ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1126/2023 (i-Justice)
29 Οκτωβρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
2.K.K. NEW EXTRA LIMITED
Αιτητές,
και
ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ν. Αγγελίδης για Χριστόφορο Χατζηστερκώτη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τους αιτητές.
Σ. Ανδρέου, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.7.2023, προσβάλλεται η νομιμότητα της απόφασης της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 29.3.2023 να επιβάλλει προς τον τηλεοπτικό οργανισμό NEW EXTRA TV (πρώην EXTRA TV) (αδειούχος εταιρεία K.K EXTRA T.V LIMITED) διοικητικό πρόστιμο ύψους €7000 για παραβίαση του άρθρου 26 (1) (ε) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου του 1998 μέχρι 2016 Ν.7(Ι)/1998 και των Κανονισμών 21 (3) και 28 (1) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000).
Δεδομένου ότι με την καταχωρηθείσα ένσταση της καθ΄ης η αίτηση είχαν εγερθεί προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες άπτονται του παραδεκτού της ίδιας Προσφυγής και ειδικότερα μεταξύ άλλων και ζήτημα εκπροθέσμου, δόθηκαν, σχετικές Οδηγίες από το Δικαστήριο όπως προηγηθεί η εκδίκαση της εν λόγω προδικαστικής ένστασης, αφού ως λέχθηκε από το ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση που υπέβαλε και το σχετικό αίτημα το όλο ζήτημα ήταν πασιφανές και πρόδηλο και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος για αχρείαστη ανάλωση δικαστικού χρόνου. Ως προς τούτο καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν αγορεύσεις από τα μέρη.
Προς υποστήριξη της εξεταζόμενης προδικαστικής ένστασης, η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση υπέβαλε ότι η καθ΄ης η αίτηση κοινοποίησε την απόφαση της ημερομηνίας 29.3.2023 για επιβολή διοικητικού προστίμου στους αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 26.4.2023, η οποία αποστάλθηκε με τηλεομοιότυπο την ίδια ημέρα ήτοι στις 26.4.2023 στον επίσημα καταχωρημένο στο αρχείο της καθ΄η η αίτηση αριθμό φαξ των αιτητών ήτοι αρ. 25-715333, ο οποίος είναι και ο αριθμός που οι ίδιοι οι αιτητές δήλωσαν ως στοιχεία επικοινωνίας στην αίτηση που υπέβαλαν για ανανέωση της άδειας τους για τα έτη 2022-2023. Με δεδομένο, συνεχίζει η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση, ότι η επιστολή κοινοποίησης της απόφασης και η ίδια η απόφαση της καθ΄ης η αίτηση αποστάληκαν στις 26.4.2023 ως επιβεβαιώνεται και από την απόδειξη αποστολής του τηλεομοιότυπου (Send Result Report), η παρούσα Προσφυγή η οποία καταχωρήθηκε στις 17.7.2023 είναι σαφώς εκπρόθεσμη αφού η συνταγματική προθεσμία των 75 ημερών, αρχομένη από τις 26.4.2023, είχε ήδη παρέλθει από τις 10.7.2023.
Οι αιτητές δια της γραπτής τους αγόρευσης αντέτειναν ότι αν και η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι «έχει απόδειξη αποστολής, πουθενά όμως δεν γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά για το αν υπάρχει και απόδειξη παραλαβής από τους αιτητές» κάτι που δεν μπορεί να τεκμαίρεται αφού δεν ισχύει το ίδιο μαχητό τεκμήριο γνώσης και παραλαβής όπως στη ταχυδρόμηση επιστολών. Αποτελεί δε θέση των αιτητών ότι η διεύρυνση του τεκμηρίου πλήρους γνώσεως, θα οδηγούσε σε μεταστροφή του βάρους απόδειξης περί του εκπροθέσμου ενώ εάν γινόταν δεκτή η εισήγηση της καθ΄ης η αίτηση τότε θα υπήρχε παραβίαση και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αφού η διοίκηση «θα μπορούσε να επιλέγει να παραλείπει να κοινοποιεί με το ταχυδρομείο για μεγάλο διάστημα τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις και να το κάνει με το τηλεομοιότυπο με αμφισβητούμενα και όχι ξεκάθαρα αποτελέσματα αν τις έλαβαν ή όχι οι Αιτητές σε κάθε περίπτωση
» Περαιτέρω υποβάλλεται ότι από το κείμενο της απόδειξης αποστολής με τηλεομοιότυπο της συνοδευτικής επιστολής ημερομηνίας 26.4.2023 την οποία υπογράφει ο Διευθυντής της Αρχής προκύπτει ότι δεν έχουν σταλεί όλες οι σελίδες, ως η καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται, «αφού στα αποτελέσματα αποστολής αναγράφεται το Νο. 1 δηλαδή στα ελληνικά ο αριθμός ένα, που υποδηλώνει ότι μόνο μια σελίδα έχει σταλεί αφού κάθε τηλεομοιότυπο αναγράφει αριθμητικά πόσες σελίδες έχουν αποσταλεί και πόσες έχουν παραληφθεί.» Τελικώς διατείνονται οι αιτητές ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια για κοινοποίηση της απόφασης με τηλεομοιότυπο, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος αφ΄ης στιγμής υπήρχε απόδειξη αποστολής της επίδικης απόφασης αυτή να αποσταλεί και ταχυδρομικώς καθώς και ότι η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση χωρίς να τροποποιήσει το δικόγραφο της ένστασης της επιχείρησε ανεπίτρεπτα δια της γραπτής αγόρευσης να καταδείξει ότι «οι αιτητές έδωσαν τη συγκατάθεση τους για να παραλάβουν διοικητικές πράξεις δια μέσω του τηλεομοιότυπου». Καταλήγοντας η πλευρά των αιτητών υποστηρίζει ότι οι αιτητές έλαβαν γνώση της επίδικης απόφασης στις 8.5.2023 όταν και παρελήφθη η σχετική επιστολή από το ταχυδρομείο και συνεπώς η παρούσα Προσφυγή θα πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, δεδομένης και της νομολογιακής αρχής ότι όπου υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, αυτή επιλύεται προς όφελος των αιτητών.
Έχω εξετάσει τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου σε συνάρτηση με τα ενώπιον μου στοιχεία. Σημειώνεται ότι στο στάδιο των διευκρινήσεων της υπόθεσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης.
Κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο δεν αναλαμβάνει δικαιοδοσία εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος, στοιχειώδης εκ των οποίων είναι η προσφυγή να καταχωρείται εντός της προνοούμενης προθεσμίας των 75 ημερών (Τάκη ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 4). Με άλλα λόγια για να δύναται να αναληφθεί δικαιοδοσία από το Δικαστήριο αυτό προϋποθέτει πρωτίστως ότι η Προσφυγή είναι παραδεκτή και συνεπώς, ως εδώ ενδιαφέρει, εμπρόθεσμη. Περαιτέρω, ως έχει παγίως νομολογηθεί, η προθεσμία των 75 ημερών που προνοείται στο Άρθρο 146.3 του Συντάγματος είναι επιτακτική και ανατρεπτική και ερμηνεύεται αυστηρά (Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260) Γανωματής ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 133) Παπαριστοδήμου v. Αρχής Ηλεκρισμού Κύπρου (Ε.Δ.Δ 87/2018, ημερ. 30.1.2024) Βόντα v. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε. 154/2013, ημερ. 1.6.2020), ECLI:CY:AD:2020:C174.
Η επιχειρηματολογία των αιτητών δεν με βρίσκει σύμφωνη και απορρίπτεται συλλήβδην και σωρευτικώς ως αβάσιμη. Τουναντίον κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση ευσταθεί.
Εν πρώτοις οφείλει να υπομνησθεί ότι η θέση των αιτητών ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια για κοινοποίηση της απόφασης με τηλεομοιότυπο καθώς και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος αφ΄ης στιγμής η ίδια η καθ’ ης η αίτηση εισηγείται ότι υπήρχε απόδειξη αποστολής της επίδικής απόφασης αυτή να αποσταλεί και ταχυδρομικώς, παραβλέπει ότι η κείμενη νομοθεσία δεν καθορίζει οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο κοινοποίησης της επίδικης πράξης και δη με ταχυδρομείο. Με τούτο ως δεδομένο, το ζητούμενο είναι αν πράγματι υφίσταται τέτοιο αποδεικτικό υλικό που να επιβεβαιώνει την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης πράξης και που να επιτρέπει τη διάγνωση πλήρους γνώσης εκ μέρους του αιτητή, ώστε να δύναται να εκκινήσει η συνταγματική προθεσμία των 75 ημερών. Με άλλα λόγια καθίσταται νομολογικά σαφές ότι όπου η απόφαση της διοίκησης δεν δημοσιεύεται η προθεσμία για σκοπούς καταχώρησης Προσφυγής αρχίζει να προσμετρά από το χρονικό σημείο που ο διοικούμενος έλαβε πλήρη γνώση της (Thevatha v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αναθ. Έφεση Αρ.250/2012, ημερομηνίας 16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:C316). Συνεπώς δεν απαιτείται εκεί όπου δεν υπάρχει οποιαδήποτε ειδικότερη νομοθετική πρόνοια η κοινοποίηση να πρέπει να διενεργείται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αλλά αρκεί να υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η κοινοποίηση πράγματι έλαβε χώρα.
Εν προκειμένω από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει αναντίλεκτα ότι υπάρχει απόδειξη αποστολής ημερομηνίας 26.4.2023 σε τηλεομοιότυπο («Send Result Report») ο αριθμός του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι ήτο εσφαλμένος ή ότι δεν ανήκει στους αιτητές. Από το ίδιο δε το περιεχόμενο και τις καταγραφές του εν λόγω αποδεικτικού επιβεβαιώνεται ότι ολοκληρώθηκε επιτυχώς («complete») η αποστολή του κάτι που είναι επαρκές ώστε να επιβεβαιωθεί ότι έχει αποσταλεί στο προορισμό του και συνεπώς ότι πράγματι έλαβε χώρα κοινοποίηση προς τους αιτητές.
Άλλωστε στην υπόθεση Τ‑633/14, η οποία επικυρώθηκε από το ΔΕΕ στην Μonster Energy Company κατά EUIPO C-602/15 P (βλ. σκέψη 17)[1] λέχθηκε σχετικώς, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, ότι οι συσκευές τηλεομοιοτυπίας είναι σχεδιασμένες κατά τρόπο ώστε οποιοδήποτε πρόβλημα μετάδοσης ή λήψης να αναφέρεται μέσω μηνύματος σφάλματος, το οποίο ενημερώνει τον αποστολέα για τον ακριβή λόγο της μη παραλαβής, όπως αυτός γνωστοποιείται στη συσκευή τηλεομοιοτυπίας του αποστολέα από τη συσκευή τηλεομοιοτυπίας του παραλήπτη. Όταν δεν γνωστοποιείται τέτοιο πρόβλημα, παράγεται μήνυμα που υποδεικνύει την επιτυχή μετάδοση. Επομένως, υπομνήσθηκε όταν δεν υπάρχει μήνυμα σφάλματος και υφίσταται αναφορά μετάδοσης που φέρει την ένδειξη “ok”, μπορεί να θεωρηθεί ότι η αποσταλείσα τηλεομοιοτυπία έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη.
Είναι δε εμφανές ότι και παρά την αντίθετη θέση των αιτητών που προβάλλεται στη γραπτή τους αγόρευση ήτοι ότι «ότι μόνο μια σελίδα έχει σταλεί», επί του πιο πάνω αποδεικτικού αποστολής ρητώς καταγράφεται ότι έχει αποσταλεί το σύνολο των 6 σελίδων, το οποίο συναπαρτίζουν τόσο η επιστολή του Διευθυντή της Αρχής ημερομηνίας 26.4.2023 η οποία απευθύνεται προς τους αιτητές και δια της οποία παρέχεται πληροφόρηση για την απόφαση της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 29.3.2023 για επιβολή διοικητικού προστίμου καθώς και για τα μέσα θεραπείας που οι αιτητές διαθέτουν όσο και η ίδια η απόφαση της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 29.3.2023. Άλλωστε είναι η ίδια η πλευρά των αιτητών που κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ρητώς παραδέχθηκε ότι οι 6 σελίδες, ήτοι η καλυπτική επιστολή του Διευθυντή της Αρχής και οι 5 σελίδες της απόφασης της Αρχής, έχουν αποσταλεί με τηλεομοιότυπο.
Ούτε και όμως ευσταθεί η θέση των αιτητών ότι η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση επιχείρησε χωρίς καμία τροποποίηση να διευρύνει το δικόγραφο της ένστασης επιδιώκοντας ανεπίτρεπτα και δια της γραπτής αγόρευσης να καταδείξει ότι «οι αιτητές έδωσαν τη συγκατάθεση τους για να παραλάβουν διοικητικές πράξεις δια μέσω του τηλεομοιότυπου». Δεδομένου μάλιστα ότι δεν φαίνεται να είναι αυτή η εισήγηση της πλευράς της καθ΄ης η αίτηση, η παραπομπή στην εν λόγω αίτηση που οι αιτητές υπέβαλαν για ανανέωση της άδειας τους για τα έτη 2022-2023-η οποία σε κάθε περίπτωση συνιστά στοιχείο που τηρείται σε φάκελο της καθ΄ης η αίτηση- και στα στοιχεία που εκεί δηλωθήκαν ως μέρος της επικοινωνίας των αιτητών, έγινε μόνο για να καταδείξει ότι ο αριθμός του τηλεομοιότυπου που ήταν καταχωρημένος στο αρχείο της καθ΄ης η αίτηση ήταν ο ίδιος με αυτόν στον οποίο αποστάλθηκε η επιστολή ημερομηνίας 26.4.2023 και συνεπώς και η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι αιτητές ωστόσο ουδόλως αμφισβήτησαν -και τούτο είναι το καθοριστικό- ότι το εν λόγω τηλεομοιότυπο στο οποίο αποστάληκε η προσβαλλόμενη απόφαση ανήκει στους ίδιους.
Στην απόφαση LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.181/2010, ημερομηνίας 30/1/2013) το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας την καταχωρηθείσα Προσφυγή ως εκπρόθεσμη, υπόμνησε ότι «Ειδοποιώντας με αυτό τον τρόπο (μέσω φαξ) την αιτήτρια στις 27.11.09, δηλαδή σε εργάσιμη ημέρα (Παρασκευή) και ώρα, οι καθ’ ων η αίτηση έπραξαν το καθήκον τους για κοινοποίηση της απόφασης στην αιτήτρια και τεκμαίρεται ότι αυτή έλαβε γνώση της απόφασης που εκκινεί την προθεσμία καταχώρησης προσφυγής.»
Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ANNA GULAGASHVILI v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1865/2012, ημερομηνίας 27/6/2014). Τα παραθέτω:
«Οι καθ΄ ων εγείρουν κατ΄ αρχάς προδικαστική ένσταση ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη. [..]
Το πότε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία είναι ζήτημα γεγονότων και βαρύνει σε κάθε περίπτωση τον ίδιο τον αιτητή (Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 415). Δεν υπάρχει στα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης αμφιβολία ότι η αιτήτρια έλαβε πλήρη γνώση της απόφασης στις 22.8.2012, όταν η νομικός αντιπρόσωπος της παρέλαβε στο τηλεομοιότυπο της την απορριπτική απόφαση. Η αιτήτρια με την απαντητική της αγόρευση δεν ασχολείται στην ουσία με το ζήτημα και αναφέρεται μόνο στην ταχυδρόμηση που έγινε από τη διοίκηση της απόφασης σύμφωνα με το Παράρτημα 14 που ήταν ο επιπρόσθετος τρόπος γνωστοποίησης της απόφασης στην ίδια την αιτήτρια. Γνώση της ταχυδρομηθείσας επιστολής έλαβε στις 3.9.2012 και άρα, κατά την εισήγηση, η προσφυγή καταχωρήθηκε εμπροθέσμως. Δεν είναι όμως από αυτή την ημερομηνία που άρχιζε να τρέχει η προθεσμία, αλλά από την προγενέστερη ημερομηνία 22.8.2012 όταν το πρώτο η αιτήτρια τεκμαίρεται ότι έλαβε γνώση μέσω της νομικής αντιπροσώπου της. Το βάρος ότι δεν έλαβε γνώση στις 22.8.2012 το φέρει η ίδια, και δεν το απέσεισε υπό το φως των στοιχείων που παρέθεσε, τεκμηριωμένα, η Δημοκρατία. Ούτε έχει βέβαια σημασία ότι τότε η αιτήτρια είχε διαφορετικό δικηγόρο από τον νυν που καταχώρησε την προσφυγή.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Στην απόφαση Thevatha v. Δημοκρατίας (Αναθ. Έφεση Αρ. 250/2012, ημερομηνίας 16.7.2019), ECLI:CY:AD:2019:C316 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόμνησε και τα ακόλουθα:
«Η απόφαση, λοιπόν, του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη εδραζόταν σε δύο ανεξάρτητους μεταξύ τους λόγους. Αφενός, η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής είχε γνωστοποιηθεί στο δικηγόρο του εφεσείοντα με τηλεομοιότυπο (fax) ημερομηνίας 19.8.2008, αφετέρου, απεστάλη και στον εφεσείοντα με διπλοσυστημένη επιστολή, η οποία φαινόταν να είχε παραληφθεί στις 3.9.2008, ενώ η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 23.6.2010.
Όσον αφορά την αποστολή της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής με fax στο δικηγόρο του εφεσείοντα, ο εφεσείων ισχυρίζεται, ουσιαστικά, ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι αυθαίρετο, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι στάλθηκε, ποιος είναι ο αριθμός στον οποίο εστάλη, σε ποιόν ανήκει ο αριθμός, αν αυτός ανήκει σε δικηγόρο και αν ο δικηγόρος αυτός είναι δικηγόρος του εφεσείοντα.[..]
Εν προκειμένω, η ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε, ως έχει αναφερθεί, από την Οργάνωση Future Worlds Center, στην οποία γνωστοποιήθηκε η απόρριψή της. Προκύπτει από το διοικητικό φάκελο ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής απεστάλη, με ένδειξη ότι παραλήφθηκε, στο fax με αριθμό 922873821, που είναι ο ίδιος με τον αριθμό fax που φαίνεται στην ιεραρχική προσφυγή, η οποία υπεβλήθη εκ μέρους του εφεσείοντα από την οργάνωση Future Worlds Center εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.[..]Επομένως, ορθά θεωρήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η προσβαλλόμενη πράξη γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα στις 19.8.2008 και, ως εκ τούτου, η προσφυγή η οποία καταχωρήθηκε στις 23.6.2010 ήταν εκπρόθεσμη[..]
Η τυπολατρία, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των κανόνων, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν σε προθεσμίες, μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο. Αναγνωρίζεται δε από τη νομολογία του ΕΔΑΔ ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο και δυνατό να υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιδιώκουν νόμιμο σκοπό και υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Ashingdane v. the United Kingdom, 28 Μαΐου 1985 § 57, Σειρά A, αριθ. 93, Jensen v. Denmark, Αίτηση αρ. 8693/2011 ημερ. 13.3.2017 και Olsby v Sweden, Αίτηση αρ. 36124/2006, ημερ. 21.6.2012). Οι περιορισμοί αυτοί μπορεί να προσλάβουν τη μορφή προθεσμιών, οι οποίες τίθενται από το νομοθέτη. Η επιβολή δε εύλογων προθεσμιών προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Συνεπώς και επί τη βάσει όλων των ανωτέρω και δη στη βάση του σχετικού αποδεικτικού αποστολής το οποίο περιλαμβάνεται και στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, προκύπτει με σαφήνεια ότι η καθ΄ης η αίτηση στις 26.4.2023 απέστειλε με επιτυχία δια μέσω τηλεομοιότυπου, στον αριθμό τηλεομοιότυπου που ανήκε στους αιτητές, την απόφαση της ημερομηνίας 29.3.2023 για επιβολή διοικητικού προστίμου στους αιτητές με συνοδευτική επιστολή που απευθύνετο προς τους αιτητές ημερομηνίας 26.4.2023. Επομένως, η πλευρά των αιτητών είχε πλέον το βάρος να αποδείξει και να προσαγάγει την απαιτούμενη μαρτυρία ότι και παρά τη σχετική επιβεβαίωση αποστολής του τηλεομοιότυπου και του περιεχόμενου αυτού, αυτό εν τέλει δεν παρελήφθη, κάτι που οι αιτητές ουδόλως έπραξαν.
Με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση είχε περιέλθει στη γνώση των αιτητών στις 26.4.2023, η παρούσα Προσφυγή η οποία καταχωρήθηκε στις 17.7.2023 ήταν σαφώς εκπρόθεσμη αφού η συνταγματική προθεσμία των 75 ημερών είχε ήδη παρέλθει από τις 10.7.2023.
Κατά συνέπεια και στη βάση των ανωτέρω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επιδικάζονται €1.600 έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] «In that context, the General Court, first, noted, in paragraph 24 of the order under appeal, that the transmission report generated by EUIPO’s fax machine, which is dated 20 December 2013 and relates to the notification of the contested decision, contains the term ‘ok’. Secondly, in paragraph 23 of that order, the Court held, with reference to its case-law, that ‘the production, by EUIPO, of fax transmission reports which included items conferring probative value on them was sufficient to prove that the fax in question had been received by the addressee. Fax machines are designed so that any transmission or reception problem is reported by an error message which informs the sender of the exact reason for the non-receipt, as communicated to that fax machine by the addressee’s fax machine. Where there is no communication of such a problem, a message indicating effective transmission is generated. Thus, where there has been no error message and there is a transmission report stating the word “ok”, it can be considered that the fax sent has been received by the addressee’. Consequently, the Court held, in paragraph 24 of that order, that EUIPO had established that the fax which it sent to the appellant on 20 December 2013 reached the latter on that date, with the result that the contested decision included in that transmission had been notified on that date. »
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο