VYIZIGIRO DON ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 702/2026, 29/9/2026
print
Τίτλος:
VYIZIGIRO DON ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 702/2026, 29/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 702/2026 (Κ)

29 Σεπτεμβρίου 2026

[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

VYIZIGIRO DON

Αιτητής

και

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ' ων η αίτηση

------------------

Μαρία Μπαγιαζίδου, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Λουΐζα Γιάγκου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα τριών συναφών πράξεων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 11.5.2026, ήτοι της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «ο Νόμος»), του διατάγματος απέλασής του δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου, και του διατάγματος κράτησής του δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου, λόγω κινδύνου διαφυγής, ενώ περαιτέρω αιτείται διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.

 

Ο Αιτητής, υπήκοος Μπουρούντι, αφίχθηκε στη Δημοκρατία σε άγνωστη ημερομηνία και από μη ελεγχόμενο σημείο εισόδου, όπως καταγράφεται σε επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας (εφεξής «η ΥΑΜ») προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης (εφεξής «η Διευθύντρια»). Στις 2.4.2025 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 30.4.2025. Η προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (εφεξής «το ΔΔΔΠ»), Υπόθεση Αρ. 1400/25, απορρίφθηκε στις 2.12.2025.

 

Ακολούθως, στις 16.1.2026 ο Αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη στις 25.2.2026 και η σχετική απόφαση επιδόθηκε σε αυτόν στις 23.4.2026. Στις 8.5.2026, μέσω δικηγορικού γραφείου, υποβλήθηκε προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας αίτηση, δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ(4) του Νόμου, για παραχώρηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, με επίκληση της οικονομικής, οικογενειακής και ιδιωτικής κατάστασης του Αιτητή, εκθέσεων για την κατάσταση στο Μπουρούντι και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, και με αίτημα περιόδου παραμονής για νόμιμη εργασία και οικειοθελή επιστροφή.

 

Στις 10.5.2026, ο Αιτητής συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής και με επιστολή ημερομηνίας 11.5.2026, ο Υπεύθυνος του Κλιμακίου Αλλοδαπών Αμμοχώστου εισηγήθηκε προς τη Διευθύντρια την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, καθότι, ως ανέφερε, εάν ο Αιτητής αφεθεί ελεύθερος, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής λόγω της άρνησής του να αναχωρήσει, της μη συμμόρφωσής του σε προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής και της μη σταθερής διεύθυνσης διαμονής του, ενώ, κατά την κρίση του, δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης και δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Αυθημερόν εκδόθηκαν οι τρεις προσβαλλόμενες πράξεις, από το Τμήμα Μετανάστευσης, ήτοι η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Νόμου, λόγω παράνομης παραμονής από τις 2.12.2025, το διάταγμα απέλασης δυνάμει του άρθρου 14, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου, και το διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α), όπου αναφέρεται ότι «Δεδομένης της άρνησης του/της για τον επαναπατρισμό και της μη συμμόρφωσης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.».

 

Στις 19.5.2026, ευρισκόμενος υπό κράτηση, ο Αιτητής υπέβαλε νέα μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη στις 5.6.2026, χωρίς η απόφαση να έχει επιδοθεί μέχρι τις 9.7.2026, όπως καταγράφεται στο σχετικό Έντυπο Επανεξέτασης, γεγονός που δεν αμφισβητείται.

 

Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων, ότι ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, υπ' αρ. 9/2026, προκειμένου να προσβάλει τις επίδικες πράξεις, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο στις 8.6.2026, ενώ στις 9.7.2026 το Τμήμα Μετανάστευσης επανεξέτασε το Διάταγμα Κράτησης του Αιτητή και αποφασίστηκε η συνέχιση της κράτησης του στη βάση του μεταναστευτικού βιογραφικού του και του κινδύνου διαφυγής.  Επίσης, κατόπιν δήλωσης της συνηγόρου του Αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, επιβεβαιωθείσα και από τη συνήγορο των Καθ’ ων η Αίτηση, η απόφαση επί της τελευταίας μεταγενέστερης αυτής αίτησης επιδόθηκε εν τέλει στον Αιτητή και ότι ο Αιτητής άσκησε εναντίον της νέα προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ, Υπόθεση Αρ. Τ361/26.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και για τους λόγους που αναλύω κατωτέρω, κρίνω ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, ως προωθούνται και αναλύονται από τον Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση, δεν ευσταθεί και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν νόμιμα, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση και κατόπιν επαρκούς έρευνας και αιτιολογίας.

 

Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι ο δικαστικός έλεγχος στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος περιορίζεται στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, ήτοι στις 11.5.2026. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου M.S.A. Limon ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 126/2021, ημερομηνίας 20.4.2022, λέχθηκε ότι:

 

«Η ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης γεγονότα δεν ήταν ορθή αφού τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης.  Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, ως αναθεωρητικού Δικαστηρίου εξαντλείτο στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο της Διοικητικής Πράξης.  Δηλαδή της πράξης ή των πράξεων ημερ. 13.8.2021.  Γι΄αυτό και δεν μπορούσε αλλά ούτε είχε δικαιοδοσία να ελέγξει τη νομιμότητα της κράτησης ως προς τη διάρκεια της, θέμα που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του  Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη διαδικασία ελέγχου που αφορούσε προνομιακό ένταλμα habeas corpus, ως κατ΄επανάληψη έχει νομολογηθεί.  (Βλ. ΄Αρθρο 18ΠΣΤ, Guo Shuying v. Δημοκρατίας κ.ά. (2012)1 Α.Α.Δ. 2725 και Fasel v. Δημοκρατίας Π.Ε.236/15 ημ. 31.3.2016).  Η εξέταση του Διοικητικού Δικαστηρίου περιορίζεται στο κατά πόσο στις 13.8.2021 υπήρχαν ή όχι δεδομένα που καθιστούσαν νόμιμη την απέλαση και την κράτηση.  Εξ άλλου αυτό ζητείτο με την αίτηση ακύρωσης.  Η αντέφεση συνεπώς θα πρέπει να επιτύχει.

 

Αυτή η κρίση και κατάληξη θεωρούμε είναι συναφής και με την έφεση.  Με τους τρεις από τους τέσσερεις λόγους εκ του Εφετηρίου, προσβάλλεται, στην ουσία, το θέμα των μεταγενέστερων Αιτήσεων του Εφεσείοντα.  Όμως, όπως ήδη εξηγήσαμε, το Δικαστήριο έσφαλε στο ότι ασχολήθηκε με μεταγενέστερα της επίδικης διοικητικής πράξης γεγονότα.  Δεν είχε δικαιοδοσία ούτε εξουσία να το πράξει. (Bλ. Σπανούδη ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Α.Ε.50/2015, 28.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:C35, ECLI:CY:AD:2022:C35 και Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 3/2020, 28.1.2022). ΄Αλλωστε, η κράτηση ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την απέλαση, αφού για να είναι νόμιμη πρέπει να λαμβάνονται ενέργειες προς το σκοπό απέλασης.  Οπότε ο διαχωρισμός που επιχειρήθηκε δεν ήταν δόκιμος (βλ. M.A. v. Cyprus Appl. No.41872/10, 23.7.2013 και Fasel v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω)).»

 

Ενόψει της ως άνω δεσμευτικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα όσα προβάλλει ο Αιτητής με τον πρώτο και δεύτερο λόγο ακύρωσης, ως αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση, περί της νέας μεταγενέστερης αίτησης του ημερομηνίας 19.5.2026, της απόφασης επ’ αυτής ημερομηνίας 5.6.2026 και της μη επίδοσής της (τουλάχιστον μέχρι την καταχώριση των αγορεύσεων), καθώς και περί της διαδικασίας επαναξιολόγησης και επανεξέτασης της κράτησης του ημερομηνίας 9.7.2026, αφορούν μεταγενέστερα γεγονότα και δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων και ως εκ τούτου απορρίπτονται.

 

Περαιτέρω, ούτε και ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι, ενόψει της υποβολής μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας, η απόφαση επί της οποίας δεν του είχε επιδοθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της γραπτής του αγόρευσης, συνεπάγεται τη διατήρηση της ιδιότητας του ως αιτητή διεθνούς προστασίας και, συνακόλουθα, δικαιώματος παραμονής στη Δημοκρατία, ευσταθεί.

 

Σύμφωνα και με τη σχετική πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου μετά την κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη δεν μεταβάλλει το καθεστώς του ούτε του προσδίδει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, εφόσον η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής, δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αιτήσεως ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απερρίφθη (βλ. Madber ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 8/2022, ημερομηνίας 17.11.2022). Η ως άνω αρχή επιβεβαιώθηκε και με την απόφαση Nsah ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 20/2024, ημερομηνίας 22.10.2024, η οποία προχωρώντας ένα βήμα περαιτέρω δέχεται ότι αυτή εφαρμόζεται ακόμη και εάν η μεταγενέστερη αίτηση υποβλήθηκε πριν την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Η ίδια αρχή, κατά μείζονα λόγο, ισχύει και ως προς την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ημερομηνίας 16.1.2026, η οποία όχι μόνο υποβλήθηκε αλλά και κρίθηκε απαράδεκτη στις 25.2.2026 και επιδόθηκε στον Αιτητή στις 23.4.2026, δηλαδή πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, με αποτέλεσμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, 11.5.2026, να μην εκκρεμεί οποιαδήποτε αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, ούτε η επίκληση του άρθρου 4 του Ν.158(Ι)/1999 από τον Αιτητή δύναται να εξεταστεί, διότι αφορά την κοινοποίηση της απόφασης της 5.6.2026 επί της μεταγενέστερης αιτήσεως του, η οποία δεν αποτελεί τη βάση των προσβαλλόμενων πράξεων. Για τον ίδιο λόγο, ο σχετικός ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερείδεται στην ίδια μεταγενέστερη και μη επιδοθείσα απόφαση και δε δύναται ομοίως να θεμελιώσει ακυρότητα πράξεων που προηγήθηκαν χρονικά αυτής. Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η απόφαση αυτή έχει έκτοτε επιδοθεί στον Αιτητή και ο τελευταίος άσκησε εναντίον της νέα προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ, ο ισχυρισμός περί στέρησης του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής έχει ουσιαστικά καταστεί άνευ αντικειμένου.

 

Ως προς την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και την έκδοση του διατάγματος απέλασης στη βάση αυτής, σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας στις 2.12.2025 από το ΔΔΔΠ και η παραμονή του Αιτητή στη Δημοκρατία από τότε, όπως καταγράφονται στην επιστολή της ΥΑΜ και στις προσβαλλόμενες πράξεις, δεν αμφισβητούνται από τον ίδιο. Κατά τη νομολογία, ο απορριφθείς αιτητής ασύλου, ο οποίος δεν έχει άδεια παραμονής και παραμένει μετά την τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματός του, κηρύσσεται νομίμως απαγορευμένος μετανάστης και ορθώς ενόψει τούτου εκδίδεται διάταγμα απέλασης. Στην απόφαση E.S.K. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 2153/2023, ημερομηνίας 23/1/2024, λέχθηκε ότι:

 

«Καθοριστική είναι η διαπίστωση, την οποία ο αιτητής φαίνεται να παραβλέπει και την οποία ορθώς υποδεικνύει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, ότι ο αιτητής και επί τη βάση των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1)  του Κεφ. 105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, την οποία ο αιτητής ουδόλως αμφισβητεί. Συνεπακόλουθα καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης βάσει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105) αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 17.12.23 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις  20.11.23, όταν και απορρίφθηκε η προσφυγή του από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στο σώμα της επίδικης απόφασης.»

 

Δεν προκύπτει, συνεπώς, οποιαδήποτε πλάνη ή παράλειψη έρευνας από τους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού η ΥΑΜ κατέγραψε στην επιστολή της το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή, το οποίο ο ίδιος δεν αμφισβητεί ως ανακριβές, και το τεκμήριο κανονικότητας δεν ανατράπηκε.

 

Ως προς την αίτηση του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ(4) του Νόμου, την οποία επικαλείται σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί ελλιπούς έρευνας και πλάνης στην αίτηση ακυρώσεως του και η οποία υποβλήθηκε λίγες μέρες πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, παρά το ότι δεν αναπτύσσεται και δεν εξειδικεύεται στην γραπτή του αγόρευση, τονίζω ότι το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα του Υπουργικού Συμβουλίου να χορηγήσει, ανά πάσα στιγμή, άδεια παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς, οπότε δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής ή, αν έχει εκδοθεί, ανακαλείται ή αναστέλλεται. Σε καμιά περίπτωση όμως η εκκρεμότητα τέτοιου αιτήματος δεν αναστέλλει τη δυνατότητα έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων και επ’ ουδενί δε μπορεί να αποτελέσει έρεισμα ακύρωσης αυτών (βλ. Joel Luzolana Miguel ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 619/2026, ημερομηνίας 1.7.2026, και G.T. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1378/2024(i), ημερομηνίας 14.1.2025). Συμπληρωματικά, παραπέμπω και στην απόφαση Ijeoma Juliet Nwankwo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 670/2026, ημερομηνίας 30.7.2026, στην οποία κρίθηκε ότι αίτημα του άρθρου 18ΟΗ(4) που δεν είχε τύχει απάντησης ήταν ενώπιον της Διευθύντριας και, σύμφωνα με το τεκμήριο κανονικότητας, λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των πράξεων.

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο ακύρωσης του, ο Αιτητής ισχυρίζεται παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω του ότι στο Μπουρουντί επικρατεί καθεστώς συστηματικών διώξεων, αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων και εξαφανίσεων μελών και υποστηρικτών της αντιπολίτευσης (CNL), οργάνωση στην οποία ανήκει ο Αιτητής. Περαιτέρω, προβάλλει ζήτημα αναφορικά με τη νομιμότητα της κράτησης, εφόσον δεν υπάρχει εύλογη, ως ισχυρίζεται, προοπτική απομάκρυνσης, εφόσον η απέλαση είναι ανέφικτη και συνεπώς η διατήρηση της μετατρέπεται σε παράνομη τιμωρητική ποινή.

 

Διακρίνω, καταρχάς, το ζήτημα αυτό από την εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η οποία ανήκει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Το παρόν Δικαστήριο εξετάζει αντ' αυτού τη διακριτή, αυτοτελώς απορρέουσα από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 7 του Συντάγματος, υποχρέωση της Διοίκησης να μην εκτελέσει απέλαση, η οποία θα εξέθετε το πρόσωπο σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Το βάρος απόδειξης όμως ουσιαστικού κινδύνου μεταχείρισης, αντίθετης προς τα άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ, το φέρει ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να έχει προβάλει και τεκμηριώσει σχετικό ισχυρισμό ενώπιον της Διοίκησης πριν από την έκδοση της πράξης. Όπως, λέχθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου B.M.F. ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ Αρ. 2/2026 ημερομηνίας 14.7.2026:

 

«Για τους λόγους αυτούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι όποιοι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα περί φόβου δίωξης του ή πραγματικού κινδύνου να υποστεί βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, δεν στοιχειοθετούνται.  Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου του εναρμονίζεται με τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αλλοδαπό να προβάλει και στοιχειοθετήσει ενώπιον των αρχών την σε βάρος του παράβαση της πιο πάνω αρχής, λόγω της απομάκρυνσης του από την ημεδαπή (βλ. Αίτηση 26417/10 OUABOUR c. BELGIQUE, απόφαση Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 2.6.2015, παράγραφος 64).»

 

Στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1507/2023, ημερομηνίας 25.10.2023, λέχθηκε ότι:

 

«Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ' επάναληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ' εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Οliveri κατά Land Baden-Wϋrtenmberg σκέψεις 77-79).

 

Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.»

 

Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Rajon Abdus Sobhan ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 477/2026, ημερομηνίας 30.6.2026 κρίθηκε ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή, καθότι η εκτίμηση του κινδύνου είχε ήδη εξεταστεί από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν απείχε χρονικά από την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε κατά την έκδοση της τελευταίας απόφασης επιστροφής.

 

Εν προκειμένω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στο Μπουρουντί τα έχει προσκομίσει στην Υπηρεσία Ασύλου και κατά συνέπεια ήταν ενώπιον της διοίκησης. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι που επικαλέστηκε ο Αιτητής εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου όσο από το ΔΔΔΠ, ενώ τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κρίθηκαν απαράδεκτες. Επιπλέον, δεν προκύπτει από το διοικητικό φάκελο ότι ο Αιτητής έθεσε ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση, πριν από την έκδοση των πράξεων, νέο και εξατομικευμένο στοιχείο κινδύνου, πέραν των γενικών εκθέσεων της αίτησης του άρθρου 18ΟΗ(4), για το νομικό καθεστώς της οποίας αναφέρθηκα ανωτέρω.

 

Ως προς το διάταγμα κράτησης, το άρθρο 14(1) του Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 18ΠΣΤ(1), επιτρέπει την κράτηση για σκοπούς απέλασης, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εκτός εάν επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Κατά το άρθρο 18ΟΔ, «κίνδυνος διαφυγής» σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους απαριθμούμενους λόγους, μεταξύ των οποίων η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, η δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης και η μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής. Στην απόφαση Pierrot Ileka Nganya ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 599/2026, ημερομηνίας 20.7.2026, με παραπομπή στην Magdalin Mensah ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 5735/2013, ημερομηνίας 9.8.2013, λέχθηκε ότι:

 

«Εξάλλου στην εν λόγω Έκθεση της ΥΑΜ, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απερρίφθη ως απερρίφθη και η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ αλλά και ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία αλλά και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων πέραν της κράτησης του ως επίσης δεν παραβιάζεται η αρχή της επαναπροώθησης.

 

Τα πιο πάνω δείχνουν, κατά την κρίση μου, ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η παρούσα περίπτωση δεν προσφερόταν. Θεωρώ ότι η κρίση τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι αναλογική και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της Νομολογίας (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013, Υπ. Αρ. 716/2014 El Khouri v. Δημοκρατίας ημερ. 24.06.2016  Υπ. Αρ. 3/2021 Muhammad v Δημοκρατίας ημερ. 24.11.2021, Υπ. αρ. 547/23 J S ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 30.06.2023 μεταξύ άλλων) η οποία μάλιστα έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής «εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή» (αλλά και δεδομένου του ορισμού «κίνδυνος διαφυγής» δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ του Κεφ. 105 λόγω μεταξύ άλλων, στη δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής), δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας του διατάγματος κράτησης ούτε παραβιάζεται το πιο πάνω άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος διαφυγής στηρίζεται, κατά το διάταγμα και την επιστολή της ΥΑΜ, στη μη συμμόρφωση του Αιτητή με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, στην άρνησή του να αναχωρήσει και στη μη σταθερή διεύθυνση διαμονής. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία επί πέντε μήνες μετά την τελεσίδικη απόρριψη του αιτήματός του, είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης και δεν είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής. Δεν φαίνεται ο Αιτητής να έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο τα ευρήματα της ΥΑΜ ή να ισχυρίζεται ότι διέθετε σταθερή ή δηλωμένη διεύθυνση διαμονής, ενώ δεν προβάλλει προσωπικές ή οικογενειακές περιστάσεις που να σχετίζονται με τον κίνδυνο διαφυγής.

 

Δεν απαιτείται, κατά πάγια νομολογία, απόδειξη βεβαιότητας διαφυγής παρά μόνο εύλογη πιθανότητα (βλ. BAJ SINGH ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1113/2025, ημερομηνίας 23.1.2026), η δε ίδια η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει, κατά τη νομολογία, λογικά τον κίνδυνο διαφυγής, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη απτή μαρτυρία, εναπόκειται δε στην κρίση της διοίκησης η αξιολόγηση των επιμέρους συνθηκών της κάθε υπόθεσης (βλ. Magdalin Mensah ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 5735/2013, ημερομηνίας 9.8.2013, Cedrick Mufankolo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 689/2026, ημερομηνίας 23.7.2026). Δεν εντοπίζω, συνεπώς, βάσιμο έρεισμα στον ισχυρισμό του Αιτητή περί μη νόμιμης στοιχειοθέτησης κινδύνου διαφυγής, ούτε στον ισχυρισμό ότι η σχετική αιτιολογία είναι ανυπόστατη ή παραπλανητική, αφού αυτή παραπέμπει ρητά στα ίδια αυτά στοιχεία του φακέλου.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, τονίζω ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 18ΠΣΤ(1), η επιλογή μεταξύ κράτησης και άλλων επαρκών αλλά λιγότερο αναγκαστικών μέτρων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και δε συνιστά δέσμια αρμοδιότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων σε κάθε περίπτωση. Ως αναφέρθηκε και στην απόφαση T.D.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 325/2025, ημερομηνίας 23.5.2025 «…, έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.», ενώ η στοιχειοθέτηση κινδύνου διαφυγής στη μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και στην απροθυμία επαναπατρισμού αρκεί, χωρίς περαιτέρω αναζήτηση εναλλακτικών μέτρων.

 

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, επί ακριβώς αυτού του σημείου, H.K. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 18/2026, ημερομηνίας 7.9.2026, ο διοικητικός φάκελος περιείχε σημείωμα της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια, στο οποίο καταγραφόταν ότι ο αλλοδαπός είχε δηλώσει, σε προφορική συνέντευξη, ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα του, και εισηγείτο, για τον λόγο αυτό, την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι:

 

«Τα προρρηθέντα καταδεικνύουν ότι η ΥΑΜ, αφενός, ασχολήθηκε με τη δυνατότητα εφαρμογής υπαλλακτικών (της κράτησης) μέτρων και, αφετέρου, έκρινε ότι αυτή η δυνατότητα δεν υφίστατο λόγω της στάσης του ίδιου του Εφεσείοντα.

 

Δεδομένου ότι τα ανωτέρω ήταν υπόψη της Διευθύντριας κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, μπορεί να θεωρηθεί ότι υιοθέτησε και την προρρηθείσα άποψη της ΥΑΜ όταν υιοθετούσε την εισήγησή της προς έκδοση του διατάγματος κράτησης η οποία ακριβώς ερείδεται στην άνω  άποψη.

 

Αυτό επιβεβαιώνεται από την εξής ρητή αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης:

 

«Δεδομένου [sic] της μη συμμόρφωσης του/της με προηγούμενη απόφαση επιστροφής και της απροθυμίας του/της για επαναπατρισμό, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.».

 

Βάσει των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, η αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής (προηγούμενη, έναντι του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης ημερ. 15.2.2026) ευλόγως τεκμαίρεται ότι εννοεί την απορριπτική διοικητική απόφαση ημερ. 5.7.2023 η οποία, όχι μόνο απορρίπτει την αίτηση ημερ. 31.10.2022 του Εφεσείοντα για δελτίο διαμονής αλλά τερματίζει το δικαίωμα διαμονής του και τον καλεί να αναχωρήσει από την Κύπρο εντός τριάντα ημερών.

 

Συνάγεται ότι είναι αβάσιμη η θέση του Εφεσείοντα πως το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε σε παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας.»

 

Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπέδειξε συγκεκριμένο εναλλακτικό μέτρο πριν από την έκδοση του διατάγματος και η κρίση περί μη επάρκειάς τους δεν μπορεί να λεχθεί αυθαίρετη ή αναιτιολόγητη, ενόψει της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία επί πέντε μήνες, της μη συμμόρφωσης του και της απουσίας σταθερής διεύθυνσης διαμονής. Ο ισχυρισμός περί κυκλικής απόρριψης εναλλακτικών μέτρων προβάλλεται σε σχέση με την επανεξέταση της κράτησης του, η οποία διενεργήθηκε στις 9.7.2026, η οποία όμως, ως μεταγενέστερη, εκφεύγει του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου, όπως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω. Δεν εντοπίζω, συνεπώς, στοιχεία που να καθιστούν την κράτηση δυσανάλογη και ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Τέλος, τα όσα προβάλλει ο Αιτητής, στην παρ. 3.1.2. του τρίτου λόγου της γραπτής του αγόρευσης, περί του ότι η κράτηση του θα διατηρηθεί και πως αυτή θα μετατραπεί σε παράνομη τιμωρητική ποινή, επειδή η απέλαση του είναι ανέφικτη, κατά παράβαση του άρθρου 18ΠΣΤ(6), αφορά ζήτημα μελλοντικό και ενδεχόμενο, ενώ σχετίζεται και με τη διάρκεια της κράτησης, η νομιμότητα της οποίας εξετάζεται αποκλειστικά μέσω αίτησης για έκδοση του προνομιακού εντάλματος habeas corpus ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος και του άρθρου 18ΠΣΤ(5) του Νόμου, και εκφεύγουν, για τον ίδιο λόγο με όσα ήδη κρίθηκαν ανωτέρω, της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

 

 

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, το διάταγμα απέλασής του, με την πενταετή απαγόρευση επανεισόδου, και το διάταγμα κράτησής του εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν επαρκούς έρευνας και με επαρκή αιτιολογία, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση, και ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται στο σύνολό της και οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται δυνάμει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Απορρίπτεται, συνακόλουθα, και το αιτητικό Ε περί άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή.

 

Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1800 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο