SCHADRACH MVUNZI KONGOLO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 788/2026, 14/8/2026
print
Τίτλος:
SCHADRACH MVUNZI KONGOLO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 788/2026, 14/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 788/2026 (K) iJustice

                                             

     14 Αυγούστου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ Τ0 ΑΡΘΡ0 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

SCHADRACH MVUNZI KONGOLO

Αιτητής

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω

1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2. Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

 

Ιωάννης Γιάννης για Ιωάννα Ιάσονος, Δικηγόρος για Αιτητή

Άρτεμις Πάλλη, Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτήτης είναι υπήκοος Κογκο και στις 26.01.2022, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 28.11.2025. Στις 14.07.2026 συνελήφθη για παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία και την ιδία, κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης και του απαγορεύθηκε η είσοδός του στη Δημοκρατία και σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) για περίοδο πέντε ετών, πράξεις τις οποίες προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

 

Στα γεγονότα της προσφυγής, ο Αιτητής αναφέρει διάφορους ισχυρισμούς ως προς τη λήψη γνώσης της απόρριψης της αίτησης της για παροχή διεθνούς προστασίας. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι μετά την διενέργεια της συνέντευξης από λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου για τους σκοπούς της αίτησης ασύλου, ο Αιτητής ανέμενε την έκβαση και/ή ενημέρωση σχετικά με την απόφαση επί της εν λόγω αίτησης του και ουδέποτε έλαβε γνώση και/ή του κοινοποιήθηκε δεόντως οποιαδήποτε σχετική απόφαση.

 

Με την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του, εγείρει δύο λόγους ακύρωσης. Πλάνη περί τα πράγματα και τον Νόμο και ελλιπής αιτιολογία.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί πλάνης τίθεται ότι, όταν η προσβαλλόμενη πράξη αποστέλλεται με σύνηθες ταχυδρομείο, θεωρείται κατά τεκμήριο ότι έχει φθάσει στον προορισμό της εντός ευλόγου χρόνου εφόσον δεν επεστράφη, η δε απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας ως ατομική διοικητική πράξη παραλαμβάνεται δια χειρός όταν ειδοποιηθεί τηλεφωνικά ο Αιτητής είτε αποστέλλεται κατά βάση με συστημένη επιστολή και εναπόκειται στους Καθ' ων η Αίτηση να αποδείξουν ότι η επιστολή ταχυδρομήθηκε στον Αιτητή, στην ορθή ταχυδρομική διεύθυνση την εν λόγω ημερομηνία και ότι δεν επιστράφηκε καθώς είναι οι Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης δια επιστολής ημερομηνίας 12.01.2026.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί πλημμελούς αιτιολογίας, τίθεται ότι στο σώμα της απόφασης δεν αναφέρονται οι πραγματικοί λόγοι στους οποίους εδράζονται οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και/ή διατάγματα κράτησης και απέλασης και ότι η όποια αναφορά σε πραγματική βάση, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι εσφαλμένη.

 

Ειδικότερα, σχετικά με την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου-Κεφ.105 υπάρχει (στο σώμα της απόφασης) η αναφορά ότι ο Αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης «καθότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 11.02.2026, όταν απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος Διεθνούς Προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου». Υποβάλλει συναφώς ότι σχετικά με το πότε τερματίστηκε το δικαίωμα παραμονής του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση παρουσιάζουν διαφορετικές ερμηνείες, αλλού στις 11.02.2026, στις 28.11.2025 (ερ.10) και αλλού στις 29.11.2025 και 12.01.2026 (ερ.7) και χωρίς να αναφέρουν την φύση της απόρριψης, δηλαδή αν πρόκειται περί σιωπηρής ή επί της ουσίας απόρριψης. Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αναφορές δεν παρατίθενται με σαφήνεια ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτή η πραγματική βάση έκδοσης των επίδικων αποφάσεων και των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

 

Περαιτέρω, τίθεται ότι τόσο στο σώμα των προσβαλλόμενων αποφάσεων όσο και από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ευθέως και αμέσως ο λόγος για τον οποίο δεν επιτρέπονται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά

άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα σχετικά με την κράτηση στην περίπτωση του Αιτητή.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση από  την πλευρά της με  την ένσταση και την αγόρευσή της, υπεραμύνεται της νομιμότητας και του αιτιολογημένου της προσβαλλόμενης.

 

Έχοντας εξετάσει τους σχετικούς ισχυρισμούς, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Καταρχάς δε θεωρώ ότι υπό το δικογραφικό πλαίσιο και τους ισχυρισμούς που ετέθησαν στην αγόρευση του Αιτητη, θα μπορούσα να οδηγηθώ σε ακυρωτικό εύρημα εφόσον στους λόγους ακύρωσης, δεν προκύπτει ούτε διευκρινίζεται ποια νομοθετική πρόνοια παραβιάζουν οι προσβαλλόμενες και προφανώς η επίκληση αορίστως πλάνης περί το νόμο ή πλημμελούς αιτιολογίας δεν είναι επαρκής για ένα τέτοιο εύρημα. Κατ΄ ακρίβεια ούτε η αναφερόμενη πλάνη ως προς το ζήτημα της αποστολής της επιστολής περί την απόρριψη του αιτήματος ασύλου συνδέεται με οποιαδήποτε συνέπεια ούτε καν μάλιστα αμφισβητείται το παράνομο της παραμονής του Αιτητή.

 

Στην απόφαση στην Ε.Δ.Δ Αρ. 20/2024 Ruth Nsah v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 22.10.2024 (απόφαση μειοψηφίας πλην όμως η απόφαση της πλειοψηφίας δεν αφορούσε το ζήτημα του δικογραφικού πλαισίου αλλά την ουσία) με παραπομπή και στη σχετική νομολογία αναφέρθηκε:

 

«Στην πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσής της, η Εφεσείουσα ναι μεν προσβάλλει και τις τρεις διοικητικές πράξεις (ήτοι, την κήρυξή της ως απαγορευμένης μετανάστριας, το διάταγμα απέλασης και το διάταγμα κράτησης), πλην όμως προβάλλει αόριστα την παράβαση της οικείας νομοθεσίας καθώς και το ότι η από πλευράς της υποβολή μεταγενέστερης αίτησης «παρείχε αναστολή στην έκδοση νέας απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης της προσφυγής του [sic] από το Διεθνές Δικαστήριο».

 

Αυτή η ασάφεια φρονώ ότι καθιστά θνησιγενή τον προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης, ως δικονομικά απαράδεκτο, καθότι δεν αρκεί η επικαλούμενη παράβαση γενικά της νομοθεσίας (Δημοκρατία ν. Ευγενίου κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 257· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 134/2018 Δημοκρατία ν. Τσιγαρίδa, απόφαση ημερ. 5.6.2024)».

 

Ανεξάρτητα βέβαια των πιο πάνω, περαιτέρω να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι «η προσβαλλόμενη πράξη αποστέλλεται με σύνηθες ταχυδρομείο, θεωρείται κατά τεκμήριο ότι έχει φθάσει στον προορισμό της εντός ευλόγου χρόνου (..)» δεν είναι σχετικός ούτε συνδέεται με τα εδώ επίδικα  καθότι η απόρριψη του αιτήματος ασύλου δεν είναι η εδώ προσβαλλόμενη πράξη, των δε εδώ προσβαλλομένων δεν αμφισβητείται ότι έλαβε γνώση τους ο Αιτητής.

 

Κατά πάγια άλλωστε νομολογία, το παρόν Δικαστήριο δε δύναται να ελέγξει παρεμπιπτόντως διοικητικές πράξεις που δεν προσβάλλονται ενώπιόν του. Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει αρκετές αποφάσεις περιλαμβανομένων του παρόντος. Ενδεικτικά αναφέρω την απόφαση στην Υπόθεση Αρ. 1018/2024 LYO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α. ημερ. 06.08.2024 στην οποία ανέφερα:

 

«Η επιχειρηματολογία της Αιτήτριας, η οποία αναπτύχθηκε με βάση τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε παρέλαβε την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 06.10.2023, η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20.10.2023 δεν αφορά ούτε μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο.

 

Κατά πάγια νομολογία, η αρμοδιότητα του ακυρωτικού δικαστηρίου είναι ο έλεγχος των ατομικών διοικητικών πράξεων, οι οποίες, με πρωτοβουλία του εκάστοτε αιτούντος, άγονται ενώπιόν του στα πλαίσια της αίτησης ακύρωσης του. Πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων, οποιοσδήποτε ισχυρισμός αφορά μη προσβαλλόμενη διοικητική πράξη δεν μπορεί να εξεταστεί, καθότι θα αποτελούσε ανεπίτρεπτο παρεμπίπτοντα έλεγχο.

 

Είναι εν προκειμένω ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι πληροφορήθηκε την απόφαση ημερομηνίας 06.10.2023 με τη σύλληψή της και την προσέβαλε στο ΔΔΔΠ και άρα όσο εκκρεμεί η εν λόγω προσφυγή της η διαμονή της είναι νόμιμη. Άρα ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι οι εδώ προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες ως παράνομες.

 

Θεωρώ όμως ότι, η εξέταση αυτού του ισχυρισμού της Αιτήτριας, στον οποίο η διοίκηση αντιπαραβάλλει μια διαφορετική εκδοχή από αυτήν της Αιτήτριας, εμπίπτει στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου μιας άλλης πράξης. Της απόφασης ημερομηνίας 06.10.2023, η οποία, προσεβλήθη με προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ, το οποίο στα πλαίσια του ελέγχου που θα ασκήσει είναι αρμόδιο να ελέγξει το παραδεκτό και το εμπρόθεσμό της, κάτι που βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο λήψη γνώσης της απόφασης αυτής. Το παρόν στερείται της δυνατότητας απόφασης επί των ισχυρισμών αυτών στο σύνολό τους. Ούτε άλλωστε έχει σημασία αν η απόφαση ημερομηνίας 06.10.2023 αποτελεί έρεισμα των προσβαλλόμενων, καθότι ούτε συναφείς, ατομικές πράξεις που αποτελούν προϋπόθεση της προσβαλλομένης ή νόμιμο ή άμεσο έρεισμά της ή που συνδέονται μ’ αυτή ελέγχονται παρεμπιπτόντως (Γ. Σιούτη, Το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, Εκδ. 1994, σελ. 104).

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Υπόθεση αρ. 997/2013 Mohammad Tajul Islam v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.07.2013 (όπου εκεί βέβαια είχαν εγερθεί ισχυρισμοί ως προς την εικονικότητα γάμου αλλοδαπού τρίτης χώρας με ευρωπαία και συναφείς ισχυρισμούς) ανέφερε:

 

«Η κήρυξη του γάμου του αιτητή ως εικονικού έγινε στη βάση του άρθρου 7Α(1)(α) του Κεφ. 105, μια εντελώς ξεχωριστή πρόνοια, που εισήχθη στο Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 22(Ι)/2001,  η ενεργοποίηση της οποίας βασίζεται σε άλλα δεδομένα και γεγονότα, τα οποία και έχουν τη δική τους αυτοτέλεια και τα οποία δύνανται να προσβληθούν ως προερχόμενα από αυθύπαρκτη και διαφορετική πράξη της διοίκησης, σε σχέση με το εκδοθέν, μεταγενέστερα, ένταλμα κράτησης και απέλασης.  (…)

 

Τα όσα εισηγείται στην αγόρευση της η συνήγορος του αιτητή ότι η κήρυξη του γάμου ως εικονικού είναι αλληλένδετη με την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων, με συνακόλουθο να είναι δυνατή και η εξέταση της απόφασης της Διευθύντριας να κηρύξει το γάμο εικονικό, δεν είναι ορθά.  Δεν πρόκειται για σύνθετη διοικητική ενέργεια ώστε προσβαλλομένης της τελικής πράξεως να ελέγχεται η νομιμότητα των ενδιάμεσων κατά τα νομολογηθέντα σε σωρεία αποφάσεων, όπως εξηγήθηκε και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Chrikar Trading Limited κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 541.  Η αυτοτέλεια του διατάγματος κράτησης και απέλασης είναι δεδομένη και αν δεν πάσχει αφ΄ εαυτού, δεν είναι δυνατή η επιδίωξη ακύρωσης προηγούμενων αποφάσεων έστω και αν αποτέλεσαν το υπόβαθρο, αλλά δεν προσβλήθηκαν. 

(…)

Έπεται ότι και τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται περί των συνθηκών διαβίωσης του με την Βουλγάρα υπήκοο και το ότι δεν του επεδόθη ή του γνωστοποιήθη ποτέ η απόφαση κήρυξης του γάμου ως εικονικού, είναι θέματα που θα αφορούσαν άλλη προσφυγή στα δεδομένα της οποίας θα μπορούσαν να εγερθούν και εξεταστούν τέτοιου είδους ζητήματα.  Περιλαμβανομένου και του ζητήματος ότι η σχετική επιστολή των καθ΄ ων  ημερ. 27.3.2013, η οποία ταχυδρομήθηκε αυθημερόν και τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκε κανονικά στη συνήθη πορεία των ταχυδρομικών αποστολών, (δέστε Lilien Khishigjargal v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 144/2010, ημερ. 12.3.2012), δεν απεστάλη στην ορθή διεύθυνση, Σεφέρη 7-9, Διαμέρισα 33, 1076 Λευκωσία, όπως τώρα ισχυρίζεται ο αιτητής.  Σημειώνεται ότι η διεύθυνση αυτή ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του αιτητή εφόσον εκεί ανευρέθη το ζεύγος κατά την επίσκεψη των υπεύθυνων του Κλιμακίου Αλλοδαπών Λευκωσίας (δέστε Τεκμ. 7 στην ένσταση), αλλά και ήταν εκεί η δηλωμένη διεύθυνση της Βουλγάρας συζύγου του αιτητή σύμφωνα με τη βεβαίωση εγγραφής («Certificate of Registration»), ημερ. 20.7.2011, (Τεκμ. 12 στην ένσταση) (έμφαση και υπογράμμιση του Δικαστηρίου)».

 

Και στην απόφαση στην Πρ. Αρ. 6/2022 Singh v. Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.05.2022 (η οποία επικυρώθηκε κατ΄έφεση), το Διοικητικό Δικαστήριο ανέφερε επίσης σχετικά:

 

«Προβάλλεται από την ευπαίδευτη συνήγορο για τον αιτητή, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα πραγματικής και/ή νομικής πλάνης.  Ειδικότερα, ότι ο αιτητής δεν ήταν παράνομος στο έδαφος της Δημοκρατίας, αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν παρέλαβε την επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 26/11/2021 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του ημερομηνίας 6/12/2018 για άδεια διαμονής.

(…)

 

Ούτε όμως το γεγονός ότι ο αιτητής καταχώρησε Ιεραρχική Προσφυγή εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 26/11/2021, αμέσως μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, διαφοροποιεί την κατάσταση, εφόσον πρόκειται για ενέργεια του αιτητή που αφενός έπεται της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου αφορά άλλη αυτοτελή διοικητική πράξη.  Οτιδήποτε αφορά το ζήτημα αυτό, θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης ενδεχόμενης άλλης προσφυγής.  Αναλόγως δε των εξελίξεων, υπάρχουν οι μηχανισμοί από τη διοίκηση για αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιους ισχυρισμούς με τους εδώ προσβαλλόμενους στην Muhammand και Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 3/2021, ημερομηνίας 24/11/2021, οι οποίοι επαναλαμβάνονται και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης.

 

«Εν προκειμένω, ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα της συνηγόρου του αιτητή, είναι ότι ο αιτητής δεν είναι παρανόμως διαμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία, επειδή δεν του έχει επιδοθεί η απόφαση ακύρωσης του δελτίου διαμονής του, τη νομιμότητα της οποίας αμφισβητεί με άλλη προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο.

 

Θεωρώ όμως, ότι η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε το δελτίο διαμονής του αιτητή, παράγει όλα τα έννομα της αποτελέσματα μέχρις ότου αυτή ακυρωθεί από το Δικαστήριο ή ανακληθεί από τη διοίκηση.  Συνεπώς, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως ορθά κρίθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, ως απαγορευμένος μετανάστης.

 

Το γεγονός ότι ο αιτητής αμφισβητεί ότι παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 17/5/2021 και έτσι δεν γνώριζε ότι είχε ακυρωθεί το δελτίο διαμονής του, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση, αφού αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν είναι το ζήτημα της απόφασης ακύρωσης του δελτίου διαμονής.  Οτιδήποτε αφορά το ζήτημα αυτό, θα εξεταστεί στα πλαίσια εκδίκασης άλλη προσφυγής.  Αναλόγως δε των εξελίξεων υπάρχουν οι μηχανισμοί από τη διοίκηση για αποκατάσταση της νομιμότητας.

 

(…)

 

Αλλά ούτε τα ζητήματα που ο αιτητής θέτει σε σχέση με τη γνησιότητα του γάμου του μπορούν να εξεταστούν παρεμπιπτόντως μέσα στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, για τους ίδιους πιο πάνω εκτεθέντες λόγους (έμφαση και υπογράμμιση του Δικαστηρίου)».

 

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαι και με παραπομπή στην νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων. Αναφορικά με ζήτημα πλημμελούς δημοσίευσης, και άρα κατ’ αναλογία και πλημμελούς κοινοποίησης, ατομικών διοικητικών πράξεων, στο σύγγραμμα του Β. Καράκωστα «Η Αίτηση Ακυρώσεως Ερμηνευτικά Σχόλια και Νομολογία» 2η Εκδ. 2018, στην παράγραφο 1219 σελίδα 582 αναφέρεται σχετικώς:

 

«Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι πάσχουν τα ρυμοτομικά διατάγματα, γιατί δεν έχουν δημοσιευθεί νόμιμα στα ΦΕΚ κατά το πλήρες κείμενό τους, αλλά μόνο σε περίληψη, διότι δεν είναι δυνατός τώρα, κατά τον ακυρωτικό έλεγχο της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης, ο παρεμπίπτων έλεγχος της πράξης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, που αποτελεί ατομική πράξη αυτοτελώς προσβλητή (πρβλ. ΣτΕ 3306/1994). ΔΕφΑθ 7267/2004) (έμφαση του Δικαστηρίου)».

 

Στο σύγγραμμα του Καθ. Θ. Τσάτσου «Η Αίτησις Ακυρώσεως Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας» Εκδ. 1971» στις σελίδες 70 και 227-228, το ζήτημα της μη κοινοποίησης ή δημοσίευσης μιας ατομικής διοικητικής πράξης θεωρείται ως παράβαση (ανάλογα με την περίπτωση-ουσιώδους ή μη) τύπου και άρα, ως τέτοια, εμπίπτει στους κατ’ εξοχήν λόγους ακυρότητας που δέον να εγείρονται και εξετάζονται στα πλαίσια προσφυγής εναντίον της πράξης αυτής».

 

Με βάση τα όσα έχω καταγράψει πιο πάνω, ακόμα κι αν το παρόν είχε επαρκές δικογραφικό πλαίσιο και σαφείς ισχυρισμούς που να συνδέουν την απόφαση απόρριψης του αιτήματος ασύλου με τις εδώ προσβαλλόμενες, και πάλι δε θα είχε αρμοδιότητα απόφασης επί οποιωνδήποτε ισχυρισμών του Αιτητή που αφορούν την απόφαση  απόρριψης του αιτήματος ασύλου.

 

Παρά τα ανωτέρω, τα οποία σφραγίζουν την απόρριψη  του λόγου ακύρωσης, έστω εν παρόδω υποδεικνύω ότι στον διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 2 εντοπίζεται η επιστολή (ερ. 120) που εστάλη προς κοινοποίηση της απόφασης ημερομηνίας 28.11.2025 (απόρριψης της αίτησης ασύλου) (ερ. 116),  η οποία φέρει σφραγίδα αποστολής ημερομηνίας 12.01.2026. Ο φάκελος της συστημένης  επιστολής, η οποία προφανώς επεστράφη, φέρει σφραγίδα «λάθος/δυσανάγνωστη/ανεπαρκής διεύθυνση» στη δε επιστολή (ερ. 120) αναφέρεται η δηλωθείσα από τον Αιτητή τελευταία (πιο πρόσφατη) διεύθυνση ως αυτή καταγράφεται και στο ερ. 33 του Τεκμηρίου 1. Περαιτέρω στο έγγραφο «telephone communication form» (ερ. 119) αναφέρεται ότι στις 09.12.2025 ώρα 12.00 και στις 22.12.2025 ώρα 9.00 ο Αιτητής εκλήθη από λειτουργό της υπηρεσίας ασύλου σε τηλέφωνο το οποίο επίσης είναι το ίδιο ως το δηλωθέν στο ερ. 33 του Τεκμηρίου 1 για να προσέλθει να παραλάβει την εν λόγω απόφαση και δεν απάντησε (στα «comments on telephone communication» σημειώνεται «no answer»).

 

Συνεπώς θεωρώ ότι η διοίκηση έπραξε ότι εδύνατο για σκοπούς κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης απόρριψης της αίτησης ασύλου και δε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εδώ προσβαλλόμενες είναι πλημμελείς εάν για οποιοδήποτε λόγο ο Αιτητής δεν έλαβε εις χείρας τουλάχιστον την επιστολή απόρριψης της εν λόγω αίτησής του, είναι άλλωστε χρέος του αφενός να δίδει στη διοίκηση ακριβή στοιχεία ως προς τη διεύθυνση διαμονής του στη Δημοκρατία (Κανονισμός 33(Α)(viii) των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 ως είχαν) που, από την ένδειξη του ταχυδρομείου φαίνεται δεν έπραξε, αφετέρου να είναι σε εγρήγορση και να ανταποκρίνεται στις κλήσεις της υπηρεσίας ασύλου, η οποία επιχείρησε να επικοινωνήσει και τηλεφωνικώς μαζί του για το σκοπό της απόφασής της, κάτι που επίσης ο Αιτητής δεν έπραξε. Σχετική η απόφαση του ΑΔ στην Υπ. Αρ. 6348/2013 HASSAN MORTAZAVI SANOBARI ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 30.06.2016, άλλωστε και στην ελληνική νομολογία έχει αναγνωριστεί τεκμήριο γνώσης του περιεχομένου πράξης λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου αλλά και λόγω ευλόγου ενδιαφέροντος του αιτούντος ως προς την έκβαση της διαδικασίας αίτησης ασύλου (βλ. αποφάσεις ΣτΕ 3873/2010, 1522/2009 και σχετικώς με τα τεκμήρια γνώσης Χ. Χρυσανθάκη «Το Συμβούλιο της Επικρατείας Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού & Δικονομικού Δικαίου» Εκδ 2012 σελ. 179 κ. επεκ.)

 

Σε κάθε περίπτωση τα ως άνω αναφέρονται εν παρόδω και παρενθετικά καθότι το ζήτημα της γνωστοποίησης μιας άλλης διοικητικής πράξης που δεν είναι εδώ επίδικη, δεν αφορά την παρούσα διαδικασία, η δε απόφαση ημερομηνίας 28.11.2025 ισχύει κανονικά και τεκμαίρεται ως νόμιμη και παράγουσα έννομα αποτελέσματα, τα δε στοιχεία του διοικητικού φακέλου, στα οποία αναφέρθηκα δε μπορούν, με οποιονδήποτε τρόπο να δημιουργήσουν στο παρόν αμφιβολία τέτοιου βαθμού που, ακόμα και αν μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία εξέτασης και ακόμα κι αν είχε διεξοδικά αναπτυχθέντα ισχυρισμό περί αυτού, να έκρινε άλλως ως προς τις εδώ προσβαλλόμενες πράξεις.

 

Ως εκ των ανωτέρω ο πρώτος λόγος ακύρωσης περί πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο απορρίπτεται.

 

Προχωρώντας θα απορρίψω και τον δεύτερο λόγο ακύρωσης. Είναι ορθή ασφαλώς η υπόδειξη εκ μέρους του Αιτητή ότι, οι Καθ' ων η αίτηση παρουσιάζουν διαφορετικές ημερομηνίες ως προς το πότε κατέστη παράνομη η παραμονή του. Στο σώμα των προσβαλλομένων αναφέρεται η «11.02.2026» ενώ σε άλλα έγγραφα (ερ. 10) στις 28.11.2025 και 12.01.2026. Προφανώς η ημερομηνία 28.11.2025 είναι η ημερομηνία της απόφασης απόρριψης της αίτησης ασύλου ενώ η 12.01.2026 η ημερομηνία της επιστολής, στην οποία αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω. Η ημερομηνία 11.02.2026 δεν είναι ξεκάθαρο[1] τι αφορά όμως σε κάθε περίπτωση τίποτα από αυτά (ούτε ο μη προσδιορισμός αν η απόρριψη ήταν σιωπηρή ή όχι) αποτελεί σφάλμα αιτιολογίας, εκείνου του βαθμού που θα μπορούσε να καταστήσει αναιτιολόγητες τις προσβαλλόμενες δεδομένου ότι το παράνομο της παραμονής κατά τον χρόνο έκδοσης των εδώ προσβαλλομένων δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε εξεταστέο ή βάσιμο λόγο ακύρωσης ενώπιον του παρόντος.  Τηρουμένων φυσικά των αναλογιών έκαστης υπόθεσης, σχετική εν προκειμένω είναι η ανάλυσή μου για παρόμοιο ζήτημα στην Υπ. Αρ. 1327/2023 M S M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 21.11.2023.

 

Δε με βρίσκει σύμφωνο ούτε το επιχείρημα περί πλημμέλειας αιτιολογίας λόγω ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ευθέως και αμέσως ο λόγος για τον οποίο δεν επιτρέπονται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα σχετικά με την κράτηση στην περίπτωση του Αιτητή.

 

Από την Έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης -ΥΑΜ (Ερ. 10 Τεκμηρίου 1) προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση, διαπίστωσαν ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, αφού δε συναινούσε στον επαναπατρισμό του και δε συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, και στη βάση αυτών κρίθηκε δεν υπήρχε περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Τα πιο πάνω δείχνουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών μέτρων και θεώρησαν ότι η παρούσα περίπτωση δεν προσφερόταν. Η κρίση τους αυτή, ως προκύπτει από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της Νομολογίας, η οποία μάλιστα έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και η Αιτήτρια, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής του δικαιολογεί την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος κράτησης (βλ. Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 09.08.2013, Υπ. Αρ. 716/2014 El Khouri v. Δημοκρατίας ημερ. 24.06.2016  Υπ. Αρ. 3/2021 Muhammad v Δημοκρατίας ημερ. 24.11.2021).

 

Δεδομένων όσων ανέφερα πιο πάνω, κρίνω απορριπτέους όλους τους λόγους ακύρωσης.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με 1.500 ευρώ έξοδα (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.  Οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1]  Μπορώ να εικάσω βέβαια σε συνάρτηση με τις 30 ημέρες που αναφέρει η απόφαση απόρριψης της αίτησης ασύλου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο