AYESHA MUQADDAS ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 2165/2022, 13/7/2026
print
Τίτλος:
AYESHA MUQADDAS ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 2165/2022, 13/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 2165/2022 (iJ))

13 Ιουλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

1. AYESHA MUQADDAS

2. MUHAMMAD HASSAN ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΟΥ AYESHA MUQADDAS & KASHIF KHURSHEED,

Αιτητές,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

 

Έλενα Αριστείδου, για Κασσάνδρα Κουπαρή, για τους αιτητές.

Σοφοκλής Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή τους, οι αιτητές αξιώνουν από το Δικαστήριο ακύρωση της απορριπτικής απόφασης ημερομηνίας 5.11.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπεβλήθη στις 13.5.2022, για έκδοση άδειας προσωρινής παραμονής ως επισκέπτες, τόσο η ίδια, όσο και το ανήλικο τέκνο της, λόγω του ότι δεν προσκομίστηκαν πόροι συντήρησης από το εξωτερικό.

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, η αιτήτρια και ο ανήλικος υιός της, είναι υπήκοοι Πακιστάν. Η αιτήτρια αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 17.12.2016, με σκοπό να επισκεφθεί τον ομοεθνή της σύζυγο, με τον οποίο τέλεσε γάμο στο Πακιστάν στις 3.9.2016. Ο σύζυγος της αιτήτριας, βρισκόταν στη Δημοκρατία με δελτίο διαμονής, λόγω του προηγούμενου γάμου του με Βουλγάρα υπήκοο, με την οποία έλαβε διαζύγιο στις 2.12.2015. Η αιτήτρια παρέμεινε στη Δημοκρατία μέχρι τις 11.3.2017. Στις 9.5.2017 γεννήθηκε ο αιτητής αρ. 2. Η αιτήτρια μαζί με το ανήλικο της τέκνο, αφίχθηκε εκ νέου στη Δημοκρατία στις 9.10.2017, όπου τους παραχωρήθηκε καθεστώς διαμονής ως επισκέπτης συζύγου (αιτήτρια αρ. 1) και ανήλικος επισκέπτης (αιτητής αρ. 2), με προσωρινή άδεια παραμονής μέχρι 20.1.2021 και 22.4.2021, αντίστοιχα. Κατόπιν ανανέωσης, τους παραχωρήθηκε εκ νέου άδεια διαμονής μέχρι τις 18.2.2022.

 

  Στις 13.5.2022, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για ανανέωση της προσωρινής άδειας διαμονής της ως επισκέπτης, τόσο για την ίδια, όσο και για το ανήλικο τέκνο της. Η εν λόγω αίτηση απερρίφθη, αφού, όπως της γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 5.11.2022, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κλάδου επισκεπτών, λόγω του ότι δεν παρουσίασε δικούς της πόρους συντήρησης από το εξωτερικό, τόσο για την ίδια, όσο και για το ανήλικο τέκνο της και κλήθηκε όπως διευθετήσει την παραμονή της στη Δημοκρατία με άλλο τρόπο.

  Η νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής αποφάσεως, αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Στη γραπτή αγόρευση που καταχώρισε η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, υποστηρίχθηκε πως η επίδικη απόφαση εκδόθηκε υπό πλάνη περί το Νόμο, λόγω του ότι, κατά τις εισηγήσεις, οι αιτητές είναι εξαρτώμενοι και μέλη της οικογένειας μέλους Ευρωπαίου πολίτη και πως ο σχετικός Ν. 7(Ι)/2007, δεν προνοεί για αυτοτελή παρουσίαση πόρων συντήρησης όλης της οικογένειας, παραθέτοντας τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του προαναφερθέντος Νόμου.

 

  Ανεξαρτήτως τούτου, ισχυρίστηκε πως ακόμα και εάν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 7(Ι)/2007 και πάλιν βάσει του άρθρου 18Λ του Κεφ. 105, υφίσταται δικαίωμα υποβολής αίτησης για οικογενειακή επανένωση, χωρίς να τίθεται ούτε και εκεί οποιαδήποτε προϋπόθεση για δικούς της πόρους συντήρησης.

 

  Προβλήθηκε ισχυρισμός για παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ελλιπής έρευνα και κακοπιστία της διοίκησης, ομοίως και παράβαση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, κατά τις διατάξεις του Άρθρου 15 του Συντάγματος.

 

  Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας. Με αναφορά τόσο στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις του Ν. 7(Ι)/2007, όσο και της εναρμονιστικής Οδηγίας 2004/38/ΕΚ, τόνισε ιδιαίτερα πως στην περίπτωση των αιτητών, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 7(Ι)/2007, καθότι αυτοί δεν είναι μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, δηλαδή δεν είναι μέλη της οικογένειας της Βουλγάρας υπηκόου, αλλά ο σύζυγος της αιτήτριας αρ. 1 και πατέρας του αιτητή αρ. 2, αντλεί παράγωγο δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία, το οποίο δεν επεκτείνεται και στους ίδιους.

 

  Ανεξαρτήτως τούτου, υπέβαλε πως ούτε και οι διατάξεις του άρθρου 18Λ του Κεφ. 105, αναφορά στις οποίες έγινε από τους αιτητές, δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθότι το εν λόγω άρθρο, αφορά περιπτώσεις αιτήματος που υποβάλλεται από τον υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει στη Δημοκρατία και που υποβάλλει αίτηση ο ίδιος για οικογενειακή επανένωση, προκειμένου τα μέλη της οικογένειάς του, να επανενωθούν μαζί του. Εν προκειμένω, την επίδικη αίτηση υπέβαλε η αιτήτρια αρ. 1 και ζητείται προσωρινή άδεια παραμονής, ως επισκέπτη.

 

  Επί της ουσίας, υποστηρίζει πως ορθά ζητήθηκαν ίδιοι πόροι συντήρησης της αιτήτριας, καθώς και του ανήλικου τέκνου, καθότι ο κάτοχος άδειας επισκέπτη, δεν δύναται να επιδίδεται σε εργασία και δεν μπορεί να ασκεί οικονομική δραστηριότητα, χωρίς προηγούμενη άδεια, παραπέμποντας στις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού 14 της Κ.Δ.Π. 242/1972, υποβάλλοντας πως ορθά και νόμιμα έτυχε απόρριψης η επίδικη αίτηση.

 

  Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή τα ενώπιον μου γεγονότα, στη βάση και του διοικητικού φακέλου του Τμήματος Μετανάστευσης που κατατέθηκε στη διαδικασία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, δεν εντοπίζω να ευσταθεί οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της επίδικης διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 5.11.2022.

 

  Σε συμφωνία και με τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, η αίτηση που υπεβλήθη από την αιτήτρια, αίτηση ημερομηνίας 13.5.2022, προκαθόριζε και την αποδοχή του καθεστώτος της ιδίας, ήτοι ως υπηκόου τρίτης χώρας, που ζητούσε την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής στη Δημοκρατία, ως επισκέπτης, ήτοι αίτηση υποβληθείσα στη βάση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και των βάσει αυτού, εκδοθέντων περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 242/1972.

 

  Οι αιτητές, δεν αποτελούσαν μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Είναι υπήκοοι Πακιστάν, ομοίως και ο σύζυγος της αιτήτριας αρ. 1 και πατέρας του ανήλικου αιτητή αρ. 2. Το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν νυμφευμένος με πολίτη της Ένωσης στο παρελθόν, με την οποία έλαβε διαζύγιο το έτος 2015, δεν του προσέδιδε την ιδιότητα πολίτη της Ένωσης, έτσι ώστε να αντλείται δικαίωμα αυτοτελές στη βάση του Ν. 7(Ι)/2007, παρά μόνον, κατείχε δελτίο διαμονής στη Δημοκρατία με ισχύ μέχρι τις 3.8.2023.

 

  Συνεπώς, στην περίπτωση των αιτητών, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 7(Ι)/2007, παρά μόνον, αυτές του Κεφ. 105.

 

  Βεβαίως, η επίδικη αίτηση, δεν αφορούσε ούτε σε αίτηση για οικογενειακή επανένωση, ως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 18Λ του Κεφ. 105, την οποία υποβάλλει ο συντηρών, ήτοι το μέλος της οικογένειας που βρίσκεται στη Δημοκρατία, αλλά η αίτηση αφορούσε σε έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής ως επισκέπτη. Όπως πολύ ορθά αναφέρει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 14 της Κ.Δ.Π. 242/1972, υπήκοος τρίτης χώρας με καθεστώς επισκέπτη, δεν δύναται να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, χωρίς προηγουμένως να λάβει προς τούτο ειδική άδεια.

 

  Και είναι γι’ αυτό το λόγο που στις περιπτώσεις υποβολής αίτησης για έκδοση ή ανανέωση άδειας προσωρινής παραμονής επισκέπτη, απαιτείται η προσκόμιση, μετά την άφιξη του υπηκόου τρίτης χώρας, των αποδεικτικών στοιχείων που καταγράφονται στη σελίδωση 164 του Τεκμηρίου 1, ήτοι αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αιτών διαθέτει επαρκείς και σταθερούς πόρους που προέρχονται από σταθερό ή ικανοποιητικό εισόδημα του αλλοδαπού εκτός της Δημοκρατίας (μισθό, σύνταξη, καταθέσεις στο εξωτερικό, ενοίκια, μερίσματα κ.ο.κ.), κάτι που δεν προσκομίστηκε από τους αιτητές.

 

  Δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση των αιτητών πως υπήρξε παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος για την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Θα συμφωνήσω με τη θέση της Δημοκρατίας πως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ετέθη στα νομικά σημεία της προσφυγής, κατά παράβαση με τις επιταγές του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 29/2021, Ankit ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.10.2021, A.E. 156/2012 Haghilo ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.2.2018). Κατά τη νομολογία, η δικογραφία αποτελεί το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων, ενώ οι τελικές αγορεύσεις που καταχωρούνται, εξειδικεύουν μόνον τους λόγους της προσφυγής, που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει.

 

  Ανεξαρτήτως όμως τούτου, δεν εμποδίζονται οι αιτητές να ασκήσουν το δικαίωμα της οικογενειακής τους ζωής και επανένωσης, στη χώρα καταγωγής τους, στην οποία κανένα κίνδυνο διατρέχουν, ούτε και εγέρθηκε ένα τέτοιο ζήτημα. Υπενθυμίζονται και στα όσα λέχθηκαν στην Balalas and another v. Republic (1988) 3 C.L.R. 212, ήτοι πως η οικογένεια μπορούσε να διατηρηθεί και εκτός της Δημοκρατίας και πως οι προτιμήσεις των μελών της οικογένειας, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν επέμβαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή.

 

  Καταληκτικά, διαπιστώνω πως οι καθ’ ων η αίτηση έχουν ασκήσει ορθά τις εκ του Κεφ. 105 νομοθετικές εξουσίες τους, αφού εξέτασαν προηγουμένως όλα τα δεδομένα των αιτητών, δίδοντας επαρκώς τους λόγους για τους οποίους υπήρξε απορριπτική η κατάληξη επί της υποβληθείσας αιτήσεως ημερομηνίας 13.5.2022. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθά, νόμιμα και εντός της εξουσίας που αποδίδεται στους καθ’ ων η αίτηση μέσα από τη σχετική νομοθεσία.

 

  Βάσει όλων των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον των αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.             

                       

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο