ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 629/2026 (Κ)
28 Σεπτεμβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
RAPHAEL KADIRI
Αιτητής
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2. Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ’ η αίτηση
Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Νικόλας Κουρσάρης μαζί με κα Σάββα και κα Πολυδώρου ασκούμενη δικηγόρο για Ν. Κουρσάρης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης Καθ’ ης η Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 08/06/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό (Β) στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης, ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, ο οποίος εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και υπέβαλε στις 17/10/2019 αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε στις 12/02/2021. Στις 10/05/2021 υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 09/03/2022. Στη συνέχεια, υπέβαλε 3 μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου, οι οποίες απορρίφθηκαν, καθώς και 3 αντίστοιχες προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 26/01/2026 (ερ. 15 – 14 στο Τεκμήριο 1), στις 08/12/2025 επιβλήθηκε στον αιτητή ποινή φυλάκισης 14 μηνών ως εκ της καταδίκης του για παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία και κακομεταχείριση ζώου και οδηγήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για να εκτίσει την ποινή του. Κατά τη διάρκεια που βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, υπέβαλε εκ νέου αίτηση ασύλου στις 22/01/2026, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στις 06/05/2026. Στο μεταξύ διάστημα, στις 27/01/2026 εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης στη βάση απόφασης για κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Στις 22/04/2026 ο αιτητής αποφυλακίστηκε και μεταφέρθηκε στον Χώρο Κράτησης Απαγορευμένων Μεταναστών (ΧΩΚΑМ) Μενόγειας (Λίμνες), ενώ σε επιστολή ημερομηνίας 28/04/2026, που απέστειλε η δικηγόρος του αιτητή, αναφερόταν ότι διατηρεί οικογένεια με ανήλικο τέκνο που φοιτά σε δημοτικό σχολείο της Δημοκρατίας. Ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες δόθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 21/05/2026, και η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, με σημείωμά της ημερομηνίας 28/05/2026, εισηγήθηκε την ακύρωση των προηγούμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και την άμεση έκδοση νέων διαταγμάτων στη βάση των επικαιροποιημένων στοιχείων που υπάρχουν. Ως εκ τούτου, οι προηγουμένως εκδοθείσες πράξεις για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης στη βάση απόφασης για κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη, ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με τις προσβαλλόμενες με την παρούσα υπόθεση πράξεις στις 08/06/2026.
Με τη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους του, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα δικαιώματά του σε προσωπική και οικογενειακή ζωή, κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ, των άρθρων 7, 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΔ, 18ΟΖ και 18ΠΑ του Κεφ. 105. Επιπλέον, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΘ και 18ΠΕ του Κεφ. 105. Υποστηρίζει, επίσης, ο αιτητής ότι δεν ερευνήθηκε και δεν αξιολογήθηκε το ζήτημα του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του και εγείρονται από τον αιτητή λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης και υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας και περί παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων. Παράλληλα, ήγειρε προδικαστική ένσταση σε σχέση με τη δέουσα δικογράφηση των λόγων ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής.
Προτού εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής ή που να σχετίζεται με την εγκυρότητα ή τη νομιμότητά της.
Ως εκ τούτου, η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.
Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης ως προς τα προσβαλλόμενα υπό παράγραφο Β. της αίτησης ακύρωσης διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης.
Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Αρχικά, σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που εγέρθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση περί μη δέουσας δικογράφησης των λόγων ακύρωσης που προωθούνται εκ μέρους του αιτητή, διαπιστώνεται μέσα από τα νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης ότι έχουν δικογραφηθεί οι λόγοι ακύρωσης που προωθούνται εκ μέρους του αιτητή και, συνεπώς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.
Επί της ουσίας των λόγων ακύρωσης που προωθούνται, κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους του αιτητή αποτελεί, αφενός, ο ισχυρισμός περί παραβίασης της σχετικής νομοθεσίας σε σχέση με την οικογενειακή κατάστασή του και το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου του και, αφετέρου, η μη δέουσα έρευνα και αξιολόγηση της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή και η μη στάθμιση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του. Προς απάντηση της εν λόγω επιχειρηματολογίας, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνει αποσπάσματα από τα καταγραφόμενα στο σχετικό σημείωμα λειτουργού της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 21/05/2026 (ερ. 96 στο Τεκμήριο 1), στη σχετική έκθεση του λειτουργού Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ίδιας ημερομηνίας (ερ. 95 – 94 στο Τεκμήριο 1) και στη σχετική έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 28/05/2026 (ερ. 99 – 97 στο Τεκμήριο 1).
Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο προκύπτει μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον αιτητή, ότι ο ίδιος παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία ενώ, παράλληλα, το ανήλικο τέκνο του και η μητέρα του είναι αιτητές ασύλου και η παραμονή τους στη Δημοκρατία θεωρείται νόμιμη μέχρι την τελική έκβαση της αίτησης ασύλου που έχουν υποβάλει και η εξέταση της οποίας, ως αναφέρθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου, ακόμα εκκρεμεί, γεγονός που δεν αμφισβητείται εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση.
Σε σχέση με το επικαλούμενο από τον αιτητή δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, έχει νομολογηθεί ότι το δικαίωμα δεν παραβιάζεται αν η οικογένεια δεν διασπαστεί (Υπόθεση αρ. 433/2014, Menaka Madhumathi Senadhipathi S. Mudiyanselage κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και/ή Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 12/08/2016). Σύμφωνα με τη νομολογία, η απομάκρυνση ολόκληρης της οικογένειας και η μετακίνησή της σε άλλο κράτος δεν αποτελεί διάσπαση της οικογένειας, αφού αφορά στην μετακίνηση και επανεγκατάσταση ολόκληρης της οικογένειας και, κατ' επέκταση, δεν συνιστά διάσπαση της οικογενειακής ζωής (Joudine Vera και Άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 500).
Στην προκειμένη, είναι σαφές ότι το αποτέλεσμα των προσβαλλόμενων διαταγμάτων είναι εκ των πραγμάτων η διάσπαση της οικογένειας. Στην έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 28/05/2026 καταγράφονται με σαφήνεια τα δεδομένα της οικογενειακής ζωής του αιτητή και της σχέσης που διατηρεί με το ανήλικο τέκνο του. Συγκεκριμένα, καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Στις 25/05/2026 η αλλοδαπή κλήθηκε και παρουσιάστηκε στο Κλιμάκιο Αλλοδαπών […] όπου ισχυρίστηκε ότι με τον εν θέματι αλλοδαπό τέλεσαν παραδοσιακό γάμο στην χώρα τους, […]. Επίσης ανέφερε ότι με τον αλλοδαπό έχει ένα παιδί και διαμένουν όλοι μαζί στην […]. Παρουσίασε βεβαίωση φοίτησης στην Α’ Τάξη του Β’ Δημοτικού Σχολείου […] καθώς και ενοικιαστήριο έγγραφο στο όνομά της με ημερ. Λήξη την 31/12/2027. »
Επίσης, διαπιστώνεται ότι στην έκθεση του λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ημερομηνίας 21/05/2026 καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«[…] Σε σχέση με την επικοινωνία του πατέρα, αναφέρεται ότι διατηρεί τακτική επικοινωνία μέσω τηλεφώνου και βιντεοκλήσεων. Λόγω των υφιστάμενων συνθηκών, δεν πραγματοποιούνται συχνές φυσικές επισκέψεις του ανηλίκου σε χώρο κράτησης. Πριν τη μεταβολή της κατάστασης του πατέρα, αναφέρεται ότι υπήρχε συχνότερη φυσική παρουσία και συμμετοχή του στην καθημερινή ζωή του παιδιού, συμπεριλαμβανομένης περιστασιακής διανυκτέρευσης.
Από τα στοιχεία της συνέντευξης προκύπτει ότι ο ανήλικος εκδηλώνει συναισθηματική επιβάρυνση σε σχέση με την απουσία του πατέρα. Εκφράζοντας επαναλαμβανόμενα ερωτήματα σχετικά με την επιστροφή του. Επιπλέον, αναφέρονται ενδείξεις συναισθηματικής δυσφορίας και περιστασιακές δυσκολίες προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, καταγράφεται ότι η παρούσα οικογενειακή κατάσταση χαρακτηρίζεται από αυξημένες πρακτικές και ψυχοκοινωνικές απαιτήσεις, οι οποίες χρήζουν συνεκτίμησης στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου.»
Οι πιο πάνω καταγραφές όφειλαν να απασχολήσουν τη Διευθύντρια προτού προχωρήσει στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και να αξιολογήσει εξατομικευμένα τα δεδομένα ενώπιόν της και να σταθμίσει κατ’ αρχήν το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου καθώς και την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Σε περίπτωση δε που έκρινε ως πρόσφορο την περαιτέρω διενέργεια έρευνας σε σχέση με την κατάσταση του ανηλίκου και τον αντίκτυπο που ενδεχομένως να είχε η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, μπορούσε να ζητήσει την αντίστοιχη περαιτέρω διερεύνηση ή αξιολόγηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Δεν προκύπτει ούτε μέσα από τα προσβαλλόμενα διατάγματα ούτε μέσα από τις πιο πάνω εκθέσεις η δέουσα αξιολόγηση και στάθμιση της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή και του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Το μόνο που προκύπτει μέσα από τις πιο πάνω εκθέσεις είναι η καταγραφή γεγονότων χωρίς καμία αξιολόγηση ή στάθμιση, πολύ περισσότερο όταν η εκτέλεση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης επάγεται τη διάσπαση της οικογένειας και την απομάκρυνση του πατέρα του ανηλίκου.
Δεν παραγνωρίζεται, βεβαίως, από το Δικαστήριο ούτε ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης στηρίχθηκε στο γεγονός της ποινικής καταδίκης του αιτητή για σοβαρό ποινικό αδίκημα, ούτε οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 18ΟΕ του Κεφ. 105. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η ποινική καταδίκη από μόνη της και χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση δεν επαρκεί για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων αλλά πρέπει να συνεκτιμάται και συναξιολογείται και ο αντίκτυπος στα ανήλικα τέκνα που τυχόν επηρεάζονται (απόφαση ΕΔΔΑ, Üner κατά Κάτω Χωρών, Αριθ. 46410/99, 18 Οκτωβρίου 2006, σκέψεις 57–58. και Boultif κατά Ελβετίας, Αριθ. 54273/00, 2 Αυγούστου 2001). Σύμφωνα με τη Νομολογία του ΔΕΕ, πρέπει να διενεργείται στάθμιση των επηρεαζόμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων, όπως είναι λ.χ. η προστασία του παιδιού και τα δικαιώματα της οικογένειας έναντι της δημόσιας τάξης (απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-304/14 Secretary of State for the Home Department κατά CS, ημερομηνίας 13/09/2016). Στην προκειμένη, ουδέποτε κρίθηκε ο αιτητής ως επικίνδυνος για τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει πρωτίστως την υποχρέωση του κράτους να μην παρεμβαίνει στην οικογενειακή ζωή (απόφαση ΕΔΔΑ, R.M.S. κατά Ισπανίας, Αριθ. 28775/12, 18 Ιουνίου 2013, σκέψη 69). Έχει κριθεί νομολογιακά ότι τα παιδιά δεν πρέπει να χωρίζονται από τους γονείς τους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να διατηρούνται με κάθε τρόπο οι προσωπικές σχέσεις και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να "ανασυντίθεται" η οικογένεια. Το κράτος, βέβαια, έχει ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη λήψη της αρχικής απόφασης για χωρισμό των παιδιών από τους γονείς τους (απόφαση ΕΔΔΑ, Y.C. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Αριθ. 4547/10, 13 Μαρτίου 2012, σκέψη 137), κατά την οποία πρέπει να σταθμίζεται και να αξιολογείται η ηλικία του τέκνου, η κατάστασή του εντός της Δημοκρατίας και ο βαθμός εξαρτήσεώς του από τον γονέα που πρόκειται να απομακρυνθεί, στην προκειμένη τον αιτητή (απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-304/14 Secretary of State for the Home Department κατά CS, ημερομηνίας 13/09/2016, ανωτέρω, σκέψεις 44 επ.). Επίσης, έχει κριθεί νομολογιακά ότι, όταν υπάρχουν στην οικογενειακή σύνθεση πρόσωπα, τα οποία έχουν αυτοτελή δικαιώματα παραμονής, και τα οποία πρόσωπα είναι δεδομένο πως θα παραμείνουν στη Δημοκρατία όπου έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής, η απέλαση του προσώπου που δεν έχει δικαίωμα παραμονής έχει ως αποτέλεσμα να διακόπτονται οι οικογενειακοί δεσμοί του μέλους της οικογενείας που είχε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, με το μέλος της οικογένειας που δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. (Ahmed Kedoum Ibrahim ν. Kυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργού Εσωτερικών (2005) 3 ΑΑΔ 505 και τη νομολογία που εκεί αναλύεται).
Όλα τα πιο πάνω έπρεπε να είχαν διερευνηθεί και αξιολογηθεί δεόντως από τους Καθ’ ων η Αίτηση στην προκειμένη, σταθμίζοντας παράλληλα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου και το δικαίωμα του αιτητή αλλά και του ανηλίκου στην οικογενειακή ζωή, δεδομένου ότι το ανήλικο τέκνο τού αιτητή παραμένει στη Δημοκρατία νόμιμα, έτσι ώστε να είναι εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης προβαίνοντας σε πρωτογενή αξιολόγηση των δεδομένων και στάθμιση των δικαιωμάτων και σχετιζόμενων συμφερόντων. Εξάλλου, η έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ημερομηνίας 28/05/2026 με σαφήνεια καταλήγει ότι «η παρούσα οικογενειακή κατάσταση χαρακτηρίζεται από αυξημένες πρακτικές και ψυχοκοινωνικές απαιτήσεις, οι οποίες χρήζουν συνεκτίμησης στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου», συνεκτίμηση και συνολική αξιολόγηση η οποία, όμως, δεν προκύπτει να διενεργήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Βάσει όλων των πιο πάνω, τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης πρέπει να ακυρωθούν λόγω μη επαρκούς αξιολόγησης της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή και μη δέουσας έρευνας και στάθμισης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του.
Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που προωθήθηκαν εκ μέρους του αιτητή.
Για τους πιο πάνω λόγους, η αιτούμενη θεραπεία υπό την παράγραφο Α. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η αιτούμενη θεραπεία υπό την παράγραφο Β. της αίτησης ακύρωσης επιτυγχάνει με €1.600 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος, και τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης ακυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο