ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθ. αρ. 821/2026, 18/9/2026
print
Τίτλος:
ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθ. αρ. 821/2026, 18/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

    (Υπόθ. αρ. 821/2026(Κ)(iJ))

18 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ROMANI MARZOUK ISHAK YOUSSEF

Αιτητής,

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Αίτηση ημερ. 13.8.2026 για προσαγωγή μαρτυρίας

 

Νατάσα Χαραλαμπίδου, για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η    Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 9.6.2026, με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

  Η προσφυγή καταχωρίστηκε στις 30.7.2026, η Ένσταση της Δημοκρατίας στις 6.8.2026, η γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή, στις 10.8.2026 και ακολούθησε στις 25.8.2026, η καταχώριση της γραπτής αγόρευσης της Δημοκρατίας. Η υπόθεση είχε οριστεί για διευκρινίσεις στις 3.9.2026.

 

  Στο μεταξύ, στις 13.8.2026, καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση αίτηση, με την οποία ο αιτητής ζητά από το Δικαστήριο, τα ακόλουθα:-

«Α. Διάταγμα και/ή Οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίον να παρέχεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας με την μορφή Ένορκης Δήλωσης του ROMANΙ MARZOUK ISHAK YOUSSEF, ως η προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση του η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προς απόδειξη του γεγονότος ότι κατά τη σύλληψη του στις 09/06/2026 είχε αναφέρει στους αστυνομικούς ότι συμβιώνει με την Ελληνοκύπρια αρραβωνιαστικιά του, η οποία κυοφορεί στον 5ον μήνα το τέκνο τους».

 

  Η αίτηση στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, στους Κανονισμούς 10, 11, 12, 17, 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, όπως επίσης και στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

  Στηρίζεται επί της ενόρκου δηλώσεως του ίδιου του αιτητή, ο οποίος αναφέρει πως κατά τη μελέτη της Ένστασης, διαπίστωσε πως στην παράγραφο 4 των γεγονότων που καταγράφονται σε αυτήν, αναφέρεται πως ο ίδιος δεν δήλωσε ότι διατηρεί σταθερή σχέση με Ελληνοκύπρια, ούτε ότι αυτή κυοφορεί το τέκνο του, ισχυρισμοί που είναι αναληθείς. Όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια της σύλληψής του από την ΥΑΜ Λευκωσίας, όταν τον μετέφεραν από τις Κεντρικές Φυλακές (στις οποίες εξέτιε ποινή φυλάκισης για προστίματα) προς το ΧΩΚΑΜ Λίμνες, το πρώτο πράγμα που ανέφερε στον αστυνομικό ήταν η ύπαρξη της κυοφορούσας αρραβωνιαστικιάς του, με την οποία τέλεσε αρραβώνα στο Μοναστήρι του Κύκκου, αναφέροντάς τους πως μπορούσε να τους προσκομίσει ιατρική βεβαίωση από τον γυναικολόγο. Αναφέρει επίσης πως αργότερα, όταν πήρε τηλέφωνο την Ελληνοκύπρια, αυτή του ανέφερε πως ένας αστυνομικός επικοινώνησε μαζί της και του επιβεβαίωσε τα όσα του ανέφερε ο ίδιος ο αιτητής.

 

  Σύμφωνα με τον ομνύων, η τότε δικηγόρος του, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας στην οποία επεσύναπτε ένορκη δήλωση της Ελληνοκύπριας, καθώς επίσης και βεβαίωση του γυναικολόγου που επιβεβαίωνε την εγκυμοσύνη της, ζητώντας την αναστολή των εναντίον του αιτητή διαταγμάτων, όπως και άδεια για υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής ως επισκέπτη, προκειμένου να τελέσει γάμο.

 

  Γίνεται αναφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβη μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ενώ ισχυρίζεται πως η Διευθύντρια βρισκόταν υπό πραγματική αλλά και νομική πλάνη σε ό,τι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, οι οποίες αγνοήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν, ούτε και συνυπολογίστηκαν. Αναφέρει πως ο ίδιος φώναζε για την οικογένειά του και οι αστυνομικοί της ΥΑΜ κώφευαν.

 

  Βάσει των όσων διατείνεται ο ενόρκως δηλών, με την σκοπούμενη να προσαχθεί μαρτυρία δεν επιχειρείται η τροποποίηση ή διαφοροποίηση των γεγονότων που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διοικητικών πράξεων, αλλά επιχειρείται η συμπερίληψη στο διοικητικό φάκελο όλης της αναγκαίας μαρτυρίας που οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να συλλέξουν. Όλη η προτεινόμενη να προσαχθεί μαρτυρία, σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα και αποδεικνύει την ελλιπή έρευνα και ουσιώδη πλάνη στην οποία βρίσκονταν οι καθ΄ων η αίτηση, τη στιγμή που τα συγκεκριμένα στοιχεία έπρεπε να βρίσκονται μέσα στον διοικητικό φάκελο. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, η σκοπούμενη να προσαχθεί μαρτυρία εκ μέρους του ίδιου του αιτητή.

 

  Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εκδίκαση αιτήσεως, λαμβανομένου υπόψη και του σύντομου χρόνου εκδίκασης της προσφυγής. Η προτεινόμενη να προσαχθεί μαρτυρία, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, καθότι αυτή δεν μπορεί να τεκμηριώσει οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης, βρίσκεται εκτός των διοικητικών φακέλων και της έκθεσης της ΥΑΜ και σε περίπτωση που επιτραπεί, αυτή θα αλλοιώσει και θα μεταβάλει ολοκληρωτικά τους ισχυρισμούς του αιτητή, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά το στάδιο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

 

  Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εφοδίασαν το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες η κάθε πλευρά παραθέτει τις θέσεις της.

 

  Η γενική νομολογιακή αρχή είναι πως, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας, εάν αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και αποδεικτική εγειρόμενου λόγου ακύρωσης, ενώ αποκλείεται γενικά και για οποιοδήποτε σκοπό, η εξέταση στοιχείων που προσάγονται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο.

 

  Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, έχει διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, πάντοτε με γνώμονα τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα και την αποδεικτικότητα οποιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση (Δημοκρατία ν. C. Kassinos Construction Ltd (1990) 3 A.A.Δ. 3835, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ 145, Ιακωβίδης ν. Ε.Δ.Υ. (1997) 3 Α.Α.Δ. 28, Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατíaς (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, A.E. 49/2012, Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 7.2.2018, Ε.Δ.Δ. 10/2021 Χαριλάου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29.5.2026).

 

  Στην Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. ν. D.J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium (2015) 3 Α.Δ.Δ. 406, κρίθηκε πως δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας που να αλλοιώνει του περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, προς ενίσχυση του κύρους της προσβαλλόμενης διοικητικής αποφάσεως. Επ΄αυτού, σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ε.Δ.Δ. 5/2016, Χριστόδουλος Καρμιώτης Λτδ ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 12.5.2025, σύμφωνα με την οποία οι αιτητές, μπορούν να επιδιώξουν να αποδείξουν λόγους ακύρωσης περί πλάνης της διοίκησης περί τα πράγματα ή ελλιπούς έρευνας, με την προσαγωγή σχετικής και κατάλληλης μαρτυρίας, προς υποστήριξη των λόγων ακύρωσης. Ενώ, η αλλοίωση του διοικητικού φακέλου, δεν είναι δυνατόν να γίνει από την διοίκηση προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της απόφασης που ελήφθη.

 

  Η παροχή άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση της μαρτυρίας, άλλης από το διοικητικό φάκελο και μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, οι οποίοι ισχύουν κατ’ αναλογίαν, εν προκειμένω, στη βάση του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015.

 

  Τα επίδικα θέματα, πέραν από εκείνα που μπορούν να εξεταστούν αυτεπάγγελτα, προσδιορίζονται από την αντιπαραβολή των εγγράφων προτάσεων.

 

  Εκ των πιο πάνω διαμορφωθεισών νομολογιακών αρχών, προκύπτει ότι κυρίαρχο στοιχείο είναι το κατά πόσον η προτεινόμενη μαρτυρία είναι εύλογα σχετική, αλλά και αποδεικτική προς οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα που σχετίζεται με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και προσδιορίζεται στις έγγραφες προτάσεις, εν προκειμένω, στην αίτηση ακυρώσεως.

 

  Αναφέρεται πως για σκοπούς εκδίκασης της υπό κρίση αιτήσεως, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, προσκόμισε τον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1.

 

  Όπως αναφέρεται στην παράγραφο Α της αιτήσεως, σκοπός της προτεινόμενης να προσαχθεί μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, είναι η απόδειξη του γεγονός ότι, κατά τη σύλληψή του, στις 9.6.2026, είχε αναφέρει στους αστυνομικούς πως είναι αρραβωνιασμένος με Ελληνοκύπρια, η οποία κυοφορεί το τέκνο τους και βρίσκεται στον 5ο μήνα της εγκυμοσύνης της.

 

  Παρατηρώ, όμως, πως το γεγονός αυτό, δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο του διοικητικού φακέλου του αιτητή, προ της έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Ούτε πριν την σύλληψη, ούτε και από την κατάθεση του Αστυφύλακα της ΥΑΜ αρ. 2078, ούτε και από την έκθεση της ΥΑΜ.

 

  Τέθηκε στο προσκήνιο από την δικηγόρο του, μόλις στις 17.6.2026. Δηλαδή, 8 μέρες μετά τη σύλληψη του αιτητή και την έκδοση των εναντίον του διαταγμάτων.

 

  Θα αναμένετο να υφίστανται στον φάκελο του αιτητή, τα εν λόγω έγγραφα που επιμαρτυρούν την ύπαρξη οικογένειας από τον ίδιο, λαμβανομένου υπόψη πως αυτός διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 5.11.2024 που η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του ΔΔΔΠ, απερρίφθη.

 

  Αναφορά για την ύπαρξη Ελληνοκύπριας συντρόφου η οποία μάλιστα κυοφορεί, δεν περιλαμβάνεται σε κανένα έγγραφο του διοικητικού φακέλου. Ενώ στα γεγονότα της προσφυγής, καταγράφεται πως γνώρισε την Ελληνοκύπρια τον Μάιο του 2024 και από τον Αύγουστο του 2025 συγκατοικούν, λαμβανομένης υπόψη της παράνομης παραμονής του από 5.11.2024, θα αναμένετο να θέσει το ζήτημα αυτό και να υποβάλει, τότε, το κατάλληλο αίτημα ή και διάβημα, ενώ δεν εντοπίζεται στο Τεκμήριο 1, καμία αίτηση για χορήγηση άδειας με σκοπό την τέλεση γάμου. Τέτοιο αίτημα, υπεβλήθη για πρώτη φορά, μόλις στις 17.6.2026, μετά δηλαδή τον εδώ ουσιώδη χρόνο.

 

  Συνεπώς, η δήλωση της ύπαρξης οικογένειας εκ μέρους του αιτητή, υποβάλλεται για πρώτη φορά στα πλαίσια των γεγονότων της προσφυγής και δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο του Τεκμηρίου 1. Ούτε και εντοπίζω σε αυτόν, οποιοδήποτε έγγραφο από την σύντροφο του αιτητή που να αναφέρεται σε επιθυμία της να χορηγηθεί στον αιτητή άδεια για τέλεση γάμου, πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παρά μόνον μετά.

 

  Επομένως, αποδοχή προσαγωγής της αιτούμενης μαρτυρίας, πως κατά τη σύλληψη του αιτητή δηλώθηκε η ύπαρξη οικογένειας, θα μεταβάλει τα στοιχεία του φακέλου, αφ’ ης στιγμής ουδέν προκύπτει εξ αυτού, πριν την έκδοση των διοικητικών αποφάσεων, είτε για ύπαρξη Ελληνοκύπριας συντρόφου, είτε για πρόθεση τέλεσης γάμου. Όλα αυτά τα στοιχεία, παρουσιάστηκαν 8 μέρες αργότερα από την σύλληψη, με την επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 17.6.2026, καθώς επίσης και στα πλαίσια της προσφυγής του.

 

  Πέραν των πιο πάνω, η προτεινόμενη να προσαχθεί μαρτυρία, δεν είναι εύλογα σχετική και αποδεικτική οποιουδήποτε επίδικου ζητήματος, που σχετίζεται με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία για την πατρότητα του τέκνου.

 

  Λαμβανομένου υπόψη πως δεν πρόκειται για σύζυγο και για τέκνο (έμβρυο) εντός γάμου, τυχόν αποδοχή τέτοιας φύσεως μαρτυρίας, χωρίς κανένα άλλο αποδεικτικό, θα οδηγούσε σε καταχρήσεις, αλλά και σε ανασφαλή συμπεράσματα.

 

  Επομένως, η προσαγωγή της αιτούμενης να προσαχθεί μαρτυρίας, δεν θα βοηθήσει σε οτιδήποτε τον αιτητή, καθότι το κατά πόσον είναι ή όχι έγκυος σύντροφος που παρουσιάζεται για πρώτη φορά και που ουδέποτε ζήτησε την χορήγηση άδειας προς τον αιτητή, τη στιγμή που ο ίδιος δεν είχε νόμιμη παραμονή στη Δημοκρατία, δεν αποτελεί και αποδεικτικό στοιχείο της πατρότητας του ιδίου, ούτε και αποδεικτικό στοιχείο εγειρόμενου λόγου ακύρωσης.

 

   Όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο αιτητής, ουδέποτε τέθηκαν υπόψη της διοίκησης, ούτε ζητήθηκε από την Ελληνοκύπρια - το όνομα της οποίας, θα πρέπει να λεχθεί πως,  παρουσιάζεται για πρώτη φορά μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων - η παραχώρηση άδειας παραμονής στον αιτητή στη Δημοκρατία, με σκοπό την  τέλεση γάμου, λαμβανομένου υπόψη πως διέμενε παράνομα από τον Νοέμβριο του 2024.

 

  Θα αναμένετο, τουλάχιστον, η ύπαρξη εγγραφών στον φάκελο με τα οποία να λαμβάνονται ενέργειες από την Ελληνοκύπρια προκειμένου ο σύντροφός της να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας, υπό νόμιμο καθεστώς. Τίποτε δεν εντοπίζεται προς αυτή την κατεύθυνση, πριν την έκδοση των εναντίον του αιτητή διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Ουδέποτε υπεβλήθη αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής με σκοπό την τέλεση γάμου, πριν τις 9.6.2026.

 

  Επομένως, το κατά πόσον δήλωσε ή όχι προς τη διοίκηση, την ύπαρξη κυοφορούσας συντρόφου κατά τη σύλληψή του, είναι αδιάφορο και επομένως, μη αποδεικτικό στοιχείο εγειρόμενου λόγου ακύρωσης. Το κρίσιμο χρονικό σημείο, δεν είναι να έχει δηλωθεί κατά τη σύλληψη, αλλά σε ανύποπτο χρόνο, λαμβανομένης υπόψη της αναφοράς στα γεγονότα της προσφυγής πως διατηρούσαν ήδη σχέση από τον Μάιο του 2024 και από τον Αύγουστο του 2025, συγκατοικούσαν.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με €800 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

  Λόγω του ότι ο αιτητής βρίσκεται υπό κράτηση, η υπόθεση ορίζεται για διευκρινίσεις στις 24.9.2026 και ώρα 8:30 π.μ.

 

  Απαντητική γραπτή αγόρευση να καταχωριστεί μέχρι τις 23.9.2026.

 

Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο