ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1005/2025)
14 Ιουλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΝΤΟΡΙΑ ΒΑΡΩΣΙΩΤΟΥ
Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ
1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ν. Ιακώβου (κα), μαζί με Π. Ευαγόρου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια
Ε. Παπαγεωργίου (κα), μαζί με Δ. Εργατούδη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Στις 12.9.2025, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, με την οποία η αιτήτρια ζητεί-
«(Α) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση να διακόψει την μισθοδοσία της Αιτήτριας και να μην καταβάλει τους μισθούς και/ή άλλα μισθολογικά ωφελήματα στην Αιτήτρια από τον Ιούλιο του 2025 και έπειτα, και οποιαδήποτε συναφής και/ή περιεχόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (εφεξής «προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη»), είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.
(Β) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση 1, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 6.8.2025, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α (εφεξής «προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση ημερομηνίας 6.8.2025»), και οποιαδήποτε συναφής και/ή περιεχόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».
Στην δε επίδικη επιστολή του καθ’ ου η αίτηση 1, Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, προς τους δικηγόρους της αιτήτριας, με ημερομηνία 6.8.2025 και τίτλο «Μισθός για Ιούλιο 2025», αναφέρεται ότι «η διακοπή της καταβολής της μισθοδοσίας της κας Ντόριας Βαρωσιώτου έχει διενεργηθεί από την Υπηρεσία μας, κατόπιν γραπτών οδηγιών για «αναγκαστική αφυπηρέτηση/απόλυση/ακύρωση διορισμού» από τη Δικαστική Υπηρεσία-Ανώτατο Δικαστήριο, ως η Αρμόδια Αρχή της πελάτιδάς σας».
Με απόφαση του Μεταβατικού Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 16.6.2023, η αιτήτρια είχε διοριστεί με δοκιμασία διάρκειας δύο ετών, στη μόνιμη θέση Επαρχιακού Δικαστή στη Δικαστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, από την 1.7.2023.
Στις 27.6.2025, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο («ΑΔΣ») αποφάσισε ότι η αιτήτρια «[.] δεν είναι κατάλληλη ώστε να επικυρωθεί ο διορισμός της στη μόνιμη θέση του Επαρχιακού Δικαστή. Συνεπώς, η υπηρεσία της τερματίζεται με τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.». Κατά της εν λόγω απόφασης, η αιτήτρια καταχώρισε ΄Ενσταση στις 8.7.2025, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10(5)(ζ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου 33/64, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), αξιώνοντας από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και νυν Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο («ΑΣΔΣ»), στο πλαίσιο της ακυρωτικής δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, στη βάση του άρθρου 9(2)(δ) του Νόμου, την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Περαιτέρω, η αιτήτρια καταχώρησε, στις 9.7.2025, αίτηση για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της προαναφερθείσας Απόφασης του ΑΔΣ, η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 23.7.2025.
Στις 6.2.2026, το ΑΣΔΣ εξέδωσε απόφαση, με την οποία απέρριψε, κατά πλειοψηφία, την υπό αναφορά Ένσταση της αιτήτριας. Ειδικότερη αναφορά στην εν λόγω απόφαση γίνεται κατωτέρω.
Συνεπεία δε της προαναφερθείσας απόφασης του ΑΔΣ, ημερομηνίας 27.6.2025, η Δικαστική Υπηρεσία-Ανώτατο Δικαστήριο, δια γραπτών οδηγίων της στο Έντυπο ΓΛ 44Θ, ημερομηνίας 1.7.2025, ζήτησε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας την διακοπή της καταβολής της μισθοδοσίας της αιτήτριας. Ως αναγράφεται στην προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 6.8.2025, αλλά και σε μεταγενέστερη επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου προς τους δικηγόρους της αιτήτριας, ημερομηνίας 17.9.2025, η διακοπή της καταβολής της μισθοδοσίας της αιτήτριας διενεργήθηκε κατόπιν των γραπτών οδηγιών της Δικαστικής Υπηρεσίας - Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αρμόδιας αρχής, για «αναγκαστική αφυπηρέτηση/απόλυση/ακύρωση διορισμού» της αιτήτριας.
Ως εκ των πιο πάνω, από 1.7.2025 διακόπηκε η μισθοδοσία της αιτήτριας, η οποία αντέδρασε και καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή, αξιώνοντας ως τα αιτητικά (Α) και (Β) ανωτέρω, προωθώντας σειρά λόγων ακύρωσης.
Στον πυρήνα της σχετικής επιχειρηματολογίας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω απόφαση διακοπής της μισθοδοσίας της αιτήτριας και η παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να συνεχίσουν τη μισθοδοσία της «δυνάμει της εκ του Νόμου αυτόματης αναστολής της απόφασης του ΑΔΣ (για αναγκαστική αφυπηρέτηση/απόλυση/ακύρωση διορισμού της αιτήτριας)», είναι άκυρη και/ή αντισυνταγματική και/ή παράνομη. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, υφίσταται έκδηλη πλάνη και παρανομία λόγω αντίθεσης της επίδικης απόφασης με το Νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς και δη σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, και ιδίως του άρθρου 10 αυτού, του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και ιδίως του άρθρου 8 αυτού, του περί της Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου (Ν.38(Ι)/2014), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, του Συντάγματος και της εκεί κατοχυρωμένης αρχής της διάκρισης των εξουσιών, των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), των διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των διατάξεων του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).
Εντός αυτού του πλαισίου και στην εμπροσθοφυλακή της σχετικής επιχειρηματολογίας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν την διακοπή της μισθοδοσίας της αιτήτριας χωρίς δέουσα έρευνα, πεπλανημένα και χωρίς νόμιμη αιτιολογία και ενώ ήδη από τις 4.8.2025 είχαν λάβει επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας, με την οποία ενημερώνονταν για την καταχώρηση Ένστασης σε σχέση με την απόφαση του ΑΔΣ περί τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, καθώς και για τη σχετική νομοθετική διάταξη που προβλέπει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα σε περίπτωση καταχώρησης Ένστασης, αλλά και για την ενδιάμεση απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.7.2025, και τη συναφή θέση της αιτήτριας ότι η εν λόγω απόφαση δεν επηρεάζει το ζήτημα της εφαρμογής της σχετικής διάταξης του Νόμου, ειδικά σε σχέση με τη μισθοδοσία της. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση εσφαλμένα ερμήνευσαν και εφάρμοσαν την υπό αναφορά διάταξη του άρθρου 10 του Νόμου.
Περαιτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση έλαβαν την επίδικη απόφαση, θεωρώντας πεπλανημένα ότι ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών από τη Δικαστική Υπηρεσία και ότι αρμοδιότητα επί του θέματος είχε η Αρχιπρωτοκολλητής. Όφειλε δε το Γενικό Λογιστήριο, με βάση το ενώπιον του υλικό και κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 10 του Νόμου, να εξετάσει το ζήτημα και, έχοντας διαπιστώσει την εμπρόθεσμη και νομότυπη καταχώρηση Ένστασης εκ μέρους της αιτήτριας, να προχωρήσει με ενέργειες συμμόρφωσης και να αναστείλει την απόφαση διακοπής της μισθοδοσίας της και να συνεχίσει την καταβολή της μέχρι την τελική εκδίκαση της Ένστασης. Η δε παράλειψη του Γενικού Λογιστηρίου να ενεργήσει ως ανωτέρω, συνιστά και κατάχρηση εξουσίας, αλλά και αντισυνταγματική ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, καθότι, εκ του αποτελέσματός της, αυτή στερεί από την αιτήτρια την έννομη προστασία της και τις συνταγματικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας και ισοβιότητας των Δικαστών, σύμφωνα με τα Άρθρα 30 και 157 του Συντάγματος.
Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, συνυφασμένος με τα πιο πάνω, έγκειται στον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας: ως υποβάλλει η πλευρά της αιτήτριας, ο Γενικός Λογιστής έκδηλα πεπλανημένα και/ή κακόπιστα αρνείται να ασκήσει την εκ του Συντάγματος και του Νόμου αρμοδιότητά του και επικαλείται την αρμοδιότητα άλλου οργάνου, ήτοι του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αρμόδιας αρχής, και της Αρχιπρωτοκολλητού, ως Ελέγχουσας Λειτουργού. Αντίθετα, κατά τη σχετική εισήγηση, με βάση τα Άρθρα 127 και 128 του Συντάγματος, αλλά και το Νόμο 38(Ι)/2014, αρμόδιο όργανο να αποφασίσει στην υπό κρίση περίπτωση ήταν ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας.
Προωθούνται επίσης ισχυρισμοί περί πάσχουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κακοπιστίας των καθ’ ων η αίτηση, κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή οι συναφείς πράξεις και/ή παραλείψεις αντίκεινται στα Άρθρα 8, 23, 28, 30, 127 και 128 του Συντάγματος και παραβιάζουν το δικαίωμά της (i) για σεβασμό της προσωπικής της ζωής και του περιουσιακού της δικαιώματος, (ii) για απρόσκοπτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και αποτελεσματική θεραπεία, (iii) για την απαγόρευση δυσμενούς διάκρισης και (iv) για απαγόρευση κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Δημοκρατία κύρωσε με τον Κυρωτικό Νόμο του 1962.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των συνταγματικών και των οικειών νομοθετικών διατάξεων, αλλά και κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της.
Εξηγούν οι συνήγοροι των καθ’ ων η αίτηση δια του δικογράφου της ενστάσεώς τους και δια της γραπτής τους αγόρευσης, ότι ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας έχει, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 4(1) του Νόμου 38(Ι)/2014, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, την ευθύνη να διευθύνει και να επιβλέπει και/ή ελέγχει τη λογιστική εργασία των οικονομικών φορέων και των ειδικών ταμείων του κράτους. Οι δε Ελέγχοντες Λειτουργοί (κατά κανόνα Γενικοί Διευθυντές Υπουργείων/Υφυπουργείων, Διευθυντές Τμημάτων/Υπηρεσιών) κάθε Τμήματος/Υπηρεσίας, οι οποίοι ορίζονται στον εκάστοτε περί Προϋπολογισμού Νόμο, έχουν τη νομική ευθύνη για την υλοποίηση του Προϋπολογισμού τους. Επιπρόσθετα, στο άρθρο 7 του Νόμου 38(Ι)/2014, αναφέρεται ότι οι Ελέγχοντες Λειτουργοί και/ή οι εξουσιοδοτημένοι από αυτούς υπάλληλοι έχουν την ευθύνη υλοποίησης του οικείου προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής χρηματοοικονομικής διαχείρισης και πρέπει να εξουσιοδοτούν γραπτώς τη διενέργεια των δαπανών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του ιδίου Νόμου, «Τα καθήκοντα του Ελέγχοντα Λειτουργού και του εκπροσώπου του Γενικού Λογιστή στον οικονομικό φορέα και στα ειδικά ταμεία διαχωρίζονται και είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους». Συνεπώς, για τη νόμιμη διενέργεια μιας δαπάνης, απαιτείται αφενός η γραπτή εξουσιοδότηση του Ελέγχοντα Λειτουργού, ο οποίος φέρει και τη σχετική ευθύνη, και αφετέρου η διεκπεραίωση της πληρωμής, καθηκόντως από το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας, στη βάση των προνοιών του Συντάγματος και του σχετικού νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου.
Ενόψει των πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τους καθ’ ων η αίτηση, η διακοπή της καταβολής της μισθοδοσίας της αιτήτριας διενεργήθηκε από το Γενικό Λογιστήριο, κατόπιν γραπτών οδηγιών από το Ανώτατο Δικαστήριο, ως αρμόδια αρχή και δη της Αρχιπρωτοκολλητού εξ’ αρμοδιότητάς της, ως Ελέγχουσας Λειτουργού.
Περαιτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση ήγειραν δια του δικογράφου της ενστάσεώς τους και προώθησαν περαιτέρω δια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους, σειρά προδικαστικών ενστάσεων, ισχυριζόμενοι ότι-
(α) Η καταχώρηση της υπό κρίση προσφυγής συνιστά κατάχρηση διαδικασίας ένεκα δεδικασμένου και/ή επιφέρει πολλαπλότητα διαδικασιών, εφόσον έχει ασκηθεί από την αιτήτρια στο ΑΣΔΣ, δυνάμει του άρθρου 10(5)(ζ) του Νόμου, Ένσταση κατά της προαναφερθείσας απόφασης μη επικύρωσης του διορισμού της, ημερομηνίας 27.6.2025, «διαδικασία, η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα» (ως έχει προαναφερθεί, εκδόθηκε απόφαση επί της Ένστασης, στις 6.2.2026)·
(β) η υπό εξέταση προσφυγή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας ένεκα δεδικασμένου και/ή επιφέρει πολλαπλότητα διαδικασιών κατά τρόπο απαράδεκτο, καθότι αυτό το οποίο επιζητείται από την αιτήτρια, είναι ουσιαστικά ταυτόσημο και/ή επιδιώκεται να επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα με την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 9.7.2025 που καταχώρισε η αιτήτρια στο πλαίσιο της Ένστασης στο ΑΣΔΣ, επιδιώκοντας την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιβεβαιώνεται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 27.6.2025, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με την απόφασή του, ημερομηνίας 23.7.2025·
(γ) η αιτήτρια στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος να καταχωρίσει την υπό κρίση προσφυγή, καθότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε τελεσίδικα ότι δεν υφίσταται ζήτημα αναστολής της μη επικύρωσης του διορισμού της αιτήτριας και ότι διαφορετική αντίκρυση θα κατέληγε σε δημιουργία νέας θετικής πράξης: δεδομένης δε της εν λόγω απόφασης, το αίτημα της αιτήτριας στην παρούσα προσφυγή είναι αλυσιτελές·
(δ) η διακοπή της μισθοδοσίας και/ή μη καταβολή των μισθών της και/ή άλλων μισθολογικών ωφελημάτων στην αιτήτρια, αποτελούν άμεση συνέπεια και/ή επακόλουθο και/ή ζήτημα που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την απόφαση μη επικύρωσης του διορισμού της από το ΑΔΣ και, κατ' επέκταση, με την απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της στη θέση του Επαρχιακού Δικαστή, συνεπεία της λήξης της δοκιμαστικής περιόδου. Τυχόν απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου για καταβολή στην αιτήτρια μισθών και/ή αποδοχή της παρούσας προσφυγής, προϋποθέτει την επικύρωση του διορισμού της αιτήτριας και/ή την κρίση ως προς το ζήτημα της μη επικύρωσης του διορισμού της, απόφαση και/ή ζητήματα τα οποία δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά στην αποκλειστική εξουσία/αρμοδιότητα του ΑΔΣ, σύμφωνα με το Άρθρο 157.2 του Συντάγματος, αλλά και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών·
(ε) η υπό κρίση προσφυγή υπόκειται σε απόρριψη ως απαράδεκτη, καθότι αυτό το οποίο στην ουσία επιδιώκει η αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή, είναι «τη διατήρηση του προηγούμενου status πραγμάτων, πριν την απόφαση του ΑΔΣ για τη μη επικύρωση του διορισμού της», εξουσία η οποία δεν ανήκει στο Διοικητικό Δικαστήριο, αλλά στο ΑΔΣ·
(στ) το Διοικητικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει επί της προσφυγής, καθότι η επίδικη πράξη και/ή οι επίδικες πράξεις, ως περιέχονται στο αιτητικό της αίτησης ακυρώσεως, δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη εντός της έννοιας του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα και/ή ενημερωτικού περιεχομένου.
(ζ) το Διοικητικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, καθότι η επίδικη πράξη και/ή οι επίδικες πράξεις των καθ’ ων η αίτηση λήφθηκαν στη βάση υποχρέωσης και/ή δέσμιας αρμοδιότητας και όχι στη βάση διακριτικής ευχέρειας και, συνεπώς, δε αποτελούν πράξεις εκτελεστού χαρακτήρα.
Εκ διαμέτρου αντίθετες υπήρξαν οι θέσεις των συνηγόρων της αιτήτριας επί των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν εν εκτάσει υπέρ του παραδεκτού της προσφυγής και αντέκρουσαν αυτές, ισχυριζόμενοι ότι είναι ουσία και νόμω αβάσιμες, αντιφατικές και καταχρηστικές.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας αυτής.
Προέχει, ως εκ της φύσεως του και της εγγενούς σπουδαιότητας που ενέχει, αλλά και ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του, εν είδει προδικαστικής ενστάσεως προβαλλόμενου, ισχυρισμού περί έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ηγέρθη δια του δικογράφου της ενστάσεως (βλ. παρ. (γ) ανωτέρω) και αναπτύχθηκε δια της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των καθ’ ων η αίτηση, συνδέεται αυτός και με την περιεχόμενη στην παρ. (δ) ανωτέρω προδικαστική ένσταση, ενώ συζητήθηκε και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, αφότου είχε πλέον εκδοθεί η απόφαση του ΑΣΔΣ, ημερομηνίας 6.2.2026, οπότε οι δυο πλευρές επιχειρηματολόγησαν αναλόγως, αναφερόμενες και στο ζήτημα του κατά πόσον υφίσταται κατάλοιπο ζημίας.
Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα της ύπαρξης του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος και η κρίση για την ύπαρξη ή έλλειψη νομιμοποίησης, εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πρέπει δε αυτό να εξετάζεται και να αποφασίζεται κατά προτεραιότητα, λόγω ακριβώς του θεμελιακού του ζητήματος (The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κοινοπραξίας Φυσικών και Νομικών Προσώπων Αντωνίου, Πίττα, Σκουρής, Μαραθοβουνιώτης, Μαύρου, Πίττας, Παπαχριστοφόρου, SKP Soteriou, Kyrzis Partners, Nicolaou & Konides Quantity Surveyors, εγγεγραμμένης ως ΕΡΓΟ ΣΥΝ - ΠΑΓΚ, Α.Ε. 139/2012, ημερ. 8.6.2018). Μάλιστα, στην απόφασή του, στην Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοδότης Χατζηβασιλείου, Ε.Δ.Δ. 24/2018, ημερ. 25.1.2024, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται από το Δικαστήριο, «ως πρώτο θέμα μεταξύ των λόγων που ερευνώνται, είτε αυτοί αφορούν την αρμοδιότητα ή την κακή σύνθεση ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Παπαδόπουλος κ.ά. ν. Ρ.Ι.Κ. κ.α. (1996) 3 ΑΑΔ 1, Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 797)».
Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην The Onisi Ltd, ανωτέρω, στην οποία παραπέμπει και η μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παπαθεοδώρου κ.α. ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Α.Ε. 99/12, ημερ 16.10.2018, το έννομο συμφέρον θα πρέπει να υπάρχει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την έγερση της προσφυγής, μέχρι την εκδίκασή της και την έκδοση της σχετικής απόφασης (βλ. και ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΑΦΟΥ (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 96/2020, ημερ. 24.1.2025).
Εν προκειμένω, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, το ΑΣΔΣ, με απόφασή του ημερομηνίας 6.2.2026, απέρριψε κατά πλειοψηφία, σε όλο της το φάσμα, την Ένσταση Αρ. 2/2025, ημερομηνίας 8.7.2025, που είχε καταχωρήσει η αιτήτρια κατά της απόφασης του ΑΔΣ ημερομηνίας 27.6.2025, με την οποία είχε αποφασιστεί ότι η η αιτήτρια «[.] δεν είναι κατάλληλη ώστε να επικυρωθεί ο διορισμός της στη μόνιμη θέση του Επαρχιακού Δικαστή. Συνεπώς, η υπηρεσία της τερματίζεται με τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.». Η ενασχόληση με τα ζητήματα που εξετάστηκαν από το ΑΣΔΣ στο πλαίσιο της εν λόγω Ένστασης, δεν κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής. Αυτό όμως που εδώ έχει σημασία, είναι ότι η Ένσταση της αιτήτριας απορρίφθηκε από το ΑΣΔΣ, σε όλο της το φάσμα. Με αποτέλεσμα, εύλογα να τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το αναντίλεκτο αυτό γεγονός επηρεάζει το έννομο συμφέρον της αιτήτριας προς προώθηση της υπό κρίση προσφυγής ή/και αν, εν πάση περιπτώσει, επηρεάζει την έκβαση της παρούσας.
Οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αιτήτρια στερείται της απαιτούμενης νομιμοποίησης προς προώθηση της προσφυγής της, καθότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο όχι μόνον αποφάσισε τελεσίδικα, στις 23.7.2025, ότι δεν υφίσταται ζήτημα αναστολής της μη επικύρωσης του διορισμού της αιτήτριας, αλλά, όπως περαιτέρω αναπτύχθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, και η Ένσταση της αιτήτριας κατά της απόφασης του ΑΔΣ, ημερομηνίας 27.6.2025, με την οποία αποφασίστηκε ο τερματισμός της υπηρεσίας της αιτήτριας, απορρίφθηκε τελεσίδικα με απόφαση του ΑΣΔΣ ημερομηνίας 6.2.2026. Συνεπώς, δεδομένης της εν λόγω απόφασης του ΑΣΔΣ, η αιτήτρια έχει απωλέσει το έννομο συμφέρον της να ζητά την καταβολή της μισθοδοσίας της, η διακοπή της οποίας αποτελεί άμεση συνέπεια της απόφασης τερματισμού της υπηρεσίας της, εφόσον με την απόφαση αυτή, δεν αφήνεται οποιοδήποτε περιθώριο να αποδοθεί στην αιτήτρια οποιαδήποτε μισθοδοσία και, συνακόλουθα, η παρούσα προσφυγή υπόκειται σε απόρριψη ως αλυσιτελής.
Η εκ διαμέτρου αντίθετη θέση των συνηγόρων της αιτήτριας, έγκειται στον ισχυρισμό ότι η απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, την οποία εξέδωσε το ΑΣΔΣ στις 6.2.2026, αλλά και η προηγηθείσα απόφαση ημερομηνίας 23.7.2025, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αιτήτριας για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του ΑΔΣ, ημερομηνίας 27.6.2025, για τερματισμό της υπηρεσίας της αιτήτριας, δεν συνιστούν αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας: στην υπό εξέταση προσφυγή, μοναδικό επίδικο αντικείμενο είναι η απόφαση διακοπής καταβολής της μισθοδοσίας της αιτήτριας και τα επίδικα θέματα είναι διαφορετικά από αυτά που τέθηκαν ενώπιον του ΑΣΔΣ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της αιτήτριας, με αναφορά στο άρθρο 10 του Νόμου, η ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία αφορά στον δυσμενή επηρεασμό της αιτήτριας, «από την αποτυχία της Καθ' ης η Αίτηση να συνεχίσει την καταβολή της μισθοδοσίας της, κατά δέσμια αρμοδιότητα, εκ του Νόμου, ενόψει του εκ του Νόμου αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της Ένστασης», ενώ, ακόμα και στην περίπτωση που τελικά κριθεί ότι ήταν νόμιμη και ορθή η απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας από το ΑΔΣ, αυτό δεν στερεί από την αιτήτρια την ενδιάμεση προστασία που της παρέχεται από το άρθρο 10(7) του Νόμου, ο οποίος προβλέπει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα από την ημέρα καταχώρησης της Ένστασης στο ΑΣΔΣ, μέχρι την τελική απόφαση επ’ αυτής. Συνεπώς, ως υπέβαλε κατά τις διευκρινίσεις η κα Ιακώβου, υφίσταται ζημιογόνο κατάλοιπο και δεν έχει εκλείψει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της, ακόμα και μετά την απόφαση του ΑΣΔΣ, ημερομηνίας 6.2.2026.
Εν πρώτοις, δε χωρεί αμφιβολία ότι η επίδικη απόφαση διακοπή της μισθοδοσίας και/ή μη καταβολή των μισθών της και/ή άλλων μισθολογικών ωφελημάτων στην αιτήτρια από τον Ιούλιο του 2025 και μετέπειτα, αποτελεί άμεση συνέπεια και/ή άμεσο επακόλουθο και/ή ζήτημα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την απόφαση του ΑΔΣ ημερομηνίας 27.6.2025 για τη μη επικύρωση του διορισμού της αιτήτριας και με την απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της στη θέση του Επαρχιακού Δικαστή, συνεπεία της λήξης της δοκιμαστικής περιόδου. Επισημαίνεται ότι μετά την εν λόγω απόφαση, η αιτήτρια ουδέποτε επανήλθε στα καθήκοντα ή/και στην υπηρεσία της.
Δεδομένης λοιπόν της έκδοσης της τελεσίδικης, και δεσμευτικής για το παρόν Δικαστήριο, απόφασης του ΑΣΔΣ, ημερομηνίας 6.2.2026, με την οποία κατά πλειοψηφία η Ένσταση της αιτήτριας απορρίφθηκε σε όλο της το φάσμα και κρίθηκε νόμιμη η απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, απόφαση που αναμφίβολα αποτέλεσε το έρεισμα για την λήψη της εδώ επίδικης απόφασης, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει απωλέσει το απαιτούμενο ενεστώς έννομο συμφέρον προς προώθηση της προσφυγής της.
Τα πιο πάνω, περιλαμβανομένων βεβαίως και των δεδομένων που διαμορφώθηκαν μετά και την απόφαση του ΑΣΔΣ ημερομηνίας 6.2.2026, σφραγίζουν την έκβαση της παρούσας και κρίνω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση αναφορικά με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης απόφασης, θα αποκτούσε μόνον ακαδημαϊκό χαρακτήρα, εφόσον δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. PHILIPS COLLEGE LTD, Ε.Δ.Δ. 77/2018, ημερ. 10.4.2024, όπου εξετάστηκε και διαπιστώθηκε ότι εξέλιπε το απαιτούμενο έννομο συμφέρον, εφόσον αυτό, ως απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, δεν υφίστατο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, (η υπογράμμιση προστέθηκε)-
«Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω και δεν αποφασίζουν «ακαδημαϊκώς» τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον τους. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Betfair International PLC's v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 71/2014 και 115/2014, ημερ. 28/9/2022:
«Ο συγκεκριμένος λόγος αντέφεσης κρίνεται απορριπτέος. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (Aναφορικά με την αίτηση του Πόλυ Μίτσιγκα, Πολ. Έφεση 208/2013, ημερ. 13/3/2014) και πως δεν αποφασίζουν «ακαδημαϊκώς» τα ζητήματα που τίθενται ενώπιον τους. Γι' αυτό, όπως υποδείχθηκε στην πλούσια επί του θέματος νομολογία, η δίκη καταργείται όταν επέλθουν ορισμένα γεγονότα μεταγενέστερα της κατάθεσης της προσφυγής ούτως ώστε το αντικείμενο της πλέον να εξαφανίζεται. Η δίκη για παράδειγμα καταργείται, όταν εκδίδεται νέα εκτελεστή διοικητική πράξη για το ίδιο ζήτημα οπότε η προηγηθείσα απόφαση αποβάλλει το αντικείμενο της (Pavlonapa Enterprises Ltd. v. KOT (1993) 4 AAΔ.387). Όπως αναπτύχθηκε στη Μ. Ζηντίλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, αρ. υπ. 509/13 ημερ. 26/5/15, με το κείμενο της οποίας συμφωνούμε,
"Η δίκη καταργείται επίσης όταν η προσβαλλόμενη πράξη ανακαλείται και εκδίδεται νέα που ικανοποιεί τον αιτητή, (Κουτσούδης ν. Δήμου Λάρνακας (2006) 4 ΑΑΔ 800). Επίσης μια προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου όταν η ισχύς της προσβαλλόμενης αποφάσεως λήγει, (ΑΤΗΚ ν. Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (2006) 4 ΑΑΔ 93 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 33). Η δίκη επίσης καταργείται όταν τα θέματα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας απώλεσαν το αντικείμενο τους ώστε με τη συνέχιση της διαδικασίας να μην εξυπηρετείται οποιοσδήποτε πρακτικός σκοπός, (Κυπριακό Συνδικάτο Τούρκων Δασκάλων Δημοτικής κ.ά. ν. Γενικής Εισαγγελίας (2011) 3 ΑΑΔ 310).
Είναι περαιτέρω γνωστό ότι ένας αιτητής κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος θα πρέπει να έχει έννομο συμφέρον σε όλα τα στάδια της διαδικασίας που στην πράξη σημαίνει την ύπαρξη του συμφέροντος αυτού κατά την παραγωγή της διοικητικής πράξης, την κατάθεση της αίτησης ακυρώσεως και το στάδιο συζήτησης της υπόθεσης, (Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» 12η έκδ. Τόμος ΙΙ, σελ. 86, παρ. 459). Πρόσθετα ο συγγραφέας αναφέρει ότι το έννομο συμφέρον μπορεί να εκλείψει όταν η προσβαλλόμενη πράξη θεωρείται εξαφανισμένη εξ αρχής, όταν ανακλήθηκε, ακυρώθηκε, καταργήθηκε ή έληξε χρονικά. Αν το έννομο συμφέρον εξέλιπε πριν από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εάν όμως εξέλιπε μετά την καταχώρηση της και πριν από τη συζήτηση, η δίκη καταργείται λόγω έλλειψης αντικειμένου. Περαιτέρω, εάν ο προσφεύγων δεν θα έχει καμία ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης τότε η αίτηση ακυρώσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αλυσιτέλειας. Και στη σελ. 113 παρ. 483, αναφέρεται ότι η δίκη καταργείται όταν η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώθηκε από την ίδια τη διοίκηση ή με απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, (Σ.Ε. 1217/1978). Το ίδιο μνημονεύεται και στη σελ. 194, παρ. 563, όπου ταξινομούνται όλες οι περιπτώσεις κατάργησης της δίκης, μεταξύ των οποίων, και της ακύρωσης της διοικητικής πράξης μετά από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
[.]
Η συνέχιση της δίκης, όπως είναι παγίως επίσης νομολογημένο, επιτρέπεται μόνο όταν παραμένει κατάλοιπο ζημιάς εκ της ανακληθείσας ή ακυρωθείσας πράξης. Θα πρέπει να έχει παραμείνει ζημιά η οποία και εναπόκειται στον αιτητή να αποδείξει ώστε να μπορέσει να ενεργοποιήσει την πρόνοια του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η αξίωση αποζημίωσης προϋποθέτει ακυρωτική απόφαση της προσβαλλόμενης πράξης από το Δικαστήριο κάτω από την παράγραφο 4 του ιδίου Άρθρου, (Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3 AAΔ.973, Στράκκα Λτδ ν. Δημοκρατίας (1991) 3 ΑΑΔ 643 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω-). Η μη δυνατότητα προώθησης προσφυγής λόγω κατάργησης της δίκης οφείλεται στο ότι εξαφανίζεται το αντικείμενο της ώστε να μην εξυπηρετείται πλέον σκοπός με την εκδίκαση της, εκτός και εάν παραμένει οποιαδήποτε ζημία. Τότε μόνο είναι παραδεκτή η συνέχιση της."
Σχετικές επί του εγειρόμενου ζητήματος είναι και οι παρ. 459 και 559(α) από το Σύγγραμμα Εγχειρίδιο Διοικητικού δικαίου του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου και Βασίλειου Θ. Κονδύλη, Τόμος 2, 16η έκδοση, στις σελ. 107 και 253, ως ακολούθως:
Παρ. 459
«Αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους εκλείπει το έννομο συμφέρον υπάρχουν, όταν το αντικείμενο της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης εξέλιπε από διάφορους λόγους ή η προσβαλλόμενη πράξη εξαφανίστηκε εξαρχής (ΣΕ 611/2021, ανωτ. Αριθ. 172) ή για οποιονδήποτε λόγο (ανάκληση, ακύρωση, κατάργηση, λήξη χρόνου ισχύος) έπαψε η ισχύς της πριν από τον χρόνο της πρώτης συζήτησης (ΣΕ 130/2002) ή έληξε η προθεσμία μέσα στην οποία έπρεπε να προβεί σε ορισμένη ενέργεια ο διοικούμενος (ΣΕ 1636/1973).
Εάν το έννομο συμφέρον εξέλιπε πριν από την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εάν εξέλιπε μετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης και πριν από την πρώτη συζήτηση, διότι λ.χ. έχει παύσει να ισχύει η προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως πράξη ή παράλειψη (ΣΕ 93/2021), η δίκη καταργείται λόγω έλλειψης αντικειμένου.
Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη (ως αλυσιτελής), διότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον, όταν ο αιτών δεν θα είχε καμία ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης, όπως όταν το όργανο που την εξέδωσε δεν έχει αρμοδιότητα για να εκδώσει πράξει που ικανοποιεί τον αιτούντα (ΣΕ 376/1986), 994/1987) ή διότι δεν συνέτρεχαν οι νομικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτούντος (ΣΕ 2888/2008, 3179/2008) ή η βλάβη προέρχεται από μεταγενέστερη ή προγενέστερη πράξη ή από την ακύρωση ωφελείται άλλο πρόσωπο και όχι ο αιτών».
Παρ. 559α
«Η δίκη καταργείται, εκτός από τις περιπτώσεις έλλειψης υποκειμένου (όταν έχουμε βίαιη διακοπή της δίκης ανωτ. αριθ. 558), και λόγω έλλειψης αντικειμένου, στις ακόλουθες περιπτώσεις (άρθρο 32 Δ/τος 18/1989): i) ανάκληση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή εξαφάνιση της δικαστικής απόφασης μετά την άσκηση του ένδικου βοηθήματος, ii) ικανοποίηση του αιτήματος του αιτούντος με μεταγενέστερη διοικητική πράξη, iii) παραίτηση από το ένδικο βοήθημα (παραίτηση από το δικόγραφο, άρθρο 30 Δ/τος 18/1999), iv) λήξη της ισχύος της διοικητικής πράξης μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, εφόσον ο αιτών δεν επικαλείται ιδιαίτερα έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης, v) αντικατάσταση της διοικητικής πράξης με έκδοση νεώτερης, η οποία περιέχει διαφορετική ρύθμιση του θέματος, vi) η προσβαλλόμενη εξάντλησε το ρυθμιστικό της αντικείμενο και απέβαλε την ισχύ της πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, vii) η ρύθμιση του αντικειμένου της ατομικής πράξης με νομοθετική διάταξη.».
Παρομοίως, υπό το φως των πιο πάνω, και στην υπό κρίση περίπτωση, εξέλιπε το απαιτούμενο ενεστώς έννομο συμφέρον της αιτήτριας: σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή και αν θα μπορούσε να επιτύχει η προσφυγή της αιτήτριας, αυτό, δεδομένης της απόφασης ημερομηνίας 6.2.2026, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αιτημάτων της, με αποτέλεσμα να ελλείπει η απαιτούμενη νομιμοποίηση και η προσφυγή να υπόκειται σε απόρριψη ως αλυσιτελής (Σύγγραμμα Δ.Θ. Πυργάκη «Το Έννομο Συμφέρον στη Δίκη Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 49). Συναφώς, στο Σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2014, Έκτη έκδοση, σελ. 458 και επ. § 538, 545 και 547, λέχθηκαν τα εξής (προστέθηκε η υπογράμμιση):-
«Έννομο είναι, τέλος, το συμφέρον που έχει ανάγκη έννομης προστασίας. Η ανάγκη αυτή δεν υπάρχει στις περιπτώσεις που τα επίδικα ζητήματα έχουν θεωρητική μόνο σημασία, γιατί αναφέρονται σε καταργημένες πια ή μη ψηφισμένες ακόμη νομοθετικές διατάξεις ή σε μη ισχύουσες πια διοικητικές πράξεις, ή όταν η προσβαλλόμενη πράξη είναι ευνοϊκή για τον προσφεύγοντα ή είναι «αλυσιτελές» το ένδικο βοήθημα, δηλαδή και σε περίπτωση αποδοχής του δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων, ή η επιδιωκόμενη έννομη προστασία δεν μπορεί να βελτιώσει ή μπορεί μάλιστα να χειροτερεύσει τη θέση του προσφεύγοντος. [.]
Το έννομο συμφέρον πρέπει, τέλος, να είναι παρόν (ενεστώς), δηλαδή ήδη υπαρκτό κατά το χρόνο ασκήσεως του ένδικου βοηθήματος και να διατηρείται κατά την άσκηση του ένδικου βοηθήματος και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. [.]
Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει (κρίσιμος χρόνος) κατά το χρόνο εκδόσεως (ή αρνήσεως εκδόσεως) της πράξεως και της καταθέσεως του ένδικου βοηθήματος και να εξακολουθεί να υπάρχει κατά τα συζήτηση της υποθέσεως και μέχρι της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως.».
Σε κάθε περίπτωση, μετά την απόφαση του ΑΣΔΣ ημερομηνίας 6.2.2026, επί της Ένστασης της αιτήτριας, εξέλιπε η αναγκαία νομική βάση και/ή το απαιτούμενο νομικό έρεισμα προκειμένου το συμφέρον της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της, να μπορεί να χαρακτηριστεί έννομο και ενεστώς. Υπενθυμίζεται ότι ήδη από 23.7.2025, είχε απορριφθεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο η αίτηση της αιτήτριας για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του ΑΔΣ ημερομηνίας 27.6.2025 σε σχέση με τον τερματισμό της υπηρεσίας της αιτήτριας, με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση (ημερομηνίας 27.6.2025), να μην έχει ποτέ ανασταλεί, αλλά να παραμένει σε ισχύ από την ημέρα λήψης αυτής και, συνακόλουθα, η αιτήτρια να μην έχει ποτέ επιστρέψει στα καθήκοντα και/ή την υπηρεσία της. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω, και στη βάση της άρρηκτης διασύνδεσης της απόφασης τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, ημερομηνίας 27.6.2025, η οποία επικυρώθηκε τελεσίδικα με την απόφαση του ΑΣΔΣ επί της Ένστασης, ημερομηνίας 6.2.2026, με την εδώ επίδικη απόφαση διακοπής της μισθοδοσίας της αιτήτριας από τον Ιούλιο του 2025 και έπειτα, ανακύπτει ζήτημα έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της. Δεδομένης της τελεσίδικης απόφασης ημερομηνίας 6.2.2026, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα σε ποια βάση και/ή επί ποιου ερείσματος θα μπορούσε πλέον η αιτήτρια να στηρίξει τις προβαλλόμενες δια της παρούσας προσφυγής αξιώσεις της.
Ούτε και η υπό των συνηγόρων της αιτήτριας αναφορά στο άρθρο 10(7) του Νόμου μπορεί να διαφοροποιήσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-
«(7) Κατόπιν υποβολής ένστασης από οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συµβουλίου, υπόκειται σε έλεγχο από το Ανώτατο Συνταγµατικό Δικαστικό Συµβούλιο, το οποίο σε τέτοια περίπτωση ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συµβουλίου:
Νοείται ότι, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συµβουλίου αναστέλλεται έως την ηµεροµηνία έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγµατικού Δικαστικού Συµβουλίου:».
Εν προκειμένω, ναι μεν η απόφαση του ΑΣΔΣ επί της Ένστασης της αιτήτριας εκδόθηκε στις 6.2.2026, ωστόσο, το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του ΑΔΣ, ημερ. 27.6.2025, είχε απορριφθεί ήδη από 23.7.2025 με την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Με την απόφαση απόρριψης του εν λόγω αιτήματος, η απόφαση τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, ημερομηνίας 27.6.2025, παρέμεινε σε ισχύ και ουδέποτε ανεστάλη, ενώ με την απόφαση του ΑΣΔΣ επί της Ενστάσεως, ημερομηνίας 6.2.2026, η εν λόγω απόφαση τερματισμού κατέστη τελεσίδικη και, συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται προς συζήτηση ζήτημα αναστολής της απόφασης τερματισμού της υπηρεσίας της αιτήτριας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10(7) του Νόμου.
Και ως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, είναι στη βάση και/ή συνεπεία της απόφασης ημερομηνίας 27.6.2025, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 6.2.2026, που λήφθηκε στη συνέχεια η επίδικη απόφαση διακοπής της μισθοδοσίας της αιτήτριας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διακοπή της μισθοδοσίας και/ή μη καταβολή των μισθών της και/ή άλλων μισθολογικών ωφελημάτων της αιτήτριας, αποτελούν άμεση συνέπεια και/ή επακόλουθο και/ή ζήτημα που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την απόφαση μη επικύρωσης του διορισμού της αιτήτριας από το ΑΔΣ και του τερματισμού της υπηρεσίας της στη θέση του Επαρχιακού Δικαστή, συνεπεία της λήξης της δοκιμαστικής περιόδου. Συνεπώς, η απόφαση του ΑΣΔΣ επί της Ένστασης της αιτήτριας αναπόφευκτα επηρεάζει και το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα, και σφραγίζει το αποτέλεσμα και/ή την έκβαση της παρούσας, εφόσον τα εξετασθέντα στο πλαίσιο της Ένστασης ζητήματα έχουν κοινό πυρήνα με το εδώ εξεταζόμενο. Αυτό ακριβώς αναγνώρισε ρητά και το ΑΣΔΣ με την απόφασή του ημερομηνίας 6.2.2026, με την οποία απέρριψε την Ένσταση της αιτήτριας. Όπως λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάτω από τον τίτλο «Άλλα παρεμφερή θέματα» (η υπογράμμιση προστέθηκε)-
«Δεν παραβλέπουμε ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενιστάμενης έθεσε και άλλα θέματα, συναφή με τα ήδη εξετασθέντα, πλην όμως κάτω από το πρίσμα διαφορετικών κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων της, όπως το δικαίωμα: (i) σε δίκαιη δίκη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ενόψει της συμμετοχής στη λήψη επίδικης απόφασης της Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Μέλους κα Εφραίμ, (ii) σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Ενιστάμενης, (iii) σεβασμού της περιουσίας της, (iv) αποτελεσματικής προσφυγής και (v) στην ίση μεταχείριση και τη μη διάκριση.
Θεωρούμε ότι η κρίση μας επί των όσων εκτίθενται στις προηγούμενες ενότητες, σφραγίζουν και το αποτέλεσμα των συναφών πιο πάνω εισηγήσεων, των οποίων εξάλλου ο πυρήνας ήταν κοινός με τα ήδη εξετασθέντα (βλ. Κωστούλος & Σία Λτδ v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 98/14, 1.2.21, ECLI:CY:AD:2021:C26, και απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση 9/23, 21.2.24».
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, η παρούσα προσφυγή καθίσταται απορριπτέα. Διαφορετική προσέγγιση θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την προγηθείσα απόφαση του ΑΣΔΣ (πλειοψηφίας), ημερομηνίας 6.2.2026.
Περαιτέρω, ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι, προβαλλόμενοι διαζευκτικά στα προεκτεθέντα αιτητικά (Α) και (Β) της αίτησης ακυρώσεως, ισχυρισμοί περί παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση. Ως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, δεδομένης της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.7.2025 και εν συνεχεία του ΑΣΔΣ επί της Ένστασης της αιτήτριας, δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση για καταβολή της μισθοδοσίας της αιτήτριας για τον μήνα Ιούλιο του 2025 και μετέπειτα και, συνακόλουθα, ούτε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας υφίστατο. Όπως επισημάνθηκε στη Δήμος Λάρνακας v. Mobil Oil Ltd (1995) 3 Α.Α.Δ. 400, στις σελ. 401-402:
«Παράλειψη διοικητικού οργάνου να εκπληρώσει καθήκον υπόκειται σε αναθεώρηση μόνο όπου αυτή συνίσταται στη μη εκπλήρωση θετικής υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος. Σ' εκείνη την περίπτωση, η αδράνεια ελέγχεται εφόσον η παράλειψη της Διοίκησης την εκτρέπει από το νομοθετημένο καθήκον της. Αυτή είναι η έννοια την οποία ενέχει ο όρος «παράλειψη» στο άρθρο 146.1 του Συντάγματος, γιατί μόνο σ' εκείνη την περίπτωση η παράλειψη είναι αφ' εαυτής παράγωγος εννόμων αποτελεσμάτων και, συνεπώς, εκτελεστή.».
Τέλος, στη βάση όλων των πιο πάνω, καθίσταται αντιληπτό ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν έρεισμα ούτε και οι ισχυρισμοί της συνηγόρου της αιτήτριας, οι οποίοι ηγέρθησαν και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, περί της ύπαρξη καταλοίπου ζημίας στην αιτήτρια από την προσβαλλόμενη απόφαση και/ή την κατ’ ισχυρισμόν παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.
Ως εκ των πιο πάνω, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση περί της έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας προς προώθηση της προσφυγής της ευσταθεί. Με αυτή δε τη διαπίστωση, παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Επιδικάζονται €1500 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο