ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1009/2026 (Κ)
30 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Mustafa Mohammad Motasem Sabri
Αιτητής
v.
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ’ ων η αίτηση
Παναγιώτης Πιερίδης, για τον Αιτητή
Κυριάκος Ιμανίμης, για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα υπόθεση, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης ημερομηνίας 03/09/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό Α. στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης (αιτούμενη θεραπεία υπό Β. στην αίτηση ακύρωσης) και απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό Γ. στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά από το Δικαστήριο διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης, ο αιτητής είναι υπήκοος Ιορδανίας, ο οποίος εισήλθε στη Δημοκρατία κατά το 2019 και στις 28/02/2019 αιτήθηκε όπως του παραχωρηθεί καθεστώς Διεθνούς Προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε στις 29/07/2021. Ο αιτητής αμφισβήτησε τη σχετική απόφαση υποβάλλοντας προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 30/06/2023. Ακολούθως, ο αιτητής υπέβαλε δύο μεταγενέστερες αιτήσεις για Διεθνή Προστασία, οι οποίες απορρίφθηκαν στις 26/03/2025 και 25/05/2026, αντίστοιχα, ως απαράδεχτες και υπέβαλε αντίστοιχες προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, τη μία εκ των οποίων απέσυρε ενώ η τελευταία εκκρεμεί.
Στη σχετική έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 03/09/2026 (ερ. 19 – 17 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1») σημειώνεται ότι ο αιτητής δεν απέκτησε οποιοδήποτε δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία βάσει του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, θεωρήθηκε ότι από τις 30/06/2023 παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Ως, επίσης, σημειώνεται στην εν λόγω έκθεση, ο αιτητής είναι παντρεμένος με ομοεθνή του, η οποία έχει αναγνωριστεί στη Δημοκρατία ως πολιτικός πρόσφυγας, και με την οποία ο αιτητής έχει αποκτήσει στη Δημοκρατία ένα ανήλικο τέκνο στις 14/07/2026.
Στις 03/09/2026 ο αιτητής, με σκοπό την έκδοση Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού του ανήλικου τέκνου του, μετέβη στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου όπου συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία. Στις 04/09/2026 οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης εν αναμονή των απόψεων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, τις οποίες αναζήτησαν με επιστολή ημερομηνίας 07/09/2026.
Η παρούσα αίτηση ακύρωσης καταχωρίστηκε στις 21/09/2026 και, στις 23/09/2026, οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, ανέστειλαν εκ νέου το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης.
Με την αίτηση ακύρωσης και τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι άκυρες και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν νομιμοποιούνταν να τις εκδώσουν καθότι, κατά τον ισχυρισμό του, ο ίδιος κατέχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία βάσει του περί Προσφύγων Νόμου, ως σύζυγος και σύμβιος αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα και ως πατέρας ανηλίκου δικαιούχου να αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας.
Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης παραβιάζουν τα δικαιώματά του σε προσωπική και οικογενειακή ζωή, κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ και των άρθρων 7, 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τα εν λόγω άρθρα 24(2) και 24(3), όμως, δεν δικογραφούνται δεόντως στην αίτηση ακυρώσεως με εξαίρεση το άρθρο 7, το οποίο δικογραφείται). Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18ΠΕ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου («το Κεφ. 105»), καθώς και ότι ισχυρίζεται ότι δεν ερευνήθηκε και δεν αξιολογήθηκε το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασής του και του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του, εγείροντας σχετικά λόγους ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Υποστηρίζει, επιπλέον, ο αιτητής ότι πάσχει η αιτιολογία που προβάλλεται στα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Πρόσθετα, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105. Επιπλέον, εισηγείται ότι υπήρξε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση μη συμμόρφωση με το άρθρο 18ΟΘ του Κεφ. 105 και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε προηγουμένως και δεόντως ότι κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης και ότι η παράλειψη επίδοσης τέτοιας ειδοποίησης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 («η ΚΔΠ 242/1972»).
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής ουδέποτε αποτάθηκε στις αρχές για να διασφαλίσει τη νόμιμη διαμονή του ως σύζυγος αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα, παρόλο που υπέβαλε αιτήματα για την αναγνώριση του ιδίου ως πολιτικός πρόσφυγας, και ότι αποτελεί υποχρέωση του αιτητή να διασφαλίσει τη νόμιμη διαμονή του με την υποβολή των ορθών αιτημάτων προς τις αρχές. Επίσης, μεταξύ άλλων, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε ότι: «η οικογενειακή ζωή του Αιτητή από μόνη της δεν αποτελεί στοιχείο για να διαφοροποιεί υπέρ του Αιτητή μια έκδηλα παράνομη κατάσταση, όπως εν προκειμένω η παράνομη παραμονή του Αιτητή στην Δημοκρατία, […]».
Προτού εξεταστούν οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, αλλά επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για άμεση απελευθέρωση του αιτητή. Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Σύμφωνα με το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται (α) να επικυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη ή παράλειψη, (β) να την κηρύξει, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος, (γ) να κηρύξει την προσβαλλόμενη παράλειψη, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή και (δ) να τροποποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή την πράξη, ως νόμος ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι αυτή αφορά σε φορολογικό ζήτημα. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι δεν υφίσταται δυνατότητα του παρόντος Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος άμεσης απελευθέρωσης του αιτητή, ως επιδιώκει. Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Δ. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης που προωθούνται ως προς τις αιτούμενες θεραπείες υπό Α., Β. και Γ. της αίτησης ακύρωσης.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Προβάλλεται εκ μέρους του αιτητή ότι, με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο, απέκτησε δικαίωμα παραμονής στην Δημοκρατία λόγω του ότι είναι μέλος οικογένειας αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα, αφήνοντας στην ουσία να νοηθεί ότι δεν ήταν υποχρεωτική η υποβολή αίτησης εκ μέρους του για να αποκτήσει το δικαίωμα και ότι η υποβολή αίτησης αποτελεί ουσιαστικά απλώς τυπικό στοιχείο, μη απαραίτητο για να καταστεί νόμιμη η παραμονή του στη Δημοκρατία.
Στο άρθρο 25 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(I)/2000, καθορίζεται ότι:
«25.-(1) Τα μέλη της οικογένειας δικαιούχου διεθνούς προστασίας, τα οποία δεν πληρούν ατομικά τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας, δικαιούνται να υποβάλουν, κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, αίτημα στον Προϊστάμενο για την παροχή των κατά περίπτωση ευεργετημάτων των οποίων απολαύει ο συγκεκριμένος δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει των ακόλουθων άρθρων: […]»
Στον καταργητικό του πιο πάνω Νόμου περί Προσφύγων Νόμο του 2026, Ν. 115(I)/2026, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου 2026, το ζήτημα πλέον ρυθμίζεται στο άρθρο 60 αυτού ως ακολούθως:
«60.-(1) Οι αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα που διασφαλίζουν τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας.
(2) (α) Τα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, εφόσον δεν πληρούν ατομικά τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, δικαιούνται να αιτηθούν στον Διευθυντή, κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Διευθυντή, την παροχή άδειας διαμονής, εφόσον αυτό είναι συμβατό με άλλο προσωπικό νομικό καθεστώς που τα μέλη αυτά τυχόν κατέχουν.
(β) Τα μέλη της οικογένειας στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής κατόπιν αίτησης δυνάμει του παρόντος εδαφίου έχουν τα δικαιώματα που θεσπίζονται στα άρθρα 25 έως 32, 34 και 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
(3) Το εδάφιο (2) δεν εφαρμόζεται όταν το μέλος της οικογένειας αποκλείεται ή θα αποκλειόταν από το καθεστώς διεθνούς προστασίας.
(4) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής αρνείται τη χορήγηση άδειας διαμονής σε σύζυγο ή σε σύμβιο ή συμβία, όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο γάμος ή η σχέση συνήφθησαν με αποκλειστικό σκοπό την είσοδο ή διαμονή στη Δημοκρατία του εν λόγω προσώπου.
(5) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής αρνείται τη χορήγηση άδειας διαμονής ή, σε περίπτωση που η άδεια διαμονής έχει χορηγηθεί, ανακαλεί ή δεν ανανεώνει άδεια διαμονής για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης.»
Είναι σαφές, τόσο μέσα από τις διατάξεις του προϊσχύοντος άρθρου 25 του Ν. 6(I)/2000 όσο και μέσα από τις διατάξεις του εν ισχύι πλέον άρθρου 60 του Ν. 115(I)/2026, ότι δεν αποδίδεται ούτε αυτοδικαίως ούτε αυτομάτως από τη νομοθεσία δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία σε σύζυγο ή σύμβιο αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα. Τουναντίον, αυτό που με ευκρίνεια προκύπτει είναι ότι απαιτείται προηγουμένως η υποβολή σχετικού αιτήματος προς τους Καθ’ ων η αίτηση και η κρίση τους περί ικανοποίησης των σχετικών αντίστοιχων προϋποθέσεων που τίθενται από τη νομοθεσία προτού παραχωρηθεί ανάλογη με τις περιστάσεις άδεια διαμονής στη Δημοκρατία.
Στην προκειμένη, ο αιτητής ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για άδεια διαμονής ως μέλος οικογένειας αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα, παρά μόνο μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και την καταχώριση της παρούσας αίτησης ακύρωσης (ερ. 77 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1»).
Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι ο αιτητής δεν κατέχει ούτε άδεια διαμονής ούτε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία, καθότι ο ίδιος αμέλησε να απευθυνθεί εγκαίρως στις αρχές προς υποβολή αιτήματος για την εξασφάλιση άδειας διαμονής ως μέλος οικογένειας αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα.
Ούτε θα μπορούσε να ευσταθήσει ισχυρισμός περί αυτοδικαίως ή αυτομάτως χορηγούμενου εκ της νομοθεσίας δικαιώματος διαμονής. Τούτο, διότι οι πιο πάνω σχετικές διατάξεις καθορίζουν με σαφήνεια ότι, πριν από τη χορήγηση τέτοιας άδειας διαμονής, απαιτείται κρίση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση τόσο για την πλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων όσο και για τη διάρκειά της.
Εξάλλου, ο αιτητής υπέβαλε αυτοβούλως, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 10/10/2026, σχετικό αίτημα για χορήγηση άδειας διαμονής ως μέλος οικογένειας αναγνωρισμένης πολιτικής πρόσφυγα (ερ. 77 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1»), γεγονός που καταδεικνύει ότι και ο ίδιος θεωρεί ότι δεν κατέχει δικαίωμα διαμονής αλλά απαιτείται η χορήγηση σχετικής άδειας διαμονής, την οποία ο αιτητής προφανώς αμέλησε να αιτηθεί εγκαίρως.
Επομένως, ο λόγος ακύρωσης που προβάλλεται εκ μέρους του αιτητή, αναφορικά με την απόφαση για κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αιτητής δεν κατέχει, ούτε αυτοδικαίως ούτε αυτομάτως ούτε άλλως πως, δικαίωμα ή άδεια διαμονής εφόσον δεν έχει προηγηθεί σχετική απόφαση χορήγησης άδειας διαμονής εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση.
Ούτε η μεταγενέστερη της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του αιτητή μπορεί να ληφθεί ουσιαστικά υπόψη και να αποτελέσει στοιχείο στην προκειμένη, δεδομένου ότι κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων δεν είχε χορηγηθεί σχετική άδεια διαμονής καθώς και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτό που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση είναι η νομιμότητα της απόφασης για έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Ως εκ τούτου, η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.
Σε σχέση με τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης, βασική θέση, που προωθείται εκ μέρους του αιτητή, αποτελεί ο ισχυρισμός ότι δεν αξιολογήθηκε η οικογενειακή του κατάσταση και το ζήτημα του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, εγείροντας σχετικά λόγους ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Όπως αναφέρεται κατά την καταγραφή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης πιο πάνω, προκύπτει με σαφήνεια ότι ήταν γνωστή στους Καθ’ ων η αίτηση η ύπαρξη της οικογένειας και του ανήλικου τέκνου του αιτητή πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (ερ. 19 – 17 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1»). Παράλληλα, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν ήδη προχωρήσει, μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, στην αναζήτηση των απόψεων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, με επιστολή τους ημερομηνίας 07/09/2026, αναστέλλοντας από τις 04/09/2026 το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης εν αναμονή των εν λόγω απόψεων.
Οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 επιβάλλουν όπως λαμβάνεται υπόψη τόσο η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας όσο και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου. Η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν εκ του Νόμου απαραίτητη πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, εφόσον ήταν γνωστά τα οικογενειακά δεδομένα του αιτητή στις αρχές. Σχετική είναι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 15/2025, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας v. Karsang Dorje Lama, ημερομηνίας 04/12/2025.
Κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προκύπτει να έλαβαν υπόψη ούτε το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, ούτε την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, παρόλο που προκύπτει μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 03/09/2026 (ερ. 19 – 17 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1»), ότι οι Καθ’ ων η αίτηση γνώριζαν περί της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης. Ούτε προκύπτει να έχουν αξιολογήσει με οποιονδήποτε τρόπο το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου ή την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, αφού δεν υπάρχει καμία απολύτως σχετική αναφορά επί του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης ή έστω οποιουδήποτε είδους αξιολόγηση του ζητήματος επί της έκθεσης της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 03/09/2026, η οποία αποτελεί την προπαρασκευαστική πράξη του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, καθιστώντας ελλιπή και την αιτιολογία του.
Ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση ότι η ύπαρξη της οικογένειας του αιτητή δεν αποδίδει στον αιτητή αυτομάτως δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία είναι ορθός, αλλά, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση των Καθ’ ων η αίτηση να αναζητούν της απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή πριν από την έκδοση του διατάγματος απέλασής του.
Βάσει των πιο πάνω, το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης πρέπει να ακυρωθεί λόγω μη έγκαιρης αναζήτησης της συνδρομής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μη αξιολόγησης της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή, ως ο Νόμος επιβάλλει, μη δέουσας έρευνας και στάθμισης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του και μη δέουσας αιτιολόγησης σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα.
Η ακύρωση δε του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης συμπαρασύρει σε ακύρωση και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, εφόσον η έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης αποτέλεσε τη βάση και το έρεισμα για την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης.
Ως εκ των πιο πάνω κριθέντων, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που προωθήθηκαν εκ μέρους του αιτητή.
Για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους Α. και Δ. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτονται και οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους Β. και Γ. της αίτησης ακύρωσης επιτυγχάνουν με €1.900 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος, και τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης ακυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο