ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1080/2020
29 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΜΠΑ
Αιτήτριας
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Καθ' ων η αίτηση
…………………………….
Αντιγόνη Ταμπούρλα, Δικηγόρος για Κωνσταντίνο Τουμπούρλα, για την Αιτήτρια
Παύλος Βασιλείου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, που κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, με επιστολή ημερομηνίας 2.9.2020, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή Επιδόματος Βαριάς Κινητικής Αναπηρίας, δυνάμει σχετικού Σχεδίου, του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής «το Τμήμα»).
Στις 12.6.2018, η Αιτήτρια υπέβαλε αρχικά αίτηση για επίδομα φροντίδας σε παραπληγικά άτομα και αφού εξετάστηκε από Επιτροπή Αξιολόγησης του Κέντρου Αξιολόγησης Αναπηρίας Λάρνακας, εκδόθηκε Πιστοποιητικό Αναπηρίας ΟΠΑΑ (Ολοκληρωμένο Πόρισμα Αξιολόγησης Αναπηρίας), με ισχύ έως 5.9.2019. Η Επιτροπή έκρινε την κινητική αναπηρία της Αιτήτριας ως «μέτρια», την άλλη σωματική ως «σοβαρή» και την ψυχική ως «μέτρια». Εντούτοις, για σκοπούς χορήγησης του σχετικού επιδόματος κρίθηκε ως μη δικαιούχος και ενημερώθηκε από το Τμήμα με επιστολή ημερομηνίας 5.11.2018.
Στις 16.10.2019, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για το Επίδομα Βαριάς Κινητικής Αναπηρίας, δυνάμει του Σχεδίου Παροχής Επιδόματος Βαριάς Κινητικής Αναπηρίας (εφεξής «το Σχέδιο»), συνοδευόμενη από εκθέσεις θεραπόντων ιατρών της ημερομηνίας 12.7.2019. Στις 20.11.2019 εκδόθηκε νέο Πιστοποιητικό ΟΠΑΑ, «Μόνιμης» ισχύος, εντούτοις, για σκοπούς χορήγησης του επιδόματος κρίθηκε ως μη δικαιούχος, εφόσον η κινητική και άλλη σωματική αναπηρία της Αιτήτριας κρίθηκαν μέτριες και προς τούτο ενημερώθηκε από το Τμήμα με επιστολή ημερομηνίας 27.01.2020. Στην επιστολή αναφερόταν το δικαίωμα της Αιτήτριας να υποβάλει νέα αίτηση σε περίπτωση επιδείνωσης, καθώς και το δικαίωμα υποβολής ένστασης εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της επιστολής, επεξηγώντας τους λόγους της διαφωνίας της και προσκομίζοντας νεότερα χρήσιμα στοιχεία.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή στις 27.2.2020 με θέμα «Ιεραρχική Προσφυγή» απευθυνόμενη σε «Αναθεωρητική αρχή, Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας» και δια της οποίας ζητούσε επανεξέταση, διότι, κατ’ ισχυρισμόν της, δεν έγινε δέουσα έρευνα κατά τη διαδικασία αξιολόγησης από την Επιτροπή και δε λήφθηκαν υπόψη όλα τα δεδομένα και/ή δεν έγινε ορθή στάθμιση των περιστάσεων και/ή δεν εφαρμόστηκαν σωστά τα κριτήρια. Παρά τις λανθασμένες αναφορές στην ως άνω επιστολή (παραλήπτης, τύπος, ημερομηνίας αξιολόγησης), οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιμετώπισαν την εν λόγω επιστολή ως Ένσταση και παρέπεμψαν το θέμα στην αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης, για εκ νέου αξιολόγηση του τύπου και της έκταση της αναπηρίας της Αιτήτριας, η οποία διενεργήθηκε στις 4.8.2020. Κατά την τελευταία αξιολόγηση, η Επιτροπή, η οποία απαρτιζόταν από διαφορετικούς ιατρούς, έκρινε την κινητική αναπηρία της Αιτήτριας ως «σοβαρή» και την άλλη σωματική ως «μέτρια», εκδίδοντας νέο Πιστοποιητικό ΟΠΑΑ, με ισχύ έως τις 4.8.2025, παρά ταύτα δεν κρίθηκε δικαιούχος για το επίδομα βαριάς κινητικής αναπηρίας, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε η Αιτήτρια με την επιστολή ημερομηνίας 2.9.2020.
Δεδομένου ότι, η επιστολή με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση φέρει ημερομηνία 2.9.2020, ενώ η προσφυγή καταχωρίστηκε στις 20.11.2020 (η Αιτήτρια αναφέρει ως ημερομηνία κοινοποίησής της την 10.9.2020), έκρινα ότι, μολονότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ήγειραν προδικαστική ένσταση εκπρόθεσμης καταχώρισης της προσφυγής, το ζήτημα έπρεπε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, καθόσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής και συνιστά, ως εκ τούτου, ζήτημα δημόσιας τάξης, εξ ου και τέθηκε σχετικό ερώτημα από το Δικαστήριο κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Η προθεσμία του Άρθρου 146.3 του Συντάγματος αρχίζει από την πλήρη γνώση της πράξης από τον αιτητή, κατά τρόπο που του επιτρέπει να διαγνώσει με βεβαιότητα την έκταση της ζημίας που του προκαλείται, εκτός βεβαίως εάν προβλέπεται δημοσίευση της πράξης, ως συστατικό στοιχείο αυτής (βλ. Φιλίππου ν. Α.Η.Κ. (2006) 3 Α.Α.Δ. 729). Ισχύει επίσης μαχητό τεκμήριο ότι, επιστολή που αποστέλλεται με το σύνηθες ταχυδρομείο παραλαμβάνεται εντός δύο έως τριών ημερών από την αποστολή της, εφόσον απεστάλη στην ορθή διεύθυνση και δεν επεστράφη (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 670, Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 4 Α.Α.Δ. 178), τεκμήριο που ανατρέπεται όταν ο αιτητής αποδείξει τεκμηριωμένα καθυστερημένη ή μη παραλαβή (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248, Σάββα ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 49/12, 7.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:C63). Εν προκειμένω όμως, δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο απόδειξη ταχυδρόμησης ή βεβαίωση αποστολής της επιστολής στις 2.9.2020, ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισαν οποιοδήποτε στοιχείο ως προς την ημερομηνία ταχυδρόμησής της, ώστε να τίθενται σε εφαρμογή τα πιο πάνω. Αντίθετα, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, εξέφρασε και ο ίδιος αμφιβολία ως προς τον χρόνο κοινοποίησής της στην Αιτήτρια. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ της Αιτήτριας και, ως εκ τούτου η προσφυγή κρίνεται εμπρόθεσμη.
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δε διενεργήθηκε δέουσα έρευνα ούτε λήφθηκαν υπόψη όλα τα στοιχεία από τις Επιτροπές Αξιολόγησης, ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα, ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής και ότι δεν τηρήθηκαν άρτια πρακτικά. Επισημαίνει ότι μέσα σε δύο χρόνια υπήρξαν τρία διαφορετικά ευρήματα, για την έκταση της αναπηρίας της, από τις διάφορες Επιτροπές Αξιολόγησης και ότι σε όλες τις περιπτώσεις η Αιτήτρια εγκρίθηκε για την αγορά ή δανεισμό τρoχoκαθίσματoς, κάτι που βεβαιώνει τη σοβαρή αναπηρία της. Θέτει επίσης ερωτήματα για την ταυτότητα και ειδικότητα των αξιολογητών, τη μέθοδο και τα ευρήματά τους, τα οποία ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους. Στη γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια προέβαλε επίσης ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και δυσμενούς διάκρισης, ο οποίος όμως δεν επεξηγήθηκε, δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω ούτε τεκμηριώθηκε με συγκεκριμένα στοιχεία σύγκρισης, ώστε να είναι σε θέση να εξεταστεί από το Δικαστήριο.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, αναφέροντας ότι είναι καθ΄ όλα νόμιμη, ορθή και δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από επαρκή έρευνα επί όλων των σχετικών νομικών και πραγματικών στοιχείων της υπόθεσης και ορθή και νόμιμη άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας. Εισηγούνται, μέσω της γραπτής αγόρευσης τους, ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι γενικοί και αόριστοι, επικαλούνται δε τον Καν. 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 και τις υποθέσεις Δημοκρατία κ.ά. ν. Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598 και Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη (2013) 3 ΑΑΔ 59 και ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Υποστηρίζουν ειδικότερα ότι ο ισχυρισμός για τη μη τήρηση άρτιων πρακτικών εγείρεται για πρώτη φορά στην αγόρευση, δεν έχει δικογραφηθεί και ως εκ τούτου ούτε αυτός θα πρέπει να τύχει της όποιας εξέτασης.
Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, έχω εξετάσει τις εγειρόμενες ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση περί μη δικογράφησης και/ή συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας και δε μπορώ να συμφωνήσω με αυτές και κατά συνέπεια απορρίπτονται. Ναι μεν η παράθεση των λόγων ακύρωσης της Αιτήτριας, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, είναι πράγματι συνοπτική, εντούτοις είναι συγκεκριμένοι και αφορούν, την κατ’ ισχυρισμό της, έλλειψη δέουσας έρευνας, ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκή αιτιολογία, λόγοι οι οποίοι εντοπίζονται και στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (νομικά σημεία 1 έως 6). Το Δικαστήριο, λόγω του εξεταστικού χαρακτήρα της δικαιοδοσίας του, οφείλει να τους εξετάσει υπό το φως του περιεχομένου των διοικητικών φακέλων. Ούτε και η ένσταση περί μη δικογράφησης του ισχυρισμού περί μη ύπαρξης άρτιου πρακτικού ευσταθεί, καθότι, παρόλο που πράγματι δεν περιλαμβάνεται στους νομικούς λόγους της αίτησης ακυρώσεως, αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, το οποίο μπορεί να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθότι καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η Διοίκηση, την έρευνα που διεξήγαγε και τα δεδομένα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει σε αιτιολογημένη ή μη απόφαση (βλ. Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 29/2011, 21/7/2016, Σ & Λ Κυριάκου Λτδ ν. Υπουργικού Συμβουλίου, Υπόθεση Αρ. 1059/2016, ημερομηνίας 4.6.2019). Στην Αγαθοκλέους ανωτέρω, αφού επισημάνθηκε ότι το ζήτημα της σύνθεσης του διοικητικού οργάνου συνιστά ζήτημα δημόσιας τάξης, λέχθηκε ότι «Συναφές θέμα είναι και η ανάγκη τήρησης άρτιων πρακτικών με σκοπό τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου», ενώ παρατίθεται και σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τη σημασία των πρακτικών, σύμφωνα με την οποία η τήρηση άρτιου πρακτικού συνιστά εχέγγυο για χρηστή διοίκηση και προϋπόθεση για την άσκηση αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου, της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και ότι τα πρακτικά αποτελούν τη μόνη αυθεντική πηγή για τα όσα συνθέτουν τη διαδικασία (Κυπριανίδου Ανδρούλλα Ηλία ν. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς (2009) 4 Α.Α.Δ. 721). Ως εκ των ανωτέρω, οι ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση περί μη δικογράφησης και/ή συγκεκριμενοποίησης των λόγων ακύρωσης απορρίπτονται και προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Αρχικά, είναι σημαντικό να τεθεί το ορθό πλαίσιο, σχετικά με τα διάφορα σχέδια, ως εν προκειμένω και το επίδικο, που εκδίδει κατά διάφορα χρονικά διαστήματα το Κράτος για τη βοήθεια ευάλωτων και/ή άλλων κοινωνικών ομάδων. Τέτοια σχέδια, σύμφωνα και με την Κυπριακή Δημοκρατία ν. ΛΑΚΑΤΑΜΙΤΗ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 190/2012, ημερομηνίας 4/10/2018, αφορούν χαριστικές παροχές και παρέχονται στοχευμένα και λαμβανομένων υπόψη των δημοσιονομικών και οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους, οι οποίες δεν είναι απεριόριστες. Επίσης, κατόπιν και των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση ΣΠΥΡΟΥ ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 375/2017, ημερομηνίας 26/6/2020, «Το Δικαστήριο κατά την άσκηση δικαστικού ελέγχου, δεν δύναται να διευρύνει, ούτε και να τροποποιήσει πρόνοιες νομοθεσίας ή σχεδίων παροχών, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο που να καλύπτει την περίπτωση του αιτητή, ως μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης νομοθεσίας ή σχεδίου κοινωνικών παροχών.».
Εν προκειμένω, το Σχέδιο Παροχής Επιδομάτων Βαριάς Αναπηρίας, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«1. Σκοπός του Σχεδίου είναι η παροχή οικονομικής βοήθειας για κάλυψη ορισμένων πρόσθετων αναγκών των ατόμων με βαριάς μορφής κινητική αναπηρία, τα οποία δεν μπορούν να βαδίσουν και βρίσκονται μόνιμα καθηλωμένα σε αναπηρικό τροχοκάθισμα.
2. Το επίδομα θα καταβάλλεται σε κάθε άτομο πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας ή Ευρωπαίο πολίτη, που έχει μόνιμη διαμονή για τουλάχιστον 12 συνεχείς μήνες στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, ή αλλοδαπό με αναγνωρισμένο καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων, ο οποίος έχει ανάγκη συνεχούς και μόνιμης χρήσης αναπηρικού τροχοκαθίσματος για τη διακίνηση του:
Λόγω παράλυσης και στα δύο άκρα, η οποία παράλυση είναι αποτέλεσμα κάκωσης ή άλλης πάθησης του νωτιαίου μυελού του εγκεφάλου, των περιφερειακών νεύρων ή των μυών ή λόγω ακρωτηριασμού και των δύο άκρων ή λόγω σοβαρής παραμόρφωσης ή σοβαρής ατέλειας των δύο κάτω άκρων
3. Άτομο θα εμπίπτει στον πιο πάνω ορισμό αν έχει ανάγκη συνεχούς και μόνιμης χρήσης αναπηρικού τροχοκαθίσματος υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να βαδίσει καθόλου ή ότι μπορεί να βαδίσει σε πολύ μικρές αποστάσεις σε ομαλό έδαφος με τη χρήση βοηθητικών μέσων όπως βακτηρίας, περπατούσας ή ειδικών στηριγμάτων στα πόδια. …».
Οι πιο πάνω επισημάνσεις και υπογραμμίσεις επί του Σχεδίου, οι οποίες είναι του παρόντος Δικαστηρίου, θέτουν ως προϋπόθεση, για να καταστεί κάποιος δικαιούχος του Επιδόματος Βαριάς Κινητικής Αναπηρίας, την ύπαρξη ανάγκης συνεχούς και μόνιμης χρήσης τροχοκαθίσματος για τη διακίνηση του, η οποία να είναι αποτέλεσμα των περιπτώσεων και/ή παθήσεων που καθορίζονται συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 του Σχεδίου. Επίσης, η παράγραφος 3 καθορίζει την έννοια της «ανάγκης για συνεχή και μόνιμη χρήση τροχοκαθίσματος».
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, εξετάζεται κατωτέρω η τελευταία επαναξιολόγηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 4.8.2020, η οποία της κοινοποιήθηκε με την επιστολή των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 2.9.2020 και η οποία διενεργήθηκε κατόπιν ένστασης της Αιτήτριας (ως τέτοια θεωρήθηκε – ορθώς – η επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 27.2.2020). Η προηγούμενη απόφαση ημερομηνίας 27.1.2020 ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη πράξη, της οποίας η κρίση διαμορφώθηκε κατόπιν νέας διαδικασίας αξιολόγησης, ως προκύπτει και από το διοικητικό φάκελο και συνεπώς αυτή είναι που ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητα της, από το Δικαστήριο (βλ. ABUSHAQFA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Υπόθεση Αρ. 90/2018, ημερομηνίας 8/2/2022).
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι κατά πόσο η Επιτροπή Αξιολόγησης, εξετάζοντας το σύνολο του ιστορικού της υπόθεσης και υποβάλλοντας την Αιτήτρια ξανά σε αξιολόγηση, διενήργησε δέουσα έρευνα ή αν ευρισκόταν σε πλάνη ως προς την πραγματική κατάσταση της Αιτήτριας. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου αφορά την επάρκεια της έρευνας, ήτοι ως προς το κατά πόσον συλλέχθηκαν και διερευνήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (βλ. άρθρο 45 του Ν.158(Ι)/1999, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2001) 4 Α.Α.Δ. 211 και Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447), καθότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση και αξιολόγηση πρωτογενών γεγονότων, (βλ. Δημοκρατία ν. C. Kassinos Constructions Ltd (1990) 3 (Ε) Α.Α.Δ. 3835), ούτε βεβαίως δύναται να ελέγξει την ουσιαστική ή τεχνική κρίση της διοίκησης (βλ. Φιλίππου E Λτδ ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2004) 3 ΑΑΔ 389, Κουτσού Ειρήνη ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (2001) 3 ΑΑΔ 311 ). Όπως λέχθηκε και στην Kentonis Lella Investment Co Ltd και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλων (2016) 3 ΑΑΔ 630, «η ουσιαστική κρίση της διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ή έλλειψη αιτιολογίας».
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (Τεκμήριο 1, Φάκελος της Αιτήτριας που τηρεί το Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας Λάρνακας), προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στοιχεία, σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα και το παράπονο της Αιτήτριας:
Επί της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας, ημερομηνίας 12.6.2018, διενεργήθηκε προκαταρκτική αξιολόγηση από εισηγητή ιατρό στις 31.8.2018, μέσω Βινιέτας Αξιολογούμενου (ερ. 20), στην οποία περιλαμβάνεται εισήγηση για τις εξετάσεις στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί η Αιτήτρια, τις ειδικότητες των ιατρών που θα απάρτιζαν την Επιτροπή Αξιολόγησης και σχετικοί κωδικοί ICF επί των ιατρικών ευρημάτων που προέκυπταν από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η Αιτήτρια. Κατόπιν αξιολόγησης εκδόθηκε, στις 5.9.2018, Πιστοποιητικό ΟΠΑΑ ετήσιας ισχύος, στο οποίο καταγράφονται τα ευρήματα των ιατρών μελών της Επιτροπής, ήτοι μέτρια κινητική και ψυχική αναπηρία και σοβαρή αναπηρία τύπου «άλλη σωματική» (ερ. 21 έως 26). Η αξιολογική διαδικασία ελέγχθηκε και επικυρώθηκε από τον Υπεύθυνο του Κέντρου Αξιολόγησης Αναπηρίας στις 24.10.2018 και από τον Διευθυντή ΑΛΕΚ στις 30.10.2018, ενώ εκδόθηκε και γνωμάτευση για τα δικαιώματα κοινωνικών παροχών για τα οποία η Αιτήτρια κρίθηκε δικαιούχος.
Επί της δεύτερης αίτησης, που παραλήφθηκε από το Τμήμα στις 16.10.2019, εντοπίζονται στο φάκελο έντυπο καταγραφής κοινωνικού ιστορικού της Αιτήτριας (ερ. 64) και έντυπο Βινιέτας Αξιολογούμενου με εισήγηση για πρόσθετες εξετάσεις και για τις ειδικότητες ορθοπεδικού και ρευματολόγου, καθώς και αναφορά στα ιατρικά προβλήματα της Αιτήτριας με τους αντίστοιχους κωδικούς ICF (ερ. 65). Εντοπίζεται επίσης συμπληρωμένο έντυπο Διεθνούς Ταξινόμησης της Λειτουργικότητας, της Αναπηρίας και της Υγείας (ICF), σχετικά με τον προσδιορισμό της έκτασης των βλαβών της, ως μέρος του ολοκληρωμένου πορίσματος αξιολόγησης αναπηρίας, στο οποίο καταγράφονται τα ευρήματα της Επιτροπής, καθώς και γνωμάτευση για τα δικαιώματα κοινωνικών παροχών για τα οποία η Αιτήτρια κρίθηκε δικαιούχος (ερ. 74). Η αξιολογική διαδικασία ελέγχθηκε και επικυρώθηκε από τον Υπεύθυνο του Κέντρου Αξιολόγησης Αναπηρίας στις 11.12.2019 και από τον Διευθυντή στις 22.1.2020.
Μετά την επιστολή του δικηγόρου της Αιτήτριας ημερομηνίας 27.2.2020, η οποία αντιμετωπίστηκε ως ένσταση, λειτουργός αξιολόγησης συνέταξε εκ νέου το ιατρικό ιστορικό της Αιτήτριας. Στη συνέχεια κατά τη σύνταξη της Βινιέτας αξιολογούμενου, ζητήθηκαν πρόσθετες εξετάσεις και αναλύσεις αίματος, και συμπληρώθηκαν εκ νέου οι σχετικοί κωδικοί ICF με αναφορά στις παθήσεις της Αιτήτριας, ενώ γίνεται και εισήγηση για τις ειδικότητες ιατρών, που θα απαρτίζουν την επιτροπή αξιολόγησης. Στο διοικητικό φάκελο εντοπίζονται περαιτέρω πρακτικό επιλογής αξιολογητών (ερ. 92), υπογεγραμμένο από τον ΒΛΚΕ και τον Υπεύθυνο του Κέντρου Αξιολόγησης Αναπηρίας, με το οποίο ορίστηκαν ως αξιολογητές ορθοπεδικός, νευρολόγος, παθολόγος και ρευματολόγος. Από το ίδιο πρακτικό προκύπτει ότι η τελική αξιολόγηση διενεργήθηκε τελικά από δύο εκ των ως άνω ιατρών, ήτοι την ορθοπεδικό χειρουργό Ασάν Μαξούτλου και τον νευρολόγο Κ. Κυριαλλή, καθότι ο Δρ.Τούρβας εξαιρέθηκε λόγω συμμετοχής του στην προηγούμενη αξιολόγηση, της οποίας η απόφαση αποτέλεσε αντικείμενο της ένστασης, ενώ η ρευματολόγος Δρ. Μηνά δεν παρευρέθηκε για προσωπικούς λόγους.
Πέραν το πιο πάνω, στο διοικητικό φάκελο υπάρχει το ολοκληρωμένο πόρισμα αξιολόγησης, με πενταετή περίοδο ισχύος (ερ. 98) και με συγκεκριμένες αναφορές στα αποτελέσματα της αξιολόγησης, συμπληρωμένο έντυπο ICF σχετικά με τον προσδιορισμό της έκτασης των βλαβών της Αιτήτριας, γνωμάτευση για τα δικαιώματα κοινωνικών παροχών (ερ. 102), και το πρακτικό αξιολόγησης (ερ. 104). Στο τελευταίο αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα και οι ιατρικές αναφορές που προσκόμισε η Αιτήτρια, ότι η ιατρική αιτία που την οδήγησε σε αναπηρία είναι η συστηματική σκληροδερμία, ότι ο τύπος της αναπηρίας είναι κινητικός με έκταση σοβαρή και ότι η άλλη σωματική αναπηρία είναι μέτριας έκτασης, με περιγραφή αργής βάδισης και μικρών βημάτων, χωρίς αστάθεια ή νευρολογική δυσφορία.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι δεν παρέχεται περιθώριο επέμβασης του Δικαστηρίου. Από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι διενεργήθηκε έρευνα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, τόσο μέσω της προκαταρκτικής αξιολόγησης του ιατρικού ιστορικού της Αιτήτριας και της σύνταξης της σχετικής Βινιέτας, όσο και μέσω των εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, με αποτέλεσμα η Επιτροπή Αξιολόγησης να έχει ενώπιον της το σύνολο των στοιχείων, περιλαμβανομένων ιατρικών αναφορών από ιδιώτες ιατρούς της Αιτήτριας, τα ευρήματα να καταγράφονται στο ολοκληρωμένο πόρισμα αξιολόγησης, να υπάρχει γνωμάτευση για τα επιδόματα των οποίων η Αιτήτρια κρίθηκε δικαιούχος, και η όλη διαδικασία να ελέγχεται και να επικυρώνεται από το Τμήμα. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν καταδεικνύεται πλάνη περί τα πράγματα.
Ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Το άρθρο 28(1) του Ν.158(Ι)/1999 απαιτεί η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης να είναι σαφής, «ώστε να μην αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης», ενώ, κατά το άρθρο 29, μπορεί «να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου όπως και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας». Ως έχει πολλάκις νομολογηθεί, η αιτιολογία διοικητικής πράξης μπορεί να είναι λακωνική, αρκεί να είναι επαρκής ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, και μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 303, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 648, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 672). Εν προκειμένω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης συμπληρώνεται επαρκώς από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ως αναλύθηκαν πιο πάνω.
Σε σχέση με το παράπονο της Αιτήτριας ότι δεν προκύπτουν από τον φάκελο τα ονόματα και οι ειδικότητες των μελών της Επιτροπής ούτε τηρήθηκαν πρακτικά, το παράπονο αυτό δεν ευσταθεί εν προκειμένω, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν επαρκώς από τα έγγραφα του φακέλου, όπως εκτέθηκε πιο πάνω. Ελέγχθηκε, περαιτέρω, κατά πόσον η επαναξιολόγηση, κατόπιν της ένστασης της Αιτήτριας, διενεργήθηκε από άλλη Επιτροπή, ως επιβάλλει η νομολογία. Η Επιτροπή Αξιολόγησης αποτελεί συλλογικό διοικητικό όργανο και, σε περίπτωση ένστασης, απαιτείται επαναξιολόγηση από «άλλη» Επιτροπή, ως αναφέρθηκε και στην Υπόθεση Αρ. 109/2018 του Διοικητικού Δικαστηρίου, απόφαση ημεορμηνίας 20.3.2023 και τέτοια παράλειψη εξέτασης από άλλη Επιτροπή θα συνιστούσε ανεπαρκή έρευνα. Στην παρούσα υπόθεση, από το πρακτικό επιλογής αξιολογητών προκύπτει ότι ο μοναδικός ιατρός που είχε μετάσχει στην προηγούμενη αξιολόγηση εξαιρέθηκε ρητά από την επαναξιολόγηση για τον λόγο αυτό, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι τηρήθηκε η απαίτηση περί επαναξιολόγησης από διαφορετική σύνθεση Επιτροπής.
Δεν ευσταθεί, περαιτέρω, ούτε ο ισχυρισμός περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών. Κατά το άρθρο 24(1) του Ν.158(Ι)/1999, τα πρακτικά συλλογικού οργάνου αποτελούν τη μόνη αυθεντική πηγή της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, χωρίς τα οποία καθίσταται ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, η δε παράλειψη τήρησής τους συνιστά λόγο ακύρωσης (βλ. Σ & Λ Κυριάκου Λτδ ν. Υπουργικού Συμβουλίου, Υπόθεση Αρ. 1059/2016, 4.6.2019). Εν προκειμένω, όμως, στον φάκελο περιλαμβάνεται το πρακτικό αξιολόγησης (ερ. 104), στο οποίο καταγράφονται τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, η ιατρική αιτία της αναπηρίας και τα ευρήματα της Επιτροπής, με τα έντυπα να φέρουν ονόματα, υπογραφές και σφραγίδες των μελών, καθώς και το πρακτικό επιλογής αξιολογητών (ερ. 92), το οποίο τεκμηριώνει τη σύνθεση της Επιτροπής.
Εξετάστηκε, τέλος, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι, εφόσον σε όλες τις αξιολογήσεις της εγκρίθηκε για την αγορά ή τον δανεισμό αναπηρικού τροχοκαθίσματος, τούτο επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα της αναπηρίας της και θα έπρεπε να οδηγήσει σε έγκριση και του επίδικου επιδόματος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί, καθότι πρόκειται για διακριτές παροχές με διαφορετικά κριτήρια. Το κριτήριο για την έγκριση αναπηρικού τροχοκαθίσματος αφορά άτομα με κινητική αναπηρία των κάτω άκρων, τα οποία δεν μπορούν να περπατήσουν ή μπορούν να περπατήσουν «μικρές μόνο αποστάσεις σε ομαλό έδαφος, είτε με χρήση βοηθητικών μέσων ή οργάνων είτε χωρίς αυτά», ενώ η παράγραφος 3 του Σχεδίου απαιτεί «πολύ μικρές αποστάσεις» και ανάγκη συνεχούς και μόνιμης χρήσης τροχοκαθίσματος, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. Πρόκειται, συνεπώς, για αυστηρότερο κριτήριο, η πλήρωση του οποίου δεν συνάγεται αυτόματα από την έγκριση του πρώτου. Δεν τυγχάνει εφαρμογής, ως εκ τούτου, ούτε η απόφαση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 682/2004, 3.10.2006, στην οποία κρίθηκε ότι το αίτημα για χορήγηση αναπηρικού τροχοκαθίσματος και το αίτημα για επίδομα, εξεταζόμενα τότε με τα ίδια κριτήρια, θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί μαζί. Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο Σχέδιο, ως ίσχυε το 2017, θέτει διακριτές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, οι οποίες, όπως προκύπτει από το πρακτικό αξιολόγησης, δεν πληρούνταν στην περίπτωση της Αιτήτριας.
Επαναλαμβάνω, καταληκτικά, ότι τα ιατρικά και τεχνικά ευρήματα της Επιτροπής Αξιολόγησης δεν αποτελούν και δε θα μπορούσαν να αποτελούν αντικείμενο ελέγχου ή εξέτασης του παρόντος Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της αναπηρίας εναπόκειται στις αρμόδιες επιτροπές αξιολόγησης της διοίκησης και στους ειδικούς που τις συνθέτουν, η δε αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της πράξης, ήτοι στην επάρκεια της έρευνας, στην ύπαρξη ή μη πλάνης περί τα πράγματα και στην επάρκεια της αιτιολογίας, τα οποία ελέγχθηκαν ανωτέρω, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε πλημμέλεια που να πλήττει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται.
Λαμβανομένης, ωστόσο, υπόψη της φύσης της υπόθεσης και της σοβαρής κινητικής αναπηρίας της Αιτήτριας, η οποία λαμβάνει διάφορα επιδόματα κοινωνικών παροχών λόγω αυτής, επιδικάζονται μειωμένα έξοδα ύψους €1000 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο