ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1266/2021
6 Αυγούστου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα (α) 28 και 146 του Συντάγματος
Μαρία Μιχαήλ
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας
Καθ’ ων η Αίτηση
.........
Χριστάκης Θ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόροι για Αιτήτρια
Μαρία Κοτσώνη και Αντρ. Στυλιανού, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση
Θεογνωσία Κουσπή για Ενδιαφερόμενο Μέρος
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Κατόπιν αιτήματος του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, οι Καθ’ ων η αίτηση, αποφάσισαν όπως επιληφθούν της πλήρωσης της κενής θέσης (προαγωγής) Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄ (εφεξής η «επίδικη θέση»). Καθορίστηκε συνεδρία στην οποία κλήθηκε η Διευθύντρια Τμήματος Αρχαιοτήτων (εφεξής η «Διευθύντρια») να δώσει τη σύστασή της (εφεξής η «Σύσταση») με την οποία συνέστησε το Ενδιαφερόμενο Μέρος Χρυσάνθη Κούννου. Στη συνέχεια οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν, όπως προάξουν το Ενδιαφερόμενο Μέρος στην επίδικη θέση, απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με ημερομηνία 24.09.2021 και αριθμό γνωστοποίησης 797.
Την εν λόγω απόφαση προαγωγής του ΕΜ αντί της Αιτήτριας επιχειρεί με την παρούσα προσφυγή να ακυρώσει η Αιτήτρια.
Στην πρώτη ενότητα λόγων ακύρωσης, η Αιτήτρια θέτει ότι υπό πλάνη και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και ισότητας οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη την εκ μέρους της κατοχή ενός μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη διοίκηση επιχειρήσεων, το οποίο αποτελούσε πρόσθετο, μη απαιτούμενο προσόν και έπρεπε να του δοθεί η δέουσα βαρύτητα.
Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης υποβάλλει ότι η Σύσταση έπασχε καθότι δόθηκε βαρύτητα στην πείρα που το ΕΜ απέκτησε σε θέση, η πλήρωση της οποίας ακυρώθηκε ενώ με τον τρίτο λόγο ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη είναι αναιτιολόγητη και προϊόν πλημμελούς έρευνας λόγω ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αναπαρήγαγαν την πλημμελή Σύσταση χωρίς δική τους έρευνα και χωρίς να προσφέρουν σαφή αιτιολογία παραγνωρίζοντας τα πρόσθετα προσόντα της Αιτήτριας και δίδοντας υπέρμετρη βαρύτητα στην αρχαιότητα του ΕΜ και στην πείρα. Συναφώς δε, θέτει ότι υπερείχε έκδηλα του ΕΜ.
Με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια ψέγει εκ νέου την προσβαλλόμενη ως αναιτιολόγητη και πεπλανημένη στη βάση της εισήγησής της ότι οι Καθ΄ων η αίτηση και η Διευθύντρια δεν ερεύνησαν ή αιτιολόγησαν ώστε να τεκμηριώσουν ότι ο Μεταπτυχιακός Τίτλος «Master in Artefact Studies» του ΕΜ πληρούσε το απαιτούμενο του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόν «Μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλος που αποκτήθηκε μετά από σπουδές ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους στην Αρχαιολογία ή σε κλάδο της».
Η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση και του ΕΜ, απορρίπτει τις θέσεις της Αιτήτριας υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης.
Κατόπιν εξέτασης των εκατέρωθεν επιχειρημάτων καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς θα απορρίψω την πρώτη ενότητα λόγων ακύρωσης. Δε θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, η προσβαλλόμενη είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο πλημμελής λόγω ότι δε λήφθηκε υπόψη ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της Αιτήτριας στη διοίκηση επιχειρήσεων.
Όχι μόνο σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο των Καθ΄ων η αίτηση (Συνημμένο 1 σε αγόρευση Καθ΄ων η αίτηση) έπρεπε ο εν λόγω τίτλος σπουδών να είχε κοινοποιηθεί έγκαιρα στους Καθ’ ων η αίτηση με τον προβλεπόμενο τρόπο (πιστό αντίγραφο διαβιβαζόμενο με επιστολή κτλ) κάτι που εν προκειμένω έγινε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης στις 30-31.08.2022 (έγγρ. με αρ 20220830-7731370 και αρ. 20220831-7739498 σε ψηφιακό φάκελο αρ. 15.10.001.35808), αλλά ούτε από όσα ετέθησαν με τις διάφορες σποραδικές πληροφορίες κατά την εξέλιξη των σπουδών προέκυπτε ενώπιον των Καθ΄ων η αίτηση η κατοχή του τίτλου ή έπρεπε να είχαν κινητοποιήσει έρευνα εκ μέρους τους προς διαπίστωση της κατοχής τους. Σχετική είναι η απόφαση του ΑΔ στην Αναθ. Έφεση Αρ. 46/15 Κωνσταντινίδου ν. Δημοκρατίας ημερ. 01.02.2022, ECLI:CY:AD:2022:C41, στην οποία με παρέπεμψε η κα Κουσπή στην οποία αναφέρθηκε:
«Το σημαντικό του πράγματος έγκειται - και καταλλήλως το αντίκρισε το Πρωτόδικο Δικαστήριο - στο ότι ο εν λόγω τίτλος σπουδών ουδέποτε κατά τους κρίσιμους χρόνους ήταν μέρος του προσωπικού φακέλου της Εφεσείουσας (βλ. Τεκμήριο 1Γ στην πρωτόδικη διαδικασία), μήτε και διατέθηκε συνακολούθως ως στοιχείο προς αξιολόγηση στην ΕΔΥ. Το μοναδικό έγγραφο, συναφές προς τα υπό συζήτησιν, που βρισκόταν στον προσωπικό φάκελο της Εφεσείουσας, ήταν κάποια Βεβαίωση από το Cyprus International Institute of Management («CIIM») ημερομηνίας 11.12.02, ως το Ερυθρό 15/Τεκμήριο 1Γ, το οποίο συνόδευσε την αίτηση της Εφεσείουσας για διορισμό στη θέση Λειτουργού Φυσικού Περιβάλλοντος την 14.12.02. («η Βεβαίωση»).
Κατά τη Βεβαίωση, η Εφεσείουσα είχε αποπερατώσει όλα τα αναγκαία μαθήματα για σκοπούς αποφοίτησης, με το μόνο εκκρεμές ζήτημα για απονομή του MBA να συνίσταται στην από μέρους της επιτυχή κατάθεση/παρουσίαση «. of her final project .».
Φαίνεται καθαρώς από τη Βεβαίωση ότι κατά την 11.12.02 η Εφεσείουσα δεν είχε συμπληρώσει όλες τις προβλεπόμενες απαιτήσεις για απόκτηση τού υπό αναφοράν μεταπτυχιακού τίτλου, με τη Βεβαίωση να μην πιστοποιεί εκ των πραγμάτων και εκ του περιεχομένου της, την εξασφάλιση και κατοχή του περί ου ο λόγος μεταπτυχιακού προσόντος.
Το ότι η Εφεσείουσα παρουσιάζεται - κατά διαπίστωση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου - πως «. φαίνεται τελικά, να υπέβαλε επιτυχώς το «final project» και να απέκτησε το ΜΒΑ στις 18.5.2004», δεν μεταβάλλει την ουσία, που δεν είναι άλλη από το αν κατά τον κρίσιμο χρόνο η ΕΔΥ είχε ή δεν είχε ενώπιον της το ΜΒΑ προκειμένου να το συνεκτιμήσει στην έκταση που θα το έκρινε πρόσφορο (βλ. Καππελίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 279, 280).
Δεν το είχε.
Η ΕΔΥ δεν είχε υποχρέωση, ως περί του αντιθέτου σθεναρώς υποστήριξαν οι συνήγοροι της Εφεσείουσας, να ζητούσε από την τελευταία να εμφανίσει το ΜΒΑ (με αφετηρία ότι επιβαλλόταν να προβληματισθεί η ΕΔΥ ένεκα της Βεβαίωσης στον προσωπικό φάκελο της Εφεσείουσας), ή να διεξάγει επιπλέον έρευνα για τα ακαδημαϊκά προσόντα που η Εφεσείουσα πιθανόν να κατείχε και δεν διέθεσε».
Ούτε η παραπομπή στην υπηρεσιακή έκθεση του έτους 2020 (εγγρ. 20210323-7139240 σε ψηφιακό φάκελο αρ. 15.10.001.35808), στο σημείο 4 διαφοροποιεί την κατάσταση άλλωστε δεν αναφέρει καν «Απόκτηση τίτλου ΜΒΑ» ως η υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας, αλλά «ΜΒΑ υποβολή τελικής μελέτης/dissertation..” συνεπώς δε δηλώνεται τότε κατοχή του τίτλου σπουδών.
Θα απορρίψω, περαιτέρω, και τον τέταρτο/τελευταίο λόγο ακύρωσης, ότι δηλαδή οι Καθ΄ ων η αίτηση δε διενέργησαν δέουσα έρευνα ούτε αιτιολογήσαν την κατοχή του απαιτούμενου από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντος «Μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλος που αποκτήθηκε μετά από σπουδές ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους στην Αρχαιολογία ή σε κλάδο της».
Σημειώνω πρώτα ότι δε θεωρώ ότι η νομολογία στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος της Αιτήτριας προσφέρει καθοδήγηση στα εδώ κρινόμενα. Η Πετράκης ν. Δημοκρατίας (2004) 4 ΑΑΔ 281 ήταν απόφαση επί επανεξέτασης κατόπιν της ακυρωτικής Νικολαίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 4 ΑΑΔ 549 όπου κρίθηκε ότι ενώ το Υπουργείο Παιδείας είχε θεωρήσει ότι το ΕΜ δεν κατείχε το προσόν, η ΕΔΥ έγραψε απλώς ότι «κατέχει τα προσόντα» χωρίς δικαιολογία ή έρευνα αν το πτυχίο Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης ήταν συναφές με τα απαιτούμενο στο σχέδιο προσόν «Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν στα Παιδαγωγικά ή την Εκπαιδευτική Διοίκηση ή σε συναφές θέμα». Κατόπιν του εν λόγω προηγηθέντος ακυρωτικού ευρήματος, το Δικαστήριο στη Πετράκης έκρινε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα/αιτιολογία καταλήγοντας στο ανεπαρκές της διερεύνησης από την Επιτροπή αναλύοντας το ζήτημα με αναφορά τόσο στον τίτλο του απαιτούμενου όσο και του κατεχομένου από το ΕΜ.
Στην παρούσα δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου που να φανέρωνε διαφορετικές απόψεις εντός των κόλπων της διοίκησης ως προς τη σχετικότητα των συγκεκριμένων τίτλων σπουδών του ΕΜ και της Αιτήτριας, τα οποία πιστώθηκαν προς πλήρωση του προσόντος «Μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλος που αποκτήθηκε μετά από σπουδές ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους στην Αρχαιολογία ή σε κλάδο της».
Οι Καθ΄ων η αίτηση εδώ πίστωσαν υπέρ της Αιτήτριας ως μεταπτυχιακό για τους σκοπούς του υπό κρίση προσόντος τη Βεβαίωση Ολοκλήρωσης του Master of Arts in Museum Studies του Leicester University και υπέρ του ΕΜ το Master in Artefact Studies του University College του Λονδίνου. Δε θεωρώ ότι όφειλαν να είχαν αιτιολογήσει ή διερευνήσει κάτι περαιτέρω δεδομένου αφενός ότι είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην κρίση της διοίκησης ως προς την ερμηνεία του Σχεδίου Υπηρεσίας όταν η κρίση της είναι εύλογα επιτρεπτή αφετέρου δε μπορώ να διαπιστώσω οτιδήποτε μεμπτό ή πλάνη της διοίκησης απλά και μόνο επειδή στον τίτλο του τίτλου σπουδών δεν αναγράφεται ρητώς η λέξη «αρχαιολογία» ή η αντίστοιχη αγγλική της ως ουσιαστικά η εισήγηση της Αιτήτριας.
Η απλή μετάφραση της πρότασης ‘artefacts studies’ παραπέμπει κυρίως σε "μελέτη τεχνουργημάτων" ή "μελέτη αρχαίων/χειροποίητων αντικειμένων" άρα δε μπορώ να διαπιστώσω με παραπομπή στον τίτλο και μόνο πλάνη ή αναγκαιότητα περαιτέρω έρευνας επί του θέματος. Κατά παρόμοιο ασφαλώς τρόπο δε θα θεωρούσα ότι όφειλαν να είχαν διερευνήσει ή αιτιολογήσει κάτι περαιτέρω ως προς τον τίτλο σπουδών της Αιτήτριας, ο οποίος επίσης δεν αναφέρει τη λέξη «αρχαιολογία» ή αντίστοιχη, και προφανώς θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι museums (ή μουσεία) δεν είναι μόνο αρχαιολογικά αλλά ενδεχομένως σύγχρονης ή άλλης τέχνης. Και εδώ όμως δε θεωρώ ότι ο τίτλος και μόνο θα έπρεπε να προβληματίσει προς περαιτέρω έρευνα και αιτιολόγηση της κρίσης της διοίκησης. Είναι εν προκειμένω και υπό τις περιστάσεις η προσβαλλόμενη εύλογα επιτρεπτή, μη επιδεχόμενη επέμβασης από το παρόν [Theodoros G. Papapetrou v. The Republic, 2 R.S.C.C. 61, Chr. Petsas v. The Republic, 3 R.S.C.C. 60, Mytides and Another v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1096].
Περνώ στον δεύτερο και τρίτο λόγο ακύρωσης. Ως προς τους λόγους αυτούς επιβεβαιώνονται συγκεκριμένες από τις πλημμέλειες, που αναδεικνύει η Αιτήτρια. Πρώτα το ζήτημα της επιμέτρησης εκ μέρους της Διευθύντριας της αναφερόμενης πείρας που το ΕΜ απέκτησε σε θέση, η πλήρωση της οποίας ακυρώθηκε. Συγκεκριμένα στο πρακτικό, στο οποίο λήφθηκε η προσβαλλόμενη αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):
«Η Διευθύντρια, προβαίνοντας στη σύστασή της, ανέφερε τα εξής:
«Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των δέκα (10) υποψηφίων, καθώς και τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση κενής μόνιμης θέσης Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄ προσόντα και τα καθιερωμένα από το Νόμο κριτήρια, δηλαδή (α) την αξία, (β) τα προσόντα και (γ) την αρχαιότητα, κρίνω ως καταλληλότερη και συστήνω για προαγωγή την Χρυσάνθη Κούννου (α/α 3 του καταλόγου αρχαιότητας των υποψηφίων που μου έχει υποβληθεί).
Συστήνοντας την Χρυσάνθη Κούννου και προβαίνοντας σε σύγκρισή της με τους λοιπούς υποψηφίους, έλαβα υπόψη τα ακόλουθα:
Όλοι οι υποψήφιοι κατέχουν όλα τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της εν λόγω κενής θέσης, εφόσον κατέχουν πενταετή υπηρεσία στη θέση Αρχαιολογικού Λειτουργού, κατέχουν Μεταπτυχιακό τίτλο στην Αρχαιολογία ή κλάδο της και κατέχουν και την απαιτούμενη πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και της Αγγλικής γλώσσας. (…). Mία δεύτερη υποψήφια, η Μαρία Μιχαήλ (α/α 11), διαθέτει επιστολή ημερομηνίας 06.07.2011 από το University of Leicester, σύμφωνα με την οποία το Πανεπιστήμιο την ενημερώνει ότι της απονεμήθηκε “degree of Master of Arts in Museum Studies”, το οποίο είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄, και του απέδωσα την ανάλογη βαρύτητα.
Συστήνοντας την Χρυσάνθη Κούννου, σημειώνω ότι στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των τελευταίων πέντε χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, έχει αξιολογηθεί σε όλα τα σημεία ως Εξαίρετη και υπερέχει στο κριτήριο της αρχαιότητας έναντι των μη συστηνομένων, κατά τέσσερα χρόνια.
Σημειώνω επίσης ότι η Κούννου προάχθηκε με απόφαση της Επιτροπής στη θέση Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄ από 01.11.2018. Ωστόσο, ύστερα από την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφ. αρ. 86/2019 (Ράπτου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας), ημερ. 12.11.2020, η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε. Για την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής ενημερώθηκε η Κούννου με επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής με αρ. φακ. Π.32685 και ημερομηνία 03.12.2020. Η Επιτροπή, κατά την επανεξέταση της πλήρωσης της εν λόγω θέσης, στις 11.02.2021, δεν επέλεξε την Κούννου. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, η Κούννου διαθέτει πείρα διάρκειας δύο (2) χρόνων, κατά την οποία είχε ανταποκριθεί επάξια στα αυξημένα καθήκοντα της θέσης του Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται και καταγράφεται αναλυτικά στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις της.
Γνωρίζω προσωπικά και έχω συνεργαστεί με όλους τους υποψηφίους και, ως εκ τούτου, έχοντας ιδία γνώση των ικανοτήτων τους, θεωρώ ότι η Κούννου είναι καταλληλότερη να ανταπεξέλθει στα αυξημένα και απαιτητικά καθήκοντα της θέσης του Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄, όπως αυτό αντικατοπτρίζεται και καταγράφεται αναλυτικά στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις της.
Σε μια συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω στοιχείων, θεωρώ ότι η Χρυσάνθη Κούννου είναι η καταλληλότερη για να προαχθεί στην υπό πλήρωση θέση Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄.»
Στο σημείο αυτό η Διευθύντρια αποχώρησε από τη συνεδρία.
Στη συνέχεια η Επιτροπή ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.
Η Επιτροπή εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση της Διευθύντριας.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.
Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιόν της κατάλογο των υποψηφίων.
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα-, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ’ αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση της Διευθύντριας, έκρινε ότι η ΚΟΥΝΝΟΥ Χρυσάνθη υπερέχει των άλλων υποψηφίων, την επέλεξε ως την πιο κατάλληλη και αποφάσισε να προσφέρει σ’ αυτήν προαγωγή στη μόνιμη θέση Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄, Τμήμα Αρχαιοτήτων, από 01.09.2021. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, επιλέγοντας την Κούννου Χρυσάνθη, σημείωσε ότι, όσον αφορά την αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση σ’ αυτές των πέντε τελευταίων χρόνων, η συστηθείσα, ουδενός υστερεί, αξιολογηθείσα ως καθόλα Εξαίρετη, υπερέχει καταφανώς σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση έναντι όλων των υπόλοιπων μη συστηθέντων υποψηφίων, κατά τέσσερα χρόνια και ένα μήνα, ενώ διαθέτει και την υπέρ της σύσταση της Διευθύντριας. Αναφορικά με την κατοχή επιπρόσθετων προσόντων από μέρους κάποιων εκ των υποψηφίων, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι, (..)
Επίσης, η υποψήφια με α/α 11, Μιχαήλ Μαρία, διαθέτει επιστολή ημερομηνίας 06.07.2011 από το University of Leicester, σύμφωνα με την οποία το Πανεπιστήμιο την ενημέρωσε ότι της απονεμήθηκε “Degree of Master of Arts in Museum Studies”. Στην εν λόγω επιστολή το Πανεπιστήμιο ανέφερε τα εξής: «I am pleased to inform you that the University has awarded you the degree of Master of Arts in Museum Studies», προσόν το οποίο είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, δεν απαιτείται όμως από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα/πρόσθετο προσόν και, ως εκ τούτου, του
αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα, συνεκτιμώμενο με τα υπόλοιπα κριτήρια. Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιόν της στοιχείων, τα οποία παρατίθενται αναλυτικά πιο πάνω, περιλαμβανομένης και της σύστασης της Διευθύντριας, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εν λόγω προσόντα από μόνα τους δεν μπορούν να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ των κατόχων τους».
Είναι θεωρώ σαφές ότι η Διευθύντρια πράγματι έλαβε υπόψη προς διατύπωση της Σύστασής της την πείρα της Αιτήτριας στα αυξημένα, ως τα ανέφερε, καθήκοντα της θέσης του Αρχαιολογικού Λειτουργού Α΄, δηλαδή της θέσης, στην οποία υπηρέτησε το ΕΜ όμως τελικώς η προαγωγή ακυρώθηκε και δεν επανατοποθετήθηκε αναδρομικώς σε αυτή. Συνεπώς ορθά η Αιτήτρια, με παραπομπή και σε σχετική νομολογία θέτει [βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση Ολομέλειας ΑΔ στην Ειρήνη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2011) 3Β ΑΑΔ 745] ότι δε μπορούσε να προσμετρήσει η πείρα αυτή ως στοιχείο υπέρ του ΕΜ. Στη Χριστοδούλου αναφέρθηκε σχετικά (υπογράμμιση του παρόντος):
«Εδώ το ζήτημα είναι ιδιαίτερο και δεν αφορά στα προσόντα ή στα προαπαιτούμενα, αυτοτελώς. Αφορά στη συγκριτική υπεροχή της ενδιαφερομένης έναντι της αιτήτριας και αποδοχή της θέσης της ΕΔΥ θα σήμαινε πως παρά την εξαφάνιση της προαγωγής της ενδιαφερομένης στη θέση Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή και την αναδρομική προαγωγή σ' αυτή της αιτήτριας, θα παραμείνει κατάλοιπο σοβαρού οφέλους της ενδιαφερομένης σε βάρος της αιτήτριας. Σε τελευταία δε ανάλυση, αν αυτή η θέση γινόταν δεκτή σε κάθε περίπτωση ακύρωσης προαγωγής ή διορισμού, ο δικαιωθείς θα βρίσκεται δυνητικά σε μειονεκτικότερη θέση έναντι του συναδέλφου του που κρίθηκε ότι παρανόμως προάχθηκε. (…) Καταλήγουμε πως κατά πλάνη η ΕΔΥ θεώρησε ως στοιχείο υπεροχής της ενδιαφερομένης, την πείρα στη θέση Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή».
Από την άλλη μεριά, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ευσταθίου Σάββας και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 291, στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση δε θεωρώ ότι υποστηρίζει τις θέσεις τους. Ναι μεν εκεί αναφέρθηκε το απόσπασμα στο οποίο παραπέμπομαι ότι:
«Αυτή η πραγματική υπηρεσία δεν αποσβέννυται λόγω της ακύρωσης, μεταγενέστερα, του διορισμού τους»,
, όμως η απόφαση συνεχίζει αμέσως πιο κάτω από το ανωτέρω απόσπασμα, με την ακόλουθη ρητή διατύπωση (έμφαση/υπογράμμιση του παρόντος):
«Αλλά δεν αποτελεί και στοιχείο που θα ήταν δυνατό να αποτελεί και δεδομένο που θα μπορούσε να προσμετρήσει υπέρ τους εφόσον εδώ δεν ακολούθησε κάποιου είδους επανεξέταση, αλλά υπήρχε εξ υπαρχής προκήρυξη των θέσεων και επιλογή των εφεσειόντων υπό αυτό το θεμελιώδες και σημαντικό δεδομένο».
Συνεπώς ρητώς αναφέρθηκε ότι το στοιχείο αυτό (πείρα λόγω διορισμού σε θέση που ακολούθως ακυρώθηκε) δε μπορούσε να προσμετρήσει υπέρ των εκεί κατεχόντων την. Μάλιστα στην εν λόγω απόφαση έγινε επίσης επίκληση της Χριστοδούλου ακριβώς για το επίδικο αναφέροντας:
«Αποφασίστηκε επίσης στην Χριστοδούλου ότι αν η θέση γινόταν δεκτή ότι παρά την εξαφάνιση προαγωγής προσμετρούσε η πραγματική υπηρεσία, θα παρέμενε πάντοτε κατάλοιπο σοβαρού οφέλους υπέρ του υποψηφίου που κρίθηκε ότι παρανόμως προάχθηκε».
Να σημειώσω ότι και στην πρόσφατη απόφαση του ΑΣΔ στην ΕΔΔ Αρ. 149/20 Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Εμμανουήλ Τσαγγαρίδη ημερ. 13.04.2025 το ΑΣΔ υιοθετώντας πλήρως την ως άνω προσέγγιση της Χριστοδούλου καθώς και την απόφαση Fitzgerald v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 263, στην οποία επίσης παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, έκρινε ότι:
«Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον πιο πάνω συλλογισμό. Υιοθέτηση του θα σήμαινε ότι παρά την ακύρωση μιας πράξης ως παράνομης, ο παρανόμως διορισθείς ή προαχθείς υπάλληλος θα βρίσκεται πάντα σε πιο πλεονεκτική θέση από τους συναδέλφους του, λόγω της αναγνώρισης της πείρας που απέκτησε υπηρετώντας παράνομα στην εν λόγω θέση.
Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πείρα που απόκτησε ο εφεσίβλητος, ενώ υπηρετούσε παράνομα στη θέση του Τμηματάρχη, θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη από τη διοίκηση και να προσμετρήσει υπέρ του, δεν μας βρίσκει σύμφωνους».
Συνεπώς, λόγω της συγκεκριμένης πλημμέλειας της Σύστασης, Σύσταση η οποία ελήφθη συνολικά υπόψη από τους Καθ΄ων η αίτηση ως στοιχείο υπέρ της επιλογής του ΕΜ, καθίσταται εκ των πραγμάτων ακυρωτέα και η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ΄ων η αίτηση. Συνεπώς ο δεύτερος και τρίτος λόγος ακύρωσης επιτυγχάνουν.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος επιτυγχάνει και καθότι δε φαίνεται να έτυχαν εκτίμησης τα επιπρόσθετα μη απαιτούμενα προσόντα της Αιτήτριας. Δεν αναφέρομαι στο μεταπτυχιακό στη διοίκηση επιχειρήσεων, το οποίο καλύπτεται από όσα αποφασίσθηκαν επί του πρώτου λόγου ακύρωσης ούτε αναφορικά με τη συμμετοχή της σε κάποια σεμινάρια/πιστοποιητικά (όχι πανεπιστημιακού επιπέδου) που περιλαμβάνονταν στον προσωπικό φάκελο της Αιτήτριας και ήταν ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση, τα οποία δεν αποτελούν επιπρόσθετα προσόντα χρήζοντα ειδικής αναφοράς [Δημητριάδης Πανίκος ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2017) 3 ΑΑΔ 163] αλλά για το μεταπτυχιακό της Αιτήτριας στην Egyptian Archaelogy (Αιγυπτιακή Αρχαιολογία) από το University College του Λονδίνου, το οποίο μάλιστα καταγράφεται στον κατάλογο προσόντων των Καθ΄ων η αίτηση (η 1η εγγραφή στη σελ. 11 στο έγγρ. 20210506-6906237 του ηλεκτρ. φακέλου 15.21.001.021.008.003.007). Θεωρώ ότι επ’ αυτού έπρεπε να υπάρξει μνεία και ενασχόληση των Καθ΄ων η αίτηση και της διευθύντριας στη Σύσταση ως προς τη σχετικότητα με τα καθήκοντα της θέσης και τη βαρύτητα που του αποδίδουν [βλ. Νικολαΐδης ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 325].
Απορρίπτω από την άλλη μεριά τον ισχυρισμό που ετέθη στην απαντητική αγόρευση ότι έπρεπε να γίνει ειδική μνεία από τους Καθ΄ων η αίτηση στην προ του διορισμού πείρα της Αιτήτριας στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων καθότι τέτοιος ισχυρισμός δεν αναπτύχθηκε στη γραπτή αγόρευση και άρα δεν είναι εξεταστέος (βλ. απόφαση έντ. ΑΔ Γ. Κωνσταντινίδη σε Πρ. Αρ. 593/97 Στέλιου Καραγιώργη κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ημερ. 11.01.2000) αλλά και καθότι εν πάση περιπτώσει τέτοια πείρα πριν το μόνιμο διορισμό δε θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη έναντι του ΕΜ, που παραδεκτά (βλ. μεταξύ άλλων, στη σελ. 8, τρίτη παράγραφος από το τέλος της απαντητικής αγόρευσης) είχε μεγαλύτερη αρχαιότητα στην προηγούμενη της επίδικης θέσης (βλ και πίνακα σε έγγ. 20210804-6906234 ηλεκ. φακέλου 15.21.001.021.008.003.007), με ότι αυτό συνεπιφέρει ως προς την πείρα λόγω της αρχαιότητας αυτής (σχετική η ΑΕ 2/2014 Περικλέους ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερ. 13.01.2020, ECLI:CY:AD:2020:C15 αλλά και η πρόσφατη ΔΔ Αρ. 191/2020 Χρυσάνθη Κούννου v. Ευστάθιου Ράπτου ημερ. 07.05.2025, η οποία μάλιστα αφορούσε την έφεση του εδώ ΕΜ επί της προηγηθείσας ακυρωτικής απόφασης για την επίδικη θέση). Ασφαλώς βέβαια το ζήτημα της πείρας είναι κάτι που πρέπει να τύχει επανεξέτασης από τους Καθ΄ων η αίτηση και τη διευθύντρια κατόπιν και του ακυρωτικού συμπεράσματος, το οποίο διατυπώθηκε πιο πάνω (προσμέτρηση πείρας λόγω προαγωγής του ΕΜ, που όμως ακυρώθηκε).
Καταλήγοντας να αναφέρω ότι η προβληματική έρευνα και αιτιολογία είναι δεδομένη ως προς τα σημεία όμως που ανέφερα ήδη και χρήζουν επανεξέτασης εκ μέρους των Καθ' ου η αίτηση. Απαιτείται πρώτα η κρίση του διοικητικού οργάνου κατ' ορθή στάθμιση των κριτηρίων αξιολόγησης και αιτιολογημένα εκεί όπου υπεδείχθη. Θα απορρίψω λοιπόν το σκέλος του τρίτου λόγου ακύρωσης περί έκδηλης υπεροχής, καθότι η εν λόγω έννοια δεν υπεισέρχεται καν στην εικόνα στα πλαίσια της παρούσας εφόσον κατά τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Α.Ε. 168/2010 Ροζάννα Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Δημοκρατίας ημερ. 10.09.2015) η έκδηλη υπεροχή στηρίζεται και προϋποθέτει νομιμότητα στην παραγωγή της ίδιας της πράξης, που εδώ δεν είναι η περίπτωση λόγω ακριβώς των σφαλμάτων στην αξιολόγηση που εντοπίστηκε πιο πάνω.
Ως εκ των πιο πάνω και για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη ακυρώνεται με έξοδα 1.900 ευρώ πλέον Φ.Π.Α υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο