Αγλαΐας Βασιλείαδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 1168/2021, 14/10/2026
print
Τίτλος:
Αγλαΐας Βασιλείαδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 1168/2021, 14/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 1168/2021

                                             

     14 Οκτωβρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 9, 28, 30, 35, 146, 150 του Συντάγματος

 

Αγλαΐας Βασιλείαδου

Αιτήτριας,

 

                          Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

 

Άντρη Αργυρού για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι Αιτήτριας

Παντελής Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.:  Η Αιτήτρια, ήταν δικαιούχος από το 2015 Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ). Με επιστολή των Καθ΄ων η αίτηση ημερ. 12.06.2017, το ΕΕΕ τερματίστηκε με την αιτιολογία ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να εγγραφεί ως άνεργη στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης. Στις 20.06.2017, η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής η «Υπουργός»), η οποία απερρίφθη στις 17.11.2017, πράξη εναντίον της οποίας ασκήθηκε η Προσφυγή υπ’ αρ. 161/2017 με ακυρωτική τελικώς έκβαση. Σχετική η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή υπ’ αρ. 161/2017 Βασιλειάδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 06.10.2020 (εφεξής η «Ακυρωτική Απόφαση»).

 

Κατόπιν της εν λόγω Ακυρωτικής Απόφασης, οι Καθ’ ων η Αίτηση προχώρησαν σε επανεξέταση. Η νέα Έκθεση Γεγονότων ημερομηνίας 16.07.2021 υποβλήθηκε για λήψη απόφασης στην Υπουργό, η οποία τελικώς υιοθέτησε τα ευρήματα της και στις 21.07.2021 απέρριψε εκ νέου την ένσταση της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε για την απόφαση απόρριψης της ένστασης της με επιστολή ημερομηνίας 22.07.2021, πράξη η οποία προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή.

 

Με την αγόρευσή της, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εγείρει αριθμό λόγων ακύρωσης. Θέτει ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει το δεδικασμένο της Ακυρωτικής Απόφασης, ότι η συγκρότηση του Ιατρικού Συμβουλίου δεν ήταν νόμιμη η δε αιτιολογία που έδωσε στην έκθεση του και η έρευνα που διεξήχθη ήταν πλημμελής και αντίθετη με το δεδικασμένο. Παράλληλα εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη κατά νομική πλάνη του άρθρου 18 του Περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου 109(Ι)/2014 (εφεξής ο «Νόμος») και χωρίς ουσιαστική άσκηση αρμοδιότητας εκ μέρους της Υπουργού και με μεταγενέστερη αναπλήρωση της αιτιολογίας μέσω της υπογραφής μιας λειτουργού της επιστολής ημερ. 22.07.2021 «για» Γενικό Διευθυντή ενώ δεν παρουσιάστηκε καν η απόφαση του Διευθυντή ή εξουσιοδότηση της λειτουργού να αποφασίζει επί των ενστάσεων. Υποβάλλεται περαιτέρω ότι δεν τηρήθηκαν δέοντα πρακτικά καθότι ήταν περιληπτικά/ συνοπτικά χωρίς να καταγράφεται η νοητική διεργασία και χωρίς να υπογράφονται, σφραγίζονται ή επικυρώνονται.

 

Εξέτασα τους λόγους ακύρωσης σε συνάρτηση με τους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν στις διευκρινίσεις και καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς συμφωνώ με την πλευρά της Αιτήτριας ότι, υπό τις περιστάσεις, οι Καθ΄ων η αίτηση δε συμμορφώθηκαν με το δεδικασμένο της Ακυρωτικής Απόφασης και το καθήκον τους όπως προχωρήσουν σε νόμιμη επανεξέταση της υπόθεσης. Αυτό διότι, στην Ακυρωτική Απόφαση, το Δικαστήριο επικαλέστηκε συγκεκριμένα έγγραφα και πιστοποιητικά όλα έτους 2016 (δηλαδή επακόλουθα του τότε ατυχήματος της Αιτήτριας), τα οποία στην αντίληψη του φανέρωναν ότι κατά τον ουσιώδη με τον χρόνο της ένστασης της ημερ.  20.06.2017, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εργαστεί ή να αποδεχτεί την εργασία που της προσφέρθηκε. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτά δεν διερευνήθηκαν και άρα ότι υπήρχε πλάνη των Καθ΄ ων η αίτηση.

 

Παρ’ όλα τα έγγραφα αυτά, τα οποία ρητώς μάλιστα σχολιάστηκαν στην Ακυρωτική Απόφαση και παρά την ορθή γνωμάτευση εκ μέρους της νομικής υπηρεσίας ότι η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης του έτους 2017 (βλ. Παράρτημα 9 σε Ένσταση), κατά την εδώ επίδικη επανεξέταση ουδέν επ’ αυτών διερευνήθηκε ή σχολιάστηκε εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, οι οποίοι κατηύθυναν την όλη έρευνά τους σε νέα αξιολόγηση της Αιτήτριας από Ιατροσυμβούλιο και επί τη βάση νέων στοιχείων και ιατρικών πιστοποιητικών έτους 2021, τα οποία όμως δεν αφορούσαν τον ουσιώδη χρόνο που προηγήθηκε της ένστασης ημερ. 20.06.2017.

 

Είναι όμως σαφές ότι σύμφωνα με το άρθρο 58 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999)

 

«58. Κατά την επανεξέταση πράξης της που έχει ακυρωθεί, η διοίκηση οφείλει να λάβει υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η σχετική απόφασή της».

 

Ασφαλώς η συνέχιση της λήψης ΕΕΕ είναι μια διαδικασία που προφανώς τυγχάνει περιοδικής επαναξιολόγησης εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου με σχετικό και το άρθρο 18 του Νόμου, το οποίο δίδει εξουσίες στους Καθ΄ων η αίτηση αλλά και επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις σε δικαιούχους ΕΕΕ ως ήταν η Αιτήτρια, όμως εδώ το καθήκον επανεξέτασης κατόπιν της Ακυρωτικής Απόφασης έπρεπε να αφορά ή έστω να αφορά σίγουρα και τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της απόφασης τερματισμού του ΕΕΕ ημερ. 12.06.2017 και την τότε ένσταση της Αιτήτριας ημερ. 20.06.2017 και όχι μόνον την κατάσταση της υγείας της το 2021.

 

Τώρα βέβαια, το εάν το έτος 2021 διαπιστώνεται κατόπιν της κατά νόμω διαδικασίας και αιτιολογημένα ότι η Αιτήτρια πρέπει να πάψει να θεωρηθεί ότι είναι ανίκανη προς εργασία, αυτό δε εξαντλεί το καθήκον των Καθ΄ων η αίτηση για επανεξέταση των δεδομένων επί του ουσιώδους χρόνου που ως ανέφερα ήταν προ της ένστασης της Αιτήτριας αλλά αφορά τον εφεξής χρόνο, δηλαδή από το 2021 και εντεύθεν ή έστω από τον χρόνο που αιτιολογημένα και κατόπιν έρευνας επί των νεότερων πλέον στοιχείων/εξετάσεων/πιστοποιητικών, διαπιστώνεται ότι έπαυσε η Αιτήτρια να είναι πρόσωπο ανίκανο προς εργασία. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς τον τρόπο επανεξέτασης κατόπιν ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ΕΔΔ Αρ. 173/2020 Γ.Δ. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ κ.α. ημερ. 08.10.2025, στην οποία ακριβώς επειδή η φύση της πράξης έτασσε επανεξέταση τόσο του πραγματικού καθεστώτος του ουσιώδους χρόνου όσο και του χρόνου μέχρι και την επανεξέταση αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«Συνάγεται πως μετά την ακυρωτική απόφαση όφειλε να είχε διεξαχθεί επανεξέταση τόσο στην βάση του πραγματικού καθεστώτος του ουσιώδους χρόνου (2010 - 2013), όσο και του χρόνου που διέρρευσε μέχρι τη διεξαγωγή της επανεξέτασης, καθ' ότι το άρθρο 2 του Νόμου (ανωτέρω), αναφέρεται σε μόνιμο ή απροσδιόριστης διάρκειας περιορισμό, οπότε είχαν σημασία τα ιατρικά ευρήματα τόσο του 2010 (ιατρικές βεβαιώσεις) όσο και οι εξελίξεις στην πορεία, αλλά και μέχρι το 2017, και τι προβλεπόταν τότε για τις λειτουργίες της αιτούσας στο μέλλον (αν ήταν μόνιμες βλάβες ή απροσδιόριστης διάρκειας ή όχι).

 

Αντ' αυτού η Έκθεση της Επιτροπής, η οποία εισηγήθηκε απόρριψη του αιτήματος, περιορίστηκε στην αναφορά στην συνέντευξη που είχε με την εφεσείουσα, η οποία είχε ήδη μετά την παρέλευση επτά ετών ξεκινήσει σπουδές στο εξωτερικό. Δεν έγινε καμία έρευνα για το παρελθόν (2010 - 2017) κατά πόσο η κατάσταση τότε επέβαλλε στους καθ' ων η αίτηση να την κρίνουν ως ανάπηρη, λαμβανομένων και των εξελίξεων που μεσολάβησαν (κρίσεις που ήταν επώδυνες και αντιμετωπίζονταν αρχικά με νοσηλεία και αργότερα στο σπίτι με φαρμακευτική αγωγή, καθώς και νέκρωση της κεφαλής των μηριαίων οστών εξαιτίας των οποίων υπέστη επέμβαση με τρυπανισμό και στα δύο μηριαία οστά, καθώς και αντιμετώπιση της πτώσης της αιμοσφαιρίνης της με μεταγγίσεις αίματος κ.λ.π.) και κατά πόσο αυτά προκαλούσαν μειονεξία σωματική ή και άλλη σε σχέση με ένα παιδί της ίδιας ηλικίας που δεν παρουσιάζει τέτοια ανεπάρκεια.

 

Ουσιαστικά παραβιάστηκε το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης που επέβαλλε επανεξέταση εξ υπαρχής με τα στοιχεία και του ουσιώδους χρόνου(…)

 

Λανθασμένα το Δικαστήριο πρωτόδικα θεώρησε ως εύλογα επιτρεπτή την απορριπτική εισήγηση της Συμβουλευτικής Πολυθεματικής Ομάδας, επειδή κατά την κρίση του, διερεύνησε, ως όφειλε τη σοβαρότητα της κατάστασης της αιτήτριας, ως προς το «κατά πόσο μειώνονταν ουσιωδώς οι λειτουργίες ή οι δραστηριότητες της αιτήτριας». Η δέουσα διερεύνηση κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι επιτεύχθηκε δια της επανεξέτασης τόσο στη βάση των προσωπικών της συνθηκών, όσο και των ιατρικών της δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρουσίαση επώδυνων κρίσεων αντιμετωπίζονταν με φαρμακευτική αγωγή επί καθημερινής βάσεως, χωρίς να γίνει αναφορά στις επώδυνές κρίσεις που υπέστη στο παρελθόν που αντιμετωπίζονταν με νοσηλεία και μεταγγίσεις αίματος. 

 

Το σφάλμα του Δικαστηρίου εστιάζεται στο γεγονός ότι περιορίστηκε στην αντίληψη που διαμόρφωσε η Πολυθεματική Ομάδα ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την συνέντευξη με την εφεσείουσα το έτος 2017. Επίσης λανθασμένα αντιλήφθηκε ότι το ζητούμενο ήταν το κατά πόσο μειώνονταν ουσιωδώς οι λειτουργίες ή δραστηριότητες της αιτήτριας κατ' απομόνωση αντί και σε σύγκριση με υγιή άτομα της ηλικίας της σε όλα τα στάδια της ζωής της μέχρι τότε. Όπως όμως αποφασίστηκε στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρώτη προσφυγή της εφεσείουσας, δεν εξετάζεται αυτό μόνο, αλλά εξετάζεται η τυχόν μειονεξία ή ανεπάρκεια, συγκρινόμενη με τη ζωή ενός παιδιού που δεν ασθενεί της ίδιας ηλικίας. Μια τέτοια διερεύνηση δεν έγινε από την Επιτροπή για όλους τους ουσιώδεις χρόνους από το 2010 έως το 2017, όπως επίσης δεν φαίνεται να λήφθηκαν υπόψη τα υπαρκτά προβλήματα και δυσκολίες που αντιμετώπισε η εφεσείουσα και κατά πόσο αυτά αποτέλεσαν ανεπάρκεια ή μειονεξία η οποία προκάλεσε μόνιμο ή απροσδιόριστης διάρκειας περιορισμό (σωματικό, διανοητικό ή ψυχικό).

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 6 γίνονται αποδεκτοί. Λανθασμένα αποφασίστηκε πρωτόδικα ότι έγινε η δέουσα έρευνα, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί ακυρωτική δικαστική απόφαση, της οποίας το δεδικασμένο διαπιστώνουμε πως παραβιάστηκε,(…)»»

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος ακύρωσης περί παράβασης δεδικασμένου και του καθήκοντος επανεξέτασης σύμφωνα με τα άρθρα 57-59 του Ν. 158(I)/1999 επιτυγχάνει.

 

Σύμφωνο με βρίσκει και ο δεύτερος λόγος ακύρωσης. Στην αγόρευση της Αιτήτριας αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της συγκρότησης του Ιατροσυμβουλίου με παραπομπή στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ιατρικά Συμβούλια, Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο και Ειδικοί Ιατροί) Κανονισμούς του 2010 (К.Δ.П. 286/2010) και δη στον Κανονισμό 3 αυτών. Παρ’ όλα αυτά ουδείς κατάλογος ειδικών ιατρών ή έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου προσκομίστηκε εντός των διοικητικών φακέλων ούτε άλλωστε παραπέμφθηκα σε τέτοια έγγραφα και άρα είναι αδύνατος ο έλεγχος της εκπλήρωσης όσων ο εν λόγω Κανονισμός 3 προβλέπει. Στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Α. Ζερβού, ΔΔΔ) Υπόθεση αρ. 1745/2018 Ε. Ε. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ημερ. 31.01.2023, στην οποία παραπέμπει η συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρθηκαν:

 

«Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς του αιτητή, οι οποίοι σημειώνεται δεν έχουν κατ' ουσίαν απαντηθεί από τους καθ' ων η αίτηση, δεν έχω εντοπίσει στον διοικητικό φάκελο ούτε τον καταρτισθέντα από τον Υπουργό κατάλογο ειδικών ιατρών ούτε τη σχετική έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε να διαπιστώσω το νόμιμο της συγκρότησης των Ιατρικών Συμβουλίων, βάσει του Κανονισμού 3 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ιατρικά Συμβούλια, Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο και Ειδικοί Ιατροί) Κανονισμών του 2010 (Κ.Δ.Π.286/2010).  Δεν απαιτείται, βεβαίως, ο εν λόγω κατάλογος και η έγκριση αυτού να αναπαράγονται και να καταχωρούνται στον φάκελο κάθε ασφαλισμένου που παραπέμπεται προς εξέταση από Ιατρικό Συμβούλιο.  Εφόσον, όμως, η νόμιμη συγκρότηση των Ιατρικών Συμβουλίων αμφισβητήθηκε από τον αιτητή λόγω ακριβώς της μη παρουσίασης των εν λόγω στοιχείων, οι καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να τα προσκομίσουν τουλάχιστον κατά την ακρόαση».

 

Υιοθετώ τα ανωτέρω και δεν έχω κάτι να προσθέσω. Ελλείψει κατάθεσης των εγγράφων που θέτει ο Κανονισμός 3, καθίσταται αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος, ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ακύρωσης επιτυγχάνει.

 

Περαιτέρω, σε συνάρτηση με όσα ανέφερα στον πρώτο λόγο ακύρωσης, με βρίσκει σύμφωνο και το σκέλος του τρίτου και τέταρτου λόγου ακύρωσης, όπου η Αιτήτρια διαμαρτύρεται ότι η επανεξέταση δεν έλαβε υπόψη την Ακυρωτική Απόφαση και τα πιστοποιητικά και έγγραφα ως προς τον ουσιώδη χρόνο αλλά περιορίστηκε στα δεδομένα του 2021. Έπρεπε το ζήτημα, ακριβώς λόγω της μεσολάβησης της Ακυρωτικής Απόφασης, να είχε επανεξεταστεί και αναφορικά με τα δεδομένα του ουσιώδους χρόνου που ανέφερα στον πρώτο λόγο ακύρωσης.

 

Αν και τα ανωτέρω οδηγούν σε ακύρωση την προσβαλλόμενη, θεωρώ ορθό για τους σκοπούς της πιθανής επανεξέτασης που θα ακολουθήσει την παρούσα, να εξετάσω και τους λοιπούς ισχυρισμούς και λόγους ακύρωσης. Σημειώνονται λοιπόν τα πιο κάτω:

 

Πρώτον δε με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός ότι η νεότερη επαναξιολόγηση ημερ. 15.06.2021 ήταν αναιτιολόγητη και προϊόν ενδεχόμενης πλάνης ως προς όσα εκεί αναφέρονται για την κατάσταση αξιολόγησης του έτους 2021. Το μεν αναφερόμενο στην έκθεση,  ως έτος ατυχήματος «2017», ενδεχόμενα αναφέρθηκε από την ίδια την Αιτήτρια (στο «ιστορικό του ασθενή» -Ερ. 187/278 φαίνεται να καταγράφονται και αναφορές της ιδίας) αλλά ήταν και αναφορά του θεράποντος της ιατρού (βλ. ιατρικό ιστορικό σε έκθεση ορθοπεδικού ερ. 179 μέρος Παραρτήματος 10 σε ένσταση) και σε κάθε περίπτωση δε φαίνεται ότι η καταγραφή του εσφαλμένου χρόνου ατυχήματος καθ’ αυτού, ήτοι «2017» αντί «2016», ήταν ουσιώδης για οποιοδήποτε εύρημα των ιατρών αναφορικά με τα όσα κατέγραψαν στη δική τους αξιολόγηση του έτους 2021.

 

Ούτε όμως η συμπλήρωση της έκθεσης στα λοιπά της στοιχεία, πάντα αναφορικά με τα όσα αναφέρθηκαν για την αξιολόγηση της κατάστασης της Αιτήτριας το έτος 2021, φαίνεται αναιτιολόγητη άλλωστε ακόμα και συνοπτική μια αιτιολογία μπορεί να μεταδώσει ορθά και κατανοητά νοήματα, ως έγινε και εδώ. Δε τίθεται δε ζήτημα ότι η έκθεση του ιατροσυμβουλίου έπρεπε να περιέχει ειδική αιτιολόγηση για την απόκλιση από την Ακυρωτική Απόφαση. Η Ακυρωτική Απόφαση δεν τοποθετήθηκε επί πρωτογενών ζητημάτων ούτε αποτελεί γνωμοδότηση διοικητικού οργάνου χρήζουσα ειδικής αιτιολογίας για απόκλιση ούτε ασφαλώς αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων σε αυτής της φύσεως διαφορές είναι η άσκηση πρωτογενούς αξιολογικής κρίσης. Ως αναφέρθηκε στην ανωτέρω ΕΔΔ Αρ. 173/2020 (υπογράμμιση και έμφαση του παρόντος):

 

«Ο πρώτος λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο λανθασμένα το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είναι ανάπηρο πρόσωπο η εφεσείουσα, απορρίπτεται, καθότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολογική κρίση σε σχέση με την αναπηρία ή όχι της εφεσείουσας μη έχοντας τέτοια δικαιοδοσία, αλλά έλεγξε τη νομιμότητα της απόφασης και κατέληξε ότι ήταν εύλογα επιτρεπτή».

 

Σχετική και η Παπαντωνίου κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας (Αρ. 2) (2010) 3 Α.Α.Δ. 476 και η ΕΔΔ Αρ. 29/2018 ΣΑΒΒΙΤΣΙΚΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ημερ. 17.03.2022.

 

Αυτά πάντα ως προς την αξιολόγηση της κατάστασης της Αιτήτριας το έτος 2021 και όχι προς εκπλήρωση της υποχρέωσης των Καθ΄ων η αίτηση για επανεξέταση της κατάστασης της το έτος 2017 που ως έχω ήδη διαπιστώσει δεν εκπληρώθηκε και με οδήγησε ήδη πιο πάνω σε διαπίστωση λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης.

 

Περαιτέρω, δε με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός ότι η εκ μέρους της Υπουργού παράθεση της λέξης «Συμφωνώ» με την ένθεση της υπογραφής και της ημερομηνίας της απόφασής της επί του προς αυτήν Σημειώματος της λειτουργού είναι με οποιοδήποτε τρόπο πλημμελής, εφόσον η άσκηση της αρμοδιότητας κατ’ αυτόν τον τρόπο έχει επιδοκιμασθεί από την νομολογία τόσο ως ενδεικτική άσκησης αρμοδιότητας όσο και τήρησης δέοντος πρακτικού [βλ.Τζιωνής και Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ ΕΔΔΔΠ Αρ. 24/2024 MILON KUMAR PAL v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. ημερ. 17.07.2025 και αποφάσεις Διοικητικού Δικαστηρίου σε Πρ. Αρ. 475/2019 Arzumanyan ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 14/3/2022 (Καλλίγερου, ΠΔΔ ως ήταν τότε), Πρ. Αρ. 749/2019 Alarcon ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 29/3/2022 (Ευσταθίου- Νικολετοπούλου, ΔΔΔ ως ήταν τότε), Πρ. Αρ. 1514/2019 Cabardo ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., ημερ. 06/05/2022 (Κωμοδρόμος, ΔΔΔ ως ήταν τότε)]. Σχετικό άλλωστε είναι και το άρθρο 17(8) του Ν. 158(Ι)/1999. Η επιστολή προς κοινοποίηση της απόφασης της Υπουργού εκ μέρους λειτουργού «για» γενικό διευθυντή προφανώς και υπό το φως των όσων ανέφερα ήδη, δε φανερώνει υφαρπαγή αρμοδιότητας ούτε έχρηζε εξουσιοδότησης εφόσον με την επιστολή αυτή απλώς κοινοποιήθηκε η απόφαση που λήφθηκε από την Υπουργό με την προρρηθείσα έγκριση του Σημειώματος, και σε καμία περίπτωση ασκήθηκε αποφασιστική αρμοδιότητα εκ μέρους της λειτουργού αντί της Υπουργού.

 

Δε με βρίσκουν τέλος σύμφωνο ούτε οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς πρακτικού της έκθεσης του ιατροσυμβουλίου ημερ. 15.06.2021. Τα πρακτικά αν και πράγματι συνοπτικά και εξαιρέσει της μη εξέτασης των όσων η Ακυρωτική Απόφαση έθετε και της αδυναμίας ελέγχου των αφορόντων τον Κανονισμό 3 της К.Δ.П. 286/2010 (για τα οποία διαπίστωσα πλημμέλεια πιο πάνω), κατά τα λοιπά καταγράφουν επαρκώς και αιτιολογημένα την κρίση του ιατροσυμβουλίου ως προς την αξιολόγηση της Αιτήτριας πάντα για το έτος 2021, αναφέρουν τα ονοματεπώνυμα των μελών τους ενώ είναι υπογραμμένα και σφραγισμένα τόσο τα αντίγραφα που ετέθησαν στην ένσταση (Παράρτημα 10) όσο και αυτά που βρίσκονται εντός του διοικητικού φακέλου.

 

Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που ανέφερα ως προς τη μη συμμόρφωση με το δεδικασμένο και καθήκον επανεξέτασης αλλά και τη μη κατάθεση των σχετικών εγγράφων προς έλεγχο συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 3 της К.Δ.П. 286/2010, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται. Επιδικάζονται 1.800 ευρώ έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο