας και δηλώθηκαν ως Μαλαισιανά και εν συνεχεία εξήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.). Με την είσοδο των εμπορευμάτων στην εν λόγω ελεύθερη βιομηχανική ζώνη, εκδίδονταν νέα φορτωτικά έγγραφα, με σκοπό να υποστηριχθεί ότι η μεταφορά τους άρχιζε από τη Μαλαισία και όχι από την Κίνα. Η δε Κύπρος ήταν ένα από τα κράτη μέλη στα οποία είχαν αποσταλεί τέτοιου είδους εμπορεύματα με αποτέλεσμα, στα εν λόγω προϊόντα να μην επιβάλλονται οι προσήκοντες δασμοί, κατά παράβαση της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας.
Στη βάση της πιο πάνω πληροφόρησης, το Τμήμα Τελωνείων διενήργησε έλεγχο, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος «Θησέας», αναφορικά με τις εισαγωγές των υπό αναφορά εμπορευμάτων από τους αιτητές. Από τον εν λόγω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι τα σχετικά εμπορευματοκιβώτια, που τελωνίστηκαν με τις δυο προαναφερθείσες διασαφήσεις, δηλώθηκαν ότι είχαν ως χώρα καταγωγής τη Μαλαισία. Ως εκ τούτου, οι καθ’ ων η αίτηση, με σχετική επιστολή του ημερομηνίας 29.2.2016, ζήτησαν από τους αιτητές όπως προσκομίσουν στο Τμήμα Τελωνείων, εντός ορισμένης προθεσμίας, συγκεκριμένες διασαφήσεις εισαγωγής εμπορευμάτων, μαζί με τα συνοδευτικά τους έγγραφα, περιλαμβανομένων και των δυο επίδικων διασαφήσεων. Οι αιτητές ανταποκρίθηκαν και προσκόμισαν σειρά εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τις δυο προαναφερθείσες διασαφήσεις, ως τους είχε ζητηθεί.
Μετά το πέρας της διενεργηθείσας έρευνας, το Τμήμα Τελωνείων, αφού διαπίστωσε ότι στη βάση της ορθή δασμολογικής κατάταξης των υπό αναφορά εμπορευμάτων, επιβάλλεται σε αυτά αντισταθμιστικός δασμός με συντελεστή 11.5% και δασμός αντιντάμπινγκ με συντελεστή 53,4%, απέστειλε στους αιτητές επιστολή ημερομηνίας 30.3.2016, με την οποία τους πληροφορούσε για την ανακρίβεια των δηλωθέντων στοιχείων και δη ως προς τη δασμολογική ταξινόμηση και τη χώρα προέλευσης των εμπορευμάτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, παραχωρούνταν στους αιτητές το δικαίωμα ακρόασης επί των πιο πάνω, εντός 15 ημερών από τη λήψη αυτής. Συναφώς, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, ο διευθυντής των αιτητών, κ. Α. Μ., προσήλθε στα γραφεία του Τμήματος Τελωνείων αλλά αρνήθηκε να καταθέσει και να υπογράψει προτού συμβουλευθεί τον δικηγόρο του.
Τελικά, κατόπιν ολοκλήρωσης των σχετικών ερευνών, οι καθ’ ων η αίτηση, προέβησαν στις 18.8.2016 στην «Εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής Αρ. 239/16», κοινοποιώντας την απόφασή τους (παράρτημα 24 στην ένσταση) στους αιτητές. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, οι αιτητές όφειλαν στη Δημοκρατία αντισταθμιστικό δασμό, δασμό αντιντάμπινγκ και φόρο προστιθέμενης αξίας εκ €127.845,89 καθώς και χρηματική επιβάρυνση ύψους €12.784,59.
Οι αιτητές, με επιστολή τους ημερομηνίας 20.9.2016, ζήτησαν επανεξέταση και/ή αναθεώρηση της πιο πάνω απόφασης. Στο πλαίσιο δε εξέτασης του εν λόγω αιτήματος, πραγματοποιήθηκε συνάντηση λειτουργών των καθ’ ων η αίτηση με εκπροσώπους των αιτητών, κατά την οποία οι τελευταίοι έθεσαν τους δικούς τους ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, και για το ζήτημα της προέλευσης των εμπορευμάτων. Τελικά, με την επιστολή τους προς τους αιτητές, ημερομηνίας 9.12.2016, οι καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν αυτούς ότι το αίτημά τους για αναθεώρηση και/ή διαγραφή του προαναφερθέντος οφειλόμενου ποσού δεν έγινε αποδεκτό και επιβεβαιώθηκε η απόφαση για την επίδικη βεβαίωση τελωνειακής οφειλής.
Οι αιτητές αντέδρασαν και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησαν, στις 21.2.2017, την υπό κρίση προσφυγή.
Στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας τους, οι αιτητές προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι ενήργησαν καθόλα σύννομα και καλόπιστα, ακολουθώντας τα όσα η οικεία νομοθεσία επιτάσσει αναφορικά με την εισαγωγή και διάθεση των εμπορευμάτων στην αγορά, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης και/ή άγνοιας και/ή παράλειψης της ορθής ερμηνείας της νομοθεσίας. Ειδικότερα, κατά τη σχετική εισήγηση, οι αιτητές, ενεργώντας καλόπιστα, κατέβαλαν τη δέουσα επιμέλεια και/ή έπραξαν τα δέοντα αναφορικά με τη διαπίστωση της χώρας καταγωγής των εμπορευμάτων και, στη βάση όλων των στοιχείων που είχαν στη διάθεσή τους, δεν μπορούσε να είχε γίνει αντιληπτό και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι η χώρα καταγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Μαλαισία. Τήρησαν δε αυτοί όλες τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις τους και, εν τέλει, αδίκως και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς τη Διοίκηση, κλήθηκαν να καταβάλουν την εκ των υστέρων τελωνειακή οφειλή και τη χρηματική επιβάρυνση. Συναφώς, προβάλλεται ότι εσφαλμένα οι καθ’ ων παρέλειψαν να ενημερώσουν το εθνικό δασμολόγιο «Θησέας».
Περαιτέρω, δεδομένου του χρόνου που παρήλθε από την εισαγωγή και εκτελώνιση των εμπορευμάτων μέχρι και την λήψη της επίδικης απόφασης, προβάλλεται ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, προκλήθηκε δε ζημία στους αιτητές, για την οποία αυτοί ουδόλως ευθύνονται και ούτε οποιαδήποτε εμπλοκή είχαν στις όποιες παρατυπίες των σχετικών πιστοποιητικών.
Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας τους, οι αιτητές αναφέρονται εκτενώς στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos Ltd v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 743/2010, ημερ. 27.9.2012.
Επιπρόσθετα, εγείρεται και ο ισχυρισμός περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης, της οποίας ο δικαστικός έλεγχος καθίσταται ανέφικτος.
Έτερος λόγος ακύρωσης έγκειται στον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, ιδιαίτερα ως προς την καλή πίστη των αιτητών, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση παραβίαση της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Επ’ αυτού, η πλευρά των αιτητών προβάλλει μεταξύ άλλων ότι η Διοίκηση επέδειξε ασυνεπή και αντιφατική συμπεριφορά εις βάρος των αιτητών, ενώ υπήρξε εν προκειμένω και υπέρμετρη καθυστέρηση της Διοίκησης στην έκδοση της επίδικης διοικητικής πράξης, εφόσον, ως αναφέρεται στη γραπτή τους αγόρευση, η εκ των υστερών βεβαίωση τελωνειακής οφειλής εκδόθηκε από τη Διοίκηση δυόμισι περίπου χρόνια μετά τα ισχυριζόμενα από τους καθ’ ων η αίτηση γεγονότα.
Περαιτέρω, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι η προβαλλόμενη απόφαση συνιστά υπέρβαση και/ή πλημμελή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, εφόσον οι τελευταίοι «μπορούσαν και/ή είχαν τη δυνατότητα επιβολής διαφορετικών μέτρων και/ή να υποδείξουν στους αιτητές άλλους τρόπους ενέργειας» και, τέλος, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι εκπρόθεσμη, καθότι λήφθηκε εκτός των ορίων και/ή μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας για διεξαγωγή έρευνας.
Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, συμπληρώνεται δε η αιτιολογία από τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, λήφθηκε ορθά και νόμιμα και μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, ενώ ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Περαιτέρω, ούτε η αρχή της καλής πίστης ούτε και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης παραβιάστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα και με τα όσα προβάλλονται και στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, οι καθ’ ων η αίτηση μετά από δέουσα έρευνα και σε συνεργασία με την OLAF, διαπίστωσαν ότι χώρα προέλευσης των υπό αναφορά εμπορευμάτων ήταν η Κίνα και όχι η Μαλαισία, με αποτέλεσμα, ορθώς και προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να εφαρμοστούν οι διατάξεις του Νόμου από τους καθ’ ων η αίτηση και να ληφθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Προς επεξήγηση του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου και της πρακτικής που ακολουθείται στις περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι, σύμφωνα με την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, επιβάλλονται, με επιμέρους Κανονισμούς, πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί αντιντάμπινγκ σε συγκεκριμένα προϊόντα, συγκεκριμένης χώρας καταγωγής, τα οποία τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε τέτοιος δασμός εισπράττεται ανεξάρτητα από τους τελωνειακούς δασμούς, τους φόρους και επιβαρύνσεις που επιβάλλονται συνήθως στις εισαγωγές.
Οι διατάξεις των Κοινοτικών Κανονισμών, ως αυτών της παρούσας περίπτωσης, αναφορικά με εισαγωγικούς δασμούς και άλλα δασμολογικά μέτρα και περιορισμούς που σχετίζονται με τα εισαγόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγαθά, καταχωρούνται στο ηλεκτρονικό δασμολόγιο της Ένωσης, με την ονομασία “TARIC”, το περιεχόμενο του οποίου, δυνάμει έτερου Κοινοτικού Κανονισμού (Κανονισμός (ΕΟΚ) αρ. 2658/87), είναι δεσμευτικό για όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και, ειδικότερα όσον αφορά στη Δημοκρατία, δυνάμει και των διατάξεων του Νόμου.
Περαιτέρω, η κα Σωτηρίου τονίζει την άρρηκτη διασύνδεση της κοινοτικής νομοθεσίας με την ημεδαπή αναφορικά με το επίδικο ζήτημα της εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και άλλης τελωνειακής οφειλής. Υπεραμυνόμενη δε της νομιμότητας των ενεργειών της Διοίκησης, προβάλλει ότι το άρθρο 48 του Νόμου ξεκάθαρα παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα διενέργειας εκ των υστέρων ελέγχων από το Τμήμα Τελωνείων και την εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής οφειλής. Τονίζει δε ότι από το περιεχόμενο των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 48, προκύπτει ότι δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση μιας τέτοιας βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής η οποιαδήποτε γνώση και/ή εμπλοκή και/ή ανάμειξη των αιτητών στην παρατυπία που διαπιστώθηκε και δη στην αναληθή δήλωση σε σχέση με τα πιστοποιητικά καταγωγής των εμπορευμάτων που έφεραν ως χώρα καταγωγής αυτών την Μαλαισία και όχι την Κίνα. Σε κάθε δε περίπτωση, τονίζει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε αμέλεια και/ή παράλειψη εκ μέρους της Διοίκησης, ούτως ώστε να στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και να τυγχάνει εφαρμογής η προαναφερθείσα ακυρωτική δικαστική απόφαση στην Panipsos, ανωτέρω.
Αντιθέτως, συνεχίζει η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση με αναφορά σε σχετική νομολογία, δεδομένου ότι η επιβολή και είσπραξη δασμών και φόρων συνιστά θέμα δημοσίου συμφέροντος, αποτελεί υποχρέωση της αρμόδιας αρχής η είσπραξη των ποσών αυτών, ανεξαρτήτως ύπαρξης πρόθεσης ή αμέλειας εκ μέρους του εμπορευόμενου. Η δε κρίση της Διοίκησης σε θέματα τεχνικά, ως αυτό της δασμολογικής κατάταξης εμπορευμάτων, είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη και η επέμβαση του Δικαστηρίου χωρεί μόνον όπου εντοπίζεται υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης ή πλάνη.
Σε καμία δε περίπτωση δεν υπήρξε καθυστέρηση στη λήψη της απόφασης, η οποία, σύμφωνα και με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει το θέμα, ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκπρόθεσμη, ενώ ούτε και η ευθύνη για την υποβολή λανθασμένης διασάφησης μπορεί να αποδοθεί στο μηχανογραφημένο σύστημα «Θησέας», αλλά αυτή ήταν το αποτέλεσμα των λανθασμένων πιστοποιητικών που είχαν προσκομιστεί. Συνεπώς, κατά τη σχετική εισήγηση, ούτε και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου μπορούν να έχουν έρεισμα.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, η κα Σωτηρίου, προς υποστήριξη των θέσεων και των ισχυρισμών της, αναφέρθηκε εκτενώς στην, άμεσα σχετική με το υπό συζήτηση θέμα, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Panipsos Ltd, Α.Ε. 227/2012, ημερ. 15.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:C6, η οποία και ανέτρεψε την προαναφερθείσα πρωτόδικη απόφαση[1].
Το παρόν Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 14.2.2020, απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την επίδικη απόφαση βεβαίωσης της εκ των υστέρων τελωνειακής οφειλής.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με την απόφασή του ημερομηνίας 18.7.2025[2], χωρίς να κρίνει την ουσία και χωρίς να αποφασίζει οτιδήποτε για την επίδικη πράξη, παρέπεμψε την υπόθεση στον παρόν Δικαστήριο προς επανεκδίκαση «με βάση τα δικόγραφα», προκειμένου να αποφασιστεί το ζήτημα του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος στην υπό κρίση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα («ο παλαιός Κανονισμός») ή οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 για τη Θέσπιση του Ενωσιακού Τελεωνειακού Κώδικα («ο νέος Κανονισμός»), ο οποίος κατήργησε, από 1.5.2016, τον παλαιό Κανονισμό.
Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, το Δικαστήριο τούτο έδωσε οδηγίες στους συνηγόρους των δυο πλευρών για καταχώρηση συμπληρωματικών γραπτών αγορεύσεων αναφορικά και μόνον ως προς το θέμα του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος στην υπό κρίση περίπτωση. Με τις καταχωρηθείσες αγορεύσεις τους, οι δυο πλευρές συμφώνησαν ότι εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του παλαιού Κανονισμού. Αυτή ήταν εξ’ αρχής και η προσέγγιση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, ως ρητά αναφέρεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, «έκρινε την υπόθεση με βάση τον παλαιό Κανονισμό». Τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο (Ν. 94(Ι)/2004), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και με εκτενή αναφορά στον παλαιό Κανονισμό και στην απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos, ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο ανέφερε και τα εξής στην απόφασή του, απορρίπτοντας την προσφυγή (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):
«Θα πρέπει εξ’ αρχής να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τη διαχρονική, και δεσμευτική για τα εθνικά δικαστήρια, νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), αναγνωρίζεται η δυνατότητα των Τελωνειακών Αρχών να διενεργούν εκ των υστέρων ελέγχους, ακόμα και με την πραγματοποίηση κοινοτικής αποστολής ελέγχου, προς επαλήθευση της αληθούς καταγωγής των εμπορευμάτων, ως έγινε εν προκειμένω με την εμπλοκή της OLAF, και, αναλόγως, τη δυνατότητα επιβολής εκ των υστέρων δασμών (βλ. C-153/94 και C-204/94 The Queen and Commissioners of Customs & Excise v. Faroe Seafood Co Ltd, Foroya Fiskasola L/F, 14.5.1996 (σκέψη 16)). Αυτό εξάλλου επισημάνθηκε και στην, δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos, ανωτέρω, όπου λέχθηκε επίσης ότι «η είσπραξη των δασμών, που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία, αποτελεί ζήτημα που σχετίζεται με τα κρατικά έσοδα. Σε περίπτωση δε ανακριβών δηλώσεων, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής οφείλουν, καταρχήν, να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που δεν εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή (C-12/92 Edmond Huygen, 7.12.1993), όπως η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει και υιοθετεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσφάτως δε επαναλήφθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Οικονομικών δια του Τμήματος Τελωνείων ν. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, Α.Ε. Αρ. 197/2010, 12.9.2016» (βλ. και Ανδρέας Αυξεντίου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ. 509).
Σε συμβατότητα με τα πιο πάνω βρίσκονται και οι διατάξεις του άρθρου 48 του Νόμου, όπου προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας εκ των υστέρων ελέγχων από το Τμήμα Τελωνείων. Το εν λόγω άρθρο, με πλαγιότιτλο «Εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής οφειλής και άλλης τελωνειακής οφειλής», προβλέπει, στα εδάφια (1) και (2) αυτού, τα εξής:
«(1) Επιπρόσθετα από οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή στη σχετική Κοινοτική Νομοθεσία, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει διασάφηση που απαιτείται σύμφωνα με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία ή δεν τηρεί τα αναγκαία αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία ούτε παρέχει τις αναγκαίες διευκολύνσεις για επαλήθευση των στοιχείων της διασάφησης, ή όταν ο Διευθυντής κρίνει ότι η διασάφηση που υποβλήθηκε είναι ελλιπής ή ότι περιέχει σφάλματα ή όταν ελλείπουν τα ενισχυτικά προς υποστήριξη αυτής έγγραφα, τότε ο Διευθυντής δύναται να βεβαιώσει το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή και της άλλης τελωνειακής οφειλής ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του και στη συνέχεια να το κοινοποιήσει στο πρόσωπο αυτό.
(2) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί ή αρνείται ή παραλείπει να εφαρμόσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και λόγω της αμέλειας ή άρνησης ή παράλειψής του προκύπτει ποσό οφειλόμενο, τότε ο Διευθυντής δύναται ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του να βεβαιώσει το οφειλόμενο ποσό και το κοινοποιεί στο πρόσωπο αυτό.».
Σύμφωνα δε με το σχετικό ορισμό που προβλέπεται στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου-
«άλλη νοµοθεσία» σηµαίνει την Κυπριακή ή Κοινοτική Νοµοθεσία που εκάστοτε τελεί σε ισχύ και για την οποία το Τµήµα Τελωνείων έχει εξουσιοδότηση ή και ευθύνη εφαρµογής των διατάξεών της και περιλαµβάνει αρµοδιότητα που παραχωρήθηκε, εξαιρουµένης της τελωνειακής νοµοθεσίας·».
Είναι λοιπόν σαφής η άρρηκτη διασύνδεση της Κοινοτικής με την ημεδαπή νομοθεσία και στο επίδικο ζήτημα της εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και άλλης τελωνειακής οφειλής, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης ρητά επιτάσσει τη συμμόρφωση και με τις διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου κατά την υποβολή διασάφησης. Ως έχει δε ήδη αναπτυχθεί πιο πάνω, παρέχεται στον Διευθυντή η εξουσία, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις σχετικές πρόνοιες, να βεβαιώσει το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή και της άλλης τελωνειακής οφειλής, ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του.
Από την άλλη, στο άρθρο 220(2)(β) του Κανονισμού κατοχυρώνεται η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του υπόχρεου σε σχέση με το βάσιμο του συνόλου των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για την έκδοση της απόφασης, ως προς την αναγκαιότητα ή μη της εκ των υστέρων βεβαίωσης των τελωνειακών δασμών. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη-
«Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 217 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων καταλογισμός όταν:
[…]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση.
Όταν το προτιμησιακό καθεστώς ενός εμπορεύματος θεσπίζεται βάσει συστήματος διοικητικής συνεργασίας με τη συμμετοχή των αρχών τρίτης χώρας, η χορήγηση πιστοποιητικού από τις εν λόγω αρχές, εφόσον αυτό αποδειχθεί ανακριβές, συνιστά σφάλμα το οποίο δεν όφειλε ευλόγως να έχει γίνει αντιληπτό κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου.
Η έκδοση ανακριβούς πιστοποιητικού, ωστόσο, δεν συνιστά σφάλμα εάν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα, εκτός εάν, ιδίως, είναι προφανές ότι οι αρμόδιες για την έκδοσή του αρχές γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους προκειμένου να επωφεληθούν προτιμησιακής μεταχείρισης.
Ο υπόχρεος μπορεί να επικαλεστεί την καλή του πίστη εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι, κατά την περίοδο των συγκεκριμένων εμπορικών πράξεων, κατέβαλε κάθε επιμέλεια ώστε να εξακριβωθεί ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την προτιμησιακή μεταχείριση.
Ο υπόχρεος δεν μπορεί, ωστόσο, να επικαλεστεί την καλή του πίστη εάν η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανακοίνωση στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος από τη δικαιούχο χώρα·».
Κατά τους ισχυρισμούς της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών, οι τελευταίοι όχι μόνο ενήργησαν καλόπιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της εισαγωγής και κατά τη διάρκεια της υπό των καθ’ ων η αίτηση διενεργηθείσας έρευνας, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, συνεργαζόμενοι πλήρως με τους καθ’ ων η αίτηση και παρέχοντας σε αυτούς κάθε δυνατή βοήθεια προς διεκπεραίωση των ερευνών τους. Κατά τη σχετική εισήγηση, δεν μπορούσαν οι αιτητές υπό τις περιστάσεις να γνωρίζουν για τη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων και ούτε είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη και/ή εμπλοκή στην όποια παρατυπία διαπιστώθηκε στο πλαίσιο των ερευνών που διενεργήθηκαν αναφορικά με τη χώρα καταγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων. Από την άλλη όμως, συνεχίζει, η αποδέσμευση των εμπορευμάτων εκ μέρους των τελωνειακών αρχών είχε ήδη δημιουργήσει μια ευνοϊκή κατάσταση για τους αιτητές, η οποία ακολούθως, και μάλιστα καθυστερημένα, ανετράπη, με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου και της χρηστής διοίκησης. Μάλιστα, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης διασάφησης, είχε μεσολαβήσει αρκετός χρόνος, κατά τον οποίο, αν οι καθ’ ων η αίτηση είχαν εντοπίσει το σφάλμα ως προς τη χώρα καταγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων, οι αιτητές δεν θα προχωρούσαν στην διενέργεια της δεύτερης συναλλαγής, καταβάλλοντας πρόσθετο φόρο. Προς επίρρωση της σχετικής επιχειρηματολογίας γίνεται εκτενής αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση στην PANIPSOS, ανωτέρω.
Ωστόσο, υπό το φως των ευρημάτων της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos, ανωτέρω, όπου, με αναφορά και σε νομολογία του Δ.Ε.Ε., εξετάστηκε το ίδιο νομικό ζήτημα και τα γεγονότα ήσαν παρόμοια με αυτά της παρούσας, κρίνω ότι οι υπό των αιτητών προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να έχουν έρεισμα. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Panipsos:
«Η θέση της εφεσίβλητης, ότι η αποδέσμευση των εμπορευμάτων εκ μέρους των τελωνειακών αρχών-εφεσειόντων, είχε δημιουργήσει ευνοϊκή κατάσταση για την ίδια δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του ΔΕΕ.
Προστασία παρέχεται στον υπόχρεο κάτω από την πλήρωση των αναγκαίων όρων, C-173/06 Agrover, 18.10.2007 και ιδιαιτέρως:
«.μόνον αν το έρεισμα της δικαιολογημένης αυτής εμπιστοσύνης το δημιούργησαν «οι ίδιες» οι αρμόδιες αρχές. Έτσι, μόνον τα σφάλματα που μπορούν να καταλογιστούν σε ενεργή συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών γεννούν δικαίωμα για τη μη εκ των υστέρων επιβολή των δασμών». (σκέψη 31)
Η αρχική αποδοχή εκ μέρους των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους εισαγωγής, της αναγραφόμενης επί του πιστοποιητικού καταγωγής του προϊόντος, δεν συνιστά «σφάλμα των αρμοδίων αρχών». C-153/94 και C-204/94 (σκέψεις 94, 97).
Ο υπόχρεος, η εφεσίβλητη εν προκειμένω, δεν «.μπορεί να στηρίζει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την εγκυρότητα πιστοποιητικών στο γεγονός ότι έγιναν αρχικά δεκτά από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, δεδομένου ότι ο ρόλος των αρχών αυτών, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής αποδοχής των διασαφήσεων, ουδόλως αποτελεί εμπόδιο για τη διενέργεια μεταγενεστέρων ελέγχων (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, 98/83 και 230/83, Van Gend & Loos και Expeditiebedrijf Wim Bosman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3763, σκέψη 20)» (C-153/94 και C-204/94 (ανωτέρω) (σκέψη 93)).
Οι πρόνοιες του άρθρου 220(β) του Κανονισμού επανεξετάσθηκαν στην σχετικά πρόσφατη απόφαση C-47/16 Valsts ieņēmumu dienests, 16.3.2017, με την οποία συνοψίστηκε και επαναλήφθηκε νομολογία του ΔΕΕ. Στα πλαίσια ένδικης διαφοράς μεταξύ της Λεττονικής Φορολογικής Αρχής και της εταιρείας εισαγωγής των προϊόντων, σχετικά με την επιβολή εισαγωγικών δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας, στο πλαίσιο εκ των υστέρων ελέγχου μιας τελωνειακής διασαφήσεως, το Δικαστήριο απαντώντας στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του, ερμηνεύοντας το άρθρο 220(2)(β), έκρινε ότι:
«(1) Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο εισαγωγέας μπορεί να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, βάσει της διατάξεως αυτής, προκειμένου να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών, προβάλλοντας ότι τελούσε σε καλή πίστη, μόνον εφόσον συντρέχουν τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις. Καταρχάς, η μη είσπραξη των δασμών αυτών πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των αρμόδιων αρχών, έπειτα, το σφάλμα αυτό πρέπει να είναι τέτοιο που να μην μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη και, τέλος, ο οφειλέτης αυτός πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή του διασάφηση. Δεν υφίσταται τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ιδίως σε περίπτωση που ο εισαγωγέας, μολονότι είχε προφανείς λόγους ώστε να αμφιβάλλει για την ορθότητα ενός πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A», δεν αναζήτησε πληροφορίες, εντός των ορίων των δυνατοτήτων του, για τις περιστάσεις της εκδόσεως του πιστοποιητικού αυτού προκειμένου να ελέγξει αν οι αμφιβολίες αυτές ήταν δικαιολογημένες. Μια τέτοια υποχρέωση δεν σημαίνει πάντως ότι ο εισαγωγέας οφείλει γενικώς να ελέγχει κατά τρόπο συστηματικό τις περιστάσεις της εκδόσεως, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, ενός πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A». Είναι έργο του αιτούντος δικαστηρίου να εκτιμήσει, με βάση το σύνολο των συγκεκριμένων στοιχείων της διαφοράς της κύριας δίκης, αν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν εν προκειμένω.
(2) Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2700/2000, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, είναι δυνατόν να συναχθεί από τα στοιχεία μιας εκθέσεως της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ότι ο εισαγωγέας δεν μπορεί βασίμως να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του, βάσει της διατάξεως αυτής, προκειμένου να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών. Στο μέτρο όμως που μια τέτοια έκθεση περιέχει μόνο γενική περιγραφή της συγκεκριμένης περιπτώσεως, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει, η έκθεση αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται όντως από κάθε άποψη, ιδίως όσον αφορά την κρίσιμη συμπεριφορά του εξαγωγέα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, απόκειται καταρχήν στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να αποδείξουν, με πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, ότι η έκδοση, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, ενός ανακριβούς πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A» οφείλεται στην ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα. Πάντως, όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής αδυνατούν να παράσχουν την εν λόγω απόδειξη, απόκειται, ενδεχομένως, στον εισαγωγέα να αποδείξει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό βασίστηκε σε ορθή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα.»
Προκύπτει εκ των ανωτέρω, ότι επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βάσει της διάταξης του άρθρου 220(2), προϋποθέτει την πλήρωση τριών προϋποθέσεων ή κριτηρίων τα οποία πρέπει σωρευτικά να συντρέχουν:
- Η μη είσπραξη των δασμών πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των αρμόδιων αρχών.
- Το διαπραχθέν από τις αρχές αυτές σφάλμα πρέπει να είναι τέτοιο που να μην μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη και τέλος
- ο οφειλέτης πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την τελωνειακή του διασάφηση (βλ., μεταξύ άλλων, Agrover (ανωτέρω), σκέψη 35 και C-409/10 Afasia Knits Deutschland, 15.12.2011, σκέψη 47).
Οι προϋποθέσεις αυτές, επιμερίζουν, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, τον κίνδυνο από σφάλματα ή παρατυπίες της τελωνειακής διασάφησης, με βάση τη συμπεριφορά και την επιμέλεια καθενός εκ των εμπλεκομένων: των αρμόδιων αρχών του κράτους εξαγωγής και του κράτους εισαγωγής, του εξαγωγέα και του εισαγωγέα.
Στη Valsts (ανωτέρω) με ιδιαίτερη λεπτομέρεια αναλύονται οι συμπεριφορές εκάστου των εμπλεκομένων ώστε το εθνικό Δικαστήριο να εκτιμήσει αν συντρέχουν οι τρεις ανωτέρω προϋποθέσεις:
«32. Αν αποδειχθεί ότι η πλημμέλεια του πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A» οφείλεται σε πταίσμα του εξαγωγέα και ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους εξαγωγής δεν μπορούσαν ούτε όφειλαν να αντιληφθούν το γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τους απαιτούμενους όρους ώστε να τύχουν προτιμησιακής μεταχειρίσεως, ο εισαγωγέας πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της προσκομίσεως, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, ενός εμπορικού εγγράφου το οποίο αποδεικνύεται αναληθές, με συνέπεια ο εισαγωγέας αυτός να μην μπορεί, σε μια τέτοια περίπτωση, να εμποδίσει την εκ των υστέρων είσπραξη των τελωνειακών δασμών (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1996, Faroe Seafood κ.λπ., C‑153/94 και C‑204/94, σκέψη 92, και της 14ης Νοεμβρίου 2002, Ilumitrónica, C‑251/00, σκέψη 43).
33. Επομένως, σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής εσφαλμένως χορήγησαν πιστοποιητικό καταγωγής «τύπου A», το δε σφάλμα αυτό αποτελεί συνέπεια των ανακριβών στοιχείων τα οποία υποβλήθηκαν στις αρχές αυτές από τον εξαγωγέα, ιδίως όσον αφορά την πραγματική προέλευση του κόστους ή την αξία των εξαρτημάτων από τα οποία αποτελούνται τα επίμαχα εμπορεύματα, ο εισαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, κατά τη διάταξη αυτή, προκειμένου να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών, προβάλλοντας ότι τελούσε σε καλή πίστη, εκτός αν είναι πρόδηλο ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι τα οικεία εμπορεύματα δεν πληρούσαν τους απαιτούμενους όρους ώστε να τύχουν προτιμησιακής μεταχειρίσεως, πράγμα το οποίο απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει.
34. Πρέπει, δεύτερον, να κριθεί αν ο εισαγωγέας μπορεί να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα, προκειμένου να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών, προβάλλοντας ότι τελούσε σε καλή πίστη, μολονότι δεν προέβη σε επαλήθευση των περιστάσεων που οδήγησαν στην έκδοση, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, του πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A», όπως είναι τα πιστοποιητικά των εξαρτημάτων από τα οποία αποτελούνται τα εμπορεύματα ή ο ρόλος του εξαγωγέα στην κατασκευή τους.
35. [.]
36. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, έστω και αν, εν προκειμένω, το σφάλμα έπρεπε να ανάγεται σε ενεργό συμπεριφορά των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής, θα χρειαζόταν πάντως επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, μεταξύ άλλων, να πρόκειται για σφάλμα τέτοιας φύσεως ώστε να μην μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη, παρά την επαγγελματική του πείρα και την επιμέλεια την οποία όφειλε να επιδείξει (βλ., ιδίως, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, Ilumitrónica, C‑251/00, σκέψη 38).
Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια από τον εισαγωγέα, εφεσίβλητη, εξακρίβωσης ή επιβεβαίωσης της πραγματικής καταγωγής των εμπορευμάτων. Η εφεσίβλητη αρκέστηκε να προτάξει το γεγονός ότι, από την ιστοσελίδα της εξαγωγικής εταιρείας, ανεγράφετο ότι είχε τις εγκαταστάσεις της στη Μαλαισία. Κανένα άλλο στοιχείο του φακέλου ή εκ των όσων αντέταξε η εφεσίβλητη, παραπέμπει ότι όντως η ίδια η εφεσίβλητη έλαβε τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να προφυλαχθεί από τον κίνδυνο μιας εκ των υστέρων είσπραξης των εισαγωγικών δασμών ή επικοινώνησε ή τέθηκε ερώτημα προς αυτή την κατεύθυνση, προς το Τμήμα Τελωνείων της Δημοκρατίας, για περαιτέρω διερεύνηση.
Σχετική επί του τελευταίου η απόφαση της Επιτροπής, ημερ. 30.11.2012, Commission Decision C(2012) 8694, «finding that it is justified to waive post-clearance entry in the accounts in a particular case (REC 01/2011)», τα γεγονότα της οποίας οδήγησαν σε δικαίωση του αιτητή ο οποίος, όπως διαπιστώθηκε, ενήργησε καλή τη πίστη. Στην εν λόγω περίπτωση διεφάνη σφάλμα της χώρας εξαγωγής, ο δε εισαγωγέας αποδεδειγμένα είχε δράσει καλόπιστα: πριν τη συμφωνία με τον προμηθευτή για την αγορά εμπορευμάτων έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα προς εξασφάλιση της προνομιακής κατάταξης των εμπορευμάτων στη βάση κατάλληλων εγγράφων, όπως και έλαβε υπόψη του και άλλους παράγοντες: τον υπολογισμό κόστους και των εργατικών του προϊόντος, ενώ εν τω μεταξύ, βρισκόταν σε επικοινωνία με τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής.
Για να προφυλαχθεί λοιπόν ο οφειλέτης δασμών από τους ανάλογους κινδύνους, θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, Vαlsts (ανωτέρω):
37. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι απόκειται στους επιχειρηματίες, εφόσον έχουν αμφιβολίες ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων η παράβαση των οποίων μπορεί να έχει ως συνέπεια τη γένεση τελωνειακής οφειλής ή ως προς τον καθορισμό της καταγωγής του εμπορεύματος, να ενημερώνονται και να αναζητούν όλες τις δυνατές διευκρινίσεις προκειμένου να εξακριβώσουν αν ευσταθούν οι αμφιβολίες αυτές (βλ. υπ' αυτήν την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1996, Faroe Seafood κ.λπ., C‑153/94 και C‑204/94, EU:C:1996:198, σκέψη 100, και της 11ης Νοεμβρίου 1999, Söhl & Söhlke, C‑48/98, σκέψη 58).
38. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι απόκειται στους επιχειρηματίες να λαμβάνουν, στο πλαίσιο των συμβατικών τους σχέσεων, τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να προφυλαχθούν από τους κινδύνους ενός εις βάρος τους μέτρου εκ των υστέρων εισπράξεως και ότι ένα τέτοιο προληπτικό μέτρο μπορεί ιδίως να συνίσταται στην εκ μέρους του οφειλέτη απόκτηση από τον αντισυμβαλλόμενο, επ' ευκαιρία ή κατόπιν της συνάψεως της συμβάσεως, όλων των αποδεικτικών στοιχείων που επιβεβαιώνουν ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από το κράτος το οποίο υπάγεται στο σύστημα γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που αποδεικνύουν την καταγωγή αυτή (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Lagura Vermögensverwaltung, C‑438/11, σκέψεις 30 και 31).
39. Από τα ανωτέρω δεν συνάγεται πάντως γενική υποχρέωση του εισαγωγέα να ελέγχει κατά τρόπο συστηματικό τις περιστάσεις της εκδόσεως, από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου A», στις οποίες περιλαμβάνεται και ο ρόλος του εξαγωγέα στην κατασκευή των εμπορευμάτων. Ο εισαγωγέας υπέχει τέτοια υποχρέωση μόνον αν έχει προφανείς λόγους ώστε να αμφιβάλλει για την ορθότητα ενός πιστοποιητικού καταγωγής. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν παρ' όλ' αυτά δεν αναζήτησε πληροφορίες, εντός των ορίων των δυνατοτήτων του, για τις περιστάσεις της εκδόσεως του πιστοποιητικού αυτού προκειμένου να ελέγξει αν οι εν λόγω αμφιβολίες ήταν δικαιολογημένες, θα πρέπει να κριθεί ότι το πρόδηλο σφάλμα των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτό από τον εισαγωγέα, κατά τρόπον ώστε αυτός να μη δύναται να προβάλει ότι τελούσε σε καλή πίστη κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα.»
Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα και από το διοικητικό φάκελο δεν διαπιστώνεται σφάλμα των οικείων αρμοδίων αρχών: οι εφεσείοντες έχουν αποδείξει με πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, «ότι η έκδοση από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής του ανακριβούς πιστοποιητικού τύπου «Α», οφείλεται στην ανακριβή έκθεση των γεγονότων ή «απάτης», όπως δέχεται και η εφεσίβλητη, εκ μέρους του εξαγωγέα», Valsts (ανωτέρω), όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε από τις Μαλαισιανές Αρχές. Λανθασμένα λοιπόν υπό το φως των ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως απαραίτητη προϋπόθεση για έκδοση της εκ των υστέρων βεβαίωσης οφειλής, την οποιαδήποτε γνώση, εμπλοκή ή άμεση ή έμμεση συμμετοχή της εφεσίβλητης ως προς την αναληθή δήλωση, σε σχέση με τη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων που οδήγησε «στην αναπαραγωγή της λανθασμένης διασάφησης». Δεν είναι αρκετό αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ενήργησε, ως η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου «καλόπιστα υπό το φως των δεδομένων και πιστοποιητικών που είχαν», βλ. σχετικά Framespex Ltd (ανωτέρω). Εν προκειμένω, οι αποφάσεις στις οποίες κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο[5] εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που βρίσκονται σε συμφωνία με το δεσμευτικό λόγο της νομολογίας του ΔΕΕ, ως ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχουν σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις επίκλησης/εφαρμογής του δόγματος της παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το κυριότερο όλων, δεν εντοπίζεται σφάλμα της ίδιας της εφεσείουσας. Η εφεσίβλητη λόγω της μεγάλης πείρας της στις εισαγωγές και γνώστρια της διαδικασίας αντιντάπιγκ, της δημοσίευσης σχετικής γνωμάτευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα έπρεπε να είχε αναζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από το αρμόδιο τμήμα του Τελωνείου ή τις Μαλαισιανές αρχές, ως προς το καθεστώς της εταιρείας εξαγωγής.».
Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, προκειμένου να μπορεί βάσιμα να γίνει επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι τρείς προαναφερθείσες προϋποθέσεις, πρώτη εκ των οποίων είναι η ύπαρξη σφάλματος των ίδιων των αρμόδιων αρχών για τη μη είσπραξη του δασμού. Εν προκειμένω, δεν εντοπίζω ένα τέτοιο σφάλμα εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση: το γεγονός ότι υπήρξε αρχική αποδοχή και αποδέσμευση των σχετικών διασαφήσεων από το Τμήμα Τελωνείων, καθώς και αρχική αποδοχή της αναγραφόμενης καταγωγής των υπό αναφορά εμπορευμάτων δεν συνιστά «σφάλμα των αρμόδιων αρχών», υπό το φως βεβαίως και της προεκτεθείσας νομολογίας. Αντίθετα, ως προκύπτει και από την ίδια την έκθεση της OLAF (παράρτημα 6 στην ένσταση), επρόκειτο ουσιαστικά για μια υπόθεση προσπάθειας απόκρυψης του τόπου πραγματικής προέλευσης των εμπορευμάτων, με τον τρόπο που έχει εκτεθεί πιο πάνω, η εξιχνίαση της οποίας υπήρξε δυσχερής και απαιτούσε μια εις βάθος έρευνα από διάφορους εμπλεκόμενους αρμόδιους φορείς, αλλά και τη συλλογή πληροφοριών από διάφορες πηγές.
Συνεπώς, η μη είσπραξη των δασμών δεν οφειλόταν σε σφάλμα του Τμήματος Τελωνείων, ούτε και από οποιοδήποτε ενώπιον μου στοιχείο προκύπτει οτιδήποτε που να συνηγορεί περί του αντιθέτου. Αντίθετα, ως έχει προαναφερθεί, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την αρχική αποδοχή της χώρας καταγωγής των εμπορευμάτων και την αποδέσμευση των σχετικών διασαφήσεων ήταν η προβλεπόμενη. Εν προκειμένω, όπως άλλωστε αβίαστα προκύπτει και από το σώμα της επίδικης απόφασης, αλλά και από τα γεγονότα της υπόθεσης, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν κατ’ εφαρμογή της οικείας ημεδαπής και Κοινοτικής νομοθεσίας και μερίμνησαν να ενημερώσουν τους ενδιαφερόμενους, εν προκειμένω τους αιτητές, για τη διερεύνηση του όλου ζητήματος, λαμβάνοντας επ’ αυτού και τις θέσεις των εκπροσώπων της εταιρείας (αιτητών).
Ενόψει των πιο πάνω και της διαπίστωσης ότι η μη είσπραξη των οφειλόμενων δασμών δεν οφείλεται σε σφάλμα των καθ’ ων η αίτηση, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ούτε και να προβάλλονται ισχυρισμοί περί παραβίασης της εν λόγω αρχής, εφόσον δεν πληρούται η πρώτη εκ των απαιτούμενων προϋποθέσεων, προκειμένου κάτι τέτοιο να καθίσταται εφικτό.
Με την πιο πάνω δε διαπίστωση, καθίσταται άνευ ιδιαίτερης σημασίας το κατά πόσον οι ίδιοι οι αιτητές ενήργησαν καλόπιστα, καταβάλλοντας τη δέουσα επιμέλεια και προβαίνοντας, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, στις δέουσες ενέργειες. Πράγματι, έχουν τεθεί ενώπιον μου οι ισχυρισμοί και/ή θέσεις της πλευράς των αιτητών αναφορικά με διάφορες ενέργειες στις οποίες αυτοί προέβησαν προκειμένου να καταδειχθεί ότι ενήργησαν καλόπιστα και σύννομα, λαμβάνοντας όλα τα προσήκοντα μέτρα μέχρι και τη διάθεση των εμπορευμάτων στην αγορά.
Δεν παραγνωρίζω, ως έχω ήδη προαναφέρει, ότι ως προκύπτει και από την ίδια την έκθεση της OLAF, επρόκειτο ουσιαστικά για μια υπόθεση προσπάθειας απόκρυψης του τόπου πραγματικής προέλευσης των εμπορευμάτων, με τον τρόπο που έχει εκτεθεί πιο πάνω, η εξιχνίαση της οποίας υπήρξε δυσχερής και απαιτούσε μια εις βάθος έρευνα από διάφορους εμπλεκόμενους αρμόδιους φορείς, αλλά και τη συλλογή πληροφοριών από διάφορες πηγές. Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα, κάλλιστα θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν μπορούσε να αναμένεται από τους αιτητές να είναι σε θέση να εντοπίσουν την παρατυπία και/ή το σφάλμα ως προς τη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, και αν ακόμα γίνει δεκτή η θέση των αιτητών ότι ενήργησαν σύννομα και καλόπιστα και ότι, καταβάλλοντας τη δέουσα επιμέλεια, έπραξαν όλα όσα θα μπορούσαν να πράξουν αναφορικά με τη διαπίστωση της χώρας καταγωγής των εμπορευμάτων, δεν αναιρείται η προηγηθείσα διαπίστωση του Δικαστηρίου τούτου ότι, σε κάθε περίπτωση, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν εντοπίζεται εν προκειμένω οποιοδήποτε σφάλμα των καθ’ ων η αίτηση, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου να μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή της προστασίας της εμπιστοσύνης του διοικουμένου.
Συναφώς, και υπό το πρίσμα των πιο πάνω, είναι αδιάφορο για τους σκοπούς εξέτασης του υπό συζήτηση ζητήματος, το γεγονός ότι δεν είχαν οι αιτητές οποιαδήποτε γνώση, εμπλοκή ή συμμετοχή (άμεση ή έμμεση) ως προς την παρατυπία και/ή την αναληθή δήλωση σε σχέση με τη χώρα καταγωγής των ποδηλάτων, που οδήγησε στην αποδέσμευση των σχετικών διασαφήσεων. Ακόμη δε και να γίνει δεκτό ότι οι αιτητές ενήργησαν εν προκειμένω νόμιμα και καλόπιστα, στη βάση των δεδομένων και εγγράφων που είχαν στη διάθεσή τους, αυτό δεν είναι αρκετό αφ’ εαυτού, ενόψει του δεσμευτικού λόγου της προαναφερθείσας νομολογίας του Δ.Ε.Ε., αλλά και της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos, ανωτέρω. Συνακόλουθα, δεν έχει έρεισμα ο ισχυρισμός της πλευράς των αιτητών περί νομικής πλάνης και/ή μη εφαρμογής του Νόμου και δη του άρθρου 48 αυτού, στην παρούσα περίπτωση.
Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν συντρέχουν σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις επίκλησης και εφαρμογής του δόγματος της παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον δεν εντοπίζεται σφάλμα των ίδιων των καθ’ ων η αίτηση. Επισημαίνεται ότι παρόμοια προσέγγιση, σε υπόθεση με παρόμοια επίδικα θέματα, ακολουθήθηκε υπό του Δικαστηρίου τούτου πρόσφατα, στην CHRISANMARI ENTERPISES LIMITED ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1255/2015, ημερ. 20.8.2019.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να έχει έρεισμα ούτε ο ισχυρισμός περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης και ο σχετικός εγειρόμενος λόγος ακύρωσης θα πρέπει να απορριφθεί.
Αντιθέτως, από την εξέταση τόσο της επιστολής των καθ’ ων η αίτηση προς τους αιτητές, ημερομηνίας 18.8.2016 και την εκεί περιεχόμενη επίδικη απόφαση εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής, αλλά και από την περιέχουσα την επίδικη, απορριπτική του αιτήματος για αναθεώρηση απόφαση, επιστολή των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 9.12.2016, καθώς και από το σύνολο των παραρτημάτων της ένστασης και, γενικότερα, των εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, υποκείμενη ωσαύτως στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάγια και διαχρονικά απαιτεί (βλ. Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής, όπου περιέχεται η επίδικη απορριπτική απόφαση, αποκαλύπτεται το πλήρες σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη διαμόρφωση αυτής και στην κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση για την απόφαση απόρριψης του αιτήματος αναθεώρησης και όπως η εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής, ημερομηνίας 18.8.2016 παραμένει ως έχει.
Επιπρόσθετα, το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης συμπληρώνεται και από άλλα έγγραφα που βρίσκονται ως παραρτήματα στην ένσταση της Δημοκρατίας, όπως είναι βεβαίως τα ενημερωτικά σημειώματα και η προαναφερθείσα έκθεση της OLAF (παραρτήματα 5 και 6 στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση), αλλά και οι σχετικές διασαφήσεις εισαγωγής των εμπορευμάτων στη Δημοκρατία. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία των οικείων διοικητικών φακέλων, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται και στο άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, αλλά και την πάγια επί του θέματος ημεδαπή νομολογία (βλ. P. & R. FINAL FORMATION LIMITED ν. Δημοκρατίας (2005) 4 Α.Α.Δ. 993, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170, Χριστοδουλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1297 και Θεοδωρίδου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 146). Αυτή ακριβώς ήταν και η προσέγγιση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Panipsos, ανωτέρω, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα. Εξάλλου, υπενθυμίζεται, τα πορίσματα της έρευνας προκύπτουν με βεβαιότητα από το διοικητικό φάκελο και περιέχονται και στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση.
Περαιτέρω, με βάση τα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω, κρίνω ότι στερούνται βασιμότητας και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και συνακόλουθης πλάνης, πραγματικής, αλλά και νομικής. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης. Αντίθετα, από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και με βάση τα όσα έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, είχαν προβεί στη δέουσα έρευνα και είχαν ενώπιον τους όλα τα στοιχεία, περιλαμβανομένoυ βεβαίως του προαναφερθέντος πορίσματος της OLAF, αλλά και των συγκεκριμένων διασαφήσεων εισαγωγής και των εγγράφων τελωνισμού των εμπορευμάτων, τα οποία είχαν εξασφαλίσει από τους αιτητές, ενήργησαν δε αυτοί, ως ήδη ελέχθη, στη βάση συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου. Ούτε και έχω διαπιστώσει εσφαλμένη εφαρμογή και/ή ερμηνεία είτε των διατάξεων των προαναφερθέντων Κοινοτικών Κανονισμών, είτε των διατάξεων του Νόμου.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, άνευ ερείσματος κρίνεται ότι είναι και ο ισχυρισμός περί εκπρόθεσμης προσβαλλόμενης πράξης. Όπως ορθώς επισημαίνει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, οι Εκτελεστικοί Κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 2015/832 και 2015/833 της Επιτροπής, στους οποίους αναφέρεται η πλευρά των αιτητών, αφορούν στην από 30.5.2015 έναρξη έρευνας όσον αφορά στην πιθανή καταστρατήγηση των αντισταθμιστικών μέτρων και μέτρων αντιντάμπινγκ αντίστοιχα, που επιβλήθηκαν με τους εκτελεστικούς Κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1239/2013 και 1238/2013 του Συμβουλίου για τις εισαγωγές φωτοβολταϊκών προέλευσης Μαλαισίας και Ταϊβάν. Οι εν λόγω Εκτελεστικοί Κανονισμοί προβλέπουν για την υποχρέωση των κρατών μελών της Ε.Ε. για καταγραφή των εισαγωγών που αφορούν φωτοβολταϊκά προέλευσης Μαλαισίας και Ταϊβάν, η οποία και θα έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός εννέα μηνών από τη δημοσίευση των πιο πάνω Κανονισμών, δυνάμει των άρθρων 23 παράγραφος 4 και 24 παράγραφος 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.597/2009 του Συμβουλίου της 11ης Ιουνίου 2009. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του τελευταίου αυτού Κανονισμού, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τις εθνικές τελωνειακές αρχές να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την καταγραφή των εισαγωγών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μεταγενέστερη επιβολή μέτρων έναντι των εισαγωγών αυτών. Εν προκειμένω, η καταγραφή, η οποία θεσπίστηκε με τους προαναφερθέντες Εκτελεστικούς Κανονισμούς (ΕΕ) 2015/832 και 2015/833, διεξάγεται από τις τελωνειακές αρχές στα πλαίσια έρευνας, στην οποία προβαίνει η Επιτροπή και η τασσόμενη προθεσμία των εννιά μηνών αφορά στη διάρκεια της έρευνας αυτής, όχι όμως και στην εξουσία αναδρομικής επιβολής δασμών. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα και θα αποστερούσε άνευ ετέρου από τη Διοίκηση τη δυνατότητα να διεκδικήσει και να επιβάλει εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής οφειλής, σε περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, ως συμβαίνει εν προκειμένω.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι καθ’ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 29.2.2016, είχαν ζητήσει από τους αιτητές να προσκομίσουν συγκεκριμένες διασαφήσεις εισαγωγής εμπορευμάτων μαζί με τα συνοδευτικά τους έγγραφα, μεταξύ αυτών και τις επίδικες διασαφήσεις εισαγωγής, αφού είχαν ήδη διενεργήσει έλεγχο μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος «ΘΗΣΕΑΣ», στις εισαγωγές των επίδικων εμπορευμάτων στη Δημοκρατία και διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα δυο εμπορευματοκιβώτια είχαν εισαχθεί στη Δημοκρατία και τελωνίστηκαν με τις προαναφερθείσες δυο διασαφήσεις, ημερομηνίας 25.6.2014 και 15.10.2015 αντίστοιχα και των οποίων το περιεχόμενο δηλώθηκε ότι είχε ως χώρα καταγωγής την Μαλαισία, ενώ με την επιστολή τους προς τους αιτητές, ημερομηνίας 30.3.2016, οι καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν αυτούς ότι στη βάση των ελεγκτικών επαληθεύσεων (λογιστικοί και εκ των υστέρων έλεγχοι) που πραγματοποιήθηκαν αναφορικά με τις εν λόγω διασαφήσεις, διαπιστώθηκε ανακρίβεια των δηλωθέντων στοιχείων, ήτοι στη δασμολογική ταξινόμηση των εμπορευμάτων και στη χώρα προέλευσής τους.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, ούτε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ευσταθεί και ως αβάσιμος απορρίπτεται.
Συναφής με τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη Διοίκηση, είναι και ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί παραβίασης της χρηστής διοίκησης. Ο συγκεκριμένος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης έγκειται εν πολλοίς στο επιχείρημα ότι οι καθ’ ων η αίτηση επέτρεψαν και/ή δημιούργησαν αρχικά μια ευνοϊκή για τους αιτητές κατάσταση και τελικά, με την εκ των υστέρων βεβαίωση της συγκεκριμένης τελωνειακής οφειλής, προκάλεσαν ζημιά στην οικονομική κατάσταση των αιτητών, αφού τα εμπορεύματα προωθήθηκαν στην αγορά και τέθηκαν σε πώληση, χωρίς να συμπεριληφθεί στην τιμή ο εκ των υστέρων βεβαιωμένος δασμός. Με βάση τα όσα έχουν ήδη λεχθεί πιο πάνω, κρίνω ότι ούτε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός μπορεί να έχει έρεισμα.
Επιπρόσθετα, κρίνω ότι ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί υπέρμετρης καθυστέρησης έκδοσης της επίδικης βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής ημερομηνίας 18.8.2016 και, ακολούθως, της επίδικης απορριπτικής απόφασης, ημερομηνίας 9.12.2016, δεδομένου ότι ο εκτελωνισμός των εμπορευμάτων έγινε στις 25.6.2014 και 15.10.2014 αντίστοιχα.
Θεωρώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εν προκειμένω κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου και, εν πάση περιπτώσει, εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ολοκλήρωση της, γενικά παραδεκτώς, δυσχερούς έρευνας της υπόθεσης, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από το έτος 2014, με την πρώτη επιστολή της OLAF, ημερομηνίας 14.5.2014, ακολούθως την ετοιμασία του τελικού πορίσματος και/ή της έκθεσης της OLAF στις 3.12.2014 και εν συνεχεία την ολοκλήρωση των απαιτούμενων καταθέσεων και/ή ενεργειών της Διοίκησης μέχρι και την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης στις 18.8.2016, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικό και, εν πάση περιπτώσει, ότι εκφεύγει των λογικών και/ή εύλογων ορίων. Ας σημειωθεί δε ότι μετά την έκδοση της επίδικης βεβαίωσης εκ των υστέρων τελωνειακής οφειλής, οι αιτητές υπέβαλαν αίτημα αναθεώρησης το οποίο εξετάστηκε και απέληξε στην επίδικη απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016.
Τέλος, κρίνεται χρήσιμο να επισημανθεί ότι κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, «το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στις αποφάσεις των φορολογικών αρχών και στην ερμηνεία που έχουν δώσει σε σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας της δικής τους αρμοδιότητας, εάν είναι της γνώμης ότι οι εν λόγω αποφάσεις ήταν εύλογα και ορθά επιτρεπτές, στη βάση των ορθών γεγονότων και υπό το φως ορθής εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας και νομικών αρχών (Ignatiou & another v. The Republic (1989) 3 CLR 346)» (βλ. Δημοκρατία ν. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, Α.Ε. Αρ. 197/2010, 12.9.2016). Όπως συναφώς λέχθηκε και στην απόφαση της Ολομέλειας στην Panipsos, ανωτέρω, «Η ουσιαστική εκτίμηση, από το διοικητικό όργανο, των πραγματικών καταστάσεων που συνιστούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της διοικητικής πράξης δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο παρά μόνον όταν η εκτίμηση αυτή έχει σχέση με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας και ελέγχεται η υπέρβαση των ακραίων ορίων της (ΣΕ 201/1978, 923 1369/1983, 4356/1987)», ζήτημα που δεν συντρέχει στην υπό εξέταση περίπτωση.».
Ως εκ των πιο πάνω, και δεδομένου ότι εξ’ αρχής το Δικαστήριο τούτο έκρινε την υπόθεση με βάση τον παλαιό Κανονισμό, δεν θεωρώ ότι υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος να διαφοροποιηθώ από την αρχική μου κρίση επί της προσφυγής, ως αυτή έχει προεκτεθεί. Σε συμφωνία με τις θέσεις των διαδίκων, κρίνω ότι εν προκειμένω, κρίσιμο νομοθετικό καθεστώς ως προς τις ουσιαστικές διατάξεις που διέπουν την απόφανση επί του αιτήματος για διαγραφή και/ή αναθεώρηση της επίδικης τελωνειακής οφειλής, είναι το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τη γένεση της εν λόγω οφειλής, ήτοι ο παλαιός Κανονισμός, ο οποίος ήταν σε ισχύ στις 25.6.2014 και 15.10.2014, ήτοι κατά το χρόνο που οι αιτητές εισήγαγαν και έθεσαν σε κυκλοφορία στη Δημοκρατία τα επίδικα εμπορεύματα (PRANA Co Ltd v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/18, ημερ. 7.3.2024). Και τούτο, ανεξάρτητα εάν το υπό των αιτητών υποβληθέν αίτημα διαγραφής και/ή αναθεώρησης υποβλήθηκε με βάση τον νέο Κανονισμό, επειδή κατά το χρόνο υποβολής του εν λόγω αιτήματος δεν ίσχυε ο παλαιός Κανονισμός. Συγκεκριμένα, οι αιτητές, στις 20.9.2016, υπέβαλαν, σε συνέχεια της Εκ των Υστέρων Βεβαίωσης Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής Αρ. 239/16 ημερομηνίας 18.8.2016, αίτημα διαγραφής/επανεξέτασης, με βάση το άρθρο 239 του παλαιού Κανονισμού. Ωστόσο, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν ίσχυε πλέον ο παλαιός Κανονισμός και το εν λόγω αίτημα θεωρήθηκε ότι είχε υποβληθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο νέο Κανονισμό (σχετικές είναι οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. στις C-251/00, Ilumitrónica και C-201/04 Belgische Staat[3]). Το εν λόγω αίτημα απαντήθηκε από τον Διευθυντή στις 9.12.2016 (παράρτημα 28 στο δικόγραφο της ένστασης), με αναφορά στο άρθρο 120 του νέου Κανονισμού, ενώ, όπως ορθώς αναφέρεται στη συμπληρωματική γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, η δοθείσα απάντηση συμπληρώνεται από το υπηρεσιακό σημείωμα της Τελωνειακής Λειτουργού κας Δημητρίου προς τον Διευθυντή, ημερομηνίας 22.11.2016 (παράρτημα 27 στην ένσταση), όπου, πράγματι, γίνεται αναφορά τόσο στον παλαιό όσο και στο νέο Κανονισμό. Ας σημειωθεί, συναφώς, ότι οι διατάξεις των δυο Κανονισμών που εδώ ενδιαφέρουν, είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημες: το άρθρο 220(2)(β) του παλαιού Κανονισμού αντιστοιχεί στο άρθρο 119 του νέου Κανονισμού, έχον τίτλο «Σφάλμα των αρμοδίων αρχών», ενώ το άρθρο 239 του του παλαιού Κανονισμού αντιστοιχεί στο άρθρο 120 του νέου Κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δίκαιη μεταχείριση».
Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι πράγματι ο παλαιός Κανονισμός, αυτή εξάλλου ήταν και η αρχική διαπίστωση του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον η παρούσα υπόθεση κρίθηκε από το Δικαστήριο τούτο με βάση τον παλαιό Κανονισμό.
Ενόψει των πιο πάνω, δεν υφίσταται λόγος διαφοροποίησης των όσων είχαν αρχικά αποφασιστεί από το παρόν Δικαστήριο και τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν, δεδομένου μάλιστα και του γεγονότος ότι, με την απόφασή του ημερομηνίας 18.7.2025, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία της υπόθεσης και ούτε αποφάσισε οτιδήποτε για την επίδικη πράξη.
Με βάση δε το σύνολο των όσων έχουν προεκτεθεί ως απόσπασμα από την αρχική απόφαση επί της υπό εξέταση υπόθεσης, ημερομηνίας 14.2.2020, κρίνω ότι ουδείς προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης ευσταθεί και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με €1900 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με βάση το Άρθρο 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Εκτενής αναφορά στην εν λόγω απόφαση γίνεται κατωτέρω.
[2] Βλ. BIOLAND ENERGY LIMITED v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 51Α/20, ημερ. 18.7.2025.
[3] Όπου λέχθηκε ότι οι ουσιαστικοί κανόνες που αφορούν την γένεση της τελωνειακής οφειλής δεν δύνανται να εφαρμοστούν αναδρομικά.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο