JESUROBO IMADE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 597/2026, 15/7/2026
print
Τίτλος:
JESUROBO IMADE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 597/2026, 15/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Υπόθεση αρ. 597/2026 (Κ))

                                                                                   (i-Justice)       

 

                                15 Ιουλίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                             JESUROBO IMADE

 

                                                                                           Αιτητής,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

    ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Παναγιώτης Πιερίδης, δικηγόρος για τον αιτητή.

Αίγλη Κίτσιου, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής- και δια των αιτητικών υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ)- στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 1.6.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) δια της οποίας ο αιτητής εξαιτείται την έκδοση διατάγματος για άμεση απελευθέρωση του αιτητή δεν δύναται να αποδοθεί από το παρόν Δικαστήριο, η εξουσία του οποίου είναι αποκλειστικά αναθεωρητικής φύσεως και συνεπώς απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, ο οποίος εισήλθε παράνομα και σε άγνωστο χρόνο στη Δημοκρατία.

 

Στις 7.9.2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 29.11.2022.

 

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.358/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 19.11.2025.

 

Στις 31.5.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και ακολούθως την 1.6.2026 εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 19.11.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Σημειώνεται δε-και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων-ότι ο αιτητής είχε υποβάλει στις 9.4.2026 μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία ως προκύπτει και από το φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 18.6.2026.

 

 

Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρήθηκε στις 8.6.2026 και στις 10.6.2026 με απόφαση της Διευθύντριας αναστάλθηκε το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου (Τεκμήριο 2).

 

Επισημαίνεται ότι η πλευρά του αιτητή απέσυρε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων τον πρώτο λόγο ακύρωσης που τίθεται στη γραπτή του αγόρευση ήτοι περί μη ορθής εφαρμογής των άρθρων 18ΠΣΤ και 18 ΟΔ του Κεφ. 105, κατά το σκέλος που αυτός εδράζετο στη θέση ότι η επιστολή ημερομηνίας 1.6.2026 δεν συνιστά απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ εφόσον αυτή δεν προηγήθηκε της έκδοσης των διαταγμάτων τα οποία ήταν ήδη εκδομένα και επισυνάπτονταν σε αυτή. Παρεμβάλλεται δε –και μάλλον εκ του περισσού- ότι καθόλα ορθά η  πλευρά του αιτητή απέσυρε το συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης αφού δια της επιστολής ημερομηνίας 1.6.2026 ο αιτητής κηρύσσεται ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 και του επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής δια των επίδικων διαταγμάτων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την εν λόγω επιστολή όπου ρητώς αναγράφεται ότι συνεπεία («consequently») της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, η Διευθύντρια προχώρησε στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ώστε να μην τίθεται βασίμως ζήτημα ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, δεν υφίστατο ήδη απόφαση επιστροφής του αιτητή εν τη εννοία των προαναφερόμενων άρθρων (βλ. Δημοκρατία v. KARSANG DORJE LAMA (Ε.Δ.Δ αρ.15/25, ημερομηνιας 4/12/25, S.S v Δημοκρατίας ( Ε.Δ.Δ αρ.34/25, ημερομηνίας 27/2/26).

 

Ωστόσο, οφείλει να αποσαφηνιστεί ότι ο κ. Πιερίδης ενέμεινε στη θέση του ότι δεν επιτρέπεται με την απόφαση επιστροφής να μη δίδεται χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, θέση η οποία θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο.

 

Εισηγείται, λοιπόν ο αιτητής ότι τα επίδικα διατάγματα είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και μη ορθής αξιολόγησης των γεγονότων και λήφθηκαν υπό καθεστώς νομικής και πραγματικής πλάνης καθώς και κατά παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ.105, η δε δοθείσα αιτιολογία είναι ελλιπής και εσφαλμένη. Τούτο διότι, κατά τον αιτητή, δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, για την οποία βρίσκονταν κατατεθειμένες πληροφορίες στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.  Κατά την πλευρά του αιτητή η ύπαρξη των δυο ανήλικων παιδιών του αιτητή με τα οποία ο αιτητής συμβιώνει -όπως και με τη μητέρα αυτών- και δη το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων του δεν απασχόλησε τους καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι προχώρησαν, ως υποβάλλεται, στην έκδοση των διαταγμάτων χωρίς να ζητήσουν τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογενειακή του ζωή και χωρίς να λάβουν υπόψη, ως ισχυρίζεται, το δικαίωμα επανένωσης της  οικογένειας και/ή το συνταγματικό δικαίωμα στην οικογένεια.

 

Συναφώς εισηγείται ο αιτητής ότι εσφαλμένα και κατά παραβίαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105 εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης αφού δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ για ύπαρξη κινδύνου διαφυγής.  Η δε απόφαση για έκδοση του διατάγματος κράτησης είναι αναιτιολόγητη και πεπλανημένη ενώ λήφθηκε χωρίς να εξεταστεί από τη Διευθύντρια η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και χωρίς να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας. Κατά την πλευρά του αιτητή δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος διαφυγής δεδομένου ότι η διεύθυνση διαμονής του αιτητή ήταν δηλωμένη στο σύστημα του Τμήματος Μετανάστευσης στην οποία διέμενε με τη σύζυγο του και τα παιδιά του.

 

Η κα Κίτσιου, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων αντιτείνει με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ.105, είναι δε αυτές επαρκώς αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Είναι δε η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλες οι περιστάσεις και τα γεγονότα της περίπτωσης του αιτητή και ότι οι καθ΄ων η αίτηση προέβηκαν καθόλα ορθά στην κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Τονίζεται δε, ότι από την απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 19.11.2025 στα πλαίσια της Προσφυγής αρ.358/23 προκύπτει ότι διάδικα μέρη στην ίδια διαδικασία ήταν ο αιτητής, η σύζυγος του και τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Ως εκ τούτου, συνεχίζει η κα Κίτσιου από την ημερομηνία εκείνη τόσο ο αιτητής όσο και όλα τα μέλη της οικογένειάς του απώλεσαν οποιοδήποτε δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία. Εισηγείται δε ότι η απλή ύπαρξη συζύγου και ανήλικων τέκνων, τα οποία μάλιστα τελούσαν στο ίδιο ακριβώς καθεστώς παράνομης παραμονής κατόπιν της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης «δεν δημιουργεί αυτοτελώς διαδικαστική υποχρέωση της Διοίκησης να αναστείλει ή να διαφοροποιήσει την εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας» ούτε επιβάλλει ως προϋπόθεση της έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων τη λήψη απόψεων από τις ΥΚΕ. Το δε ζήτημα της ύπαρξης των τέκνων του αιτητή και του βέλτιστου συμφέροντος αυτών έτυχε, ως υποβάλλει, ήδη εξέτασης στο πλαίσιο της απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π. Άλλωστε σημειώνει ότι ξεκάθαρα δεν τίθεται ζήτημα οικογενειακής ενότητας, αφού όλη η οικογένεια μπορεί να απελαθεί στη χώρα καταγωγής της.

 

Αναφορικά με  τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης, η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποβάλλει ότι η Διευθύντρια εξέτασε την πιθανότητα επιβολής στον αιτητή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, την οποία και απέκλεισε λόγω του ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής του και επειδή είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, κρίση η οποία είναι εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Υποβάλλεται δε περαιτέρω ότι με δεδομένο ότι ο αιτητής εξέφρασε την επιθυμία να μην επαναπατριστεί, γεγονός που προκύπτει από την επιστολή της ΥΑΜ, η κρίση της διοίκησης ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του αιτητή ήταν εύλογη.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αιτητή θα εξεταστούν σωρευτικά.

 

Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι η πλευρά του αιτητή δια των εγειρόμενων ισχυρισμών της δεν αμφισβητεί-κάτι άλλωστε που προκύπτει και από τα ενώπιον μου έγγραφα–ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 1.6.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 19.11.2025,ως ρητώς αναγράφεται και στις προσβαλλόμενες αποφάσεις είχε εκδοθεί απορριπτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή αρ.358/23 που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.

 

Συνεπώς ο αιτητής και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6(1) του Κεφ.105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.

 

Ομοίως, όμως, παρανόμως διαβιούσαν στη Δημοκρατία και χωρίς δικαίωμα νόμιμης παραμονής και η οικογένεια του αιτητή ήτοι τα δυο ανήλικα τέκνα του αιτητή και η σύζυγος και μητέρα των τέκνων του αιτητή. Στο σημείο αυτό οφείλει να αποσαφηνιστεί ότι αν και στα γεγονότα της υπό κρίση Προσφυγής καταγράφετο ότι η οικογένεια του αιτητή είναι αιτητές ασύλου, ωστόσο κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η πλευρά του αιτητή και κατόπιν ερώτησης του Δικαστηρίου δήλωσε ότι πράγματι δεν υπέχουν τέτοιο καθεστώς.  

 

Τούτο δε άλλωστε επιβεβαιώνεται σαφώς και από τα ερυθρά 200-218 του Τεκμηρίου 2 στα οποία και η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση με παρέπεμψε και τα οποία συνιστούν πιστό αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π ημερομηνίας 19.11.2025 στην Προσφυγή αρ. 358/23  την οποία, ως παρατηρώ, καταχώρησαν από κοινού ο αιτητής  και η σύζυγος του και τα δυο τέκνα τους και δια της οποίας επικυρώνεται η νομιμότητα της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.11.2022  επί της  υποβληθείσας αίτησης τους για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.

 

Σημειώνεται δε ότι ο αιτητής και μετά την απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ουδέποτε προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα για να νομιμοποιήσει την παράνομη παραμονή αυτού και της οικογένειας του στη Δημοκρατία, ούτε και βεβαίως η πλευρά του αιτητή προέβηκε σε τέτοια εισήγηση.

 

Αυτό δε ακριβώς το γεγονός της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή  ήτοι των δύο τέκνων και της συζύγου του αιτητή-το οποίο ως παρατηρώ εμφαίνεται και στα έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου στα οποία μάλιστα καταγράφονται και οι ημερομηνίες γέννησης των τέκνων του αιτητή και τα οποία περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης(βλ. ερυθρό 24 του Τεκμηρίου 1)- καθώς και το γεγονός ότι τα μέλη της οικογένειας του αιτητή δεν κατέχουν νόμιμο καθεστώς διαμονής είναι που αποτυπώνεται στο σημείωμα της ΥΑΜ ημερομηνίας 1.6.2026 προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο, ως το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιμαρτυρεί, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των διαταγμάτων.

 

Ειδικότερα, ως παρατηρώ, στην επιστολή της ΥΑΜ και αφού παρατίθεται το ιστορικό που περιβάλλει την περίπτωση του αιτητή μέχρι και την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π. ημερομηνίας 19.11.2025, καταγράφεται ρητώς και μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής ο οποίος «δεν αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή του υπό οποιοδήποτε καθεστώς» και συνεχίζει να διαμένει παράνομα, στη Δημοκρατία «βρίσκεται μαζί με την οικογένεια του (σύζυγο και 2 παιδιά), οι οποίοι βρίσκονται και αυτοί στον ίδιο φάκελο και έχουν το ίδιο καθεστώς με τον αλλοδαπό. Το δεύτερο παιδί του αλλοδαπού γεννήθηκε στη Δημοκρατία».

 

Στη βάση των ανωτέρω, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε κενό έρευνας ή πλάνης αναφορικά με τις περιστάσεις της οικογενειακής ζωής του αιτητή. Τουναντίον παρατηρώ ότι όλα τα σχετικά δεδομένα της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης του αιτητή καταγράφηκαν και τέθηκαν ενώπιον της Διευθύντριας προς λήψη των επίδικων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι ο αιτητής είναι πατέρας δυο ανήλικων τέκνων, τα οποία ως και ρητώς καταγράφηκε στη σχετική επιστολή της ΥΑΜ υπέχουν, όπως και η σύζυγος του αιτητή, επακριβώς το ίδιο καθεστώς παραμονής με τον αιτητή, ώστε να μην βρίσκει έρεισμα και στα πλαίσια του τεκμηρίου της κανονικότητας, το οποίο ο αιτητής ουδόλως κατόρθωσε να κλονίσει, η θέση του αιτητή ότι η Διευθύντρια δεν προέβηκε σε εξέταση και αποτίμηση των ενώπιον της στοιχείων. Συναφώς δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση του αιτητή ότι θα έπρεπε της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων να προηγηθεί «η ετοιμασία έκθεσης-εισήγησης ή άλλου έγγραφου που να δηλώνει την οποιαδήποτε επεξεργασία/αξιολόγηση της εισήγησης της ΥΑΜ Αμμοχώστου (για κράτηση και απέλαση) από λειτουργό του Τμήματος Μετανάστευσης και/ή του προσώπου που αποφάσισε την κράτηση». Αφενός διότι ο αιτητής ουδόλως υπέδειξε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη που να επιβάλλει την ετοιμασία τέτοιου εγγράφου αφετέρου δε θα πρόσθετα ότι η τιθέμενη χειρόγραφη υπογραφή της Διευθύντριας ημερομηνίας 1.6.2026 επί της ρηθείσας επιστολής της ΥΑΜ είναι αρκετή για να καταδείξει τη συμφωνία της τελευταίας με το περιεχόμενο της, περιλαμβανομένου δε και των όσων καταγράφονται περί της μη παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και της τελικής εισήγησης για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23).

 

Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό και οι αιτιάσεις του αιτητή περί παραβίασης των προβλεπόμενων στο άρθρο 18 ΟΖ του Κεφ.105  αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και τη μη παροχή των απόψεων των ΥΚΕ καθώς και του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή με συναφή γενική αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989) και στην αρχή της μη επαναπροώθησης δεν ευσταθούν.

 

Καθοριστικό δεδομένο στην υπό κρίση περίπτωση- το οποίο φαίνεται να παραβλέπουν οι εισηγήσεις του αιτητή- είναι ότι η διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων είχε υπόψη της όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την οικογενειακή ζωή του αιτητή περιλαμβανομένου και του αδιαμφισβήτητου και καθοριστικού γεγονότος ότι τα μέλη της οικογένειας του αιτητή ουδέποτε ήταν μόνιμα εγκατεστημένα στη Δημοκρατία αλλά παρέμειναν σ΄αυτή αναμένοντας την εξέταση αρχικώς του αιτήματος ασύλου που είχαν υποβάλει και μετέπειτα την εκδίκαση της Προσφυγής που καταχώρησαν κατά της νομιμότητας αυτής. Με τη δε απόρριψη της Προσφυγής τους, κρίθηκε οριστικά από το αρμόδιο Δικαστήριο στις 19.11.2025 ότι δεν υφίσταται ζήτημα δίωξης τους στη χώρα καταγωγής τους ήτοι τη Νιγηρία και πως σε περίπτωση επιστροφής τους δεν διατρέχουν οποιοδήποτε κίνδυνο. Εν τη απουσία, λοιπόν οποιουδήποτε άλλου υπαρκτού δεδομένου κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων που να διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα, δεν διαβλέπω πως τίθεται βασίμως ζήτημα ότι παραβιάστηκε η αρχή της μη επαναπροώθησης. Άλλωστε το γεγονός της απορριπτικής απόφασης του Δ.Δ.Δ.Π,, ήταν ενώπιον της Διευθύντριας, ενώπιον της οποίας, ουδέν άλλο τέθηκε προς αυτή την κατεύθυνση εκ του αιτητή (ΕΔΔΑ Ν. κ. Φιλανδίας, 26.7. 2005) Dogan v Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ 716) Αίτηση του Rechtbank C-69/21, ημερομηνίας 22/11/22) ΔΕΕ C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερ. 6/7/23). Συνεπώς και αφ΄ης στιγμής δεν εντοπίζεται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης δεν μπορεί να τίθεται ούτε και ζήτημα ότι οι καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να αναβάλουν την απομάκρυνση του αιτητή συμφώνως με το άρθρο 18ΠΑ του Κεφ. 105.

 

Άλλωστε, είναι ορθή η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι ως έχει διατυπωθεί πολλάκις από το ίδιο το ΕΔΑΔ, η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει και να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (X and Y v. Germany [1977] 9 DR 219 και Chahal v. U.K. [1997] 23 E.H.R.R. 413). Ως σχετικώς υπομνήσθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Διακστηριου Kashif v. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1144/2008 ημερ. 11/7/2008) η οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί από μόνη της στοιχείο για να διαφοροποιηθεί υπέρ του αιτητή μια κατά τα άλλα έκδηλα παράνομη κατάσταση, ιδιαίτερα στον τομέα της απέλασης όπου το κυρίαρχο δικαίωμα του κράτους είναι προεξάρχον στον καθορισμό της πολιτικής, εφόσον ουδείς δικαιούται να παραμένει στην Κύπρο άνευ αδείας. Συναφώς στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Limon ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δαρ.126/21, ημερομηνίας 20/4/22) λέχθηκε ότι το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας, κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τρόπο που ισχυρίζεται ο αιτητής, ιδιαίτερα δε στην περίπτωση, που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σ’ αυτή παράνομα, ως εν προκειμένω επισυμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, όπου τόσο ο αιτητής όσο και η σύζυγος του διέμεναν παράνομα στη Δημοκρατία και τα ανήλικα τέκνα αυτών δεν είχαν οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα αυτοτελούς παραμονής (Hasnas Natalia v. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.921/2015, ημερομηνίας 23/7/ 2015).

 

Επί τούτου απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν από το Εφετείο  στην Israel Maweja ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.14/25, ημερομηνίας 15/9/25) με παραπομπή στο δικαστικό λόγο της Kedoum ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505) και τα οποία τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση. Τα παραθέτω:

 

«Εξετάζοντας τον βασικότερο προβαλλόμενο από τον Εφεσείοντα ισχυρισμό περί παραβίασης του βέλτιστου συμφέροντος της ευημερίας των παιδιών του, κατά τις διατάξεις του Άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 και της επέμβασης στην οικογενειακή του ζωή βάσει του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού διαπίστωσε ότι τα μέλη της οικογένειας του Εφεσείοντα ουδέποτε ήταν μόνιμα εγκατεστημένα στη Δημοκρατία αλλά παρέμειναν αναμένοντας την εξέταση του αιτήματος ασύλου που είχαν υποβάλει, το οποίο εν τέλει απορρίφθη, αποφάσισε ως ακολούθως:

 

« Η απόφαση των καθ' ων η αίτηση για επιστροφή του αιτητή στη χώρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως συνιστά επέμβαση στην οικογενειακή του ζωή, ούτε βάσει του Συντάγματος, ούτε και της ΕΣΔΑ, λόγω του ότι κι η υπόλοιπη του οικογένεια, μπορεί να επιστρέψει επίσης στην χώρα καταγωγής της, που είναι η ίδια με τον αιτητή, διατηρώντας την οικογένεια τους και εκτός της Δημοκρατίας. Αφ' ης στιγμής κρίθηκε, αρμοδίως, πως σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους, δεν διατρέχουν οποιοδήποτε κίνδυνο, τότε μπορούν να επιστρέψουν πίσω ως οικογένεια.

 

Στην Ε.Δ.Δ. 126/2011 Limon ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20.4.2022, με αναφορά στις Kedoum (ανωτέρω) και Radovanovic v. Austria Appl. No. 42703/98, ημερομηνίας 24.4.2004, επαναλήφθηκε πως το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια της χώρας, κατ΄επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, κατ' απόλυτο τρόπο, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα. Τούτο, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη πως ο αιτητής παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Στην Balalas and another v. Republic 1998 3 C.L.R 2127 κρίθηκε πως η οικογένεια μπορούσε να διατηρηθεί και εκτός της Δημοκρατίας, αφού η προστασία της οικογενειακής ζωής, δεν σημαίνει αυτόματα και ότι κάθε απέλαση είναι παράνομη, ενώ οι προτιμήσεις των μελών της οικογένειας, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν επέμβαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή.

 

 Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων, οι ισχυρισμοί του αιτητή πως με την έκδοση των επίδικων διοικητικών αποφάσεων παραβιάζεται το δικαίωμα στην οικογένεια, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

 Δεν με βρίσκουν σύμφωνη ούτε κι οι ισχυρισμοί του αιτητή πως με την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων παραβιάζεται το βέλτιστο συμφέρον της ευημερίας των παιδιών του, αφού αυτά θα μεγαλώσουν χωρίς πατέρα, ως υπήρξε η εισήγηση.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, όλη η οικογένεια του αιτητή είναι απορριφθέντες αιτητές ασύλου. Συνεπώς, δεν έχουν ούτως ή άλλως δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, αφού το καθεστώς τους είναι αυτό των παρανόμως παραμενόντων στη Δημοκρατία. Συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, ως προς τα μέλη της οικογένειας του αιτητή, δεν θεωρώ πως τυγχάνουν εφαρμογής τα ορισθέντα στις πρόνοιες του πρόνοιες του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, αφού η οικογένεια μπορεί να διατηρηθεί στη χώρα καταγωγής τους, λόγω ακριβώς του ίδιου καθεστώτος παραμονής τους στη Δημοκρατία.»[..]

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, δεν συμμεριζόμαστε την άποψη του Εφεσείοντα ότι η Διευθύντρια κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων τελούσε υπό πλάνη. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εφεσείων ανέφερε στη Διοίκηση τις προσωπικές του συνθήκες κατά τη σύλληψη του, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Εφεσίβλητη, τεκμαίρεται σύμφωνα με το τεκμήριο της κανονικότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, ότι αποτελούσε στοιχείο που λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι ο Εφεσείων ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, δεν προέβαλε οτιδήποτε ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας της διοικητικής πράξης και σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εάν από τα ενώπιον του γεγονότα προκύπτει ότι η απόφαση της διοίκησης ήταν εύλογα επιτρεπτή (βλ. Coussoumides ν. Republic (1966) 3 CLR 1).

 

Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενήργησε ως δικαστήριο ουσίας, όπως λανθασμένα διατείνεται ο Εφεσείων, αλλά ως ακυρωτικό Δικαστήριο εξέτασε τη νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων τα οποία εξέδωσε η Διοίκηση, στη βάση των δεδομένων που είχε ενώπιον της κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης τους. Με παραπομπή δε σε σχετική νομολογία (βλ. Limon ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 126/2011, ημερομηνίας 20/04/2022, Kedum ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505, Joudine ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 500), ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα ότι παραβιάζεται το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, για τους λόγους που επεξηγούνται στην πρωτόδικη Απόφαση (ανωτέρω), οι οποίοι κρίνονται καθόλα ορθοί, χωρίς να αφήνονται περιθώρια παρέμβασης μας.

 

Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε, επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Chapa Dissanayakage Sandamali κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 126/20, ημερομηνίας 12/05/2025, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται:

 

«Η υπόθεση αφορά στο δικαίωμα κάθε χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφος της, το οποίο αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της[..]

 

Ειδικότερα στην υπόθεση Kedum ν. Δημοκρατίας 2005 3 Α.Α.Δ 505) η Ολομέλεια αποφάσισε ότι νόμιμα είχε εκδοθεί διάταγμα απέλασης αλλοδαπού ως συνέπεια της παράνομης παραμονής του στην Κύπρο και επιπρόσθετα ότι με την απέλαση του δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή (Άρθρο 15 του Συντάγματος) αφού το παιδί του που γεννήθηκε στην Κύπρο δεν απέκτησε κυπριακή υπηκοότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως άνω, διαφοροποιώντας την περίπτωση από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις οποίες παραπέμφθηκε διότι οι αποφάσεις εκείνες αφορούσαν σε περιπτώσεις όπου «.υπήρχαν πρόσωπα, στις χώρες στις οποίες δεν δόθηκε παράταση άδειας παραμονής ή από τις οποίες διατάχθηκε η απέλαση, τα οποία είχαν αυτοτελή δικαιώματα παραμονής στις χώρες εκείνες, και τα οποία πρόσωπα ήταν δεδομένο πως θα παρέμεναν στις χώρες στις οποίες είχαν νόμιμο δικαίωμα παραμονής, με αποτέλεσμα να διακόπτονται οι οικογενειακοί δεσμοί του μέλους της οικογενείας που είχε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, με το μέλος της οικογένειας που δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Στην κρινόμενη όμως έφεση η σύζυγος και τα τρία παιδιά του εφεσείοντος δεν έχουν οποιοδήποτε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στην Κύπρο. Η σύζυγος και τα δύο πρώτα παιδιά του ήλθαν στην Κύπρο μαζί του και τους δόθηκε δικαίωμα παραμονής εφόσον ο σύζυγος και πατέρας τους αντίστοιχα εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Όσον αφορά το τρίτο παιδί, που γεννήθηκε στην Κύπρο,  συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο πως η γέννηση του στην Κύπρο από μόνη της δεν του δίδει αυτόματο και αυτοτελές δικαίωμα παραμονής του στην Κύπρο.»

Άλλωστε ως έχει επίσης νομολογηθεί το δικαίωμα σε σεβασμό της οικογενειακής ζωής δεν παραβιάζεται όταν η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχισθεί και εκτός της Δημοκρατίας. Η δε απομάκρυνση ολόκληρης της οικογένειας και η μετακίνηση της στη χώρα καταγωγής της δεν αποτελεί διάσπαση της οικογένειας και κατ’ επέκταση της οικογενειακής ζωής και ενότητας, αφού αφορά την επανεγκατάσταση ολόκληρης της οικογένειας (Cruz Varas v. Sweden [1991]14 EHRR 1, paras 88-89) Jash iavilli κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2006) 4 Α Α.Α.ΑΔ 7) (Hassan και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.192/13, ημερομηνίας 26/9/16). Είναι δε για όλους τους πιο πάνω λόγους που δεν μπορούν να γίνουν δέκτες ούτε οι έτερες εισηγήσεις του αιτητή ότι τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης παραβίασαν το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή στη βάση του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ ή στη βάση των διατάξεων του Κεφ.105.

 

Σε συνέχεια των όσων λέχθηκαν ανωτέρω, απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος ισχυρισμός του αιτητή ότι το εκδοθέν διάταγμα κράτησης είναι αναιτιολόγητο, προϊόν πλάνης και ελλιπούς έρευνας καθώς και ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105 και χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ για ύπαρξη κινδύνου διαφυγής.

 

Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ.105 ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, λόγω του ότι δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Τα όσα ο αιτητής αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Ως ήδη υπομνήσθηκε ο αιτητής- όπως και τα μέλη της οικογένειας του- υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου με απόφαση της ημερομηνίας 29.11.2022. Από το Τεκμήριο 2 (ερυθρά 138-139) προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή της ημερομηνίας 19.1.2023 πληροφορούσε τον αιτητή και τη σύζυγο του τόσο για την απόρριψη της αίτησης πολίτικου ασύλου την οποία είχαν υποβάλει όσο και για την έκδοση απόφασης επιστροφής στη χώρα τους, ενώ δια αυτής παρέχετο μάλιστα και χρονικό διάστημα επτά ημερών για οικειοθελή αναχώρηση τους. Σημειώνεται δε ότι στη ρηθείσα επιστολή ρητώς κατεγράφετο, ότι η εκδοθείσα απόφαση επιστροφής θα αναστέλετο είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερθείσας προθεσμίας για άσκηση Προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είτε σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας Προσφυγής μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο. Αυτή βεβαίως η απόφαση, δια της οποίας ο αιτητής και τα μέλη της οικογένειας του διατάσσεται να επιστρέψει στη χώρα του και η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 13 (2) (δ) του Ν. 6(Ι)/2000 από τον Προϊστάμενό της Υπηρεσίας Ασύλου δεν παύει παρά να συνιστά, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο, απόφαση επιστροφής.

 

Ακόμα όμως και αν κρινόταν ότι η αναφορά «σε μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής» ήτο εσφαλμένη τούτο δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος και της διαπίστωσης περί ύπαρξης κινδύνου διαφυγής δεδομένου ότι, ως ήδη υποδείχθηκε, υφίστατο και πρόσθετο αυτοτελές αιτιολογικό έρεισμα που υποστήριζε την κρίση αυτή ήτοι ότι ο αιτητής ήταν αρνητικός στον επαναπατρισμό του (βλ. άρθρο 32 του Ν.158(Ι)/99 Unitex Trading Co Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4(Β) ΑΑΔ 1338, 1349-1354, GES και Δημοκρατια (Αν. Έφεση αρ. 135/14, ημερ.7/6/21), ECLI:CY:AD:2021:C237 Δήμος Γεροσκήπου ν Primetel Co Ltd, AE 42/12, ημ. 6.7.18).

Παρεμβάλλεται ότι ούτε η αναφορά του αιτητή ότι δεν ελλόχευε κανένας κίνδυνος διαφυγής του διότι η διεύθυνση διαμονής του ήταν δηλωμένη στις αρχές μπορεί να αναιρέσει τη νομιμότητα των πιο πάνω διαπιστώσεων των καθ΄ων η αίτηση και να επηρεάσει τη νομιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος.

 

Επισημαίνεται δε ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης, αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του μεταναστευτικού ιστορικού του αιτητή καθώς και της στάσης του ίδιου του αιτητή, η οποία αντικατοπτρίζεται στο περιεχόμενο της επιστολής ΥΑΜ ημερομηνίας 1.6.2026, στην οποία καταγράφεται ρητώς ότι ο αιτητής «εάν αφεθεί ελεύθερος υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, λόγω της άρνησης του να αναχωρήσει» κάτι που συνιστά δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής (βλ. σχετικά άρθρο 18ΟΔ).

 

Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας, έρευνας ή πλάνης ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας  (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).

 

Περαιτέρω ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες που επιβάλλουν την έκδοση απόφαση επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, ως προβλέπεται στο άρθρο 18ΟΘ. Πρόσθετα διατείνεται ότι ο αιτητής δεν ενημερώθηκε δεόντως για το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), παρά μόνο έλαβε για πρώτη φορά γνώση περί τούτου με την επίδοση σε αυτόν των επίδικων διαταγμάτων.

 

Δεν θα συμφωνήσω. Καθίσταται σαφές ότι οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της  παραγράφου (4)  του  άρθρου 18ΟΘ του Κεφ.105 να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον, όπως νομίμως ήδη κρίθηκε, υπήρχε κίνδυνος διαφυγής της. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Υπενθυμίζεται δε ότι ο αιτητής και μετά την απόρριψη της Προσφυγής του από το Δ.Δ.Δ.Π παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Ο αιτητής ουδέποτε νομιμοποίησε τη διαμονή του στη Δημοκρατία στην οποία συνέχιζε να παραμένει παράνομα με την οικογένεια του μέχρι και τη σύλληψη του και έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, δηλώνοντας μάλιστα, ακόμα και κατά το χρόνο σύλληψης του, στους αστυνομικούς της ΥΑΜ, την άρνηση του για να επιστρέψει στη χώρα του. Συνεπώς και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κρίση της διοίκησης να μην παραχωρήσει στον αιτητή χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice), ημερομηνίας 9/6/23), V.E.A v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.583/2023 (i-JUSTICE), ημερομηνίας 2/6/23). Συνεπακόλουθα και εφόσον δεν δόθηκε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης δεν τίθεται ούτε και ζήτημα περί μη παράτασης αυτού κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18 ΟΘ(2).

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται η πλευρά του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.164/2021, ημερ. 12.3.2021). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου  Islam ν. Δημοκρατίας (Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερομηνίας 9.7.2013) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».

 

Καταληκτικά επισημαίνω ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων υπήρξε σύννομη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1200 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                                   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο