Υuila Dondysh ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Υπουργείου Εσωτερικών μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 2018/2022, 12/10/2026
print
Τίτλος:
Υuila Dondysh ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Υπουργείου Εσωτερικών μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 2018/2022, 12/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 2018/2022 iJustice

                                             

    12 Οκτωβρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τo Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

  Υuila Dondysh

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας δια Υπουργείου Εσωτερικών

μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Καθ' ων η Αίτηση

.........

 

Δημήτρης Ζαβού μαζί με Ιωάννα Ευσταθίου (ασκ. Δικηγ) για Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτου, Δικηγόροι για Αιτήτρια

Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Ουκρανίας, η οποία αφίχθηκε πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 19.12.2004 και στις 22.12.2004 υπέβαλε αίτηση ασύλου την οποία απέσυρε αφού, στις 14.03.2006, τέλεσε γάμο με ευρωπαίο πολίτη. Στις 05.08.2009 αποτάθηκε και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίου πολίτη.

 

Η Αιτήτρια έλαβε διαζύγιο στις 21.12.2011, όμως λόγω ότι ο γάμος διήρκεσε για περισσότερο από τρία χρόνια, εξασφάλισε δελτίο διαμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης.

 

Στις 20.03.2018, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση Κυπριακής

υπηκοότητας με πολιτογράφηση (εφεξής η «Αίτηση»), η οποία απερρίφθη και η Αιτήτρια το πληροφορήθηκε με επιστολή των Καθ΄ων η αίτηση ημερ. 22.09.2022. Ως αιτιολογία στην εν λόγω επιστολή αναφέρθηκε:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 20.03.2018 για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι διαμένατε παράνομα στη Δημοκρατία μετά που αποσύρατε το αίτημά σας για Άσυλο το 2006 και είχατε τελέσει γάμο με Ευρωπαίο πολίτη μέχρι το 2009 που υποβάλατε αίτηση.

Επιπλέον, δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας στη Δημοκρατία και ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος να καταστείτε βάρος στα δημόσια οικονομικά».

 

Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση αυτή.

 

Με τον κεντρικό λόγο ακύρωσης στην αγόρευση του ευπαιδευτου συνηγόρου της η Αιτήτρια εγείρει ότι η προσβαλλόμενη είναι αναιτιολόγητη.

 

Θέτει ότι στο Παράρτημα 6 (Κ62) της ένστασης με τίτλο «περίοδος παράνομης παραμονής», η περίοδος που αναφέρετε ως παράνομη η παραμονή της Αιτήτριας στην Δημοκρατία είναι από 12.02.2011 μέχρι 29.02.2012, περίοδος που ήταν μετά το διαζύγιο της και όταν υπέβαλε αίτηση για διαμονή ως μητέρα ευρωπαίου πολίτη. Στο διάστημα μεταξύ 26.05.2006 μέχρι 2009 πουθενά δεν καταγράφεται ότι είχε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία ενώ ουδέποτε λήφθηκαν μέτρα εναντίον της για την ισχυριζόμενη παρανομία της διαμονής της. Όσο αφορά το διάστημα  από 12.02.2011 έως 29.02.2012 ο λόγος που ήταν παράνομη ήταν η αργοπορία της διοίκησης να απαντήσει στο αίτημα της.

 

Επιπλέον σημαντικό κατά την Αιτήτρια είναι το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι έλαβε διαζύγιο την 21.12.2011, πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν παντρεμένη, και ακολούθως αναφέρουν ότι βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία από την 12.02.2011 μέχρι 29.02.2012, ενώ είχε υποβάλει αίτηση για την διαμονή της στην Δημοκρατία ως μητέρα ευρωπαίου πολίτη.

 

Επίσης, θέτει ότι ενώ οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν ότι η Αιτήτρια απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης διανομής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης λόγω του ότι ο γάμος διήρκησε περισσότερο από 3 χρόνια, εντούτοις ισχυρίζονται ότι μέχρι τις 28.02.2012 βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ είχε το προαναφερόμενο δικαίωμα.

 

Όσον αφορά τη διαπίστωση ότι η Αιτήτρια δε διαθέτει αρκετούς οικονομικούς πόρους, σημειώνει ότι στις καταστάσεις ασφαλιστέων αποδοχών από το Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναγράφονται ως ασφαλιστέες αποδοχές ποσά μέχρι και 15.371 ευρώ ετησίως και οι πλείστες οικογένειες στην Κύπρο και οι περισσότεροι κύπριοι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι ευρίσκονται στα ίδια επίπεδα απολαβών. Στα 17 χρόνια παραμονής της στην Κύπρο ουδέποτε έχει ζητήσει οποιοδήποτε επίδομα και ποτέ δεν έχει επιβαρύνει τα ταμεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεγάλωσε το τέκνο της με τις απολαβές της και με τη διατροφή του πρώην συζύγου της.

 

Όσο δε αφορά τη διαπίστωση ότι η Αιτήτρια δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα, θέτει ότι αυτό δεν είναι αληθές εφόσον η Αιτήτρια αντιλαμβάνεται και καταλαβαίνει πλήρως την ελληνική γλώσσα και την κυπριακή διάλεκτο. Περαιτέρω στο Παράρτημα 6 (Κ87) αναφέρεται ότι η Αιτήτρια μιλά πολύ λίγο την Ελληνική γλώσσα και δεν έχει αρκετούς φίλους Κύπριους μη αναφέροντας όμως ποιο είναι το κατάλληλο επίπεδο για να μην θεωρείται ότι μιλά πολύ λίγο την ελληνική γλώσσα και πόσοι θα έπρεπε να ήταν οι Κύπριοι φίλοι της Αιτήτριας για να θεωρούνται αρκετοί.

 

Εξέτασα τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου.

 

Καταρχάς είναι σαφές ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να συμπληρώνεται από τα επιμέρους, στοιχεία τα οποία υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο και το σύνολο της διοικητικής ενέργειας [άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (158(I)/1999)].

 

Η απόφαση για απόρριψη της Αίτησης είναι φανερό ότι αιτιολογήθηκε καταρχάς στη βάση του γεγονότος ότι η Αιτήτρια διάμενε παράνομα στη Δημοκρατία μετά που απέσυρε το αίτημα της για Άσυλο το 2006 και είχε τελέσει γάμο με Ευρωπαίο πολίτη μέχρι το 2009 που υπέβαλε αίτηση. Στην εισήγηση για απόρριψη της Αίτησης (Κ85), την οποία ενέκρινε ο Υπουργός, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ως προς τον χρόνο παράνομης παραμονής της Αιτήτριας για το διάστημα 12.02.2011-29.02.2012 αλλά για το διάστημα 2006-2009, μετά την απόσυρση του αιτήματος ασύλου και αφού είχε παντρευτεί με τον ευρωπαίο πολίτη.

 

Ορθά δε, τίθεται από την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση ότι η αιτιολόγηση της παράνομης διαμονής της Αιτήτριας από 2006 έως 2009, ναι μεν δεν καταγράφεται στον πίνακα (Κ62 – 61), τον συνημμένο στο Παράρτημα 6 της Ένστασης της Δημοκρατίας, όμως από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. Παράρτημα 6 σε ένσταση Κ. 59-60) προκύπτει ότι άδεια παραμονής η Αιτήτρια είχε μέχρι 21.05.2006 ενώ η επόμενη εκκινούσε 05.08.2009. Ως εκ τούτου δε βρίσκω αναιτιολόγητο το συμπέρασμα ότι για το ενδιάμεσο, των ημερομηνιών αυτών, διάστημα παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς να αποταθεί για διευθέτηση της άδειας παραμονής της.

 

Συμφωνώ και με τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση ότι παρά το γεγονός ότι στις 14.03.2006 τέλεσε γάμο με Ευρωπαίο πολίτη, αυτό δεν της προσδίδει, αυτόματα, νόμιμο καθεστώς στη Δημοκρατία αλλά όφειλε να αποταθεί για διευθέτηση της άδειας διαμονής της, πράγμα που έπραξε μόλις στις 05.08.2009 και εν πάση περιπτώσει ουδεμία νομοθετική πρόνοια προτείνεται που να υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένη η θεώρηση των Καθ΄ων η αίτηση ή πχ που να νομιμοποιεί, με την τέλεση γάμου και μόνο (ή να προσδίδει αυτόματο δικαίωμα παραμονής σε) σύζυγο ευρωπαίου πολίτη χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος.

 

Τα όσα αφορούν τους επιμέρους ισχυρισμούς και θέσεις των μερών ως προς την περίοδο παράνομης παραμονής που καταγράφεται στον πίνακα (συνημμένο στο Παράρτημα 6 της Ένστασης της Δημοκρατίας, από 12/02/2011 μέχρι 29/02/2012), δεν είναι ουσιώδη για τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης, δεδομένου ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν εδράστηκαν σε οποιαδήποτε αιτιολογική τους κρίση (βλ. Κ. 77-89 και ιδίως 89-85), σε παράνομη παραμονή της Αιτήτριας για το εν λόγω διάστημα αλλά τόσο στην εισήγηση (Κ.85), η οποία εγκρίθηκε (Κ. 89) από τον Υπουργό όσο και στην επιστολή ημερ. 22.09.2022, το σκέλος της αιτιολογίας που αφορούσε το παράνομο της παραμονής αναφερόταν στα έτη 2006-2009, στο οποίο αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω και επί του οποίου ουδεμία πλημμέλεια αιτιολογίας ή έρευνας διαπίστωσα/ διαπιστώνω.

 

Ομοίως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί των καταγραφών των Καθ΄ων η αίτηση στο Κ.87 «ότι η Αιτήτρια δεν έχει αρκετούς φίλους», δεν έδρασαν με οποιονδήποτε τρόπο την προσβαλλόμενη ούτε τούτο αναφέρθηκε ως λόγος ή ένας εκ των λόγων απόρριψης της Αίτησης.

 

Περαιτέρω δε με βρίσκουν σύμφωνο ούτε οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως προς το αναιτιολόγητο της διαπίστωσης των Καθ΄ων η αίτηση για τους οικονομικούς πόρους της με παραπομπή στην κατάσταση κοινωνικών ασφαλίσεων της. Τα ποσά τα οποία αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορός της (περί τις 15.000 ευρώ ετησίως) είχαν δηλωθεί σε κάποια παρελθόντα έτη όμως στα πιο πρόσφατα πριν της Αίτηση (βλ. Κ72 και Κ71 στο Παράρτημα 6 ένστασης), προκύπτει ότι οι αποδοχές της Αιτήτριας στις κοινωνικές ασφαλίσεις, ήταν πολύ πιο χαμηλές (ένα τρίτο ή ήμισυ των προηγούμενων). Συνεπώς δε βρίσκω το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση υπό τις περιστάσεις ως αναιτιολόγητο (σχ. και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1736/2022N G ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α. ημερ. 06.11.2024).

 

Αιτιολογημένη τέλος υπό τις περιστάσεις θεωρώ και τη διαπίστωση των Καθ΄ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια μιλά πολύ λίγο την ελληνική γλώσσα. Ως φαίνεται από το έντυπο προσωπική συνέντευξης, παρά το γεγονός ότι η συνέντευξη διενεργήθηκε στην ελληνική γλώσσα, η Αιτήτρια δεν κατανοούσε τις ελληνικές λέξεις και τις μετάφραζε μία θεία της (βλ. Παράρτημα 6 σε ένσταση, Κ. 77, Σημείωση στο σημείο 1).

 

Έχοντας υπόψη τη διαχρονική νομολογία αναφορικά με την εξουσία των Καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση αιτήσεων ως η υπό κρίση δε βρίσκω οποιαδήποτε, τελικά, πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη. Ως υπεδείχθη στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 A.A.Δ. 731, ακόμα και η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων πολιτογράφησης, δεν οδηγεί αυτομάτως σε έγκριση της σχετικής αίτησης, αλλά επιβάλλεται να διερευνηθούν κι άλλοι παράγοντες (η γνώση της γλώσσας είναι ένα από αυτά), που συνεκτιμώνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, εθνικά και οικονομικά ζητήματα της χώρας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε:

 

«Η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί βεβαίως αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση. Εκτός από τη βούληση του ατόμου, η οποία εκφράζεται με την υποβολή αίτησης, απαιτούμενο στοιχείο είναι και η έκφραση κυρίαρχης βούλησης της πολιτείας που δύναται να προσδώσει την ιθαγένεια. Συνεπώς, δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής, βλ. Δίκαιο Ιθαγένειας, Ζωή Παπασιώπη Πασιά, 7η έκδοση, σελ. 124-126. Τα ως άνω δε στοιχεία, εκτιμούνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα».

 

Στην παρούσα οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν αιτιολογημένα κρίνω ότι η Αιτήτρια διέμεινε παράνομα για διάστημα μεταξύ των ετών 2006-2009, ότι παρά τα 17 έτη παραμονής στη Δημοκρατία μιλά πολύ λίγα ελληνικά και ότι παράλληλα δε διαθέτει σταθερούς οικονομικούς πόρους για τη συντήρησή της στη Δημοκρατία. Ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στις διαπιστώσεις τους αυτές.

 

Δεδομένων των πιο πάνω, δε διαπιστώνω βασιμότητα της προσφυγής, η οποία απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα 1.800 Ευρώ υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο