MAKKARA CONSTRUCTION & DEVELOPERS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Υπόθεση Αρ. 329/2022, 18/6/2026
print
Τίτλος:
MAKKARA CONSTRUCTION & DEVELOPERS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Υπόθεση Αρ. 329/2022, 18/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 329/2022)

 

18 Ιουνίου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

MAKKARA CONSTRUCTION & DEVELOPERS LTD

 

Αιτήτρια

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………

Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

 

Δ. Μ. Εργατούδη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια με την υπό κρίση προσφυγή προσβάλλει την απόφαση του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 20.12.2021 με την οποία απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας.

 

Ο Έφορος Φορολογίας στις 27.11.2019 εξέδωσε βεβαίωση Φ.Π.Α. προς την αιτήτρια ύψους €69.278,61 για την περίοδο 1.12.2008 μέχρι 28.2.2009. Η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στις 24.1.2020 η οποία αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε στις 3.3.2021. Στις 15.4.2021 η αιτήτρια άσκησε ιεραρχική προσφυγή η οποία κατόπιν ακρόασης, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη στην υπό κρίση προσφυγή απόφαση.

Η αιτήτρια αφού απέσυρε τους λόγους ακύρωσης που σχετίζονται με τον διορισμό του Εφόρου Φορολογίας, εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη για λόγους πάσχουσας σύνθεσης του καθ’ ου η αίτηση, νομικής πλάνης σε σχέση με την ερμηνεία του Άρθρου 50 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν. 95(Ι)/2000 και έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Σχετικά με την πάσχουσα σύνθεση, η αιτήτρια εισηγείται ότι επειδή στη συνεδρία ημερομηνίας 3.12.2021 συμμετείχε το μέλος Προκοπίου που απουσίαζε από τη συνεδρία που προηγήθηκε στις 19.5.2021 παραβιάζεται το Άρθρο 22 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:

 

22. Η διαδικασία συζήτησης και λήψης απόφασης για ορισμένο θέμα πρέπει να διεξάγεται από την αρχή μέχρι το τέλος από τα ίδια μέλη του συλλογικού οργάνου. Αν η διαδικασία παρατείνεται σε  συνεδρίες και η σύνθεση του οργάνου μετά την πρώτη συνεδρία αλλάξει με τη συμμετοχή μελών που ήταν απόντα στις προηγούμενες συνεδρίες, το συλλογικό όργανο δεν μπορεί να λάβει έγκυρη απόφαση στην τελευταία συνεδρία, εκτός αν στη συνεδρία αυτή επαναληφθεί από την αρχή η διαδικασία και η συζήτηση που προηγήθηκε. Αυτό δεν απαιτείται, όταν πρόκειται για απουσία από συνεδρία που ασχολήθηκε με προκαταρκτικά θέματα η όταν τα μέλη τα οποία λαμβάνουν την τελική απόφαση είναι πλήρως ενημερωμένα σχετικά με όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη λήψη απόφασης.»

 

Πράγματι, στη συνεδρία του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 19.5.2021 το μέλος Προκοπίου απουσίαζε αλλά μετείχε στη συνεδρία της 3.12.2021. Η αιτήτρια εισηγείται ότι στη συνεδρία της 19.5.2021 το καθ’ ου η αίτηση δεν ασχολήθηκε με προκαταρκτικά θέματα έτσι ώστε να μην προκύπτει παρανομία στη σύνθεση. Αντίθετη είναι η εισήγηση του καθ’ ου η αίτηση.

 

Το περιεχόμενο της συνεδρίας ημερομηνίας 19.5.2021 ως καταγράφεται στο πρακτικό ήταν το εξής:

 

«Η ολομέλεια του Εφοριακού Συμβουλίου συνέρχεται σήμερα 19/05/2021, ημέρα Τετάρτη, για να εξετάσει το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 53(α)(β) και (γ) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000, (όπως τροποποιήθηκε).

Αντίγραφο του περιεχομένου του φακέλου που αφορά την παρούσα Ιεραρχική Προσφυγή έχει δοθεί έγκαιρα στον Πρόεδρο και στα Μέλη του Εφοριακού Συμβουλίου και είναι πλήρως ενημερωμένα σχετικά με όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για εξέταση και συζήτηση του νομότυπου καταχώρησης της Ιεραρχικής Προσφυγής.

Με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της Ιεραρχικής Προσφυγής, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15/04/2021 και αυτό εμφαίνεται στα ερυθρά 19-15 που είναι το ΕΦ.ΣΥ. 1 Ε.

Στα ερυθρά 14-11 είναι καταχωρημένη στο διοικητικό φάκελο η τελική Βεβαίωση Φόρου του Εφόρου Φορολογίας με ημερομηνία 03/03/2021.

Το σημείωμα του Φορολογικού Συμβούλου του Εφοριακού Συμβουλίου, κυρίου Τάσου Νικολαΐδη, βρίσκεται στα ερυθρά 22-21.

Κύριε Νικολαΐδη, έχεις το λόγο εάν θέλεις να πεις οτιδήποτε ή να δώσω το λόγο στα Μέλη του Εφοριακού Συμβουλίου, εάν θέλουν να ρωτήσουν οτιδήποτε.

Τάσος Νικολαΐδης, Φορολογικός Σύμβουλος Έμμεσης Φορολογίας

Μάλιστα. Η εταιρεία είναι εργοληπτική εταιρεία στον κατασκευαστικό κλάδο. Είναι υπόθεση φόρου εισροών την οποία είχαμε ξανά σε προηγούμενες υποθέσεις κατά πόσον δικαιούνται να αφαιρέσουν τον φόρο εισροών από τις δηλώσεις τους για την κατασκευή.

Είναι ένας βασικός κανόνας τον οποίο είχαμε και σε παρόμοιες προσφυγές αλλά και βασικός κανόνας των λειτουργών του ΦΠΑ ότι για να δικαιούσαι να αφαιρέσεις φόρο εισροών στις φορολογικές σου δηλώσεις πρέπει να αφορά φορολογητέα συναλλαγή.

Δηλαδή, εάν κτίσεις διαμερίσματα και τα πωλήσεις δικαιούσαι, αν κτίσεις διαμερίσματα και να τα ενοικιάζεις δεν τα δικαιούσαι. Τώρα εάν θα κτίσεις και να ενοικιάσεις και να χρεώνεις ΦΠΑ το δικαιούσαι.

Φαίνεται ότι και αυτοί το καταλαβαίνουν απλά ποντάρουν στο ότι υπήρξε περίοδος παραγραφής της βεβαίωσης ότι πέρασαν τα έξι χρόνια. Εντάξει, είναι πάνω σε τούτο που θα αποφασίσετε επί της ουσίας.

Οι προϋποθέσεις οι χρονικές και τα λοιπά, πληρούνται πάντως.

Ελένη Χατζηχαρίτου-Λεωνίδου, Πρόεδρος Εφοριακού Συμβουλίου

Παρακαλώ κύριοι, έχετε οποιαδήποτε ερώτηση προς το Φορολογικό Σύμβουλο;

Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ερώτηση προς τον Φορολογικό Σύμβουλο.

(Σε αυτό το σημείο ο κ. Τάσος Νικολαΐδης αποχωρεί από την αίθουσα συνεδριάσεων).

Ελένη Χατζηχαρίτου-Λεωνίδου - Πρόεδρος

Σας ακούμε κύριε Σιανή.

Μίκης Σιανής, Μέλος Εφοριακού Συμβουλίου

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου και το σημείωμα του φορολογικού μας συμβούλου πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που απαιτεί η Νομοθεσία ώστε το Εφοριακό Συμβούλιο να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της Ιεραρχικής Προσφυγής.

Ελένη Χατζηχαρίτου-Λεωνίδου, Πρόεδρος Εφοριακού Συμβουλίου

Ο κύριος Μισός.

Αριστοτέλης Μισός, Μέλος Εφοριακού Συμβουλίου

Με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταχώρηση και την εξέταση της παρούσας Προσφυγής.

Ελένη Χατζηχαρίτου-Λεωνίδου, Πρόεδρος Εφοριακού Συμβουλίου

Μετά από μελέτη των στοιχείων και γεγονότων που συνθέτουν και/ή αφορούν την παρούσα Ιεραρχική Προσφυγή και λαμβάνοντας υπόψη το Σημείωμα του Φορολογικού μας Συμβούλου, φαίνεται ότι η Ιεραρχική Προσφυγή έχει καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας των 45 ημερών, που ορίζει η σχετική Νομοθεσία αλλά και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 53 και 52(1) του περί Φ.Π.Α. Νόμου και για αυτό εισηγούμαι την περαιτέρω εξέταση επί της ουσίας της Ιεραρχικής Προσφυγής.

Η Πρόεδρος και τα Μέλη του Εφοριακού Συμβουλίου  διαπιστώνουν ότι με βάση τα ανωτέρω η Ιεραρχική Προσφυγή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 53(α)(β) και (γ) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου Ν.95(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε.

Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο αποφασίζει να προχωρήσει στην εξέταση επί της ουσίας της Ιεραρχικής Προσφυγής.»

 

Στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 3.12.2021 δεν καταγράφεται ότι έγινε ενημέρωση του μέλους Προκοπίου σχετικά με όσα αποφασίστηκαν στη συνεδρία της 19.5.2021 συνεπώς το μόνο που απομένει προς κρίση έτσι ώστε να μην προκύπτει παράβαση του Άρθρου 22 είναι κατά πόσο η ενασχόληση του καθ’ ου η αίτηση στις 19.5.2021 ήταν με προκαταρκτικά ζητήματα.

 

Το Άρθρο 53 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν. 95(Ι)/2000 (στο εξής ο «Νόμος») του οποίου τις προϋποθέσεις εξέτασε το καθ’ ου η αίτηση στη συνεδρία ημερομηνίας 19.5.2021 κατά πόσο πληρούνται, προνοεί τα πιο κάτω:

 

«53. Το Εφοριακό Συµβούλιο προχωρεί στην εξέταση υποβληθείσας ιεραρχικής προσφυγής µόνον εφόσον ο αιτητής-

(α) Έχει υποβάλει τα αναγκαία έγγραφα και στοιχεία που να υποστηρίζουν το βάσιµο αυτής·

(β) έχει υποβάλει όλες τις απαιτούµενες φορολογικές δηλώσεις δυνάµει της παραγράφου 1(1) του ∆έκατου Παραρτήµατος και έχει καταβάλει τα ποσά που εµφαίνονται στις δηλώσεις αυτές ως καταβλητέα από αυτόν ή έχει προβεί σε διευθέτηση αναφορικά µε αυτά·

(γ) έχει καταβάλει το µη αµφισβητούµενο ποσό, έχει προβλέψει τη διευθέτηση αναφορικά µε αυτό ή έχει παράσχει ανάλογη εγγύηση στο Εφοριακό Συµβούλιο εφόσον αυτή απαιτήθηκε από το Εφοριακό Συµβούλιο στην περίπτωση που η ιεραρχική προσφυγή υποβάλλεται εναντίον απόφασης για θέµα που προβλέπεται στο άρθρο 52:

Νοείται ότι, σε περίπτωση επίτευξης συµβιβασµού δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Νόµου ή Κανονισµών που εκδίδονται δυνάµει αυτού, δεν υφίσταται δικαίωµα υποβολής ιεραρχικής προσφυγής:

Νοείται περαιτέρω ότι, ιεραρχική προσφυγή την οποία το Εφοριακό Συµβούλιο κρίνει ως αβάσιµη, δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εξετάζεται συνοπτικά και απορρίπτεται, χωρίς να καλείται ενώπιον του Εφοριακού Συµβουλίου ο αιτητής ή ο Έφορος.»

 

          Έχω την άποψη ότι στη συνεδρία ημερομηνίας 19.5.2021 το καθ’ ου η αίτηση ασχολήθηκε με προκαταρκτικά ζητήματα που άπτονται του παραδεκτού της ιεραρχικής προσφυγής στη βάση των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος χωρίς την ανάγκη στάθμισης δεδομένων ή έκφρασης κρίσης έτσι ώστε να προκύπτει το ενδεχόμενο διατύπωσης διαφορετικής άποψης από μέλος που δεν παρίσταται στη συνεδρία. Συνεπώς, δεν προκύπτει παρανομία στη σύνθεση λόγω της μετέπειτα συμμετοχής του μέλους Προκοπίου στη συνεδρία του καθ’ ου η αίτηση. 

 

          Το Άρθρο 50 του Νόμου σε σχέση με το οποίο η αιτήτρια εισηγείται πλάνη, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«50.—(1) Τηρουµένων των επόµενων διατάξεων του παρόντος άρθρου, βεβαίωση δυνάµει του άρθρου 49 ή 49Α δεν εκδίδεται µετά την πάροδο έξι ετών από το τέλος της καθορισµένης φορολογικής περιόδου ή εισαγωγής ή απόκτησης την οποία αφορά.

(2) Τηρουµένου του εδαφίου (3) πιο κάτω, αν έχει απωλεσθεί Φ.Π.Α. ως αποτέλεσµα δόλου ή εσκεµµένης παράλειψης του προσώπου του υπόχρεου στο φόρο, τότε µπορεί να εκδοθεί βεβαίωση ως εάν η αναφορά σε έξι έτη στο εδάφιο (1) ήταν αναφορά σε δώδεκα έτη.

(3) Αν ο Έφορος κρίνει ότι το ποσό που έπρεπε να βεβαιωθεί δυνάµει του άρθρου 49 ή 49Α υπερβαίνει το ποσό που βεβαιώθηκε, τότε, την ή πριν την τελευταία ηµέρα κατά την οποία η βεβαίωση θα µπορούσε να εκδοθεί, ο Έφορος δύναται να εκδώσει συµπληρωµατική βεβαίωση για το επιπλέον ποσό και να γνωστοποιήσει το ποσό στο ενδιαφερόµενο πρόσωπο.

(4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων του παρόντος άρθρου, αν—

(α) Βεβαίωση φόρου που εκδόθηκε δυνάµει του άρθρου 49 ή 49Α · ή

(β) απόφαση του Εφοριακού Συµβουλίου η οποία αφορά ένσταση για βεβαίωση φόρου που εκδόθηκε δυνάµει του άρθρου 49 ή 49Α.

κηρυχθεί εν όλω ή εν µέρει άκυρη από το ∆ιοικητικό ∆ικαστήριο ή από το Ανώτατο ∆ικαστήριο σε έφεση δυνάµει του Άρθρου 146 του Συντάγµατος και παρίσταται ανάγκη επανεξέτασης ο Έφορος δύναται να εκδώσει νέα βεβαίωση µέσα σε έξι µήνες από την ηµεροµηνία που εκδόθηκε η απόφαση του ∆ικαστηρίου.»

 

          Ο ίδιος λόγος εγέρθηκε από την αιτήτρια και στη διαδικασία ενώπιον του καθ’ ου η αίτηση. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας ημερομηνίας 3.3.2021 στην ένσταση που υπέβαλε η αιτήτρια κατά της οποίας άσκησε ιεραρχική προσφυγή:

 

«Ο ισχυρισμός σας ότι το Τμήμα Φορολογίας (Φ.Π.Α.) προχώρησε σε έκδοση βεβαίωσης φόρου πέραν των 6 ετών παράνομα και παράτυπα, επικαλούμενοι το άρθρο 50(2) της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας δεν γίνεται αποδεκτός. Περεταίρω, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό σας ότι καμία ενέργεια της εταιρείας δεν ήταν εσκεμμένη καθότι όλες οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις είχαν κατατεθεί ορθά και αντικατοπτρίζουν όλες τις ενέργειες της εταιρείας στις οποίες καταγράφεται ξεκάθαρα η πιθανή οφειλή (στην αλλαγή χρήσης) στο Φ.Π.Α. όπως επίσης και σε σημείωση στις καταστάσεις αυτές. Μετά από ενδελεχή μελέτη των στοιχείων και γεγονότων διαφάνηκε ότι στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος 2008 μεταφέρατε ακίνητα στο πάγιο ενεργητικό που συμπεριλαμβάνονταν στα αποθέματα παραλείποντας να προβείτε σε διόρθωση του φόρου εισροών στα βιβλία σας. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 71(1) και 71(2) των περί (Γενικών) Κανονισμών του 2001 μέχρι 2015, ο όποιος εφαρμόζεται όταν υ.φ.π. έχει αφαιρέσει ποσό φόρου εισροών που έχει αποδοθεί σε φορολογητέες επειδή προτίθετο να χρησιμοποιήσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες για την πραγματοποίηση (α) είτε φορολογητέων συναλλαγών, (β) είτε φορολογητέων και εξαιρούμενων συναλλαγών και κατά τη διάρκεια περιόδου 6 ετών που αρχίζει την πρώτη ημέρα της καθορισμένης φορολογικής περιόδου κατά την οποία καθορίστηκε η απόδοση και πριν να πραγματοποιηθεί η εν λόγω πρόθεση, χρησιμοποιεί ή προτίθεται να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες για την πραγματοποίηση μόνο εξαιρούμενων συναλλαγών ή, στην περίπτωση απόδοσης που εμπίπτει στην υποπαράγραφο (α) πιο πάνω, για την πραγματοποίηση τόσο φορολογητέων όσο και εξαιρούμενων συναλλαγών. (2) Τηρουμένου του Κανονισμού 73 και εκτός αν ο Έφορος επιτρέψει διαφορετικά, όταν εφαρμόζεται ο παρών Κανονισμός, το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο στη φορολογική δήλωση της καθορισμένης φορολογικής περιόδου κατά την οποία τα αγαθά ή υπηρεσίες χρησιμοποιούνται ή δημιουργείται η πρόθεση να χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με την περίπτωση, αποδίδει λογαριασμό για ποσό ίσο προς το φόρο εισροών που έχει πάψει να αποδίδεται πλέον σε φορολογητέες συναλλαγές σύμφωνα με τη μέθοδο που απαιτείτο να χρησιμοποιήσει όταν αρχικά αποδόθηκε ο φόρος εισροών και καταβάλλει το ποσό αυτό στον Έφορο.

Συγκεκριμένα, στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος 2008, μεταφέρθηκαν 8 διαμερίσματα και 1 γραφείο του έργου Αλίνα 11 αξίας €759.376 και €101.485 αντίστοιχα καθώς επίσης προβλέπονται ενδεχόμενες υποχρεώσεις σας στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας σε σχέση με την μεταφορά καθιστώντας οφειλόμενο στον Έφορο Φορολογίας το Φ.Π.Α. που αφορά το κόστος ανέγερσης των 8 διαμερισμάτων του έργου Αλίνα 11 που έχει διεκδικηθεί. Κατ' ακολουθίαν, παράνομα παραλείψατε να αποδώσετε τον φόρο εισροών που διεκδικήσατε και αποδίδεται σε εξαιρούμενες συναλλαγές καθώς η εταιρεία προχώρησε στην ενοικίαση των 8 διαμερισμάτων με μακροχρόνια μίσθωση. Συνεπώς, ορθά ο λειτουργός ελέγχου υπολόγισε και προέβηκε σε βεβαίωση φόρου δυνάμει του άρθρου 50(2) της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας καθότι οι ενέργειες σας θεωρήθηκαν εσκεμμένες για τον λόγο ότι ενώ η συναλλαγή αυτή καταγράφεται και παρουσιάζεται στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας σας, εντούτοις παραλείψατε να δηλώσετε την συγκεκριμένη συναλλαγή στις φορολογικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και να αποδώσετε τον ανάλογο φόρο (όπως παρουσιάζεται ως οφειλή στις οικονομικές καταστάσεις), γεγονός που συνιστά το αδίκημα της υποβολής αναληθούς φορολογικής δήλωσης με βάση το άρθρο 46(3). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου, καθώς η εταιρεία προέβηκε σε αλλαγή χρήσης χρησιμοποιώντας τα εν λόγω αγαθά για την πραγματοποίηση μόνο εξαιρούμενων συναλλαγών δηλαδή την μακροχρόνια μίσθωση των διαμερισμάτων, οφείλατε να αποδώσετε τον φόρο εισροών που διεκδικήσατε και αποδίδεται σε εξαιρούμενες συναλλαγές. Ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη την περί Φ.Π.Α. Νομοθεσία διαφαίνεται ότι ο ισχυρισμός σας δεν γίνεται αποδεκτός καθώς τόσο η επίκληση του άρθρου 50(2) ως επίσης και ο φόρος εισροών επί του κόστους ανέγερσης των διαμερισμάτων που έπρεπε να αποδοθεί υπολογίστηκε ορθά.»

 

Το καθ’ ου η αίτηση αντιμετώπισε την εισήγηση της αιτήτριας ως ακολούθως:

 

«Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Εφοριακό Συμβούλιο είναι εάν τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης συνηγορούν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 50(2) του Ν. 95(Ι)/2000, παρ’ όλο ότι, οι οικονομικές καταστάσεις της Αιτήτριας που αφορούν το έτος 2008, αναφέρονται ρητά στη μεταβολή της χρήσης των εν λόγω διαμερισμάτων και στη σημείωση 24 αυτών γίνεται ρητή αναφορά για ενδεχόμενες υποχρεώσεις που συνίστανται σε υποχρέωση απόδοσης φόρου εισροών του οποίου δεν παρέχεται το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου, εντούτοις, η Αιτήτρια δεν προέβηκε σε καμία ενέργεια ώστε να τακτοποιήσει τις φορολογικές της υποχρεώσεις σε σχέση με το Φ.Π.Α. τουναντίον «περίμενε» να προβεί ο Έφορος στη σχετική διόρθωση των υποχρεώσεων της, σε σχέση με το Φ.Π.Α., πράγμα που έπραξε ο Έφορος Φορολογίας στην υπό εξέταση υπόθεση.

Σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ο Φ.Π.Α. είναι αυτοβεβαιούμενος φόρος και ασφαλώς είχε υποχρέωση η Αιτήτρια να προβεί στις αναγκαίες διορθώσεις στα βιβλία και αρχεία που τηρεί ώστε να επέδιδε ορθά τον οφειλόμενο Φ.Π.Α.

Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χρυσάφης Λτδ – vs- Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Οικονομικών, Εφόρου Φ.Π.Α., Αναθεωρητική Έφεση αρ. 141/2014 ημερ. 10.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:C186 όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Ο Φ.Π.Α. είναι αυτοβεβαιούμενος φόρος, η δε καταγραφή ή λήψη όλων των απαραίτητων πληροφοριών που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και πληρωμή του αποτελεί ευθύνη του επιχειρηματία».

Υπό το φως των πιο πάνω, η Αιτήτρια όφειλε να προβεί άμεσα στις αναγκαίες διορθώσεις σε σχέση με τον οφειλόμενο Φ.Π.Α. (Φόρο εισροών) και να μην περιμένει αν και εφ’ όσον ο Έφορος Φορολογίας τον ειδοποιήσει σχετικά με την υποχρέωση του αυτή.

Λόγω της μη λήψης ενέργειας εκ μέρους της Αιτήτριας ο Έφορος Φορολογίας έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν απέδωσε τον οφειλόμενο φόρο λόγω εσκεμμένης παράλειψης.

Το θέμα της εσκεμμένης παράλειψης και της επέκτασής της περιόδου φορολογικού ελέγχου από 6 έτη σε 12 έτη έχει κριθεί σε αποφάσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν τέθηκαν ενώπιον του οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 23(2) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 4/1978 όπως έχει τροποποιηθεί, διατάξεις που συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 50(2) του περί Φ.Π.Α. Νόμου 95(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί.

Το ζήτημα είναι ουσιαστικά θέμα γεγονότων Το βάρος της απόδειξης ότι ο φορολογούμενος είναι ένοχος εσκεμμένης παράλειψης έχει ο Διευθυντής. Η απόφαση του κρίνεται από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο όπως οι άλλες διοικητικές αποφάσεις. Είναι εύλογα επιτρεπτή;

Ακυρώνεται μόνο εάν κανένα λογικό πρόσωπο, με βάση τα ενώπιον του Διευθυντή γεγονότα, δεν μπορούσε να καταλήξει στην απόφαση ότι ο φορολογούμενος είναι ένοχος εσκεμμένης παράλειψης.

Το αν ο φορολογούμενος είναι ένοχος εσκεμμένης παράλειψης, εναπόκειται στην κρίση του Εφόρου με βάση τα ενώπιον του στοιχεία και δεν χρειάζεται να υπάρχει απόφαση οποιουδήποτε Δικαστηρίου».

Υπό το φως των ανωτέρω, κατά την άποψή μας με βάση τα ενώπιον του Εφόρου Φορολογίας γεγονότα εύλογα μπορούσε να καταλήξει στην απόφαση ότι η Αιτήτρια είναι ένοχη εσκεμμένης παράλειψης. Τούτο γιατί η Αιτήτρια αφαίρεσε ποσό φόρου εισροών επειδή προτίθετο να πραγματοποιήσει φορολογητέες συναλλαγές και στη συνέχεια άλλαξε πρόθεση και πραγματοποίησε εξαιρούμενες συναλλαγές (μίσθωση ακινήτων) χωρίς να προβεί σε συμμόρφωση με την υπόδειξη των ελεγκτών της να καταβάλει τον οφειλόμενο στον Έφορο τον Φ.Π.Α. αφού προέβαινε σε διόρθωση των βιβλίων, αρχείων και δηλώσεων του για το Φ.Π.Α.»

 

Έχω την άποψη ότι ο καθ’ ου η αίτηση εξήγησε και αιτιολόγησε επαρκώς την εισήγηση της αιτήτριας. Το σημαντικότερο είναι ότι η ίδια η αιτήτρια είχε την υποχρέωση να προβεί στις αναγκαίες εκείνες διορθώσεις στον φόρο εισροών έτσι ώστε να αντικατοπρίζονται οι αλλαγές όπως εξάλλου προνοείται στους Κανονισμούς 71(1) και (2) των περί (Γενικών) Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 314/2001. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε αποφεύγοντας κατά τον τρόπο αυτό την απόδοση Φ.Π.Α. καθιστά το συμπέρασμα του Εφόρου Φορολογίας να θεωρήσει την παράλειψη εσκεμμένη, εύλογο. Κατά συνέπεια, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση εντοπίζεται οποιοδήποτε σφάλμα ή έλλειψη δέουσας έρευνας.

 

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.

 

 

  

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο