ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1002/2026 (Κ)
30 Οκτωβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
RANJIT SINGH
Αιτητή
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ' ων η αίτηση
------------------
Νατάσα Χαραλαμπίδου, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μαρίνα Φιλίππου, για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει δύο πράξεις των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 1.9.2026, ήτοι την απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «ο Νόμος»), που περιλαμβάνει πενταετή απαγόρευση επανεισόδου και την έκδοση διατάγματος κράτησής του δυνάμει του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου, λόγω κινδύνου διαφυγής. Με το αιτητικό Γ ζητείται δήλωση ότι η απόφαση επιστροφής του Αιτητή είναι παράνομη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο Αιτητής, υπήκοος Ινδίας, αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 25.2.2017, ως φοιτητής και κατείχε άδεια διαμονής μέχρι τις 23.2.2019. Η αίτηση ασύλου που υπέβαλε στις 8.4.2019 αποσύρθηκε, ενώ το αίτημα του για επανάνοιγμα του φακέλου του απορρίφθηκε στις 21.5.2022. Κατά της εν λόγω απόρριψης υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία, επίσης, απορρίφθηκε στις 28.11.2022.
Στις 20.2.2025 ο Αιτητής συνελήφθη από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας (εφεξής «η ΥΑΜ») και στις 21.2.2025 εκδόθηκαν κατά του Αιτητή, απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη, δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Νόμου λόγω παράνομης παραμονής από τις 28.11.2022, διάταγμα απέλασης και διάταγμα κράτησης. Στις 5.3.2025 και 11.3.2025 η τότε δικηγόρος του ενημέρωσε εγγράφως ότι συμβιώνει από το 2021 με πολίτιδα της Ένωσης, με την οποία απέκτησε στις 20.6.2023 τέκνο και στις 24.4.2025 διαβιβάστηκαν αποτελέσματα DNA που αποδεικνύουν ότι είναι πατέρας αυτού. Στις 6.6.2025, οι Καθ’ ων η Αίτηση ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης και ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος, με εισήγηση όπως διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα απέλασης μέχρι τη διευθέτηση της παραμονής του Αιτητή στη Δημοκρατία και προς τούτο επιβλήθηκαν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Ειδικότερα, καθορίστηκαν όροι, όπως εβδομαδιαία παρουσίαση του Αιτητή στην ΥΑΜ κάθε Δευτέρα, έκδοση διαβατηρίου για τον ίδιο και το τέκνο και η διευθέτηση της παραμονής του εντός 30 ημερών, με προειδοποίηση για εκ νέου κράτηση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Σημειώνεται ότι η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη ημερομηνίας 21.02.2025 δεν ακυρώθηκε και δεν προσβλήθηκε δικαστικώς.
Στις 23.7.2026 ο Αιτητής συνελήφθη εκ νέου για παράνομη παραμονή, ενώ κατόπιν προφορικής συνέντευξης του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Την ίδια ημέρα εκδόθηκαν ξανά τρεις νέες πράξεις, ειδοποίηση κήρυξης με το ίδιο περιεχόμενο όπως εκείνη του 2025, διάταγμα απέλασης και διάταγμα κράτησης στη βάση του διατάγματος απέλασης ίδιας ημερομηνίας. Στις 28.7.2026, ο Αιτητής υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη στις 19.8.2026. Ενδιάμεσα, στις 5.8.2026 η δικηγόρος του ζήτησε εγγράφως την εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ως πατέρα ανήλικου πολίτη της Ένωσης, με σκοπό τη διευθέτηση της παραμονής του. Με σημείωμα της ημερομηνίας 11.8.2026 η αρμόδια λειτουργός του Κλάδου Ελεύθερης Διακίνησης των Καθ’ ων η Αίτηση εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος, λόγω μη προσκόμισης βεβαίωσης εγγραφής της συντρόφου και διαβατηρίου του ανηλίκου, ενώ καταγράφηκε ότι δεν είχε ζητηθεί ούτε διενεργηθεί έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (εφεξής «οι ΥΚΕ»). Στις 12.8.2026 ο Αιτητής καταχώρισε την Προσφυγή Αρ. 878/2026 εναντίον των πράξεων της 23.7.2026, ενώ στις 26.8.2026 απορρίφθηκε το αίτημά του για εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων.
Την 1.9.2026, κατόπιν ενημερωτικού σημειώματος για σκοπούς επανεξέτασης των τελευταίων διαταγμάτων ημερομηνίας 23.07.2026 (βλ. ερ.246, Τεκ.1), ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ’ ων η Αίτηση, μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε την ανάκληση του νέου διατάγματος απέλασης, που εκδόθηκε, κατά τον ίδιο «λανθασμένα», ενόσω ίσχυε το διάταγμα απέλασης ημερομηνίας 21.02.2025, την ακύρωση του διατάγματος κράτησης, την αναζήτηση διευκρινίσεων από την Αστυνομία και την αποστολή επιστολής στις ΥΚΕ δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου. Αυθημερόν, ανακλήθηκε το διάταγμα απέλασης ημερομηνίας 23.7.2026 και εκδόθηκε νέα απόφαση κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και νέο διάταγμα κράτησης. Στην απόφαση κήρυξης δηλώνεται ότι ο Αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης λόγω παράνομης παραμονής από τις 28.11.2022 και λόγω μη συμμόρφωσης με τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, και συνεπεία τούτου εκδόθηκε και το Διάταγμα Κράτησης ίδιας ημερομηνίας, ενώ για το Διάταγμα απέλασης αναφέρεται ότι είχε ήδη εκδοθεί με σεβασμό στην αρχή της μη επαναπροώθησης.
Το προσβαλλόμενο Διάταγμα Κράτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο Αιτητής δε συμμορφώθηκε με τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα που του επιβλήθηκαν, ότι με διάταγμα απέλασης ημερομηνίας 10/08/2026 διατάχθηκε να παραμείνει εκτός Δημοκρατίας για πέντε έτη και ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, με την εξής αιτιολογία: «Δεδομένης της άρνησης του/της για επαναπατρισμό, της μη συμμόρφωσης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής και της μη τήρησης των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων που του επιβλήθηκαν, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.».
Η προσφυγή καταχωρίστηκε στις 18.9.2026, ενώ στις 25.9.2026, ήτοι μετά την καταχώριση της, το Τμήμα Μετανάστευσης απέστειλε επιστολή στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λάρνακας, ζητώντας τις απόψεις για το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.
Ο Αιτητής προβάλλει με τη γραπτή του αγόρευση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, ότι η κήρυξη του ως απαγορευμένος μετανάστης και το Διάταγμα Κράτησης ημερομηνίας 01.09.2026 είναι άκυρα, αφού, κατά τους ίδιους τους Καθ' ων η αίτηση, ίσχυε ήδη το διάταγμα απέλασης της 21.2.2025, ενώ το Διάταγμα Κράτησης στηρίζεται σε διάταγμα ημερομηνίας 10.8.2026 που ουδέποτε εκδόθηκε. Ισχυρίζεται ότι, ως πατέρας ανήλικου πολίτη της Ένωσης και σύντροφος πολίτιδας της Ένωσης, αντλεί δικαίωμα διαμονής από τον περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμο του 2007, Ν. 7(Ι)/2007 (εφεξής «ο Ν. 7(Ι)/2007»), και παράγωγο δικαίωμα από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ώστε οι πράξεις εκδόθηκαν επί εσφαλμένης νομικής βάσης. Περαιτέρω, προβάλλει ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18ΠΕ του Νόμου, το άρθρο 15 του Συντάγματος, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αφού οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν για την οικογένεια του από το 2025 και δε ζήτησαν τις απόψεις των ΥΚΕ πριν από την έκδοση των προβαλλόμενων πράξεων. Τέλος, ως προς το διάταγμα κράτησης αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΠΣΤ (κίνδυνος διαφυγής, εναλλακτικά μέτρα), ότι η ανάκληση και αντικατάσταση των πράξεων της 23.7.2026 είκοσι ημέρες μετά την Προσφυγή Αρ. 878/2026 συνιστά μη χρηστή διοίκηση και κατάχρηση εξουσίας κατά τα άρθρα 50 και 51 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (εφεξής «ο Ν.158(Ι)/1999») και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης δυνάμει του άρθρου 43(1) του Ν.158(Ι)/1999.
Οι Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι οι πράξεις καλύπτονται από το τεκμήριο κανονικότητας και ότι οι λόγοι ακύρωσης δεν έχουν τεκμηριωθεί. Υποστηρίζουν ότι το διάταγμα απέλασης της 23.7.2026 ανακλήθηκε διότι το διάταγμα της 21.2.2025 εξακολουθούσε να ισχύει, αφού η άρση της κράτησης στις 6.6.2026 δεν επέφερε ανάκληση του αρχικού διατάγματος απέλασης, και ότι η ανάκληση ήταν επιτρεπτή διορθωτική ενέργεια κατά τα άρθρα 54 και 55(1) του Ν.158(Ι)/1999. Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή για την εφαρμογή του Ν. 7(Ι)/2007, αναφέρουν ότι αυτοί είναι αόριστοι, ότι δήλωσε στις 20.2.2025 ότι δεν έχει οικογένεια και ότι μετά το αίτημα της 5.8.2026 ζητήθηκαν έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν. Για το άρθρο 18ΟΖ του Νόμου, αναφέρουν ότι στάλθηκε επιστολή στις ΥΚΕ στις 25.9.2026 για να ληφθούν οι απόψεις τους και ότι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Σχετικά με την κράτηση, ισχυρίζονται ότι ο κίνδυνος διαφυγής και η έλλειψη περιθωρίου εναλλακτικών μέτρων αιτιολογούνται ρητά και ότι η επιλογή τέτοιων μέτρων είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.
Αρχικά, για σκοπούς πληρότητας, διαπιστώνω ότι η αναφορά στο προσβαλλόμενο Διάταγμα Κράτησης σε Διάταγμα Απέλασης ημερομηνίας 10.08.2026 γίνεται εκ παραδρομής, εφόσον τέτοιο διάταγμα απέλασης ουδέποτε εκδόθηκε και από το σύνολο του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και της εισήγησης ημερομηνίας 01.09.2026 του αρμόδιου λειτουργού, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η βάση για την έκδοση του νέου Διατάγματος Κράτησης, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η Αίτηση, ήταν το Διάταγμα Απέλασης ημερομηνίας 21.02.2025.
Έχω μελετήσει το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και κρίνω ότι, αναφορικά με τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου Διατάγματος Κράτησης ημερομηνίας 01.09.2026, πριν την εξέταση αν δικαιολογείται ο κίνδυνος διαφυγής και εάν μπορούσαν να επιβληθούν εναλλακτικά μέτρα, προέχει η διαπίστωση του κατά πόσον νομιμοποιείτο η διοίκηση να το εκδώσει στη βάση διατάγματος απέλασης, προγενέστερου της απόφασης κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη.
Σύμφωνα με το άρθρο 14(1) του Νόμου δύναται να διαταχθεί απέλαση αλλοδαπού o οποίος είναι απαγορευμένος μετανάστης ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, αφού εισήλθε στη Δημοκρατία με άδεια να παραμείνει σε αυτή για περιoρισμέvη περίoδo, παραμένει στη Δημοκρατία μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο περιλαμβάνεται εντός της κατηγορίας που απαριθμείται στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6. Είναι πρόδηλο ότι για την έκδοση του διατάγματος απέλασης απαιτείται απόφαση της διοίκησης που να διαπιστώνει ότι το πρόσωπο που θα απελαθεί είναι απαγορευμένος μετανάστης ή ότι εμπίπτει στις διαζευκτικές περιπτώσεις που αναφέρει το εδάφιο (1) του άρθρου 14 του Νόμου. Το καθεστώς αυτό δεν επέρχεται αυτόματα, ούτε μπορεί να θεωρηθεί, χωρίς διαπίστωση, ότι επειδή ένα πρόσωπο παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία δύναται να απελαθεί.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου Θησέας Μπαγκατζούνης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Υπουργού Εσωτερικών και 2. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 571/2015 και 42/2016, ημερομηνίας 16.6.2016, αναφέρθηκε, ως προς την εφαρμογή νόμου στο πρόσωπο ορισμένου ατόμου, ότι: «για να τύχει εφαρμογής ένας νόμος, ως ο εδώ εξεταζόμενος, εξατομικευμένα στο πρόσωπο κάποιου, απαιτείται απόφαση της διοίκησης, η οποία να υπαγάγει την συγκεκριμένη περίπτωση στις συγκεκριμένες νομοθετικές προϋποθέσεις. Τέτοιου είδους διοικητική απόφαση ονομάζεται «διαπιστωτική» και είναι, ως προς την φύση της, εκτελεστή.». Παραθέτοντας απόσπασμα από το σύγγραμμα του Επ. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος ΙΙ, σελ. 120, το Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Η διαπιστωτική πράξη δεν θεσπίζει αμέσως ατομικό κανόνα δικαίου, αλλά είναι προϋπόθεση εφαρμογής απροσώπων κανόνων δικαίου και σε πολλές περιπτώσεις προϋπόθεση της έκδοσης συστατικών διοικητικών πράξεων που αφορούν το ίδιο ή άλλα πρόσωπα».
Η Μπαγκατζούνης ανωτέρω αφορούσε την απόκτηση της κυπριακής ιθαγένειας, η αρχή όμως εφαρμόζεται ανάλογα και στην απόφαση κήρυξης. Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Karsang Dorje Lama Ε.Δ.Δ. αρ. 15/2025 ημερομηνίας 4/12/2025, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη δεν είναι απλή διαπίστωση αλλά απόφαση που παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα, και ότι, ως «απόφαση επιστροφής» κατά το άρθρο 18ΟΔ, είναι εκείνη επί της οποίας βασίζεται η έκδοση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, κατά τα άρθρα 18ΟΗ(1) και 18ΠΣΤ του Νόμου, με παραπομπή στην Stoyanov ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1406/2011, ημερομηνίας 2.7.2018. Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε επίσης εύστοχη τη θέση ότι, χωρίς απόφαση επιστροφής, «τα επίδικα διατάγματα απέλασης και κράτησης θα παρέμεναν χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση».
Επίσης, το Διοικητικό Εφετείο στην S.S. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 34/2025, ημερομηνίας 27.2.2026, έκρινε ότι το καθεστώς απαγορευμένου μετανάστη δεν προκύπτει ipso facto και ότι, ακυρωθείσης της κήρυξης για αναρμοδιότητα του οργάνου, «οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις απέλασης και κράτησης του συμπαρασύρονται σε ακυρότητα, αφού είναι σαφές από το λεκτικό της ενημερωτικής αυτών επιστολής ημερομηνίας 13.9.2025 προς τον Εφεσείοντα, ότι αυτές εκδόθηκαν βάσει και ως συνέπεια ("consequently") της απόφασης κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη.».
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι διάταγμα απέλασης στερείται νομιμοποιητικής βάσης χωρίς προηγούμενη απόφαση κήρυξης και δεν μπορεί να προηγείται χρονικά αυτής. Ως επεξηγήθηκε, ούτε οι διαζευκτικές περιπτώσεις του άρθρου 14(1) ισχύουν αυτόματα, τις οποίες εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ων η αίτηση δεν επικαλούνται, εφόσον όλες οι πράξεις που εξέδωσαν στηρίζονται στο άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου.
Ενόψει λοιπόν της έκδοσης νέας απόφασης κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη την 01.09.2026, στη βάση μάλιστα και νέας αιτιολογίας, περί μη συμμόρφωσης του Αιτητή με τα εναλλακτικά μέτρα, και κατόπιν νέων γεγονότων που τέθηκαν με διάφορους τρόπους από τον Αιτητή και τους δικηγόρους του υπόψη της διοίκησης, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι το διάταγμα απέλασης της 21.2.2025 παρέμεινε σε ισχύ ή εν πάσει περιπτώσει ότι παράγει ακόμη έννομα αποτελέσματα δε μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Η νέα κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη την 01.09.2026 ισχύει από την έκδοση της, δεν έχει αναδρομική ισχύ, είναι εκτελεστή πράξη και δε μπορεί να θεωρηθεί σε καμιά περίπτωση βεβαιωτική πράξη των προηγούμενων, εφόσον μεσολάβησαν νέα γεγονότα (βλ. επιστολές ημερ. 5.3.2025 και 11.3.2025, αποτελέσματα DNA, εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων, νέα σύλληψη στις 23.7.2026, νέα αίτηση ασύλου της 28.7.2026, επιστολή ημερομηνίας 5.8.2026, υπηρεσιακά σημειώματα ημερ. 11.8.2026 και 01.09.2026) που έτυχαν εξέτασης και έρευνας από τους Καθ’ ων η Αίτηση (εξού και διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της απόφασης KAMARA IBRAHIM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 640/2026, ημερομηνίας 6/8/2026), ενώ διαφοροποιείται και ως προς την αιτιολογία της, εφόσον προσθέτει τη μη συμμόρφωση του Αιτητή με τα εναλλακτικά μέτρα (βλ. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (2011) 3 Α.Α.Δ. 851, Δημοκρατία ν. Ανδρέου (2019) 3 Α.Α.Δ. 210, Α.Ε. 12/15, Φάνος ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8.4.2020). Ακόμη όμως και αν, με την ανάκληση των πράξεων της 23.7.2026, αναβίωσε η κήρυξη του 2025, η νέα Κήρυξη ημερομηνίας 01.09.2026 την αντικατέστησε και το αρχικό διάταγμα απέλασης του 2025 δε μπορεί πλέον να αποτελεί εκτέλεση της ισχύουσας απόφασης επιστροφής. Διαφορετική θα ήτο η περίπτωση κατά την οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν εξέδιδαν νέα απόφαση κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη την 01.09.2026.
Έχοντας ήδη αναφέρει ότι η βάση του προσβαλλόμενου Διατάγματος Κράτησης είναι, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η Αίτηση, το διάταγμα απέλασης ημερομηνίας 21.02.2025 και πως η αναφορά σε διάταγμα ημερομηνίας 10.8.2026 διαπιστώνεται ότι έγινε εκ παραδρομής και συνεπώς η εσφαλμένη αναγραφή ημερομηνίας δεν ασκεί καμία ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της παρούσας (βλ. T.D.E. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 325/2025, 23/5/2025), προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το Διάταγμα Κράτησης είναι νόμιμο στη βάση της απόφασης κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του άρθρου 6(1)(Κ) του Νόμου και του διατάγματος απέλασης ημερομηνίας 21.02.2025.
Η έκδοση Διατάγματος κράτησης, δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Νόμου, προϋποθέτει πρόσωπο που υπόκειται σε διαδικασίες επιστροφής, ενώ το άρθρο 14(1) αυτού επιτρέπει την κράτηση εν αναμονή της απέλασης.
Σύμφωνα με την M.S.A. LIMON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ε.Δ.Δ. Αρ. 126/2021, ημερομηνίας 20/4/2022, κρίθηκε ότι: «Άλλωστε, η κράτηση ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την απέλαση, αφού για να είναι νόμιμη πρέπει να λαμβάνονται ενέργειες προς το σκοπό απέλασης. Οπότε ο διαχωρισμός που επιχειρήθηκε δεν ήταν δόκιμος (βλ. M.A. v. Cyprus Appl. No.41872/10, 23.7.2013 και Fasel v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω))»
Συνεπώς, χωρίς διάταγμα απέλασης που εκτελεί την ισχύουσα απόφαση επιστροφής, ήτοι την προσβαλλόμενη κήρυξη ημερομηνίας 01.09.2026, το Διάταγμα Κράτησης δεν έχει νομιμοποιητική βάση και ακυρώνεται.
Για το λόγο αυτό παρέλκει η εξέταση των όσων προβάλλει ο Αιτητής σχετικά με την ύπαρξη ή όχι κινδύνου διαφυγής, τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων και την αναλογικότητα της κράτησης.
Επίσης, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης και ειδικότερα στη βάση του ότι δε μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση επιστροφής στη βάση προγενέστερου διατάγματος απέλασης, παρέλκει περαιτέρω και η εξέταση του ισχυρισμού περί μη αναζήτησης των απόψεων των ΥΚΕ από τους Καθ’ ων η Αίτηση, δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου, εφόσον αυτό απαιτεί εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, τα οποία περιλαμβάνουν την απέλαση και το σημείο στο οποίο ελέγχονται τα στοιχεία (α) μέχρι (γ) είναι εκείνο της απομάκρυνσης του προσώπου από τη Δημοκρατία. Η κήρυξη, ως διαπιστωτική πράξη της παραμονής ενός προσώπου χωρίς άδεια στη Δημοκρατία, δεν εκτελεί η ίδια καμία απομάκρυνση και η αναζήτηση των απόψεων των ΥΚΕ δεν αποτελεί προαπαιτούμενο της έκδοσης της. Επομένως, ζητήματα του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου, της οικογενειακής ζωής και του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, καθώς και της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα εξεταστούν από τη Διοίκηση σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη μελλοντική διαδικασία απέλασης, με βάση όλα τα δεδομένα που θα έχει τότε ενώπιον της (βλ. σχετικά Raphael Kadiri ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 629/2026 (Κ), ημερομηνίας 28.9.2026, όπου η κήρυξη επικυρώθηκε και τα διατάγματα απέλασης και κράτησης ακυρώθηκαν λόγω ανεπαρκούς αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού).
Παραμένει προς εξέταση η νομιμότητα της απόφασης κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση των υπόλοιπων λόγων που επικαλείται ο Αιτητής. Ειδικότερα, ο Αιτητής επικαλείται δικαίωμα διαμονής του στη Δημοκρατία, δυνάμει του Ν. 7(Ι)/2007 και του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, ως πατέρας ανήλικου πολίτη της Ένωσης και σύντροφος πολίτιδας της Ένωσης.
Το κρίσιμο σημείο είναι αν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το δικαίωμα του Αιτητή είχε θεμελιωθεί και τεκμηριωθεί, ώστε να καθιστά νόμιμη την παραμονή του. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το δελτίο διαμονής έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, το δικαίωμα προϋποθέτει τη συνδρομή και απόδειξη των προϋποθέσεων του νόμου, όπως ισχύον διαβατήριο και απόδειξη του δεσμού (βλ. άρθρο 12(2) του Ν.7(Ι)/2007) και, για τον σύντροφο, διαρκούς σχέσης (βλ. άρθρα 4(2)(β) και 12(2)(στ) του Ν.7(Ι)/2007).
Τα πιο πάνω στοιχεία δεν τέθηκαν πλήρως ενώπιον της διοίκησης πριν από την κήρυξη του ως απαγορευμένος μετανάστης και ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην έκδοση του διαβατηρίου του ανηλίκου τον εμπόδισε να εγγραφεί στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και να νομιμοποιήσει την παραμονή του στην Δημοκρατία μέχρι τον ουσιώδη χρόνο της σύλληψης του. Εντούτοις, δεν προκύπτει οποιαδήποτε αίτηση του Αιτητή για αναγνώριση του ως μέλους οικογένειας κατά διάστημα που μεσολάβησε από τις 6.6.2025, όταν και ακυρώθηκε το αρχικό διάταγμα κράτησης, παρά τον όρο για διευθέτηση της παραμονής του εντός 30 ημερών (σχετικό και το άρθρο 5(5) του Ν.7(Ι)/2007), κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του σημειώματος ημερομηνίας 11.8.2026 (βλ. ερ.148, Τεκ.1). Επίσης, το αίτημα του Αιτητή για εναλλακτικά μέτρα, μέσω της δικηγόρου του, ημερομηνίας 5.8.2026 εξετάστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση στις 26.08.2026 (βλ. ερ.170, Τεκ.1), και απορρίφθηκε, εφόσον κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις και δεν είχε προσκομιστεί η αναγκαία τεκμηρίωση.
Σε κάθε περίπτωση, η αναμονή απάντησης σε αίτημα επί αιτήματος για παραμονή στη Δημοκρατία δεν παρέχει σε αυτόν δικαίωμα να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς άδεια (βλ. Singh ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 1712/2017, ημερομηνίας 29.7.2020 και Svitlana Klochkova ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1696/2012, ημερομηνίας 13.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:D329). Ούτε η ύπαρξη δεσμού ή σχέσης ή συμβίωσης νομιμοποιεί από μόνη της την παραμονή ενός αλλοδαπού στη Δημοκρατία. Όπως κρίθηκε και στην RR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση Αρ. 116/2025, ημερομηνίας 14/3/2025 τέτοια αιτήματα «δε νομιμοποιούν την παραμονή του Αιτητή στη Δημοκρατία ούτε τον καθιστούν μέλος της οικογένειας», αφού για να θεωρηθεί κάποιος μέλος οικογενείας πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, για τις οποίες εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε σχετική τεκμηρίωση.
Η αναγνώριση του Αιτητή ως μέλους οικογένειας, η ισχύς του άρθρου 20 ΣΛΕΕ και η στάθμισή τους κατά το άρθρο 18ΟΖ θα εξεταστούν από τη Διοίκηση, αν υποβληθεί νέα αίτηση με τα απαιτούμενα στοιχεία και σε οποιαδήποτε τυχόν μελλοντική διαδικασία απέλασης. Κατά την Limon ανωτέρω, το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει, κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν την οικογένεια, δε διασφαλίζεται από την ΕΣΔΑ ή το Σύνταγμα με απόλυτο τρόπο, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όπου ο Αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 43(1) του Ν. 158(Ι)/1999, αυτός παρέλκει όσον αφορά το διάταγμα κράτησης, το οποίο ακυρώνεται, ενώ όσον αφορά την απόφαση κήρυξης του ως απαγορευμένος μετανάστης απορρίπτεται διότι, πέραν του ότι δεν αποτελεί κύρωση ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης, ως ανάλογα ισχύει και για τα διατάγματα απέλασης και κράτησης (βλ. Khatataev Salaudi ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 4 ΑΑΔ 922), σύμφωνα με την KAMARA IBRAHIM ανωτέρω, «η κρίση της διοίκησης για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, δεν συνδέεται με την υποκειμενική του συμπεριφορά, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν ευκρινώς από τον διοικητικό φάκελο και συνεπώς δεν καθίσταται αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση του αιτητή (Ε.Π. Σπηλιωτόπουλος «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» Τόμος Ι, 15η έκδοση, 2017, σελ. 150).».
Επομένως, οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής κατά της απόφασης
κήρυξης του ημερομηνίας 01.09.2026 ως απαγορευμένου μετανάστη κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Το αιτητικό Γ της υπό εξέταση αίτησης ακυρώσεως, με το οποίο ζητείται δήλωση ότι η απόφαση επιστροφής του Αιτητή είναι παράνομη, ακολουθεί την τύχη του αιτητικού Α και απορρίπτεται, εφόσον κατά την Karsang Dorje Lama ανωτέρω, ως «απόφαση επιστροφής» κατά το άρθρο 18ΟΔ του Νόμου νοείται η απόφαση κήρυξης προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη.
Για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το Διάταγμα Κράτησης, το οποίο ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος και απορρίπτεται ως προς την κήρυξη, η οποία επικυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Τα ζητήματα των ΥΚΕ, της αναγνώρισης δικαιώματος δυνάμει του Ν. 7(Ι)/2007, της αρχής της μη επαναπροώθησης και οι λοιποί ισχυρισμοί του Αιτητή δεν κρίνονται με την παρούσα και θα εξεταστούν σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη μελλοντική διαδικασία απέλασής του, με βάση όλα τα δεδομένα που θα έχει τότε ενώπιον της η Διοίκηση.
Ως εκ τούτου, οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους (Α) και (Γ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτονται και η αιτούμενη θεραπεία υπό την παράγραφο (Β) επιτυγχάνει με €1.500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο