ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1379/2022 (iJ))
19 Ιουνίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 146, 28 ΚΑΙ 15 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
SALAM KHALID KHALF
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Έλενα Αριστείδου, για Κασσάνδρα Κουπαρή, για τον αιτητή.
Σίμος Πλατής, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, αποτελεί η νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, όπως αυτή του γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 17.5.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 27.8.2018, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Ο αιτητής κατάγεται από το Ιράκ. Κατά το έτος 2010, εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων. Στις 13.1.2010 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 27.5.2011. Κατόπιν διοικητικής προσφυγής που άσκησε ο αιτητής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η τελευταία, με απόφαση της ημερομηνίας 17.5.2016, του παραχώρησε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθεστώς το οποίο εξακολουθεί να κατέχει.
Στις 27.8.2018, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Η συνέντευξη του αιτητή, στην παρουσία μεταφραστή, έλαβε χώρα στις 9.11.2020. Κατόπιν, ετοιμάστηκε σχετική έκθεση από την Λειτουργό εξέτασης, με απορριπτική εισήγηση. Η εν λόγω έκθεση υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος ενέκρινε την απορριπτική εισήγηση στις 23.3.2022. Η απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επίδικη διοικητική απόφαση, ημερομηνίας 17.5.2022, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 27/08/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας στη Δημοκρατία και ως εκ τούτου, έχετε καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά αφού όπως κατέδειξε η έρευνα του Τμήματος είστε λήπτης δημοσίου βοηθήματος. Επιπλέον, δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο και δεν γνωρίζετε την ελληνική γλώσσα».
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, μέσα από την γραπτή της αγόρευση, υποστηρίζει πως η απόρριψη της αιτήσεως στηρίχθηκε σε πλάνη της διοίκησης ως προς το ότι ο αιτητής δεν έχει επαρκείς πόρους διαβίωσης. Ενώ παραδέχεται πως ο αιτητής λαμβάνει μηνιαίο αναπηρικό επίδομα, ύψους €848,38 και ότι δεν εργάζεται, εντούτοις, υποστηρίζει πως το εν λόγω ποσό, συνιστά επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή του, επικαλούμενη κάποια στοιχεία από την υπηρεσία αφερεγγυότητας, η οποία ορίζει ως λογικά έξοδα διαβίωσης για ένα άτομο, το ποσό των €750 μηνιαίως.
Ως προς τον δεύτερο λόγο απόρριψης, ήτοι το γεγονός της μη ανάπτυξης κοινωνικών δεσμών στη Δημοκρατία, υποστηρίζει πως είναι αυθαίρετο, χωρίς αιτιολόγηση και πως ο φάκελος της διοίκησης είναι ελλιπής, ενώ διατείνεται πως δεν έχει τηρηθεί άρτιο πρακτικό. Τέλος, διατείνεται πως η επίδικη διοικητική απόφαση είναι αναιτιολόγητη.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εμφανίστηκε για τη Δημοκρατία, αφού παρέθεσε τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε σχέση με την δυνατότητα αλλοδαπού προσώπου να αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα, με πολιτογράφηση, ως και τη σχετική νομολογία, τόνισε πως η απλή και μόνον κατοχή των τυπικών προσόντων, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την χορήγηση της υπηκοότητας, αφού ο Υπουργός Εσωτερικών πέραν των προϋποθέσεων που ορίζει ο Νόμος, θα πρέπει να εξετάσει, κατά κύριο λόγο, εάν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και τα συμφέροντα της πολιτείας. Τούτο, στα πλαίσια του δικαιώματος κάθε κυρίαρχου κράτους να επιλέγει ποια πρόσωπα επιθυμεί να έχει ως πολίτες. Υποστήριξε πως νομίμως εκδόθηκε η προβαλλόμενη απόφαση αφού ο αιτητής δεν έχει οικονομικούς πόρους, ούτε οικογενειακούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο.
Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από αλλοδαπό πρόσωπο, είναι πολύ καλά γνωστές. Αυτές περιλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου.
Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026. Επαναλήφθηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Σύμφωνα με τα νομολογιακά κριθέντα, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μόνον προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, υπεδείχθη, εκ νέου, πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.
Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν και στην Ε.Δ.Δ. 130/2020, Arakelian ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.3.2025 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας στις διευκρινίσεις, εκείνο που θα μπορούσε να εκθεμελιώσει το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης διακριτικής ευχέρειας, είναι το κατά πόσον μπορεί ο εκάστοτε αιτητής να καταδείξει ότι υπήρξε κακοπιστία ή αυθαιρεσία της διοίκησης, σε επίπεδο συνολικής αξιολόγησης των δεδομένων του και όχι μεμονωμένων ενεργειών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής απερρίφθη για τρεις λόγους: πρώτον λόγω μη ύπαρξης επαρκών πόρων για τη διαβίωσή του στη Δημοκρατία, αφού είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και έχει, ως εκ τούτου, καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά, δεύτερον, λόγω του ότι δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο και τρίτον, λόγω μη γνώσης της ελληνικής γλώσσας.
Ο πρώτος λόγος απόρριψης, σχετίζεται με τη διαπίστωση του Τμήματος πως ο αιτητής είναι ήδη λήπτης δημοσίου βοηθήματος και συγκεκριμένα, Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και επιπρόσθετα, αναπηρικού επιδόματος, έχοντας καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά.
Ανατρέχοντας στο έντυπο προσωπικής συνέντευξης του αιτητή, ημερομηνίας 9.11.2020, ο ίδιος δήλωσε πως είναι μη απασχολούμενο πρόσωπο, δεν κατέχει ακίνητη περιουσία στη Δημοκρατία, ούτε και έχει καταθέσεις σε κυπριακή τράπεζα ή εισοδήματα ή περιουσία στο εξωτερικό. Εντός του διοικητικού φακέλου στις σελιδώσεις 109 – 105 του Τεκμηρίου 1, περιέχονται έγγραφα από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, από τα οποία προκύπτει πως ο αιτητής λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και επιπρόσθετα αναπηρικό επίδομα, συνολικού ύψους €848,38.
Στην έκθεση που υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, καταγράφεται πως ο αιτητής από την ημερομηνία της άφιξής του στη Δημοκρατία, δεν εργάστηκε ποτέ, λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και αναπηρικό επίδομα, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Το γεγονός αυτό, είναι παραδεκτό από την δικηγόρο του, υποστηρίζει όμως πως το ποσό που λαμβάνει από το κράτος είναι επαρκές για τη διαβίωσή του στη Δημοκρατία.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να μπορεί ο αιτητής να διαβιώνει επαρκώς στη Δημοκρατία από παροχές που λαμβάνει από το κράτος και όχι από δική του αυτοτελή εργασία και προσφορά. Εξάλλου, η λήψη και μόνον της παροχής από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης επιδομάτων πρόνοιας, υποδηλώνει την ανεπάρκεια αυτοτελών οικονομικών πόρων και η κατάληξη της διοίκησης πως ο αιτητής έχει ήδη καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά, κρίνεται ως εύλογη.
Ο δεύτερος λόγος απόρριψης, που συσχετίζεται και με τον τρίτο λόγο για τον οποίο έτυχε απόρριψης η υποβληθείσα αίτηση, αφορά την κατάληξη της διοίκησης πως ο αιτητής δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα.
Από το έντυπο της προσωπικής συνέντευξης του αιτητή, ο ίδιος δήλωσε ως η γλώσσα ομιλίας του την αραβική και πως γνωρίζει πολύ λίγο την ελληνική γλώσσα. Άλλωστε, στη σελίδωση 110 του Τεκμηρίου 1, προκύπτει πως η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στην παρουσία μεταφραστή. Επίσης, δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε σχέση ή δεσμός του αιτητή με την Δημοκρατία, αφού η σύζυγός του απεβίωσε του 2006, ενώ το τέκνο του, ηλικίας 22 ετών κατά τον χρόνο της συνέντευξης, διαμένει στο Ιράκ. Δεν δηλώθηκε από τον ίδιο καμία άλλη σχέση ή δεσμός με την Δημοκρατία.
Τα όσα προέκυψαν από την προσωπική συνέντευξη του αιτητή, περιλήφθηκαν στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σε σχέση με την υποβληθείσα αίτηση. Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως η αίτηση εξετάστηκε και αξιολογήθηκε δεόντως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προσωπικές του περιστάσεις.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 A.A.Δ. 731, το Δικαστήριο επανέλαβε πως η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, όπως εν προκειμένω του αιτητή, ο οποίος πληρούσε τον χρόνο νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία, δεν οδηγεί αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι εκτιμώνται ελευθέρως, με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, διαπιστώνω πως τα οικονομικά, όσο και τα δημογραφικά, αλλά και τα γενικότερα συμφέροντα του Κράτους, αποτελούν στοιχεία που σταθμίζονται και εκτιμώνται ελευθέρως από τον Υπουργό Εσωτερικών, αφού το ζήτημα εγγραφής αλλοδαπού προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το παρόν Δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην Reyes (ανωτέρω), η διακριτική ευχέρεια του Κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της λειτουργού, κατά την προσωπική συνέντευξη του αιτητή, η υποβολή απορριπτικής εισήγησης, κρίνεται ως εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί κατά την προσωπική συνέντευξη. Υπήρξε πλήρης καταγραφή των δεδομένων του αιτητή και τήρηση άρτιων πρακτικών από πλευράς διοίκησης.
Δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, καταλήγω πως τα δεδομένα του αιτητή, τέθηκαν στη σωστή τους διάσταση υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών, τα οποία σταθμίστηκαν και εκτιμήθηκαν νομίμως και εντός της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, αφού παρασχέθηκε πλήρως και επαρκής αιτιολογία.
Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί κακόπιστης εξέτασης της αιτήσεως εκ μέρους του Υπουργού Εσωτερικών.
Τέλος, σημειώνεται πως η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι η περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο