ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 303/2026)
18 Μαΐου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ELNIA LIMITED
Αιτητές
ΚΑΙ
1. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
2. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Γ. Βαλιαντής, μαζί με Χ. Παρασκευά (κα) και Ε. Σκίτσα (κα), για Λουκής Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές
Δ. Καλλή (κα), μαζί με Η. Νικολαΐδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ης η Αίτηση 1
Μ. Κούρος, μαζί με Ε. Λοϊζου (κα) και Ν. Ζερβού (κα), για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Καθ’ ου η Αίτηση 2
Π. Παναγιώτου, για Κωνσταντίνου-Παναγιώτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 27.3.2026
ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την προσφυγή αρ. 303/2026, οι αιτητές ζητούν-
«Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη ή/και απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ημερ. 23/3/2026 (και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής), η οποία κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 23/03/2026, στην Προσφυγή υπ’ αρ. 31/2025 ενώπιον των Καθ’ ων η Αίτηση 1, με την οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 απέρριψαν την Προσφυγή υπ’ αρ. 31/2025 και επικύρωσαν την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση 2 με την οποία ανατέθηκε και/ή κατακυρώθηκε στην εταιρεία Proton Medical (Cyprus) Limited η δημόσια σύμβαση για την Προμήθεια και Συντήρηση Ασθενοφόρων Οχημάτων για τις Ανάγκες της Υπηρεσίας Ασθενοφόρων (Αρ. Διαγωνισμού: Α.Ο. 21/25), για το ποσό των €2.494.999,50 επιπλέον Φ.Π.Α., αντί των αιτητών, είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».
Η εν λόγω προσφυγή καταχωρήθηκε στις 27.3.2026 και την ίδια μέρα, στο πλαίσιο αυτής, καταχωρήθηκε από την πλευρά των αιτητών μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινού δικαστικού διατάγματος, με το οποίο να αναστέλλεται η εφαρμογή και/ή εκτέλεση και/ή η ισχύς της ανωτέρω, προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την εκδίκαση και/ή πλήρη αποπεράτωση της προσφυγής. Στις 30.3.2026, το παρόν Δικαστήριο, με απόφασή του, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα αναστολής, το οποίο και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 2.4.2026. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, οι καθ’ ων η αίτηση και οι συνήγοροι του επιτυχόντος προσφοροδότη (Ενδιαφερόμενο Μέρος (Ε.Μ.)), στους οποίους είχε επιδοθεί η αίτηση και η προσφυγή, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση, όπερ και έπραξαν, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και ζητώντας τον τερματισμό της ισχύος και/ή την ακύρωση του διατάγματος. Ακολούθησε η εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων και εν συνεχεία, η ακρόαση της αίτησης, κατά την οποία οι συνήγοροι όλων των μερών ανέπτυξαν περαιτέρω τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί, πριν από την εξέταση των ισχυρισμών υπέρ ή κατά της συνέχισης ισχύος του προσωρινού διατάγματος αναστολής της επίδικης απόφασης, είναι το κατά πόσον ορθά ή εσφαλμένα τέθηκε ως διάδικος στην προσφυγή και, κατ’ επέκταση, στην υπό κρίση αίτηση, ο καθ’ ου η αίτηση 2, Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (αναθέτουσα αρχή). Το συγκεκριμένο ζήτημα τέθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο προς τους συνηγόρους των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης, προκειμένου να τεθούν ενώπιον μου και να καταγραφούν οι θέσεις των μερών, όπερ και εγένετο.
Στη βάση λοιπόν του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, είναι σαφές ότι η απόφαση της αναθέτουσας αρχής, ήτοι του καθ’ ου η αίτηση 2, ημερομηνίας 27.11.2025, με την οποία κατακυρώθηκε ο Διαγωνισμός με αρ. Α.Ο. 21/25 «για την Προμήθεια και Συντήρηση Ασθενοφόρων Οχημάτων για τις Ανάγκες της Υπηρεσίας Ασθενοφόρων» («ο Διαγωνισμός») στην εταιρεία Proton Medical (Cyprus) Limited (Ε.Μ.), απορροφήθηκε από την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ημερομηνίας 23.3.2026, «ως της θεσμικώς προβλεπόμενης δεύτερης βαθμίδας άσκησης διοικητικής εξουσίας στη σύνθετη διοικητική διεργασία που καθιερώθηκε για εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού» (Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of Paphos κ.α. v. Cybarco Plc κ.α., Α.Ε. 6/2009, ημερ. 17.7.2009). Με την επίδικη απόφασή της, η καθ’ ης η αίτηση 1 απέρριψε την ενώπιον της Προσφυγή Αρ. 31/2025 που είχαν καταχωρήσει οι αιτητές κατά της προηγηθείσας απόφασης της αναθέτουσας αρχής.
Βεβαίως, δεν πρόκειται για σύνθετη διοικητική πράξη, εν τη εννοία του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά για σύνθετη διοικητική ενέργεια και/ή σύνθετο διοικητικό μηχανισμό που συνίσταται σε δυο στάδια, αρχικώς στην έκδοση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής επί των υποβληθεισών, στο πλαίσιο του Διαγωνισμού, προσφορών και εν συνεχεία της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (ΑΑΠ) επί της καταχωρηθείσας προσφυγής κατά της προηγηθείσας απόφασης της αναθέτουσας αρχής, ως προβλέπεται από το νόμο. Στην Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of Paphos, ανωτέρω, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αναφορά και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (2007) 3 Α.Α.Δ. 568, επεσήμανε και τα εξής σχετικά, τα οποία και επιλύουν το υπό συζήτηση ζήτημα:
«Η Δημοκρατία, αναφερόμενη στην προσφυγή ως Καθ' ης η Αίτηση διάδικος μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, δηλαδή της Αναθέτουσας Αρχής, δεν μπορούσε να είναι τέτοιος διάδικος. Το σκεπτικό της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας σαφώς την αποκλείει από τη διαδικασία αφ’ ης στιγμής η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής απορροφήθηκε στην απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ως της θεσμικώς προβλεπόμενης δεύτερης βαθμίδας άσκησης διοικητικής εξουσίας στη σύνθετη διοικητική διεργασία που καθιερώθηκε για εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού. Έκτοτε, ουδένα λόγο είχε η Αναθέτουσα Αρχή παρά μόνο η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Όλες οι εισηγήσεις της Αιτήτριας προσκρούουν στη δεδομένη ισχύ του λόγου της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας. Ούτε, λοιπόν, το οποιοδήποτε διάταγμα μπορούσε να αφορά ευθέως την Αναθέτουσα Αρχή ως διάδικο, ούτε και οι απόψεις της Αναθέτουσας Αρχής μπορούσαν να εκφράζονται εκ μέρους συννόμου διαδίκου στη διαδικασία της προσφυγής. Σχετικές θα ήσαν βεβαίως οι απόψεις της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ως εκ του μόνου ορθού διαδίκου στην προσφυγή, και έχει δίκαιο το Ενδιαφερόμενο Μέρος να παραπονείται ότι οι απόψεις αυτές, όπως διατυπώθησαν στην ένσταση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, δεν ελήφθησαν καθόλου υπ’ όψη πρωτοδίκως.».
Ενόψει των δεδομένων της παρούσας περίπτωσης και της προεκτεθείσας, δεσμευτικής για το παρόν Δικαστήριο, κρίσης, καταλήγω ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή (Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας) δεν μπορεί να είναι διάδικος ως καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση και θα πρέπει να διαγραφεί: δεδομένου ότι, ως έχει κριθεί, η αναθέτουσα αρχή και η ΑΑΠ συνιστούν μέρη του ίδιου διοικητικού μηχανισμού που απολήγει στην έκδοση απόφασης της ΑΑΠ επί ιεραρχικής προσφυγής (εν προκειμένω επί της υπό των αιτητών καταχωρηθείσας Προσφυγής αρ. 31/2025), η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα του διαδίκου και δη της καθ’ ης η αίτηση (βλ. και την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην ΤΕΚΑΛ Ανώνυμη Τεχνική και Εμπορική Εταιρεία υπό τον διακριτικό τίτλο «ΤΕΚΑΛ Α.Ε.» ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Υποθ. Αρ. 278/2019, ημερ. 7.7.2023, αλλά και την πρόσφατη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επί παρόμοιου θέματος, στην ATLANTIC INSURANCE COMPANY PUBLIC LTD ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Υποθ. Αρ. 1100/2021, ημερ. 4.5.2026).
Με βάση τα πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί πλέον μόνο σε σχέση με την καθ’ ης η αίτηση 1.
Τα πιο πάνω, βεβαίως, δεν καθιστούν ανέλεγκτη την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης της αναθέτουσας αρχής: αντίθετα, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση 1, ΑΑΠ, θα ελεγχθεί και η προηγηθείσα απόφαση του καθ’ ου η αίτηση 2, ως αναθέτουσας αρχής, δια της οποίας απορρίφθηκε η προσφορά των αιτητών και κατακυρώθηκε ο Διαγωνισμός στο Ε.Μ..
Προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου και, βεβαίως, τους ισχυρισμούς και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των εναπομεινάντων διαδίκων.
Ισχυρίζεται η καθ’ ης η αίτηση 1 δια της ενστάσεώς της, και εν συνεχεία δια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της, ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή καταχρηστική και δεν πληρούνται οι υπό της πάγιας νομολογίας προβλεπόμενες αυστηρές προϋποθέσεις για να συνεχίσει η ισχύς και/ή να οριστικοποιηθεί το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα αναστολής, εφόσον, ως προβάλλει, δεν υφίσταται ούτε έκδηλη, ούτε οφθαλμοφανής, ούτε οποιασδήποτε άλλης μορφής παρανομία της προσβαλλόμενης απόφασης, τα δε επίδικα θέματα θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Ούτε και υπάρχει πιθανότητα να υποστούν οι αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά: οι δε λόγοι που προβάλλονται από τους αιτητές προς στοιχειοθέτηση ανεπανόρθωτης βλάβης, δεν έχουν τεθεί με τρόπο σαφή και/ή λεπτομερή, ώστε να τεκμηριώνουν την όποια ζημία, πόσω δε μάλλον ανεπανόρθωτη. Τονίζει συναφώς η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση 1 ότι η όποια οικονομική επιβάρυνση των αιτητών, είναι αποτιμητή σε χρήμα και δεν μπορεί να θεμελιώσει ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας, όπως ούτε και ο ισχυρισμός περί προσβολής «της φήμης και κύρους» των αιτητών, εφόσον η συμμετοχή επιχειρήσεων σε διαγωνισμούς του δημοσίου αποτελεί συνήθη πρακτική και μέρος της επιχειρηματικής τους δράσης, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη κάθε φορά η κατακύρωση ενός διαγωνισμούς σε αυτές. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την καθ’ ης η αίτηση 1, τυχόν οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Π. Κ., Μέλους της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, από μελέτη του σχετικού φακέλου, ενώ έλαβε και νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση.
Παραθέτει εν εκτάσει ο κ. Κ. το ιστορικό της υπόθεσης, προκειμένου να καταδείξει και/ή να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς που εγείρονται στην ένσταση και δη, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της καθ’ ης η αίτηση 1 είναι ορθή και σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή και, αφετέρου, ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν στοιχειοθετούν ούτε έκδηλη παρανομία, ούτε ανεπανόρθωτη ζημία. Η δε εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος επιβάλλει την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ιδιαίτερα δε στην παρούσα περίπτωση που αφορά σε δημόσιο διαγωνισμό, η κατακύρωση του οποίου πρέπει να προχωρεί όσον το δυνατόν απρόσκοπτα χάριν του ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος και δεδομένου ότι οι αιτητές έχουν ήδη ασκήσει το δικαίωμά τους για καταχώρηση προσφυγής ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση 1, με έκδοση προσωρινών μέτρων για αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της ΑΑΠ και ακολούθως, αφού απορρίφθηκε η προσφυγή τους από την καθ’ ης η αίτηση 1, ζήτησαν την έκδοση διατάγματος αναστολής από το Διοικητικό Δικαστήριο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Τα ίδια εν πολλοίς αναφέρονται και στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ’ ης η αίτηση 1, η οποία, με παραπομπή και σε νομολογία υποστηρικτική των θέσεων της, επιχειρηματολόγησε εν εκτάσει υπέρ της ακύρωσης και/ή μη οριστικοποίησης του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος.
Υπέρ του αβάσιμου της αίτησης και της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος, επιχειρηματολόγησε εν εκτάσει, δια της δικής του γραπτής αγόρευσης, και ο ευπαίδευτος συνήγορος για το Ε.Μ., ο οποίος και εισηγείται την απόρριψή της, αφού δεν πληρείται καμία προϋπόθεση για έκδοση διατάγματος αναστολής της επίδικης απόφασης. Συναφώς, κατά τον κ. Παναγιώτου, το υπό του παρόντος Δικαστηρίου μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εξ’ αρχής δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει τώρα να ακυρωθεί για τον πιο πάνω λόγο. Δεν έχει επ’ ουδενί στοιχειοθετηθεί ισχυρισμός περί έκδηλης ή/και οφθαλμοφανούς παρανομίας, ενώ μόνο και μόνο η έκταση της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει η πλευρά των αιτητών, αναιρεί αυτομάτως το επιχείρημα και/ή το ίδιο το περιεχόμενο του όρου «έκδηλη παρανομία». Παρομοίως, συνεχίζει ο συνήγορος για το Ε.Μ., ούτε και ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημίας έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στοιχειοθετηθεί.
Τέλος, ο κ. Παναγιώτου υποβάλλει ότι τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον και/ή θα δημιουργήσει προσκόμματα στην εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης, εφόσον η υφιστάμενη σύμβαση με προσφοροδότη τους αιτητές, αφορά πλέον μόνο στη συντήρηση ασθενοφόρων και όχι στην προμήθεια αυτών, «που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η προστασία της δημόσιας υγείας». Η δε αίτηση των αιτητών είναι παραπλανητική και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και καταχωρήθηκε προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αιτητών, εις βάρος τους δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας.
Η υπό του Ε.Μ. καταχωρηθείσα ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Χ. Χ., ο οποίος, ως δηλώνει, εργάζεται στο Τμήμα Προσφορών του Ε.Μ. και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωσή του, γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκ της θέσης του, από τον φάκελο της υπόθεσης και από προσωπική εμπλοκή του σε αυτήν. Αφού παραθέτει εν εκτάσει το ιστορικό της υπόθεσης, ο κ. Χ. προβάλλει ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του.
Από την πλευρά του, ο κ. Βαλιαντής, δια της γραπτής του αγόρευσης, αφού πρώτα επισημαίνει ότι ορθώς εκδόθηκε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα, εφόσον υπήρχε το κατεπείγον του ζητήματος, ζητεί όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο και/ή παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής, καθότι, όπως διατείνεται, υφίσταται και έκδηλη παρανομία, αλλά πληρείται, για τους λόγους που παραθέτει, και η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημίας που θα επέλθει στους αιτητές από τυχόν υπογραφή της σύμβασης. Τονίζει εξ’ αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους αιτητές ότι δεν χρειάζεται η κατάθεση του διοικητικού φακέλου για να διενεργηθεί από το Δικαστήριο ο απαιτούμενος δικαστικός έλεγχος, καθότι «όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον της ΑΑΠ, συμπεριλαμβανομένων και όλων των εγγράφων επί των οποίων οι Αιτητές στηρίζουν τους λόγους έκδηλης παρανομίας», κατατέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δια της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση της καθ’ ης η αίτηση 1.
Βεβαίως, επί του ως αμέσως ανωτέρω ζητήματος, η καθ’ ης η αίτηση 1 αντιτείνει ότι τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση αφορούν μόνο στα γεγονότα, των οποίων επίκληση γίνεται στην ένορκη δήλωση και όχι το σύνολο των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον της ΑΑΠ: ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση 1, ως αναφέρει η κα Νικολαΐδου, είχε κατατεθεί ο διοικητικός φάκελος της Αναθέτουσας Αρχής, σε σχέση με την προσφορά του Ε.Μ. και αυτής των αιτητών, ενώ άλλος διοικητικός φάκελος, ήτοι αυτός της ΑΑΠ, περιέχει το σύνολο των εγγράφων που αφορούσαν στην ενώπιον της διαδικασία. Συνεπώς, υποβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος, όλα τα εγειρόμενα ζητήματα αφορούν, αφενός, σε έγγραφα, τα οποία εμπεριέχονται στο διοικητικό φάκελο της αναθέτουσας αρχής που κατατέθηκε ενώπιον της ΑΑΠ και, αφετέρου, σε ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της προσφυγής και, συνακόλουθα, θα μπορούν να αξιολογηθούν όχι στο παρόν στάδιο, αλλά εφόσον τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο εν λόγω διοικητικός φάκελος της αναθέτουσας αρχής, προκειμένου να μπορέσει να διαμορφωθεί δικαστική κρίση επ’ αυτών.
Οι υπό των αιτητών εγειρόμενοι ισχυρισμοί περί έκδηλης παρανομίας, οι οποίοι, κατά τους συνηγόρους τους, έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι, είναι οι ακόλουθοι:
(α) Η καθ’ ης η αίτηση 1 εντελώς παράνομα και πεπλανημένα απέρριψε το λόγο ακύρωσης των αιτητών αναφορικά με την «Μη ορθή αρχειοθέτηση διοικητικού φακέλου – Μη τήρηση Άρτιων Πρακτικών – Παράβαση της Αρχής της Διαφάνειας – Παράβαση των όρων 8.1.2., 8.2.2. και 8.3.2.(2)(β) του Μέρους Α: Οδηγίες προς Οικονομικούς φορείς των Εγγράφων του επίδικου Διαγωνισμού». Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, παρά τους υπό του Διαγωνισμού προβλεπόμενους ρητούς όρους αναφορικά με τον τρόπο σύνταξης και υποβολής μιας προσφοράς, διάφορα έγγραφα από την προσφορά του Ε.Μ. υποβλήθηκαν σε έντυπη μορφή, ιδιοχείρως, δεν βρίσκονται καταχωρημένα σε δικοικητικό φάκελο και δεν έχουν αρίθμηση, με αποτέλεσμα, αφενός να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν έχουν γίνει προσθαφαιρέσεις στην συγκεκριμένη προσφορά, η οποία και δεν ήταν δεόντως αρχειοθετημένη και, αφετέρου, να παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας και της ισότητας μεταξύ των προσφοροδοτών. Εσφαλμένα δε η καθ’ ης η αίτηση 1 δεν έλαβε υπόψη της και/ή δεν έκρινε τα πιο πάνω στην απόφασή της.
Ζήτημα εγείρουν οι αιτητές και σε σχέση με το πρακτικό ανοίγματος των προσφορών, από το οποίο, ως διατείνονται, δεν προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η ακολουθειθείσα διαδικασία ήταν διαφανής και ότι καταγράφηκαν όλα όσα αφορούν στον τρόπο και χρόνο υποβολής των προσφορών. Με αναφορά στους Κανονισμούς 16 και 17 των περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθείων, Έργων και Υπηρεσιών (Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου και Κοινότητες) Κανονισμών (ΚΔΠ 242/2012), η πλευρά των αιτητών εγείρει ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών, καθότι «σε κανένα πρακτικό δεν δόθηκε οποιαδήποτε αιτιολογία που να αποδεικνύει τι ακριβώς έχει υποβάλει ο επιτυχών προσφοροδότης ιδιοχείρως». Δεν εντοπίζεται καταχωρημένο σε κανένα διοικητικό φάκελο το «Πιστοποιητικό παραλαβής/τεχνικών προσφορών», ενώ και τα πρόσωπα που φέρονται να έχουν παραλάβει τον φάκελο της τεχνικής προσφοράς του Ε.Μ., δεν είναι τα μέλη της Επιτροπής Ανοίγματος των προσφορών, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο σχετικό Πρακτικό Ανοίγματος. Κατά τον κ. Βαλιαντή, η έκδηλη παρανομία «φωνάζει», καθότι πουθενά δεν αναφέρεται η ώρα παραλαβής της προσφοράς του Ε.Μ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτή είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα.
Περαιτέρω, σε κανένα πρακτικό δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ως προς το τι υπέβαλε και σε ποια μορφή το Ε.Μ., πέραν της ηλεκτρονικής υποβολής, και καμία αναφορά δεν γίνεται στην υποβολή φυσικού φακέλου από το Ε.Μ.. Με αποτέλεσμα, κατά τη σχετική εισήγηση, την παραβίαση της διαδικασίας που προβλέπεται στους δυο πιο πάνω Κανονισμούς. Εγείρονται συναφώς και ισχυρισμοί περί παραβίασης των προβλεπόμενων αναφορικά με τον χρόνο και τον τόπο υποβολής της προσφοράς του Ε.Μ., που δεν εξετάστηκαν από την ΑΑΠ, η οποία «εντελώς πεπλανημένα δεν διαπίστωσε ότι υπάρχει ξεκάθαρη παραβίαση της διαδικασίας υποβολής και ανοίγματος προσφορών» και της οποίας, συνακόλουθα, η κρίση είναι έκδηλα παράνομη.
(β) «Εντελώς παράνομα και πεπλανημένα η καθ’ ης η αίτηση 1 έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση των όρων 1.3. και 1.4.1 του Πίνακα Προσφοράς και Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) των όρων του Διαγωνισμού – Έλλειψη αιτιολογίας – Έλλειψη Δέουσας Έρευνας – Πλάνη Περί τα Πράγματα»
Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, υπήρξε ξεκάθαρη παράβαση των ουσιωδών όρων 1.3 και 1.4.1 του Πίνακα Προσφοράς Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) του Διαγωνισμού, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας και δέουσας έρευνας εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής. Συνεπώς, και η καθ’ ης η αίτηση 1 παράνομα και πεπλανημένα εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παράνομα έκρινε ότι οι συγκεκριμένοι όροι δεν προέβλεπαν την υποχρέωση όπως τα προσφερόμενα ασθενοφόρα είναι από το τελευταίο μοντέλο και εντελώς λανθασμένα έκρινε ότι «η εντύπωση που δίνεται στον μέσο λογικό άνθρωπο είναι ότι πρόκειται για σύγχρονο μοντέλο», προσθέτοντας και/ή αντικαθιστώντας ουσιαστικά λέξη που υπήρχε στους όρους του Διαγωνισμού, ήτοι «τελευταίο» μοντέλο, με τη λέξη «σύγχρονο». Κατ’ αυτό τον τρόπο, υποβάλλει ο κ. Βαλιαντής, η καθ’ η καθ’ ης η αίτηση 1 εσφαλμένα, παράνομα και πεπλανημένα ανέτρεψε την σαφή γραμματική και φυσική και/ή συνηθισμένη ερμηνεία της λέξης «τελευταίο».
(γ) «Παράνομα και πεπλανημένα η καθ’ ης η αίτηση 1 έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση του όρου 1.6. του Πίνακα Προσφοράς και Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) των όρων του Διαγωνισμού – Έλλειψη αιτιολογίας – Έλλειψη Δέουσας Έρευνας». Επ’ αυτού, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η προσφορά του Ε.Μ. παραβιάζει τον εν λόγω όρο 1.6, και την εκεί προβλεπόμενη υποχρεωτική προδιαγραφή για υποβολή καταλόγου «που να συμπεριλαμβάνει τα ακόλουθα τεχνικά φυλλάδια για σκοπούς αξιολόγησης και έγκρισης:
[.]
• Detailed interior plan showing the entire installation of equipment, scaled 1:20».
Εν προκειμένω, ως ισχυρίζονται οι αιτητές, το σχέδιο που υπέβαλε το Ε.Μ. δεν είναι σε κλίμακα 1:20, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται ρητή τεχνική απαίτηση, ενώ, κατά προφανή έλλειψη διενέργειας δέουσας έρευνας, δεν έγινε από την αναθέτουσα αρχή επαλήθευση της κλίμακας του σχεδίου, η δε καθ’ ης η αίτηση 1 εσφαλμένα και πεπλανημένα ανέφερε ότι το σχέδιο ήταν σε κλίμακα 1:20 και εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει το ζήτημα αυτό ως τεχνικό.
(δ) «Εντελώς παράνομα και πεπλανημένα η Καθ’ ης 1 έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση του Πίνακα Προσφοράς και Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) του επίδικου Διαγωνισμού – Έλλειψη Δέουσας Έρευνας - Πλάνη περί τα Πράγματα - Παράβαση Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης των Προσφοροδοτών - Παράβαση της Αρχής της Τυπικότητας, κρίνοντας δήθεν ότι το ζήτημα είναι «αμιγώς τεχνικό» και «ανέλεγκτο»».
Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός σχετίζεται άμεσα με τον αμέσως προηγούμενο και αφορά σε κατ’ ισχυρισμόν παράβαση των όρων 1.3 και 2.5.1 του Πίνακα Προσφοράς και Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) του Διαγωνισμού, οι οποίοι ήσαν ουσιώδεις, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται και γι’ αυτό τον λόγο έκδηλη παρανομία. Το συγκεκριμένο δε ζήτημα, σύμφωνα πάντα με την πλευρά των αιτητών, δεν ήταν σε καμία περίπτωση τεχνικό και, εν πάση περιπτώσει, η καθ’ ης η αίτηση 1 εσφαλμένα και πεπλανημένα θεώρησε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει το ζήτημα αυτό ως τεχνικό. Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προβαλλόμενου λόγου έκδηλης παρανομίας, η πλευρά των αιτητών ισχυρίζεται επίσης ότι υφίσταται έκδηλη παρανομία επειδή ότι η ΑΑΠ σημείωσε ότι η επίμαχη αναφορά «Dimensions are subject to a tolerance of +/-3%» γίνεται σε ένα από τα τεχνικά φυλλάδια του κατασκευαστή ενώ το έγγραφο, ως οι ίδιοι υποστηρίζουν, ετοιμάστηκε από την εταιρεία CIC Ltd.
(ε) «Εντελώς παράνομα και πεπλανημένα η καθ’ ης η αίτηση 1 έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση του όρου 1.4.4. του Πίνακα Προσφοράς και Συμμόρφωσης με τις Τεχνικές Προδιαγραφές (Έντυπο 8) του Διαγωνισμού – Έλλειψη αιτιολογίας – Έλλειψη δέουσας Έρευνας – Πλάνη Περί τα Πράγματα, κρίνοντας δήθεν ότι το ζήτημα είναι «αμιγώς τεχνικό» και «ανέλεγκτο». Επ’ αυτού, οι αιτητές εγείρουν ζήτημα έκδηλης παρανομίας, καθότι η ΑΑΠ απέρριψε τον λόγο ακύρωσης που είχαν προβάλει και με τον οποίο είχαν εγείρει ζήτημα μη συμμόρφωσης της προσφοράς του Ε.Μ. με τον όρο 1.4.4 του Εντύπου 8 που απαιτούσε την υποβολή πιστοποιητικού crash test κατά το πρότυπο ΕΝ1789:2007+Α2:2014, καθώς και παραβίασης αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Κατά τους αιτητές και ο συγκεκριμένος όρος «εμπίπτει στους απαράβατους όρους» του Διαγωνισμού, εφόσον περιέχει υποχρεωτική προδιαγραφή και, συνακόλουθα, η προσφορά του Ε.Μ., η οποία και δεν καλύπτει την συγκεκριμένη απαίτηση, θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η δε ΑΑΠ εσφαλμένα και/ή παράνομα παρέλειψε να λάβει υπόψη της και/ή να εξετάσει τα πιο πάνω.
Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την πλευρά των αιτητών, υφίσταται και ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας, αφού σε περίπτωση μη διατήρησης σε ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, θα προκληθεί σε αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη λόγω της υπογραφής της σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιασδήποτε μορφής μελλοντική αποζημίωση. Στην κατ’ ισχυρισμόν ζημία των αιτητών περιλαμβάνεται, σύμφωνα και με τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων τους, η απώλεια ευκαιριών στην αγορά και η ζημία στην καλή φήμη και στο κύρος των αιτητών. Εάν απωλέσουν την ευκαιρία να κατακυρωθεί σε αυτούς ο επίδικος Διαγωνισμός, οι αιτητές δεν θα καταφέρουν ποτέ να διεκδικήσουν και να λάβουν το κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης και/ή το διαφυγόν κέρδος. Επιπρόσθετα, θα επέλθει άμεση μείωση του κύκλου εργασιών τους, η οποία με τη σειρά της, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την εταιρεία.
Καταλήγει η πλευρά των αιτητών, υποβάλλοντας ότι η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος, είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, εφόσον θα εξακολουθήσει να υπάρχει έλεγχος της νομιμότητας της κατακύρωσης του Διαγωνισμού.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ν. Κ., εκ των Διευθυντών των αιτητών, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική του γνώση, από πληροφορίες και έγγραφα που είχαν τεθεί στη διάθεσή του, καθώς και από νομική συμβουλή των δικηγόρων των αιτητών. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και ακολούθως παραθέτει εν πολλοίς όσα αναφέρονται και στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών, αναφορικά με τους λόγους που, κατά τους ισχυρισμούς τους, στοιχειοθετούν έκδηλη παρανομία και ανεπανόρθωτη ζημία.
Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία όλων των διαδίκων, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Οι αρχές που διέπουν την εξέταση προσωρινού διατάγματος στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έχουν κατ’ επανάληψη εξηγηθεί σε αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το υπό εξέταση ένδικο μέσο που επέλεξαν οι αιτητές προς προώθηση των αιτημάτων τους, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
Κατά πάγια νομολογία, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής, ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί επαρκώς ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή από τη μη έκδοση του διατάγματος (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2007) 3 Α.Α.Δ. 32, Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203). Όπως συναφώς λέχθηκε στην Δημοκρατία ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020, ημερ. 28.1.2022-
«Σύμφωνα με παγιωμένη νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του Καν.13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι διακριτικού χαρακτήρα, εξαιρετικής φύσεως και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Για να χορηγηθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης διοικητικής απόφασης απαιτείται να καταδειχτεί έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης ή πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος».
Πολύ πρόσφατα, στην απόφασή του, στην Ο.Κ.ΥΠ.Υ. v. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, Ε.Δ.Δ. 31/2025, ημερ. 7.4.2026, το Διοικητικό Εφετείο τόνισε ότι η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης συνιστά εξαιρετική δικαιοδοσία, η οποία αναλαμβάνεται με φειδώ, ήτοι μόνο εφόσον καταδειχθεί πως η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι έκδηλα παράνομη ή επίκειται εξαιτίας της επαπειλούμενης ανεπανόρθωτης βλάβης σε βάρος του προσφεύγοντα (Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71, Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020 ημερ. 28.1.2022).
Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της έκδηλης παρανομίας, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι αυτή, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (Πολύβιος Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992) 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 1857, Economides v. Republic (1982) 3 CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 53). Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ελπίδα Κροκίδου κ.α. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε στη σημασία της φράσης «προφανής παρανομία». Το εννοιολογικό της πλαίσιο προσδιόρισε η νομολογία. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι υποδηλώνει τις περιπτώσεις που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Στο σημείο αυτό η απόφαση Φράγκος και Άλλοι v. Δημοκρατία (1982) 3 Α.Α.Δ. 53 στην σελ. 57 διευκρινίζει
«For the court to act, the illegality must be palpably identifiable without having to probe into disputed facts».
Ακολουθεί σε γενικευτική διατύπωση η σημασία του όρου:
«Although what amounts to flagrant illegality, is nowhere exhaustively defined, it appears to me to involve a clear violation of the procedure envisaged by the law or unquestionable disregard of the fundamental precepts of administrative law.».
Οι σκέψεις του δικαστηρίου επαναλαμβάνονται αυτούσιες στην απόφαση της Ολομέλειας Moyo & Another v. The Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203:
«For the illegality to qualify as flagrant, it must be glaring and as such self-evident and immediately identifiable».
Θα προσθέταμε ότι η έκδηλη παρανομία είναι έννοια που προκύπτει από την αντιδιαστολή της προς την παρανομία.».
Περαιτέρω, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Η έννοια της έκδηλης παρανομίας έχει επίσης πάγια νομολογηθεί και υπενθυμίζουμε την απόφαση της Ολομέλειας στη Λοϊζίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 234. Θα πρέπει η παρανομία, αν δεν αναδύεται αυτόματα, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης.».
Πιο πρόσφατα, στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. ΝEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD κ.α., Ε.Δ.Δ. 13/2024 και 14/2024, ημερ. 18.7.2024, τονίστηκε εκ νέου ότι η έκδηλη παρανομία αντιδιαστέλλεται από την (απλή) παρανομία, είναι δε αυτή αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, χωρίς χρεία διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020, ημερ. 28.1.2022). Το δε πρόδηλα βάσιμο ενός προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης σημαίνει κάτι περισσότερο από τη σοβαρή πιθανολόγηση της βασιμότητας. Για να καταλήξει το Δικαστήριο, λέγοντας και τα εξής:
«Για να τίθεται, με άλλα λόγια, θέμα έκδηλης παρανομίας, θα πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, η δε παρανομία θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (βλ. Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992), 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Economides v. Republic, (1982) CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982), 3 CLR 53). Στην Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.ά., (2013) 3 Α.Α.Δ. 387 επεξηγήθηκε:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, παρανομία για να θεωρηθεί έκδηλη θα πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, με άλλα λόγια, χειροπιαστή παρανομία που να αναγνωρίζεται από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. [Βλ. Μοyο (πιο πάνω), Frangos a.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Economides v. Republic (1982) 3 C.L.R. 837, Κροκίδου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)]. Με τον όρο υποδηλώνεται η περίπτωση που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων.»
Είναι σαφές, με βάση όλα τα πιο πάνω, ότι, προκειμένου να μπορεί η παρανομία να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων και να συνεπάγεται καθαρή παραβίαση της υπό του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Εν προκειμένω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων και έχοντας εξετάσει προσεκτικά το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, τα οποία βρίσκονται πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου δια των ενστάσεων, των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αυτές, αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις, και λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και το σύνολο των υπό της πλευράς των αιτητών προβαλλόμενων ισχυρισμών, ως αυτοί περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων τους, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία, δεδομένου ότι μια τέτοια παρανομία σαφώς και δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ’ ούτε και αναντίλεκτη είναι, χρήζουν δε περαιτέρω διερεύνησης αντιφατικά γεγονότα και εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις, αλλά και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και αφορούν ευθέως στην ίδια την ουσία της υπόθεσης. Συναφώς, παρατηρώ ότι ο συνήγορος των αιτητών αφιέρωσε 102 σελίδες της γραπτής του αγόρευσης προκειμένου να επιχειρηματολογήσει υπέρ της έκδηλης παρανομίας της επίδικης απόφασης, προβάλλοντας πέντε λόγους, με βάση τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς του, στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία. Το γεγονός αυτό από μόνο του, υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, αφαιρεί από την ίδια την έννοια και το περιεχόμενο του ίδιου του όρου της έκδηλης παρανομίας ως παρανομίας αυταπόδεικτης και άμεσα αναγνωρίσιμης που αναδύεται αυτόματα, χωρίς την ανάγκη διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020, ανωτέρω). Εξάλλου, το γεγονός και μόνον ότι χρειάστηκε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις, αλλά και γραπτές αγορεύσεις (η γραπτή αγόρευση για τους αιτητές ανέρχεται στις 112 σελίδες), καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι υφίστανται αντικρουόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί που χρήζουν περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης και διερεύνησης και κάθε άλλο παρά έκδηλη παρανομία μπορεί να διαπιστωθεί. Εξάλλου, όλοι οι λόγοι που, κατά την πλευρά των αιτητών, στοιχειοθετούν έκδηλη παρανομία, αντικρούονται εκτενώς τόσο από τους καθ’ ων η αίτηση όσο και από το Ε.Μ., κατά τρόπο που πράγματι, προκύπτει ξεκάθαρη ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται βάσιμος λόγος ακύρωσης και/ή παρανομία, η οποία πάντως, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έκδηλη.
Από τα πιο πάνω, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Το κατά πόσον η επίδικη απόφαση υπήρξε σύννομη ή αν πράγματι διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρανομία, όπως βεβαίως και το κατά πόσον και η προηγηθείσα απόφαση της αναθέτουσας αρχής υπήρξε νόμιμη, είναι ζητήματα προς εξέταση στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής, δεδομένου ασφαλώς και του γεγονότος ότι τα ζητήματα που αναφύονται, άπτονται ευθέως της ουσίας της υπόθεσης.
Πράγματι, δεν χωρεί εν προκειμένω αμφιβολία ότι όλοι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί της πλευράς των αιτητών περί έκδηλης παρανομίας σχετίζονται ευθέως με τον ίδιο τον πυρήνα της επίδικης διαφοράς. Κατά πάγια νομολογία, ωστόσο, δεν είναι ορθό το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για προσωρινό διάταγμα, να διαγιγνώσκει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, και την ουσία της προσφυγής (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056, Πρόδρομος Α. Σέργη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Αποτελεί διαχρονική γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837).
Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κώστας Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 387, «ακόμα όμως και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια. [Βλέπε Sofocleous v. Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Karram v. Republic (1983) 3 C.L.R. 199]. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Miltiadous v. Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επίδικων θεμάτων εκκρεμούσας της διαδικασίας».
Στην Hellenic Petroleum Cyprus Ltd ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. Αρ. 518/2006, ημερ. 20.3.2006, επισημάνθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην υπόθεση Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, λέχθηκε ότι το δικαστήριο δεν πρέπει, κατά την εξέταση τέτοιας φύσης αίτησης, να υπεισέλθει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, στην ουσία της διαφοράς και να εκφέρει τελική κρίση επί του θέματος. Ακόμα και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης της διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια (Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345 και Karram v. The Republic (1983) 3 C.L.R. 199, Πατσαλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Υποθ. Αρ. 206/2001, ημερ. 23.3.2001).
Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επιδίκων θεμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας.
Στο διοικητικό δίκαιο, η απλή ύπαρξη σοβαρών θεμάτων προς εκδίκαση δεν αποτελεί αρκετό λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1075/95, ημερ. 15.1.1996 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 496/2002, ημερ. 26.7.2002).
Η χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης είναι αποσυνδεδεμένη από τις πιθανότητες επιτυχίας της κύριας αίτησης. Ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης πράξης, καθώς και η πιθανολόγηση του βάσιμου της ακύρωσής της, δεν συνιστούν λόγους αναστολής (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, και Σκουρής, Η Δικαστική Αναστολή Εκτελέσεως των Διοικητικών Πράξεων, τρίτη έκδοση, παραγρ. 100).
Ακόμα και όταν οι πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή είναι ολοφάνερες, αυτό δεν αποτελεί παρά απλώς ένα παράγοντα που συνηγορεί έντονα υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος (Georghiades (No.1) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, 395). Ακόμα, δηλαδή, και στις περιπτώσεις που η αξίωση του αιτητή φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα επιτύχει, το διάταγμα δεν χορηγείται ως θέμα ρουτίνας.».
Παρομοίως, και στην υπό κρίση περίπτωση, τυχόν εξέταση στο παρόν στάδιο των πιο πάνω ισχυρισμών των αιτητών, θα ισοδυναμούσε με εξέταση της ουσίας της διαφοράς και διαμόρφωση, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, τελικής κρίσης επί του θέματος και, κατ’ επέκταση, επί της προσφυγής. Πράγμα βεβαίως ανεπίτρεπτο. Ας σημειωθεί ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το παρόν Δικαστήριο τόσο στην Ματθαίος Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1349/2016, ημερ. 25.1.2017, όσο και στην Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 401/2019, ημερ. 25.4.2019, αλλά και πιο πρόσφατα στην Σύνδεσμος Τυροκόμων Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 106/2021, ημερ. 20.5.2021, όπου και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, η δε εκδοθείσα ενδιάμεση απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι δεν προκύπτει έκδηλη παρανομία στην υπό κρίση περίπτωση. Δεδομένου, όπως έχει ήδη λεχθεί, ότι μια τέτοια παρανομία δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ’ ούτε και αναντίλεκτη είναι, ως η πάγια νομολογία απαιτεί, τα δε εγειρόμενα ζητήματα δεν μπορούν να αποφασισθούν χωρίς στάθμιση και κρίση εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, όπως και οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις των μερών και αφορούν στο κατά πόσον υπήρξε σαφής παραβίαση των όρων του Διαγωνισμού εκ μέρους του Ε.Μ. και, συνακόλουθα, στο κατά πόσον και η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση 1 υπήρξε εσφαλμένη ή/και παράνομη, έκδηλη παρανομία δεν στοιχειοθετείται. Επιπρόσθετα δε, είναι σαφές ότι οι υπό των αιτητών εγειρόμενοι ισχυρισμοί σχετίζονται άμεσα με σωρεία εγγράφων, τα οποία και θα πρέπει να εξεταστούν προκειμένου να διαπιστωθεί το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών τους, για αυτά δε τα έγγραφα εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις εκφράζονται από την πλευρά των καθ’ ων η αίτηση και του Ε.Μ..
Τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία αναμφίβολα συνιστούν τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ουσίας της προσφυγής, όταν και θα εξεταστεί η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία στη βάση του συνόλου των τεθέντων στοιχείων. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο, όπου εξετάζεται η παροχή προσωρινής και κατ' εξαίρεση θεραπείας, επαναλαμβάνω ότι δεν διαπιστώνω να στοιχειοθετείται παρανομία, η οποία να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και να αναδύεται αυτόματα, χωρίς την ανάγκη για έκφραση κρίσης και χωρίς να διερευνηθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ως η νομολογία επί του θέματος πάγια και διαχρονικά απαιτεί. Αναφέρω επίσης ενδεικτικά τις αποφάσεις στις Netvision Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. (2004) 4 Α.Α.Δ. 918 και Hewlett Packard Hellas E.P.E. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1056/2004, ημερ. 4.4.2005, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ακολουθώντας παρόμοια προσέγγιση, κατέληξε ότι δεν δικαιολογούνταν η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δεν στοιχειοθετείται και, συνακόλουθα, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον δεύτερο παράγοντα επί του οποίου δύναται να εδραιωθεί αίτημα της φύσεως όπως του υπό εξέταση, ήτοι την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη μη έκδοση του διατάγματος, δεδομένου ότι οι αιτητές εγείρουν με την υπό κρίση αίτηση και ισχυρισμούς περί ανεπανόρθωτης ζημίας.
Πλούσια και επ’ αυτού του ζητήματος είναι η ημεδαπή νομολογία, η οποία πάγια και διαχρονικά υπαγορεύει ότι απαιτείται από τον αιτητή η απόδειξη σοβαρής πιθανότητας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, υλική ή ηθική, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (BEHZAD MOTMAEN FAAL v Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 666/2014, ημερ. 8.7.2014, NASHAT MONER LOFTY MATRY v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5848/2013, ημερ. 7.11.2013). Ο αιτητής θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, υλική ή ηθική, αν δεν ανασταλεί η πράξη μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής (βλ. και Ν. Χαραλάμπους, «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου», 2η Έκδοση, 2006, σελ. 32). Ανεπανόρθωτη είναι η ζημία που δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος, σε περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει στην προσφυγή του. Η αναγκαία μαρτυρία προς τούτο θα πρέπει να εισηγείται και να αποδεικνύει ότι η ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής δεν μπορεί να τύχει αποκατάστασης με τις θεραπείες που θα χορηγηθούν με την επιτυχία της προσφυγής του ή ακόμη με άλλο τρόπο. Αντίθετα, η τυχόν βλάβη, εφόσον είναι αποτιμητή σε χρήμα και, άρα, επανορθωτή μετά την ακύρωση της πράξης επί της ουσίας, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αποτελεί λόγο μη αναστολής της πράξης (Α.Σ. Αγγελίδη «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2011, σελ. 151). Στην υπόθεση Κροκίδου, ανωτέρω, αναφέρεται ότι, όταν η ζημία που θα προκληθεί είναι καθαρά χρηματικού χαρακτήρα και η πλήρης επανόρθωσή της από τη Διοίκηση είναι απόλυτα εφικτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (βλ. και Procopiou and others v. The Republic (1979) 3 C.L.R. 686). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί ότι η έκδοσή του θα παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της Διοίκησης (Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Μαρκουλίδου ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345).
Όλες οι πιο πάνω αρχές συνοψίστηκαν μεταγενέστερα, στην Γρηγόρης Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:
«Πρέπει επίσης να υφίσταται μαρτυρία ανεπανόρθωτης ζημίας, ήτοι ζημίας η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης. Όμως ακόμα και όταν υφίσταται τέτοια ζημία, το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος αν είναι πιθανόν το διάταγμα να δημιουργήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στο έργο της διοίκησης.
[.]
Η αξιολόγηση της έννοιας της ανεπανόρθωτης ζημίας υπονοεί την εξισορρόπηση αντικρουομένων συμφερόντων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 C.L.R. 341 στη σελ. 353:
"What constitutes irreparable injury is not simply a question whether in fact a loss will be irrecoverable. Even if irreparable loss is not a necessary product of the administration of justice, there are, nevertheless, some losses which must be borne by the litigant who must console himself with the general profit from a complex, regulated society. Administration of the concept of irreparable injury obviously involves a balancing of conflicting interests. Loss of the mere use of money, which an applicant is prevented from receiving, or required to pay out by administrative action, is not necessarily remediable. In a case where the proceeding before the Administrative Court is essentially a dispute between private parties, the relevance of traditional equity principles is obvious. (See Jaffe "Judicial Control of Administrative Action" pages 690-691)."
Τι συνιστά ανεπανόρθωτη ζημία δεν εξαντλείται απλά στο κατά πόσο στην πραγματικότητα μία απώλεια δεν δύναται να αποκατασταθεί (βλ. Monica Rodat v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 937,942). Στην υπόθεση Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 ΑΔΔ. 2924, αναφέρεται ότι ανεπανόρθωτη είναι η ζημία που δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος, σε περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει στην προσφυγή του. Στην ίδια υπόθεση επαναλαμβάνεται ότι ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί, αν κριθεί ότι η έκδοσή του θα παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της διοίκησης. (Βλ. επίσης Georghiades (No.l) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Miltiadous v. The Republic, ανωτέρω).
Στην υπόθεση Κροκίδου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, αναφέρεται ότι όταν η ζημία που θα προκληθεί είναι καθαρά χρηματικού χαρακτήρα και η πλήρης επανόρθωσή της από τη Δημοκρατία είναι απόλυτα εφικτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ανεπανόρθωτη. (Βλ. επίσης Procopiou and others v. The Republic (1979) 3 C.L.R. 686)
Έχει ακόμα λεχθεί ότι, όταν η μη έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ζημία έστω και ανεπανόρθωτη στους αιτητές, αλλά από την άλλη η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει σοβαρά εμπόδια στην κανονική λειτουργία της διοίκησης, τότε το προσωπικό συμφέρον του αιτητή θα πρέπει να υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον και το διάταγμα να μην εκδίδεται. Αφού το προσωρινό διάταγμα είναι κατ' εξαίρεση μέτρο διακριτικής εξουσίας, το γενικό συμφέρον δεν θα πρέπει να θυσιάζεται, αλλά αντίθετα να επικρατεί του ιδιωτικού συμφέροντος του αιτητή. (Monica Rodat v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 937). Περιττόν να λεχθεί ότι όταν δεν θα προκληθεί στον αιτητή ανεπανόρθωτη ζημία το διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδίδεται. (Βλ. Cleanthis Georghiades (No.l) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, Moyo and another v. The Republic ανωτέρω). Όμως η έκδηλη παρανομία της διοικητικής πράξης, ακόμα και αν δεν αποδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημία, αποτελεί λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος έστω και αν με την έκδοση του θα δημιουργηθούν σοβαρά εμπόδια στο έργο της διοίκησης. (Βλ. Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345, 351, Marios Soteriou v. The Republic (1981) 3 C.L.R. 70 και Pagkiprios Organosis Ellinon Didaskalon Limassol Branch and Others v. Registrar of Trade Unions (1982) 3 C.L.R. 177).».
Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, καθώς και την επιχειρηματολογία των αιτητών, ως αυτή εκτίθεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και στη γραπτή τους αγόρευση, και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών επί του υπό συζήτηση θέματος, κρίνω ότι ούτε ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Εν πρώτοις, πρόκειται για ισχυρισμούς περί ζημίας, οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό γενικόλογοι. Εν πάση δε περιπτώσει, η όποια μορφή ζημίας θα μπορούσε να επέλθει στους αιτητές από τη μη υπογραφή της σύμβασης, προκύπτει ότι δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, με βάση και την εκτιμώμενη ζημία που παρατίθεται στη σελίδα 105 της γραπτής τους αγόρευσης (και τους εκεί εκτιθέμενους υπολογισμούς), ενώ δεν εντοπίζω να επιφέρει άλλες συνέπειες που θα μπορούσαν να πλήξουν ανεπανόρθωτα τους αιτητές. Σε περίπτωση δε θετικής για τους αιτητές έκβασης της προσφυγής, θα μπορούσε να αποτιμηθεί οικονομικώς η ζημία που υπέστησαν λόγω της απώλειας της πιθανότητας να τους ανατεθεί το αντικείμενο της επίδικης σύμβασης και, συνεπώς, θα ήταν δυνατή η πλήρης αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που θα είχαν υποστεί (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Communicaid Group Ltd v. Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T‑4/13, ημερ. 11.3.2013, σκέψεις 33 -38).
Είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί ότι κατά τη νομολογία, η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό γεννά απλή προσδοκία κατακύρωσης και όχι δέσμευση κατακύρωσης σε συγκεκριμένο προσφοροδότη (Ο.Κ.ΥΠ.Υ. ν. CHATEAU STATUS HOTEL LIMITED, Ε.Δ.Δ. 31/2025, ημερ. 7.4.2026). Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Communicaid Group Ltd, ανωτέρω, μια επιχείρηση «συμμετέχουσα σε τέτοια διαδικασία δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιη ότι θα της ανατεθεί το αντικείμενο της συμβάσεως, αλλά πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο της αναθέσεώς του σε άλλον διαγωνιζόμενο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες για την οικεία επιχείρηση, λόγω απορρίψεως της προσφοράς της, είναι, κατ’ αρχήν, μέρος του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στην αγορά». Στην ίδια υπόθεση, επεσήμανε επίσης το Δικαστήριο ότι, στο βαθμό που γίνεται επίκληση προσβολής της φήμης της συμμετέχουσας επιχείρησης, «η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό, εκ της φύσεώς του ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό, συνεπάγεται κινδύνους για όλους τους συμμετέχοντες, ο αποκλεισμός δε ενός διαγωνιζομένου, δυνάμει των κανόνων του διαγωνισμού, δεν μπορεί, αυτός καθ’ αυτόν, να επιφέρει ζημία». Υπενθυμίζεται συναφώς ότι εν προκειμένω, οι αιτητές δεν αποκλείστηκαν, από τον Διαγωνισμό, αλλά επιλέγηκε το Ε.Μ. λόγω χαμηλότερης προσφοράς.
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, ούτε ο ισχυρισμός περί προσβολής της φήμης και πελατείας των αιτητών μπορεί να θεμελιώσει ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημίας. Η συμμετοχή επιχειρήσεων σε διαγωνισμούς του δημοσίου, αποτελεί συνήθη πρακτική και μέρος της επιχειρηματικής τους δράσης, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη κάθε φορά η κατακύρωση σε αυτούς ενός διαγωνισμού. Η δε ισχυριζόμενη απώλεια φήμης και πελατείας, ως συνιστώσα ανεπανόρθωτη ζημία, λόγω μη κατακύρωσης ενός διαγωνισμού, δεν ανταποκρίνεται στη φύση ενός δημόσιου διαγωνισμού, ο οποίος εμπεριέχει μεγάλη πιθανότητα μία προσφορά να μην κατακυρωθεί σε προσφοροδότη που δεν πληροί κάποιο κριτήριο συμμετοχής. Συνεπώς, η συμμετοχή σε ένα δημόσιο διαγωνισμό, προϋποθέτει και αποδοχή της πιθανότητας περί μη κατακύρωσης, υπό την έννοια ότι όποιος συμμετέχει σε ένα δημόσιο διαγωνισμό, μόνον προσδοκία κατακύρωσης μπορεί να έχει, ενώ η φήμη και πελατεία αποτελούν άϋλα στοιχεία του ενεργητικού μίας επιχείρησης, ώστε να καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης του επηρεασμού τους και να μην αρκούν γενικές και αόριστες αναφορές επ’ αυτού. Παρομοίως, και οι ισχυρισμοί των αιτητών περί ανεπανόρθωτης βλάβης διότι με την υπογραφή της σύμβασης θα προκληθεί «απώλεια ευκαιριών στην αγορά και η ζημία στην καλή φήμη και στο κύρος των Αιτητών τόσο στο παρόν στάδιο όσο και στο μέλλον», στερούνται της απαιτούμενης συγκεκριμενοποίησης και/ή του απαιτούμενου προσδιορισμού.
Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι στερούνται βασιμότητας και οι ισχυρισμοί των αιτητών περί ανεπανόρθωτης βλάβης λόγω του ότι, σε περίπτωση που δεν κατακυρωθεί ο Διαγωνισμός σε αυτούς, θα μειωθεί άμεσα ο κύκλος εργασιών τους και θα τερματιστούν οι υπηρεσίες αρκετών εργαζομένων. Δεν έχουν προσκομιστεί επαρκή στοιχεία επ’ αυτού, ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην Intertranslations (Intertransle?sions) Metafraseis ν. Κοινοβουλίου, T‑20/20, ημερ. 13.3.2020) και, συνακόλουθα, και αυτοί οι ισχυρισμοί κρίνονται ως ανεπαρκείς: οι κατ’ ισχυρισμό υποθετικές και μελλοντικές και ενδεχόμενες απολύσεις δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη βλάβη.
Ως εκ των πιο πάνω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους, εν πολλοίς γενικούς, ισχυρισμούς της πλευράς των αιτητών περί ανεπανόρθωτης ζημίας που θα επέλθει από τη μη οριστικοποίηση του μονομερούς διατάγματος λόγω καταστροφικών συνεπειών στους αιτητές, επειδή θα επηρεαστεί η καλή και υγιής σημερινή εικόνα της εταιρείας τους και θα καταστραφεί η δυναμική τους. Παρομοίως, δεν προσδιορίζονται και/ή δεν τεκμηριώνονται επαρκώς οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι η απώλεια της επίδικης σύμβασης συνεπάγεται αποστέρηση αναγκαίων μέσων βιοπορισμού, περιορισμό εργατικού δυναμικού, απώλεια τεχνογνωσίας και αποδυνάμωση της δομής των αιτητών, για υπονόμευση της εμπορικής φήμης και διατήρησης της θέσης της στην αγορά.
Γενικότερα, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί και/ή στοιχειοθετηθεί με την απαιτούμενη επάρκεια η όποια ζημία, που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οι αιτητές από την μη οριστικοποίηση του εξαιτούμενου διατάγματος, η οποία μάλιστα να μην μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη εκ των υστέρων θεραπεία (βλ. Κροκίδου, ανωτέρω).
Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των αιτητών κρίνονται ανεπαρκείς για να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη ζημία και απορρίπτονται.
Βεβαίως, με την κατάληξή μου αυτή, δεν επηρεάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η εγκυρότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης, επίδικης, απόφασης. Αυτή θα διαγνωστεί κατά την εκδίκαση της προσφυγής.
Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα αναστολής, ημερομηνίας 30.3.2026, ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση 1 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.
Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 3.6.2026 (9.00 π.μ.).
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο