TAMARA SUCHYAN ν. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 920/2022, 21/9/2026
print
Τίτλος:
TAMARA SUCHYAN ν. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 920/2022, 21/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 920/2022(iJ))

21 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 TAMARA SUCHYAN

Αιτήτρια,

v.

 

ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Αλεξία Μαυρικίου, για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Γεώργιος Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:-

«Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 17.2.2022 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α), η οποία κοινοποιήθηκε και παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 24.02.2022, με την οποία απέρριψαν την αίτηση του [sic] για παράταση άδειας παραμονής και εργασίας του [sic], είναι άκυρη και/ή χωρίς οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα».

 

  Η αιτήτρια είναι υπήκοος Αρμενίας. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 28.9.2019 και στις 10.12.2019, τέλεσε γάμο με ομοεθνή της, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο. Στις 13.12.2019, ιδιωτικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας, απέστειλε στο Τμήμα Μετανάστευσης επιστολή, με την οποία ζητούσε έγκριση προκειμένου να επεκταθεί η θεώρηση της αιτήτριας για διαμονή στη Δημοκρατία. Στις 18.12.2019, της επιτράπηκε να αποταθεί ως επισκέπτρια με δικούς της πόρους συντήρησης από το εξωτερικό και έτσι, στις 30.12.2019 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση και/ή ανανέωση άδειας προσωρινής παραμονής, ως επισκέπτης. Της επεξηγήθηκε πως η αίτηση γίνεται δεκτή, υπό τον όρο της προσκόμισης εντός 15 ημερών τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά της, με εμβάσματα εξωτερικού.

 

  Έκτοτε, τίποτε δεν προσκομίστηκε από την αιτήτρια, ενώ φαίνεται να μην αναζήτησε ούτε και την τύχη της αιτήσεως που είχε υποβάλει στις 30.12.2019. Η εν λόγω αίτηση, έτυχε εν τέλει απόρριψης, όπως αυτό της γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 16.4.2021.

 

  Δύο χρόνια αργότερα από την υποβολή της αιτήσεως, ζεύγος Αρμενίων μόνιμων κατοίκων Λευκωσίας, ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών με επιστολή ημερομηνίας 6.12.2021, όπως δοθεί άδεια εργοδότησης της αιτήτριας, ως οικιακής βοηθού. Στις 16.12.2021, ο Εκπρόσωπος της Αρμενικής Κοινότητας στην Κύπρο, γνωστοποίησε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών, με την οποία ζητούσε έγκριση για έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας της αιτήτριας, στην οικία του προαναφερόμενου ζεύγους.

  Με σημείωμα που τέθηκε υπόψιν του Υπουργού Εσωτερικών, ενημερώθηκε πως η αίτηση που είχε υποβάλει η αιτήτρια στις 30.12.2019, είχε απορριφθεί και πως έκτοτε, αυτή διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ενόψει τούτου, ο Υπουργός Εσωτερικών, αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος, όπως αυτό γνωστοποιήθηκε στον Εκπρόσωπο της Αρμενικής Κοινότητας, με επιστολή ημερομηνίας 17.2.2022, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας, ημερομηνίας 16/12/2021, προς το Υπουργείο Εσωτερικών, με την οποία ζητάτε όπως παραχωρηθεί άδεια παραμονής και εργασίας στην πιο πάνω αλλοδαπή για να εργαστεί μαζί με τον κ. Τ […] Π[…] ως οικιακή εργαζόμενη και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημα σας απορρίπτεται, λόγω μακράς παράνομης παραμονής της αλλοδαπής στη Δημοκρατία, ως η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών.

Ενόψει των πιο πάνω παρακαλείστε όπως συμβουλεύσετε την αλλοδαπή όπως αναχωρήσει άμεσα από την Κύπρο, διαφορετικά θα ληφθούν μέτρα για την απομάκρυνση της».

 

  Η νομιμότητα της πιο πάνω αναφερόμενης διοικητικής απόφασης, συνιστά το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας, προωθούνται ισχυρισμοί περί κατάχρησης εξουσίας και παράβασης της αρχής της καλής πίστης. Σύμφωνα με τις θέσεις της, στις 16.12.2021, υπέβαλε αίτηση μέσω του εκπροσώπου της Αρμενικής Κοινότητας για έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, η οποία απερρίφθη, χωρίς να ληφθεί υπόψη πως από το 2019 που βρισκόταν στην Κύπρο, έχει ενσωματωθεί πλήρως στην Κυπριακή κοινωνία και μιλά πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα με την δικηγόρο της, η παράλειψη της διοίκησης να την απελάσει, της έχει δημιουργήσει μία ευνοϊκή κατάσταση, την οποία οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να συνυπολογίσουν.

 

  Από την άλλη, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση, αναφέρει πως η διαμονή της στη Δημοκρατία από το 2019 μέχρι και το 2022, δεν στηρίχθηκε ποτέ σε οποιαδήποτε άδεια και συνεπώς, ουδέποτε είχε νόμιμο δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, λόγος ο οποίος είναι απολύτως επαρκής για απόρριψη οποιασδήποτε μεταγενέστερης αιτήσεως. Εις απάντηση στις θέσεις της πως η ίδια έχει ενσωματωθεί στην Κυπριακή κοινωνία και γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα, υποστηρίζει πως αυτό, δεν είναι ικανό στοιχείο προκειμένου να μετατρέψει την παράνομη παραμονή της σε νόμιμη.

 

  Έχοντας εξετάσει τα ενώπιον μου επίδικα ζητήματα, υπό το φως του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στη διαδικασία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, κρίνω πως η προσφυγή δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.

 

  Καταρχήν, το καθεστώς της αιτήτριας στη Δημοκρατία, ουδέποτε νομιμοποιήθηκε με έκδοση οποιασδήποτε άδειας παραμονής. Η μοναδική αίτηση που είχε υποβάλει η ίδια στις 30.12.2019 για έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής ως επισκέπτη (σελιδώσεις 258 – 252 Τεκμηρίου 1), απερρίφθη στις 16.4.2021.

 

  Έκτοτε, η αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιαδήποτε άλλη άδεια προκειμένου να νομιμοποιήσει το καθεστώς της στη Δημοκρατία και διέμενε παράνομα.

 

  Η εδώ προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση ημερομηνίας 17.2.2022, αφορούσε σε αίτημα που είχε υποβάλει ζεύγος που διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία, για εργοδότηση της αιτήτριας, η οποία διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από το 2019. Αυτό το αίτημα απερρίφθη και προσφυγή άσκησε η αιτήτρια κι όχι το ζεύγος που αιτήθηκε να εργοδοτήσει την αιτήτρια.

 

  Νομιμοποίηση αμφισβήτησης της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, είχε το ζεύγος το αίτημα του οποίου απερρίφθη και όχι η ίδια η αιτήτρια, η οποία δεν ήταν ούτε και ο αποδέκτης της διοικητικής αυτής αποφάσεως.

 

  Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και εάν θεωρηθεί πως υπάρχει έννομο συμφέρον της αιτήτριας προς προσβολή και αμφισβήτηση της εν λόγω διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 17.2.2022 και πάλιν η προσφυγή δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.

 

  Η παράνομη παραμονή της στη Δημοκρατία από το 2019, χωρίς η αιτήτρια να λάβει έκτοτε οποιαδήποτε διαβήματα και χωρίς έστω να αναζητήσει την τύχη της αιτήσεως και την έκδοση άδειας παραμονής της στη Δημοκρατία, συνιστούσε επαρκές νομιμοποιητικό έρεισμα της απόρριψης οποιασδήποτε μεταγενέστερης αιτήσεως.  

 

  Κρίνονται ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της πως δεν λήφθηκε υπόψη η γνώση της Ελληνικής γλώσσας και της ενσωμάτωσής της στην Κυπριακή κοινωνία, καθότι όλη της η παραμονή στη Δημοκρατία, ήταν ουσιαστικά παράνομη και δεν είναι δυνατή η άντληση δικαιωμάτων από παράνομο καθεστώς διαμονής. Στην Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191, κρίθηκε πως η καλή πίστη δεν συναρτάται με τον υπερακοντισμό της νομιμότητας στη λειτουργία της Διοίκησης και δεν υπερφαλαγγίζει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της διοίκησης, που είναι συνυφασμένη, όπως και κάθε κρατική λειτουργία, με την αρχή του κράτους δικαίου (Ε.Δ.Δ. 26/2020 Κούμουλλου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 13.12.2024).

 

  Για όλους τους πιο πάνω λόγους,  η επίδικη διοικητική απόφαση κρίνεται ως νόμιμη και εύλογη υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων και δεδομένων.

 

  Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                 

 

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο