ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 596/2026 (Κ))
14 Ιουλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
VARUN DHAWAN Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Π. Πιερίδης, για Αιτητή
Α. Πάλλη (κα), για Πάλλη-Γιάγκου-Παπαδοπούλου Δικηγορικό Γραφείο, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 8.6.2026, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-
«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή δήλωση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 20/5/26, με την οποία ανακηρύττουν και/ή δηλώνουν τον αιτητή ως απαγορευμένο μετανάστη είναι άκυρη, παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
B. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20/5/26, για την έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.
Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20/5/26 με την οποία εκδόθηκε διάταγμα απέλασης εναντίον του αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Δ. Διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή».
Ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας, ο οποίος στις 28.6.2024, εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια φοιτητή και προς τούτο παραχωρήθηκε σε αυτόν σχετική άδεια με ισχύ μέχρι τις 28.6.2025. Μετά τη λήξη ισχύος της εν λόγω άδειας, ο αιτητής δεν προέβη σε οπιαδήποτε ενέργεια για διευθέτηση της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία, αλλά συνέχισε να παραμένει παράνομα στη χώρα. Περαιτέρω, ως αναφέρεται και στην επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 20.5.2026 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), έγινε έλεγχος στο σύστημα της Αστυνομίας και διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και εναντίον του καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση για τα αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τραυματισμός, μαχαιροφορία.
Στις 20.5.2026, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (Κεφ. 105), καθότι ο αιτητής, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 29.6.2025, όταν έλειξε η άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία.
Την 21.5.2026, οι εκκεμούσες ποινικές υποθέσεις που αφορούσαν τον αιτητή ανεστάλησαν για να καταστεί δυνατή η απέλασή του από τη Δημοκρατία.
Στις 11.6.2026, το επίδικο διάταγμα απέλασης ανεστάλη, δεδομένου του ανασταλτικού χαρακτήρα της προσφυγής.
Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης που προωθείται, ο συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο προς τούτο όργανο, καθότι ο συγκεκριμένος λειτουργός του Τμήματος, ο οποίος και υπογράφει τα επίδικα διατάγματα, ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και/ή δεόντως να εκδίδει διατάγματα κράτησης και απέλασης, όπως επιτάσσει ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2025 (Ν. 4(Ι)/2025). Εν πάση δε περιπτώσει, «απόφαση επιστροφής», η οποία και συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, δύναται να εκδίδει, σύμφωνα με το Νόμο 4(Ι)/2025, μόνον η Διευθύντρια του Τμήματος. Από τη στιγμή που η επίδικη επιστολή προς τον αιτητή ημερομηνίας 20.5.2026, δεν υπογράφεται από τη Διευθύντρια, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ότι αποτελεί απόφαση επιστροφής.
Συναφώς, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν εσφαλμένα τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105. Όπως εισηγείται ο κ. Πιερίδης, η ανακήρυξη του αιτητή ως παράνομου μετανάστη, είναι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Σύμφωνα δε με το λεκτικό του άρθρου 18ΠΣΤ, αυτό εφαρμόζεται σε «υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ, «απόφαση επιστροφής» σημαίνει διοικητική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής. Ως υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιστολή ημερομηνίας 20.5.2026 που επιδόθηκε στον αιτητή μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και χωρίς να δίδεται με αυτήν χρόνος στον αιτητή να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη χώρα, αποτελεί απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ. Εφόσον η επιστολή αναγράφει ότι τα διατάγματα κράτησης και απέλασης επισυνάπτονται σε αυτήν, σημαίνει ότι όταν συντασσόταν η επιστολή, αυτά είχαν ήδη εκδοθεί. Περαιτέρω δε, κατά τον συνήγορο του αιτητή, η «απόφαση επιστροφής» σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ, δεν είναι απλή ανακήρυξη του αλλοδαπού ως παράνομου, αλλά θα πρέπει αυτή η ανακήρυξη να συνοδεύεται από αναφερόμενη υποχρέωση αναχώρησης.
Περαιτέρω, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι δεν γίνεται αναφορά και/ή δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 και δεν φαίνεται ο αιτητής να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα. Ούτε και τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ που επιτάσσουν την έκδοση απόφασης επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών. Επιπρόσθετα, ο αιτητής δεν ενημερώθηκε δεόντως για το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972.
Έτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης, έγκειται στον ισχυρισμό περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας και εσφαλμένης νομικής βάσης του διατάγματος κράτησης. Κατά τη σχετική εισήγηση, δεν υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, ως εσφαλμένα αναφέρεται στο επίδικο διάταγμα κράτησης, και εσφαλμένα και κατά παράβαση των αρχών της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, δεν εξετάστηκε η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Προωθούνται επίσης ισχυρισμοί περί κακής ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, καθώς και παραβίασης των αρχών της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου.
Η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 105 και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Κατά την κα Πάλλη, λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλες οι περιστάσεις και τα γεγονότα της περίπτωσης και δεν στοιχειοθετούνται οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, ούτε και ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε τα επίδικα διατάγματα.
Σε κάθε δε περίπτωση, υποβάλλει η κα Πάλλη, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης.
Απαντητική γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή, δεν καταχωρήθηκε.
Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητάς τους.
Εν πρώτοις, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση, διαπιστώνω ότι, πράγματι, υφίσταται σχετική εκχώρηση εξουσίας της Διευθύντριας του Τμήματος προς Ανώτερους Λειτουργούς του Τμήματος, περιλαμβανομένου ρητά και του Ανώτερου Λειτουργού κ. Α. Κ., που υπογράφει τα επίδικα διατάγματα, να αποφασίζουν και/ή να εκδίδουν αποφάσεις στη βάση συγκεκριμένων διατάξεων του Κεφ. 105, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4(2) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), ως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 4(Ι)/2025.
Η εν λόγω εκχώρηση εξουσίας, η οποία προσκομίστηκε από τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τις διευκρινίσεις, στις 9.7.2026, περιέχεται σε έγγραφο του Τμήματος με αρ. φακ.: 05.10.001.002, 03.01.001.001, φέρει ημερομηνία 23.4.2026 και, όπως ρητά αναγράφεται σε αυτήν, αφορά στην άσκηση των εξουσιών που παρέχονται στη Διευθύντρια του Τμήματος, από τις παραγράφους (γ), (δ), (η), (θ), (ι), (κ) και (μ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, καθώς και τις εξουσίες που παρέχονται στη Διευθύντρια από το άρθρο 18ΟΗ του ιδίου Νόμου. Υπενθυμίζεται ότι εν προκειμένω τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν συνεπεία απόφασης που λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, ήτοι επειδή ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης ως παραμένων παράνομα στη Δημοκρατία.
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται σε σχετική συνοδευτική επιστολή του Λειτουργού Μετανάστευσης κ. Π. Ξ. προς τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 7.7.2026, «Η εν λόγω εκχώρηση έχει αρχειοθετηθεί ηλεκτρονικά στο eoasis και έχει λάβει το μοναδικό αριθμό 13431225. Ο εν λόγω αριθμός δίδεται αυτόματα στο έγγραφο από το eoasis». Επιπρόσθετα, στην ίδια επιστολή αναφέρεται από τον εν λόγω Λειτουργό ότι η αρχειοθέτηση των εκχωρήσεων «δεν πραγματοποιείται πλέον με τον τρόπο που γινόταν παλαιότερα, δηλαδή με την τοποθέτηση σε φυσικό διοικητικό φάκελο και την λήψη ερυθρού αριθμού, αλλά με ηλεκτρονική αρχειοθέτηση στο eoasis». Ενόψει των αμέσως πιο πάνω, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την γνησιότητα και εγκυρότητα του υπό αναφορά εγγράφου εκχώρησης ημερομηνίας 23.4.2026. Ούτε και υπήρξε αντίλογος επ’ αυτού από τον συνήγορο του αιτητή, ο οποίος, και αυτό θα πρέπει να το επισημάνω, απουσίαζε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Συνεπώς, το υπό αναφορά έγγραφο εκχώρησης γίνεται δεκτό και, συνακόλουθα, κρίνω ότι καθόλα σύννομα και έγκυρα υπογράφτηκαν τα επίδικα διατάγματα από τον Ανώτερο Λειτουργό του Τμήματος, κ. Κ.. Ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί αναρμοδιότητας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Παρομοίως, αβάσιμος κρίνεται και ο εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που έγκειται στον ισχυρισμό ότι οι καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν εσφαλμένα τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 καθότι, ως υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων δεν υπήρχε απόφαση επιστροφής του αιτητή εν τη εννοία των προαναφερθέντων άρθρων. Στην ίδια την επίδικη επιστολή προς τον αιτητή, ημερομηνίας 20.5.2026 (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), ρητά αναφέρεται ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 29.6.2025, όταν και έληξε η σχετική άδεια παραμονής του. Όπως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, συνεπεία («consequently») της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασής του. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 164/2021, ημερ. 12.3.2021). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Islam ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερ. 9.7.2013-
«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».
Επομένως, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι όταν εκδίδονταν τα επίδικα διατάγματα, δεν υφίστατο ήδη απόφαση επιστροφής του αιτητή. Η δε υπό του συνηγόρου του αιτητή επίκληση των αποφασισθέντων στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, μάλλον απολήγει σε αποδυνάμωση παρά σε επίρρωση των θέσεών του, εφόσον σε εκείνη την περίπτωση το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε ότι η απόφαση που περιεχόταν σε σχετική επιστολή προς τον αιτητή δεν πληρούσε τα υπό του Κεφ. 105 προβλεπόμενα κριτήρια για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση επιστροφής, αφού, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, πουθενά στην εν λόγω επιστολή ο εκεί αιτητής (Εφεσίβλητος) δεν κηρυσσόταν ή αναφερόταν ως παράνομος μετανάστης. Επιπρόσθετα, σε εκείνη την υπόθεση, και πάλι σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση, κρίθηκε ότι η απόφαση επιστροφής είχε εκδοθεί σε χρόνο που ο αιτητής δεν ήταν παράνομος μετανάστης. Είπε σχετικά το Δικαστήριο:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι η απόφαση, η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022 (βλ. ανωτέρω), δεν πληροί όλα τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της ως «απόφαση επιστροφής» εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, αφού πουθενά σε αυτή δεν «κηρύσσεται ή αναφέρεται» ο Εφεσίβλητος ως παράνομος μετανάστης. Η θέση της Εφεσείουσας ότι, ο χαρακτηρισμός του Εφεσίβλητου ως παράνομου μετανάστη προκύπτει σιωπηλώς ή εξυπακουόμενα, συγκρούεται ευθέως με την απαίτηση του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, το οποίο, κατά απλή γραμματική ερμηνεία, σαφώς απαιτεί διακήρυξη και/ή ρητή δήλωση τέτοιου χαρακτηρισμού.
Πρόσθετα, σημειώνεται εμφαντικά ότι η απόφαση η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022, εκδόθηκε σε χρόνο που ο Εφεσείων δεν ήταν καν παράνομος μετανάστης, αφού και η ίδια η Εφεσείουσα τον θεώρησε και θεωρεί ως τέτοιο από τις 20.8.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Ερ. 185 του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, Τεκμήριο 1).».
Εν προκειμένω, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω ότι ο αιτητής, ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, έλαβε γνώση της προαναφερθείσας επιστολής ημερομηνίας 20.5.2026, η οποία εξάλλου, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο ίδιο το σώμα αυτής, απευθύνετο σε αυτόν.
Ούτε και είχαν οι καθ’ ων η αίτηση υποχρέωση παροχής χρόνου στον αιτητή για οικειοθελή αναχώρηση. Δεδομένου ότι με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 20.5.2026, ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και διαπιστώθηκε ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του λόγω του ότι είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, εύλογα δεν δόθηκε σε αυτόν περίοδος οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (Magdalin Mensah v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017). Εν προκειμένω, οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται σε αυτούς από τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ(4) του Κεφ. 105, να μην παράσχουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον κρίθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:
«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»
Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστήριο τούτο στην Suhel Dewan v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 346/2026(Κ), ημερ. 2.6.2026, αλλά και στις G.S.D.A.M v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ), ημερ. 9.6.2023 και S.K. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 946/2023(Κ), ημερ. 31.7.2023, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση.
Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω, και αυτός ο ισχυρισμός στερείται βασιμότητας και απορρίπτεται.
Ούτε κενό αιτιολογίας εντοπίζεται.
Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, ενώ δεδομένης της άρνησής του να επαναπατριστεί, δεν υπήρχαν περιθώρια για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 20.5.2026 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εναντίον του αιτητή, καθότι αυτός είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και, συνακόλουθα, είναι σίγουρο ότι εάν αφεθεί ελεύθερος θα εξαφανιστεί, λόγω και της μη ύπαρξης σταθερού τόπου διαμονής, μη δεσμών με τη Δημοκρατία και της απροθυμίας του να επαναπατριστεί, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.
Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 20.5.2026, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-
«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-
[.]
(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».
Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό αιτιολογίας, αλλ' ούτε και έρευνας, ούτε και να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εύλογα οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν εν προκειμένω ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήσαν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Suhel Dewan, ανωτέρω, T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025, G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ), ημερ. 9.6.2023 και πιο πρόσφατα στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025 (Κ), ημερ. 10.2.2026 και MOHAMMAD QASIM HAYAT ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 23/2026 (Κ), ημερ. 11.2.2026). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-
«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-
(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής
(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».
Είναι σαφές από την πιο πάνω διάταξη, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια ή Ανώτερος Λειτουργός του Τμήματος, ως έχει προεκτεθεί) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί, του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία και δη του γεγονότος ότι αυτός είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο σοβαρότατος κίνδυνος διαφυγής, αλλά και ότι ο αιτητής δεν επιθυμούσε τον επαναπατρισμό του, οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση και η έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνονται καθόλα ορθές και σύννομες.
Στη βάση δε των πιο πάνω, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης (βλ. ενδεικτικά επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, παράρτημα 3 στην ένσταση).
Τέλος, δεν ευσταθούν ούτε οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου ορθώς ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να υποσκελίσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (G. P. Iron & Wood Makers Ltd ν. Δημοκρατίας Υποθ. Αρ. 959/2004, ημερ. 17.1.2006, Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191). Έχει δε η εν λόγω αρχή συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021 και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016). Δεδομένης λοιπόν της ύπαρξης των προεκτεθεισών διατάξεων του Κεφ. 105, δεν θα μπορούσε η αρχή της καλής πίστης να τις υποσκελίσει και να αποτελέσει λόγο απόκλισης από αυτές.
Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με €1400 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο