KAPIL KUMAR ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 660/2026, 18/9/2026
print
Τίτλος:
KAPIL KUMAR ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 660/2026, 18/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 660/2026 (K) iJustice

                                             

   18 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

KAPIL KUMAR, από την Ινδία

Αιτητής

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2. Διευθυντή του Τμήματος Πληθυσμού και Μετανάστευσης

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Μιχάλης Μαυρονικόλας για Lana Altacher & Associates LLC, Δικηγόροι για Αιτητη

Κατερίνα Μιχαηλίδου για Μιχαηλίδη και Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι Ινδός υπήκοος, ο οποίος αφίχθηκε στη Δημοκρατία κατέχοντας φοιτητική άδεια εισόδου. Έκτοτε, του παραχωρήθηκαν φοιτητικές άδειες παραμονής με σκοπό τη φοίτησή του στο Mesoyios College στη Λεμεσό, με την τελευταία να έχει ισχύ μέχρι τις 19.02.2020. Στις 22.07.2020 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για διεθνή προστασία. Το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 27.09.2021 και η σχετική απόφαση του επιδόθηκε στις 17.10.2021. Ακολούθως, στις 09.12.2021, καταχώρισε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την Προσφυγή αρ. 8474/21, η οποία απορρίφθηκε στις 09.05.2022. Περαιτέρω, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε στις 30.11.2022, με τη σχετική απόφαση να του επιδίδεται στις 23.12.2022. Στις 04.01.2023 καταχώρισε την Προσφυγή υπ' αρ. Τ48/23, η οποία απορρίφθηκε στις 02.03.2023.

 

Στο μεταξύ στις 18.11.2020 το Mesoyios College απέστειλε επιστολή προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με την οποία ενημέρωνε ότι είχε αποφασίσει τη διαγραφή του Αιτητή, λόγω μη παρουσίασης του στο κολλέγιο για εγγραφή στο Εαρινό εξάμηνο 2020.

 

Στις 15.06.2026 ο υπεύθυνος του κλιμακίου Υπηρεσίας Αλλοδαπών και

Μετανάστευσης Λάρνακας (ΥΑΜ) απέστειλε επιστολή προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, γνωστοποιώντας ότι ο Αιτητής είχε συλληφθεί αυθημερόν για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας όταν έκανε εγγραφή στο γενικό νοσοκομείο Λάρνακας με ψευδή στοιχεία. Έπειτα ανακρινόμενος από στο ΤΑΕ Λάρνακας δήλωσε τα πραγματικά του στοιχεία όπου διαπιστώθηκε η παράνομη παραμονή του. Εν όψει του παράνομου καθεστώτος παραμονής του δεν διώχθηκε ποινικά για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και δόθηκαν οδηγίες να γίνουν διαδικασίες για την απέλαση του. Παράλληλα, υποβλήθηκε εισήγηση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης εναντίον του, αφού κρίθηκε ότι δεν υφίστατο περιθώριο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και ότι η απομάκρυνσή του δεν παραβίαζε την αρχή της μη επαναπροώθησης. Στις 16.06.2026, κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν τα σχετικά Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης.

 

 

Με το Αιτητικό Α στην προσφυγή ζητείται ακύρωση της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη. Με το Αιτητικό Β ζητείται η ακύρωση του διατάγματος απέλασης. Με το Αιτητικό Γ ζητείται η ακύρωση του διατάγματος κράτησης ενώ με το Αιτητικό Δ ζητείται δήλωση και/ή απόφαση ότι η απέλαση του Αιτητή στην Ινδία είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης η οποία προβλέπεται σε Διεθνή Σύμβαση, στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Κυπριακό Δίκαιο και παραβιάζει τα άρθρα 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ή/και των άρθρων 7 και/ή 8 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή/και των άρθρων 2 ή/και 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προνοεί και το Άρθρο 11 Α του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 ((131(1)/2015).

 

Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή (παράγραφοι 7-12 Αγόρευσης Αιτητή) εγείρεται ότι το διάταγμα κράτησης πάσχει εξ απόψεως αιτιολογίας λόγω ότι ο Αιτητής διαμένει με ομοεθνή του με την οποία έχουν αποκτήσει παιδί. Γίνεται αναφορά σε διάφορες πρόνοιες του περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικός) Νόμου του 1990 (Ν.243/1990) και υποβάλλεται ότι θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί λιγότερο επαχθή της κράτησης μέτρα. Υποβάλλεται περαιτέρω (παράγραφοι 13-14 αγόρευσης) ότι δε λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις παραλληλίζοντας την περίπτωση με τα δεδομένα της Υπόθεσης (Κ) Αρ. 352/26 και περαιτέρω (παράγραφοι 15-20) και ότι κατά την έκδοση του διατάγματος απέλασης οι Καθ΄ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τις περιστάσεις του Αιτητή αφού δεν έκαναν οποιαδήποτε αναφορά στη συμβία και στο τέκνο του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος καταλήγει (παράγραφοι 21-23) ότι κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, οι Καθ’ ων ενήργησαν κακόπιστα και/ή με πλάνη περί τα πράγματα και/ή το νόμο από το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι προσπάθειες του Αιτητή για νόμιμη παραμονή στην Δημοκρατία, καθώς και δεν λαμβάνονται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτητής είναι νυμφευμένος με ένα ανήλικο παιδί στην Δημοκρατία και δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα του παιδιού.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, με την αγόρευσή της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, υπερασπίζονται τη νομιμότητα των ενεργειών τους.

 

Καταρχάς να σημειώσω ότι το Αιτητικό υπό Δ (ακυρότητα απέλασης ως ασυμβίβαστη με αρχή μη επαναπροώθησης κτλ) ουσιαστικά εμπεριέχεται στο υπό Β Αιτητικό, στο οποίο ζητείται η ακύρωση του διατάγματος απέλασης.  Έχει αποφασιστεί (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας ημερ. 31.8.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται. Ασφαλώς, η νομιμότητα του διατάγματος απέλασης θα εξεταστεί εφόσον προσβάλλεται με το Αιτητικό Β της προσφυγής. Προχωρώ λοιπόν ως προς τα Αιτητικά Α -Γ. Αφού εξέτασα τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, καταλήγω στα εξής:

 

Ο κεντρικός ισχυρισμός του Αιτητή αφορά το διάταγμα κράτησης. Τίθεται ότι το διάταγμα πάσχει εξ απόψεως αιτιολογίας λόγω ότι ο Αιτητής διαμένει με ομοεθνή του, με την οποία έχουν αποκτήσει παιδί και ότι θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί λιγότερο επαχθή της κράτησης μέτρα. Επ’ αυτού, όμως, δε θεωρώ ότι η ύπαρξη συμβίας και τέκνου είναι γεγονότα ουσιώδη που αφ’ εαυτά, συνθέτουν σφάλμα αιτιολογίας του διατάγματος κράτησης. Ιδίως δεδομένου ότι, δικογραφικά, δε αναπτύσσεται σε σύνδεση με παράβαση οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας [σχ. Ε.Δ.Δ Αρ. 20/2024 Ruth Nsah v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 22.10.2024 (βλ. ιδίως απόφαση μειοψηφίας) και Πρ. Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 04.08.2023 με παραπομπή στην απόφαση του ΑΔ στην Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598]. Και ασφαλώς η παραπομπή στο κείμενο οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, δεν αποτελεί δικογράφηση των λόγων ακύρωσης ή νομοθετικών προνοιών που τυχόν εκεί είχαν εγερθεί.

 

Σε κάθε δε περίπτωση, στην έκθεση/εισήγηση της ΥΑΜ, η οποία υπεγράφη από η Διευθύντρια των Καθ΄ων η αίτηση προπαρασκευάζοντας το προσβαλλόμενο διάταγμα (Κ.104-103), αναφέρθηκε το όλο ιστορικό του Αιτητή και παράνομο της παραμονής του αλλά και η υπάρξη συμβίας και τέκνου, ότι ο ίδιος δήλωσε ότι δεν έχει μόνιμη εργασία ή άλλους πόρους συντήρησης, ότι συνελήφθη για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και ότι δε συνεργάζεται για τον επαναπατρισμό του καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτά δηλώνουν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διαφυγής και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων ενώ δεν παραβιάζεται ούτε η αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Οι εν λόγω αναφορές καθιστούν την έκδοση του διατάγματος αλλά και τη μη ύπαρξη περιθωρίου εναλλακτικών της κράτησης μέτρων αιτιολογημένη, άλλωστε και η νομολογία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής του και δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013).

 

Η ονομαστική και μόνο επίκληση διαφόρων προνοιών του περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικός) Νόμου του 1990 (Ν.243/1990) δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε οποιοδήποτε ακυρωτικό εύρημα και σε κάθε περίπτωση οι πρόνοιες αυτές αλλά και γενικότερα ο εν λόγω νόμος Ν.243/1990 δε δικογραφούνται/ δικογραφείται στην αίτηση ακυρώσεως άρα δεν είναι και εξεταστέες/εξεταστέος.

 

Δε θεωρώ ούτε ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αστόχησαν να λάβουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή αλλά ούτε και ότι τίθεται παραλληλισμός με τα δεδομένα της Υπόθεσης (Κ) Αρ. 352/26, όπου για τη συμβία/τέκνο εκκρεμούσε προσφυγή στο ΔΔΔΠ (που εδώ δεν είναι η περίπτωση). Αντιθέτως στην ως άνω προπαρασκευαστική των προσβαλλομένων έκθεση της ΥΑΜ, στην οποία παρέπεμψα σχολιάζοντας πιο πάνω, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρθηκαν σε όλες τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή συνεπώς τα προσβαλλόμενα διατάγματα και βασικά το διάταγμα κράτησης, στο οποίο εν προκειμένω περιορίζεται η αγόρευση, είναι προϊόν επαρκούς έρευνας.

 

Ούτε όμως διαπιστώνω οι Καθ’ ων να ενήργησαν κακόπιστα και/ή με πλάνη περί τα πράγματα και/ή το νόμο. Αντιθέτως δεδομένου του παράνομου της παραμονής του Αιτητή, το οποίο δεν αμφισβητείται, οι Καθ΄ων η αίτηση ορθά και σύμφωνα με την απαίτηση της Οδηγίας 2008/115 εξέδωσαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα. Η διαπίστωση του παράνομου της παραμονής ενός αλλοδαπού έχει κύρια συνέπεια ότι το κράτος πρέπει πλέον υποχρεωτικά να εκδώσει εναντίον του απόφαση επιστροφής το συντομότερο δυνατό (βλ. απόφαση C-430/11 Sagor ημερ. 06.12.2012 σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) άλλωστε σκοπός της Οδηγίας 2008/115 είναι να καθιερώσει μια αποτελεσματική πολιτική απομάκρυνσης και επαναπατρισμού. Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-38/14 Samir Zaizoune αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«30. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της οδηγίας 2008/115, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4, είναι να καθιερώσει μια αποτελεσματική πολιτική απομάκρυνσης και επαναπατρισμού. Η οδηγία αυτή θεσπίζει, δυνάμει του άρθρου 1, τους «κοινούς κανόνες και διαδικασίες» που εφαρμόζει κάθε κράτος μέλος για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.

 

31. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της αποφάσεως El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268), το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει καταρχάς, κατά κύριο λόγο, υποχρέωση των κρατών μελών να εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής εις βάρος κάθε υπηκόου τρίτης χώρας που  διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους.

 

32. Πράγματι, εφόσον διαπιστώνουν το παράνομο της διαμονής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, δυνάμει του άρθρου αυτού και υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 του ίδιου άρθρου, να εκδίδουν απόφαση περί επιστροφής (απόφαση Achughbabian, C-329/11, EU:C:2011:807, σκέψη 31). Ως προς τούτο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι ο S. Zaizoune εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις των ανωτέρω παραγράφων.

 

(...)

34. Επιπροσθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, τόσο από το καθήκον πίστεως που υπέχουν τα κράτη μέλη όσο και από τις επιταγές αποτελεσματικότητας που υπενθυμίζονται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/115, προκύπτει ότι η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη να προβαίνουν, στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περιπτώσεις, στην απομάκρυνση, πρέπει να εκπληρώνεται το συντομότερο δυνατό (βλ. απόφαση Sagor, C-430/11, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) (έμφαση του Δικαστηρίου)».

 

Ως εκ των ανωτέρω, είναι σαφές ότι ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης μπορεί να επιτύχει.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.500 έξοδα πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει εναντίον του Αιτητή.

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο