ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1142/2025
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το άρθρο/τα άρθρα 8, 11, 12, 15, 28, 29, 30, 33, 35 και 146 του Συντάγματος και αντίστοιχα τα άρθρα 3, 5, 6, 8 και 13 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ως έχει κυρωθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με το N. 18(III)/2000
Ράτζα Φραγκίσκου
Αιτητή
v.
Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ' Αδεία
Καθ’ ου η αίτηση
Διονύσης Νικολετόπουλος για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή
Κυριακή Χριστοφή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για το Καθ’ ου η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του καθ' ου η αίτηση, Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ' Αδεία («το Συμβούλιο»), ημερομηνίας 28/07/2025, με την οποία ομόφωνα απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή για αποφυλάκισή του επ' αδεία.
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν μέσα από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης. Σύμφωνα με αυτά, ο αιτητής εκτίει, από τις 13/07/2020, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ως εξής: ποινή φυλάκισης 10 ετών για την παράνομη κατοχή κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 1 έτους για την πλαστοπροσωπία, ποινή φυλάκισης 1½ έτους για την πλαστογραφία, ποινή φυλάκισης 1½ έτους για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ποινή φυλάκισης 1 έτους για την επίθεση με σκοπό τη ματαίωση νόμιμης σύλληψης και κράτησης και ποινή φυλάκισης 3 μηνών για την άρνηση παραχώρησης δειγμάτων γραφής. Η διάρκεια του εγκλεισμού του αυξήθηκε κατά 101 ημέρες λόγω ενεργοποίησης προηγούμενης (ανασταλείσας) ποινής φυλάκισης. Η πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του υπολογίζεται να είναι η 03/07/2028, νοουμένου ότι θα επιδείξει καλή διαγωγή και εργατικότητα. Τον Ιανουάριο του 2024 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση με αίτημα την αποφυλάκισή του επ' αδεία δυνάμει του άρθρου 14Η του περί Φυλακών Νόμου, N.62(1)/1996 ως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος»).
Με επιστολές ημερομηνίας 05/02/2024, ζητήθηκε κατ’ εντολή του Συμβουλίου η ετοιμασία εκθέσεων μαζί με αποστολή σχετικών στοιχείων, δυνάμει του άρθρου 14Θ του Νόμου, από τον Αρχηγό Αστυνομίας, η οποία παραλήφθηκε στις 19/11/2024, από τον Αν. Διευθυντή Τμήματος Φυλακών, η οποία παραλήφθηκε στις 23/02/2024 και συμπληρωματική έκθεση στις 12/05/2025, από τη Διευθύντρια Διεύθυνσης Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, η οποία παραλήφθηκε στις 16/08/2024, και από τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικών Ευημερίας, η οποία υποβλήθηκε στις 20/06/2024.
Το Συμβούλιο κάλεσε, βάσει του άρθρου 14Θ(1)(β) του Νόμου, τον αιτητή και οποιουσδήποτε μάρτυρες τυχόν υπήρχαν εκ μέρους του για συνέντευξη, η οποία έλαβε χώρα σε δύο ημερομηνίες, στις 27/05/2025 και στις 15/07/2025, και κατά τη διάρκεια της οποίας κατέθεσαν ως μάρτυρες ένας φίλος της οικογένειας του αιτητή, ο οποίος ενδιαφερόταν να του προσφέρει εργασία σε περίπτωση αποφυλάκισής του επ' αδεία, η μητέρα του αιτητή και δύο δικανικές ψυχολόγοι. Στη συνέχεια, κατατέθηκε στο Συμβούλιο γραπτώς η αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή και στις 28/07/2025 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής εγείρει έναν λόγο ακύρωσης, υπό τον τίτλο «Οι καθ’ ων η αίτηση εισήξαν κατά την διαδικασία εξωγενή στοιχεία κρίσης και αναιτιολόγητα ευρήματα που αποκαλύπτουν την πλάνη τους περί τα πράγματα και το νόμο», με τον οποίο προωθεί σωρευτικά όλους τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα, ο αιτητής διαφωνεί με τα ευρήματα του Συμβουλίου και ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο αγνόησε ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου, ότι απομόνωσε το μέρος της μαρτυρίας που αφορούσε την αποτυχία του αιτητή να ακολουθήσει και να ολοκληρώσει προγράμματα απεξάρτησης και ότι έλαβε υπόψη εξωγενή στοιχεία κρίσεως.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση του Συμβουλίου είναι πλήρως αιτιολογημένη, προϊόν δέουσας έρευνας, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη. Σημειώνει δε ότι «το γεγονός ότι ο εκάστοτε κρατούμενος δύναται να δείχνει σημάδια βελτίωσης, δε σημαίνει αυτόματα ότι είναι και έτοιμος να εκτίσει την ποινή του εκτός φυλακών».
Οι θέσεις εκ μέρους των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως περιλήφθηκαν στο περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων, και θα εξεταστούν συνολικά καθότι οι ισχυρισμοί είναι μεταξύ τους συναφείς και επάλληλοι.
Ο βασικός ισχυρισμός, που εγείρεται εκ μέρους του αιτητή, είναι η θέση του ότι αγνοήθηκαν από το Συμβούλιο «οι όποιοι θετικοί λόγοι συνηγορούσαν στην ικανοποίηση του αιτήματος του αιτητή, όπως μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η Διεύθυνση του Τμήματος Φυλακών δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην υπό όρους αποφυλάκιση (Παράρτημα 4 στην Ένσταση), ή οι αναφορές στην κατάσταση της ψυχικής υγείας του αιτητή έτσι όπως περιγράφεται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας που πιστοποιούσαν την παρατεταμένη ύφεση από εξαρτήσεις». Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν παραγνωρίστηκε κανένα στοιχείο που υπήρχε ενώπιον του Συμβουλίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 14Η (1) του Νόμου, για τη λήψη απόφασης επί αιτήματος ως το επίδικο, το Συμβούλιο εξετάζει, λαμβάνει δεόντως υπόψη και συνεκτιμά σε κάθε περίπτωση τους ακόλουθους παράγοντες:
«(α) Το βαθμό επικινδυνότητας του κρατουμένου και τις πιθανότητες υποτροπής του·
(β) τη διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας διά της πρόληψης αδικημάτων όπως εκείνα για τα οποία ο κρατούμενος εκτίει την ποινή ή ανάλογα με την περίπτωση, τις συντρέχουσες ή διαδοχικές ποινές των οποίων το εναπομένον μέρος επιζητεί με το αίτημα του να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(γ) τυχόν προσωπικές, οικογενειακές ή και άλλες συνθήκες που δυνατόν να συνηγορούν σε υπό όρους αποφυλάκιση του κρατουμένου επ’ αδεία, χωρίς αυτό να αντιστρατεύεται την προστασία της κοινωνίας:
Νοείται ότι ο παράγοντας της διασφάλισης της προστασίας της κοινωνίας διά της πρόληψης αδικημάτων, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αναφορικά με αιτήματα κρατουμένων που εκτίουν ποινή ή ποινές ισόβιας φυλάκισης ή πολυετείς ποινές φυλάκισης για τη διάπραξη αδικημάτων με την άσκηση βίας.»
Στο εδάφιο (2) του ίδιου άρθρου, καταγράφονται τα ακόλουθα ζητήματα που, μεταξύ άλλων, εξετάζει το Συμβούλιο για να συνεκτιμήσει τους πιο πάνω παράγοντες:
«(α) Το είδος του αδικήματος για το οποίο ο κρατούμενος εκτίει την ποινή φυλάκισης της οποίας το εναπομένον μέρος επιζητεί με το αίτημά του να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(β) την ποινή της οποίας το εναπομένον μέρος ο κρατούμενος επιζητεί με το αίτημά του να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(γ) σε περίπτωση που το αίτημα του κρατουμένου αφορά έκτιση εκτός των Φυλακών του εναπομένοντος μέρους ποινών οι οποίες συντρέχουν ή τρέχουν διαδοχικά, εξετάζεται επίσης το είδος όλων των αδικημάτων για τα οποία επιβλήθηκαν οι συντρέχουσες ή διαδοχικές ποινές, όπως και όλες οι ποινές που επιβλήθηκαν για τα εν λόγω αδικήματα·
(δ) τα γραπτά σχόλια του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής ή των ποινών που αναφέρονται στη παραγράφους (β) και (γ)·
(ε) το ποινικό μητρώο του κρατουμένου·
(στ) τις προηγούμενες ευκαιρίες που τυχόν δόθηκαν στον κρατούμενο από Δικαστήριο και ή τη διεύθυνση των Φυλακών για αποτροπή υποτροπής του·
(ζ) τις προθέσεις και τα σχέδια του κρατουμένου για επιτυχή και νομοταγή ένταξή του στη κοινωνία·
(η) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει καταβάλει θετικές και πετυχημένες προσπάθειες για λύση του προβλήματος ή των προβλημάτων που τον οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος ή αδικημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ)·
(θ) τη συμπεριφορά του κρατουμένου προς το προσωπικό των Φυλακών και την αντιμετώπισή του στο θέμα τήρησης των πειθαρχικών κανόνων των Φυλακών·
(ι) κατά πόσο κρίνεται επί του παρόντος αναγκαία η κράτηση του κρατουμένου στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας των Φυλακών·
(ια) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει έμπρακτα μετανοήσει για την εγκληματική του συμπεριφορά και κατά πόσο έχει συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της εγκληματικής του συμπεριφοράς για το θύμα ή τα θύματα και τους συγγενείς τους·
(ιβ) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει επίγνωση των δικών του προβλημάτων ή και αντιλήψεων που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος ή αδικημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ) και κατά πόσο έχει έμπρακτα συμβάλει στη σημαντική μείωση του κινδύνου επανάληψής τους·
(ιγ) την έκθεση του δικανικού ψυχίατρου των Φυλακών, ιδίως όπου υπάρχει ιστορικό σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων·
(ιδ) τη συμπεριφορά του κρατουμένου όταν τυχόν τοποθετήθηκε από τη διεύθυνση των Φυλακών σε θέση εμπιστοσύνης·
(ιε) τις τυχόν βάσιμες πληροφορίες από τη διεύθυνση των Φυλακών ή την Αστυνομία που δημιουργούν εύλογη υπόνοια ότι με την επ’ αδεία αποφυλάκισή του ο κρατούμενος σχεδιάζει κακόβουλες πράξεις εναντίον του θύματος ή της οικογένειας ή φίλων του θύματος·
(ιστ) την όλη συμπεριφορά του κρατουμένου κατά την περίοδο που προηγουμένως είχε εκτίσει μέρος της ποινής ή των ποινών του ή μέρος άλλης ποινής ή ποινών εκτός των Φυλακών δυνάμει απόφασης του Συμβουλίου Αποφυλάκισης για επ’ αδεία αποφυλάκισή του·
(ιζ) το δείκτη επικινδυνότητας του κρατουμένου.»
Σύμφωνα με τη Νομολογία, οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται και να αξιολογούνται σφαιρικά και συνολικά (απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1407/2014, Παναγιώτης Αγαπίου Παναγή, άλλως Καυκαρής ν. Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων επ' Αδεία, ημερομηνίας 25/02/2015). Στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1264/2024, Π. Π. Χ. ν. Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ' Αδεία, ημερομηνίας 17/11/2025, επισημάνθηκαν τα πιο κάτω:
«Όπως λέχθηκε στην Παναγιώτης Αγαπίου Παναγή, άλλως Καυκαρής ν. Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων επ' Αδεία, Υποθ. Αρ. 1407/2014, ημερ. 25.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:D132, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, οι πιο πάνω παράγοντες θα πρέπει να εξετάζονται σφαιρικά και συνολικά. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην Vinter and Others v. The United Kingdom, απόφαση της Μείζονος Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) στις Αιτήσεις Αρ. 6609/09, 130/10 και 3896/10, ημερ. 9.7.2013, επεσήμανε ότι "η εξισορρόπηση των λόγων που συνηγορούν στην κράτηση δεν παραμένει κατ' ανάγκην στατική και είναι δυνατόν να μετατοπίζεται κατά τη διάρκεια του χρόνου της έκτισης της ποινής". Είναι το όλο ιστορικό ενός κρατούμενου που πρέπει να κρίνεται από το Συμβούλιο, συνεχίζει το Δικαστήριο, με κριτήριο όχι στατικό, αλλά δυναμικό, εξ' ου και οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη δεν περιορίζονται στο έγκλημα ή εγκλήματα που οδήγησαν στην καταδίκη και τη φυλάκιση, αλλά στη συνέχεια λαμβάνουν υπόψη την όλη ιστορία του κρατούμενου, "τις οικογενειακές του συνθήκες, τις ψυχιατρικές του εκθέσεις, τη συμπεριφορά του στη φυλακή, τη μεταμέλεια του, το χρόνο που διέρρευσε από το έγκλημα και τον εγκλεισμό του στις φυλακές, κλπ".»
Στην προκειμένη, μέσα από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με ευκρίνεια ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τις εκθέσεις που είχε ενώπιόν του, περιλαμβανομένης της έκθεσης του Τμήματος Φυλακών καθώς και της έκθεσης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Ειδικότερα, στη σελίδα 6 της προσβαλλόμενης απόφασης, το Συμβούλιο καταγράφει ρητώς ότι έλαβε υπόψη όλες τις ενώπιόν του εκθέσεις και κατέγραψε τα συγκεκριμένα σημεία από την κάθε έκθεση που κατά την κρίση του Συμβουλίου ήταν σημαντικά για να αξιολογήσει το επίδικο αίτημα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του αιτητή δεν μπορεί να επιτύχει, αφού λήφθηκαν δεόντως υπόψη οι επικαλούμενες από τον αιτητή εκθέσεις και προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο. Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά το αρμόδιο όργανο ούτε προβαίνει σε επανεκτίμηση των πρωτογενών γεγονότων ή ευρημάτων του αρμόδιου οργάνου.
Εξάλλου, ενώπιον του Συμβουλίου υπήρχαν και εκθέσεις αρμόδιων Υπηρεσιών, οι οποίες τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα αρνητικά στο ενδεχόμενο αποφυλάκισης του αιτητή. Στο εδάφιο (3) του άρθρου 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999, Ν. 158(I)/1999, με σαφήνεια καθορίζεται ότι:
«(3) Η αξιολόγηση και εκτίμηση αντιφατικών μεταξύ τους αποδεικτικών και άλλων στοιχείων του διοικητικού φακέλου και η επιλογή ορισμένων από αυτά στα οποία βασίστηκε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η διοίκηση δε συνιστούν πλάνη, εφόσον η επιλογή ήταν για τη διοίκηση λογικά επιτρεπτή.»
Εν προκειμένω, ο αιτητής δεν έθεσε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε υπέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό έτσι ώστε να αποδείξει ότι η κρίση του Συμβουλίου δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή. Υποστηρίζει απλώς ότι ουσιαστικά αυτό που έπρεπε να βαρύνει την κρίση του Συμβουλίου ήταν το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έκθεση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ο αιτητής ήταν σε παρατεταμένη ύφεση από εξαρτήσεις και ότι το Τμήμα Φυλακών δεν έφερε ένσταση στην αποφυλάκισή του. Η θέση αυτή, όμως, παραβλέπει ότι υπήρχαν κι άλλες αναφορές τόσο επί των εν λόγω εκθέσεων όσο και επί των υπόλοιπων εκθέσεων, οι οποίες, μαζί με ό,τι αποκομίστηκε από τις συνεντεύξεις των μαρτύρων, καθιστούν την κρίση του Συμβουλίου ως λογικά επιτρεπτή.
Ως προς τον ισχυρισμό του αιτητή ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη εξωγενή στοιχεία κρίσεως, επισημαίνεται ότι δεν αναφέρεται εκ μέρους του αιτητή ποια ακριβώς στοιχεία κρίσεως είναι που θεωρεί ως εξωγενή και κακώς λήφθηκαν υπόψη. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός είναι γενικός και αόριστος χωρίς να επιδέχεται δικανικής κρίσης. Εν πάση περιπτώσει, τόσο οι συνεντεύξεις όσο και όλα τα στοιχεία, που λήφθηκαν υπόψη και καταγράφονται στο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελούν όλα νόμιμα στοιχεία κρίσεως, τα οποία εξασφαλίστηκαν δυνάμει του άρθρου 14Θ του Νόμου. Κατ’ αποτέλεσμα, ο ισχυρισμός του αιτητή απορρίπτεται ως γενικός και αόριστος αλλά και ως αβάσιμος.
Επιπλέον, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο προέβη σε στατική εκτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων και ότι απομόνωσε συγκεκριμένα στοιχεία στα οποία βασίστηκε, κατά παράβαση σχετικής νομολογίας που επικαλείται. Επί τούτου, μέσα από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η κρίση του Συμβουλίου στηρίχθηκε σε σφαιρική εκτίμηση και συνολική αξιολόγηση των ενώπιόν του στοιχείων και μαρτυριών. Το γεγονός ότι, κατά την αιτιολόγηση της απόφασής του, το Συμβούλιο υπογράμμισε τα στοιχεία που το οδήγησαν στην τελική του κρίση, καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση δεόντως αιτιολογημένη και όχι το αντίθετο. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτητή.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη ως λογικά επιτρεπτή και επαρκώς αιτιολογημένη, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόν δέουσας έρευνας, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη και χωρίς να έχει καταφέρει ο αιτητής να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή της.
Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα €2000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο