ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1333/2023
13 Οκτωβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΟΥΡΟΥΛΛΑΣ
Αιτητής
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ ΑΠΟ ΠΡΩΗΝ ΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ ΠΡΩΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
Καθ' ης η Αίτηση
--------------------------
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.3.2026
Γεωργία Βρυώνη με Κατερίνα Θεοδούλου, για Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ειρήνη Νεοφύτου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, με ασκούμενους δικηγόρους Μαρίλια Σπύρου και Παύλο Χριστοφίδη, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ' ης η Αίτηση.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αξιώνει την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου της Ανάληψης Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα από πρώην Κρατικούς Αξιωματούχους και Ορισμένους πρώην Υπαλλήλους του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (εφεξής «η Επιτροπή»), δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για έγκριση ανάληψης εργασίας στην εταιρεία Peregrine Consulting Cyprus Ltd, δυνάμει του περί του Ελέγχου της Ανάληψης Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα από Πρώην Κρατικούς Αξιωματούχους και Ορισμένους Πρώην Υπαλλήλους του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2007 (114(I)/2007).
Ο Αιτητής υπηρετούσε στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας και στις 27.6.2022 υπέβαλε αίτηση για εθελοντική πρόωρη συνταξιοδότηση, με τελευταία ημέρα υπηρεσίας την 31.12.2022. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ανέφερε στον Αιτητή, με επιστολή της ημερομηνίας 10.10.2022, ότι θεωρείται κάτοχος προνομιακής πληροφόρησης και ότι, για να εργοδοτηθεί στον ιδιωτικό τομέα εντός δύο ετών, οφείλει να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 5 του Ν.114(Ι)/2007. Στις 9.3.2023, ο Αιτητής υπέβαλε στην εν λόγω Επιτροπή αίτηση για ανάληψη εργασίας στην εταιρεία Peregrine, ως σύμβουλος ασφάλειας πολιτικής αεροπλοΐας και ελεγκτής διασφάλισης ποιότητας, επισυνάπτοντας σχετικό προσχέδιο σύμβασης εργοδότησης, στο οποίο ήταν ασυμπλήρωτος ο μισθός του, ενώ προέβλεπε και μπόνους υπό τη διακριτική ευχέρεια της εταιρείας. Η Επιτροπή, στις 5.5.2023, απέρριψε την αίτηση του Αιτητή και η εν λόγω απόφαση αποτελεί την προσβαλλόμενη με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή.
Δεν αμφισβητείται ότι ο περιορισμός ανάληψης εργασίας για δύο έτη, από την αφυπηρέτηση του Αιτητή, έληξε στις 31.12.2024. Στην αγόρευση της ημερομηνίας 25.11.2026, η Καθ' ης η Αίτηση εγείρει ζήτημα έλλειψης εννόμου συμφέροντος του Αιτητή να προωθεί την παρούσα προσφυγή, λόγω εξάλειψης του αντικειμένου της, στη βάση του ότι η περίοδος ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης έχει λήξει.
Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, ο Αιτητής, με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 3.3.2026, ζητά άδεια του Δικαστηρίου για προσαγωγή μαρτυρίας, με την προσκόμιση ένορκης δήλωσης του ιδίου (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), αποκλειστικά προς απόδειξη ύπαρξης ζημιογόνου καταλοίπου, ώστε η δίκη να συνεχιστεί. Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς 12 και 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962), όπως εφαρμόζονται δυνάμει του Κανονισμού 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Διοικητικού Δικαστηρίου του 2015 (6/2015). Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α αναφέρεται σε προσφορά της εταιρείας Peregrine προς τον Αιτητή, για μηνιαίο μισθό €5.000 και ετήσιο μπόνους €10.000, συνολικής αξίας €130.000 για την περίοδο 1.1.2023 έως 31.12.2024, στην απουσία απασχόλησης και εισοδήματος του την περίοδο αυτή, σε μεταγενέστερη εργοδότηση του με μειωμένο μισθό €3.000, σε απώλεια άλλων ευκαιριών και σε οικογενειακές περιστάσεις, περιλαμβανομένου του κόστους σπουδών του γιου του στο εξωτερικό.
Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η αίτηση διασφαλίζει την αποτελεσματική δικαστική προστασία, ότι η μαρτυρία είναι συγκεκριμένη και σχετική, αφού η ζημιά δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά το χρόνο καταχώρισης της προσφυγής, και ότι, εφόσον το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος τέθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, πρέπει να του επιτραπεί να απαντήσει με μαρτυρία, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία. Μεταξύ άλλων, επικαλείται σε αρκετά σημεία της αγόρευσης του την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Α.Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υποθ. 1556/2019, ημερομηνίας 7.10.2022.
Αντίθετα, η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, γιατί σύμφωνα με τη νομολογία η προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται με εξαιρετική φειδώ και εν προκειμένω δεν προσφέρεται, καθώς η επιδιωκόμενη προς προσκόμιση μαρτυρία αλλοιώνει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Αιτητής δε δικογράφησε οποιαδήποτε ζημιά ούτε ζήτησε τροποποίηση της προσφυγής του, παρότι η ζημιά ήταν γνωστή από τον Ιανουάριο του 2023, ενώ θέτει ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή της, καθώς η αίτηση καταχωρήθηκε πέραν του έτους από τη λήξη του περιορισμού. Εισηγείται επίσης ότι η ζημιά δεν προκύπτει ευθέως από την πράξη, αφού ο Αιτητής εργοδοτήθηκε αργότερα στην εταιρεία Peregrine, ενώ περαιτέρω τα έγγραφα που επιθυμεί να παρουσιάσει είναι μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σχετικά με το δικονομικό πλαίσιο που διέπει τέτοιας φύσεως αιτήσεις, έχει νομολογηθεί ότι οι αιτήσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται με εξαιρετική φειδώ, αφού το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της πράξης και δεν υπεισέρχεται σε διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων. Οι διάδικοι δε μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα (βλ. Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 ΑΑΔ 507). Δυνάμει επίσης των προνοιών των Κανονισμών 12 και 19 η έγκριση της αίτησης πρέπει να είναι και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Εν προκειμένω, η σκοπούμενη προσαγωγή μαρτυρίας δε σχετίζεται με την απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος αναφορικά με τη νομιμότητα έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε με την πιθανολόγηση πλάνης της Καθ' ης η Αίτηση κατά το χρόνο έκδοσης της, αλλά με την απόδειξη της ζημιάς που, κατά τον Αιτητή, υπέστη από την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε η δίκη να συνεχιστεί. Οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση ότι η εν λόγω μαρτυρία αλλοιώνει το περιεχόμενο του φακέλου και ότι τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει ο Αιτητής είναι μεταγενέστερα της απόφασης αφορούν την περίπτωση όπου με την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας επιδιώκεται η αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω, και συνεπώς η εξέταση τους δεν είναι αναγκαία.
Η κρίση, επομένως, επί της παρούσας αίτησης εξαρτάται ουσιωδώς από το κατά πόσον η μαρτυρία είναι αναγκαία, σχετική και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως προς το να καταδειχθεί κατάλοιπο ζημιάς. Αντίθετα, εάν διαφαίνεται ήδη εκ πρώτης όψεως κατάλοιπο ζημιάς, τέτοια μαρτυρία δεν πληροί τις αναγκαίες νομολογιακές προϋποθέσεις για έγκριση της.
Το βάρος απόδειξης καταλοίπου ζημιάς το φέρει ο Αιτητής και το επίπεδο του καθορίζεται από τη νομολογία. Στην Α.Κ. ανωτέρω, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, με παραπομπή στις αποφάσεις της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στράκκα Λτδ ν. Δημοκρατίας (1991) 3 ΑΑΔ 643, Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Σάββα (2006) 3 ΑΑΔ 435 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 33, αναφέρθηκε ότι:
«οι ζημιογόνες συνέπειες θα πρέπει να έχουν προκύψει ευθέως και αποκλειστικά από την ίδια την προσβληθείσα απόφαση και ότι ο αιτητής έχει στους ώμους του το βάρος να δείξει εκ πρώτης όψεως τις ζημιογόνες συνέπειες που υπέστη από την εφαρμογή της προσβληθείσας απόφασης, πριν από την ανάκληση και/ή τον τερματισμό της. Η δε πιθανολόγηση του κατάλοιπου ζημιάς δεν μπορεί να είναι αόριστη, θεωρητική και νεφελώδης.»
Στην Νεοκλέους κ.α. ν. Δήμου Αγλαντζιάς κ.α., Υποθ. 1183/2011, ημερομηνίας 29.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:D717, τονίστηκε ότι οι ζημιογόνες συνέπειες πρέπει, έστω και εκ πρώτης όψεως, να είναι υπαρκτές και δεδομένες. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η απόδειξη αυτών των ενδεχομένων ζημιογόνων συνεπειών δεν θα αφεθεί βεβαίως να εξεταστεί κατά το στάδιο θεμελίωσης αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο κατά το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, όπου είναι πλέον αναγκαία η προσκόμιση σχετικής και ικανής μαρτυρίας ως προς αυτές, (Γεωργία Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 884/09, ημερ. 30.11.2010). Για να δυνηθεί ο αιτητής να καταφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, θα πρέπει προηγουμένως να πετύχει την ακύρωση της διοικητικής πράξης. Αλλά για το επιτύχει αυτό στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί ή αλλοιωθεί λόγω κατάργησης ή ανάκλησης της διοικητικής πράξης, θα πρέπει να πείσει το αναθεωρητικό Δικαστήριο ότι η εκδίκαση της προσφυγής δεν συνεχίζεται επί ματαίω, αλλά λόγω του ότι έχουν όντως προκύψει τέτοιες ζημιογόνες συνέπειες, οι οποίες έστω και εκ πρώτης όψεως, παρουσιάζονται υπαρκτές και δεδομένες. Και αυτό εναπόκειται στον αιτητή να το δείξει με κατάλληλη και ανάλογη αναφορά σε δεδομένα και στοιχεία υποστηρικτικά της θέσης του. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι θεωρητική, αλλά πραγματική. Το κατάλοιπο της συνέπειας της έκδοσης της διοικητικής πράξης είναι αναγκαίο να διαφανεί ως παράγωγο δυσμενών αποτελεσμάτων στο διοικούμενο, έστω και εκ πρώτης όψεως, (Αφρόκηπος Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 281 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 242-243). Εφόσον εκ πρώτης όψεως διαφανεί αυτή η συνέπεια, τότε η έκταση της ζημιάς αποφασίζεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο.»
Περαιτέρω, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Αθηνούλλας Χατζησοφοκλέους, Έφεση 103/2021, ημερομηνίας 10.7.2026, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
«Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντα να προωθήσει την αξίωση του για ακύρωση της πράξης ή να υπερασπιστεί την πρωτόδικη απόφαση, σε περίπτωση που είναι εφεσίβλητος, διατηρείται μέχρι τελεσιδικίας, εάν η βλάβη που πηγάζει από την προσβαλλόμενη πράξη συνεχίζει να υφίσταται και εάν προκύπτει ωφέλεια για τον αιτούντα από την ακύρωσή της» […] «Η δίκη καταργείται, όταν το αντικείμενο της προσφυγής εκκλείψει, καθότι η συνέχιση της δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Όπου όμως διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι παρέμεινε ζημιογόνο κατάλοιπο για το οποίο ενδεχομένως να προκύπτει θέμα αποζημίωσης, με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, ο προσφεύγων διατηρεί το έννομο συμφέρον του (βλέπετε Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 973 και Στράκκα Λτδ. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 643).»
Από την παρατεθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό ούτε την έκταση της ζημιάς, ούτε την απόδειξη της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αρκεί η εκ πρώτης όψεως διαπίστωση ζημιογόνου καταλοίπου για να συνεχιστεί η δίκη. Όπως τονίστηκε στην Οικονόμου ν. Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας κ.α., ΑΕ 57/2013, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:C208 και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ανδρονίκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Υγείας, Ε.Δ.Δ. αρ. 78/2021, ημερομηνίας 26.6.2026:
«Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει την έκταση των ζημιών, αλλά ερευνά υπό μορφή εκ πρώτης όψεως διαπίστωσης αν παραμένει ζημιά ή βλάβη η οποία δεν εξαλείφθηκε για να αποφασίσει αν η δίκη καταργείται ή συνεχίζεται. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να είναι πραγματική και να δικογραφείται από τον εκάστοτε αιτητή (Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 973, Καμένος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 25, Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Σάββα (2006) 3 Α.Α.Δ. 435)»
Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Χριστίνας Τρύφωνος κ.ά., Ε.Δ.Δ. αρ. 136/2021, ημερομηνίας 18.3.2026, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο επανέλαβε ότι «Το Δικαστήριο αναθεωρητικής δικαιοδοσίας δεν εξετάζει την έκταση της ζημιάς, αλλά ερευνά αν εκ πρώτης όψεως παραμένει ζημιά ή βλάβη, για να αποφασίσει αν η δίκη καταργείται ή συνεχίζεται» και, αφού έκρινε ότι η στέρηση της δυνατότητας διορισμού σε μόνιμη θέση επιφέρει εκ πρώτης όψεως ζημιογόνες και δυσμενείς συνέπειες, διευκρίνισε ότι «εναπόκειται στους Εφεσίβλητους να τεκμηριώσουν την έκταση της ζημιάς τους, στα πλαίσια αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»
Στην ΕΤΕΚ ν. Χατζησοφοκλέους ανωτέρω, η εφεσίβλητη, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και εκκρεμούσης της έφεσης, είχε εγγραφεί ως αρχιτέκτονας και οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι αυτό αναιρεί το έννομο συμφέρον της. Παρά ταύτα, και χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Η άρνηση των εφεσειόντων να την εγγράψουν ως αρχιτέκτονα, για την περίοδο από το 2014, που υπέβαλε την αίτησή της, μέχρι και την ημερομηνία που τελικά έγινε η εγγραφή της στο ΕΤΕΚ, είχε δυσμενείς «επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες για την ίδια». Υπό τις περιστάσεις, διαφαίνεται ότι υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, κατάλοιπο ζημίας. Εάν η θέση των εφεσειόντων γινόταν δεκτή και η πρωτόδικη απόφαση ακυρωνόταν, στη βάση που αυτοί εισηγούνται, αυτό θα είχε ως επακόλουθο την στέρηση από την εφεσίβλητη του δικαιώματος, το οποίο έχει ως θεμέλιο την πρωτόδικη απόφαση, να αποταθεί σε πολιτικό δικαστήριο, για αποζημιώσεις, στα πλαίσια του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.»
Τα περιστατικά των υποθέσεων Τρύφωνος και Χατζησοφοκλέους προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας και οι σχετικές κρίσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα συναφείς και δύνανται αναλογικά να εφαρμοστούν και στην προκειμένη. Η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αρνήθηκε στον Αιτητή την ανάληψη εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη, στη βάση μάλιστα και προσχεδίου σύμβασης εργοδότησης, κατά το διάστημα της διετούς απαγόρευσης μετά την αφυπηρέτηση του. Η μεταγενέστερη εργοδότηση στην εταιρεία Peregrine, όπως αντίστοιχα κρίθηκε και στην ανωτέρω απόφαση, δεν αναιρεί το ενδεχόμενο ζημιάς για το ενδιάμεσο διάστημα. Σύμφωνα με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το κατάλοιπο ζημιάς δεν προκύπτει από απλή προσδοκία ή ενδεχόμενη μελλοντική βλάβη, όπως στην Ανδρονίκου ανωτέρω, όπου κρίθηκε ότι η απλή προσδοκία δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση ζημιάς, ούτε από γενικό και αόριστο ισχυρισμό, αφού οι δυσμενείς συνέπειες για τον Αιτητή συνδέονται άμεσα με την προσβαλλόμενη πράξη και αφορούν συγκεκριμένο εργοδότη και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν τόσο από τα γεγονότα και έγγραφα της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση επί της προσφυγής, όσο και από την ίδια την αίτηση του Αιτητή για ανάληψη εργασίας, η οποία απορρίφθηκε. Επιπλέον, με τον λόγο ακύρωσης αρ. 10 των νομικών σημείων της προσφυγής του ο Αιτητής δικογράφησε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση «δημιούργησε δυσμενείς συνέπειες για τον Αιτητή». Παρά τη γενικότητα της αναφοράς, εάν αυτή ιδωθεί συνδυαστικά με το αίτημα του Αιτητή για εργασία σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ικανοποιεί, κατά την κρίση μου, την όποια νομολογιακή απαίτηση δικογράφησης.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, κατάλοιπο ζημιάς, το οποίο απορρέει άμεσα από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη, αφού αυτή συνίσταται στην απόρριψη της ίδιας της αίτησης του Αιτητή για ανάληψη εργασίας. Η διαπίστωση αφορά τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, ώστε να εξεταστεί η χρησιμότητα, η αναγκαιότητα και σχετικότητα της προσαγωγής μαρτυρίας και επ' ουδενί δεν προδικάζει την ύπαρξη πραγματικής ζημιάς ή και την έκταση αυτής και δεν επηρεάζει την κρίση επί της ουσίας της προσφυγής, η οποία θα εξεταστεί στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και των θέσεων των διαδίκων, ως αναπτύσσονται στις αγορεύσεις τους.
Συνεπώς, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δε μπορεί να επιτύχει, διότι η σκοπούμενη μαρτυρία δεν κρίνεται αναγκαία, σχετική και δε θα προσέφερε οτιδήποτε περαιτέρω στην υπόθεση. Αφορά θέματα απόδειξης και έκτασης της ζημιάς, που ενδεχομένως υπέστη ο Αιτητής, τα οποία εκφεύγουν της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου (ισχυρισμοί περί του μισθού και του μπόνους που θα εισέπραττε ο Αιτητής, την απουσία εισοδήματος, τη μείωση του μισθού κατά τη μεταγενέστερη εργοδότηση, την απώλεια άλλων ευκαιριών και τις οικογενειακές του δαπάνες). Όπως τονίστηκε στη Νεοκλέους και στην Τρύφωνος ανωτέρω, η αξιολόγηση τέτοιων ισχυρισμών εμπίπτει στο πλαίσιο αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να ασκηθεί, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής. Περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο, η έγκριση της αίτησης δε θα προσέφερε οτιδήποτε ως προς το ζήτημα της διατήρησης του εννόμου συμφέροντος, το οποίο ήδη στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως.
Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής δεν υφίσταται οποιαδήποτε δικονομική ή ουσιαστική ζημία από την απόρριψη, αφού διατηρεί το έννομο συμφέρον του και το δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής του. Τέλος, αναφέρω για σκοπούς πληρότητας ότι, οι αποφάσεις που επικαλείται ο Αιτητής δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Στην Α.Κ., ειδικότερα, η προσαγωγή μαρτυρίας επιτράπηκε «προκειμένου να διαφανεί κατά πόσον όντως υπήρξε η υπό του αιτητή ισχυριζόμενη, λόγω της διαθεσιμότητάς του, οικονομική ζημία, διαπίστωση η οποία θα επιδράσει ουσιωδώς στο ζήτημα της συνέχισης της δίκης.». Εν προκειμένω, η εκ πρώτης όψεως ζημιά απορρέει άμεσα από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη και, συνεπώς, η ύπαρξη καταλοίπου δεν εξαρτάται από τη μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί. Παρέλκει, επίσης, η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών της Καθ' ης η Αίτηση, περί καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και περί μη τροποποίησης του δικογράφου της προσφυγής, ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου για απόρριψη της αίτησης.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, η αίτηση ημερομηνίας 3.3.2026 για προσαγωγή μαρτυρίας αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.
Η Υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 05.11.2026 και ώρα 08.45.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο