ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 2152/2023 (iJ))
8 Οκτωβρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
TOUMEH ALSAKER
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Χρίστος Αδάμου, για τον αιτητή.
Κυριακή Χριστοφή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει έλεγχο νομιμότητας της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 3.11.2023, με την οποία απερρίφθη αίτηση που υπέβαλε στις 7.3.2023 για έκδοση άδειας παραμονής στη Δημοκρατία, ως σύζυγος Κύπριας πολίτιδας.
Ο αιτητής κατάγεται από τη Συρία. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία την 1.12.2001, με άδεια εισόδου, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης. Στις 7.1.2002, υπέβαλε αίτηση προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια για εργασία, ως γεωργικός εργάτης, άδεια που του παραχωρήθηκε μέχρι την 1.4.2002. Πριν την λήξη της εν λόγω άδειας, δεν είχε υποβάλει οποιαδήποτε άλλη αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής του.
Ακολούθως, στις 8.3.2004, τέλεσε γάμο με την Κύπρια υπήκοο Κ.Ν. και στις 10.8.2004 υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής ως επισκέπτης μέλος της οικογένειας Κύπριου πολίτη, άδεια που εκδόθηκε, με ισχύ μέχρι τις 30.9.2006. Όπως προαναφέρθηκε, από την 1.4.2002 που είχε λήξει η άδεια παραμονής του, μέχρι και την 10.8.2004 που αιτήθηκε για έκδοση νέας, η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, ήταν παράνομη.
Κατόπιν ανώνυμης καταγγελίας που υπεβλήθη στην Αστυνομία στις 18.3.2005, πως ο αιτητής φαινόταν να είναι αναμεμιγμένος σε υπόθεση παράνομης πώλησης αυτοκινήτου, καθώς και παντρεμένος επίσης στη Συρία όπου με την εκεί σύζυγό του έχει αποκτήσει παιδιά και δεν έλαβε διαζύγιο προτού τελέσει γάμο με την Ελληνοκύπρια, άρχισε διερεύνηση. Στις 15.5.2006, υπέβαλε αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής ως σύζυγος Κύπριας πολίτιδας προκειμένου να εργαστεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος, άδεια η οποία εκδόθηκε, με ισχύ μέχρι την 31.5.2011.
Μετά από τη διερεύνηση της καταγγελίας που είχε υποβληθεί στην Αστυνομία, ασκήθηκε εναντίον του αιτητή ποινική δίωξη για το αδίκημα της διγαμίας και δόσης ψευδούς όρκου, από τις οποίες κατηγορίες αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις 23.4.2007.
Σημειώνεται πως, από την 1.6.2011 μέχρι και την 7.3.2023, που ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη αίτηση, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Η υποβληθείσα αίτηση ημερομηνίας 7.3.2023, εξετάστηκε και στις 3.11.2023, αυτή είχε απορριπτική κατάληξη, με το ακόλουθο αιτιολογικό:-
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας χωρίς ημερομηνία σχετικά με το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι μετά από ενδελεχή έρευνα το αίτημά σας εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατόν να εγκριθεί, καθότι δεν υπήρξε συμβίωση με την Κύπρια, Κ[…] Ν[…]. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τελέσατε γάμο με την Ν[…] Al B[…] στη Συρία και ακολούθως τελέσατε γάμο με την Κ[…] Ν[…] στην Κύπρο, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσετε διαζύγιο».
Η νομιμότητα της προαναφερόμενης απορριπτικής διοικητικής απόφασης, αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
Προς ακύρωση, προωθείται από τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή, η θέση περί ελλιπούς διερεύνησης, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό πως ο ίδιος δεν έλαβε διαζύγιο από προηγούμενο γάμο που είχε τελέσει στη Συρία, προτού τελέσει γάμο με την Ελληνοκύπρια. Προς τούτο, κάνει λόγο στην αθωωτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 23.4.2007, βάσει της οποίας ο ίδιος απαλλάχθηκε των κατηγοριών που αυτός αντιμετώπιζε, τόσο για τη διγαμία, όσο και τη δόση ψευδούς όρκου.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της απορριπτικής απόφασης, πως δεν υπήρξε συμβίωση με την Ελληνοκύπρια, υπέβαλε πως κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 27.1.2010 από την ΥΑΜ, προέκυψε πως το ζεύγος διαμένει κάτω από την ίδια στέγη, παρόλα τα προβλήματα που παραδέχτηκαν κι οι δύο ότι αντιμετώπιζαν, ενώ, με αναφορά στη χειρόγραφη σημείωση επί του Παραρτήματος 12 της Ένστασης, επί της οποίας φαίνεται να καταπιάστηκαν οι καθ’ ων η αίτηση, αναφέρεται πως υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αδελφό της Ελληνοκύπριας, ο οποίος ανέφερε πως ο αιτητής δεν συμβιώνει με την αδελφή του και πως η αίτηση υπογράφθηκε κατόπιν πίεσης. Όπως διατείνεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, αυτό δεν συνιστά έρευνα και μάλιστα εξειδικευμένη, όπως επιβάλλουν οι περιστάσεις, ισχυρισμούς που επανέλαβε και κατά τις προφορικές διευκρινίσεις.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, υποστήριξε το αντίθετο. Υπέδειξε πως από το σύνολο της μαρτυρίας και τις τακτικές έρευνες που πραγματοποιούσε η ΥΑΜ, προέκυπτε από το στενό οικογενειακό περιβάλλον της Ελληνοκύπριας συζύγου του, πως το ζεύγος έπαψε να διάγει πραγματικό συζυγικό βίο και πως ελλείψει τέκνων από τον γάμο τους, δεν υπήρξε σύνδεση του αιτητή με την Κύπρο. Υποστηρίζεται η θέση πως λόγω της μη συμβίωσης του αιτητή με την Ελληνοκύπρια, δεν πληρείτο ο όρος της προσωρινής άδειας που του είχε παραχωρηθεί για διαμονή στη Δημοκρατία και συνεπώς, ορθά η υποβληθείσα αίτηση απερρίφθη.
Σε ό,τι αφορά την άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα της διγαμίας, υπέδειξε πως στο πλαίσιο της διερεύνησης, προσκομίστηκαν επίσημα έγγραφα από τη Συρία, βάσει των οποίων προέκυπτε η ύπαρξη γάμου και τεσσάρων τέκνων, κάτι που υποδηλώνει πως η δράση της διοίκησης υπήρξε σε διοικητικό επίπεδο εύλογη. Σε σχέση με αυτό τον λόγο απόρριψης της υποβληθείσας αιτήσεως, αποτέλεσε θέση της ευπαιδεύτου δικηγόρου της Δημοκρατίας, πως η τέλεση του δεύτερου γάμου, δεν ήταν η κύρια αιτιολογία της απορριπτικής κατάληξης, αλλά δευτερεύουσα και συμπληρωματική της κύριας, ήτοι της μη συμβίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του Ν. 158(Ι)/99 ή και σε κάθε περίπτωση, η αιτιολογία αναπληρώνεται και συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Έχοντας μελετήσει το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών, καθώς και των εγγράφων που περιέχονται εντός των δύο διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Τεκμήρια 1 και 2, καταλήγω στις εξής διαπιστώσεις.
Ο αιτητής, δεν ήταν ιδιαίτερα συνεπής στην ανανέωση της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία. Υπήρξαν μεγάλα χρονικά διαστήματα που διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Ειδικότερα, από 1.4.2002 μέχρι 10.8.2004, όπως και από 1.6.2011 μέχρι 7.3.2023.
Παρόλα αυτά, το ζήτημα της συμβίωσης του αιτητή με την Ελληνοκύπρια - από την οποία αντλούσε και δικαίωμα υποβολής αίτησης για παραχώρηση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας Κύπριου πολίτη - αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης από την ΥΑΜ, σε πέντε περιπτώσεις, όπως καταδεικνύουν οι σχετικοί διοικητικοί φάκελοι.
Ειδικότερα, στις 30.9.2004, καταγράφεται αναφορά της Αστυνομίας προς την ΥΑΜ περί αρμονικής συμβίωσης του ζεύγους (έγγραφη σημείωση 6 Τεκμηρίου 1). Στις 24.8.2005, δεύτερη αναφορά πως το ζεύγος διαμένει μαζί (έγγραφη σημείωση 8 Τεκμηρίου 1). Στις 3.1.2007, τρίτη αναφορά πως διαμένουν μαζί γεγονός που επιβεβαιώνει κι η θυγατέρα της Κύπριας (έγγραφη σημείωση 14 Τεκμηρίου 1). Στις 19.12.2009, τέταρτη αναφορά πως το ζεύγος διαμένει μαζί (έγγραφη σημείωση 32 Τεκμηρίου 1) και στις 27.1.2010, πέμπτη αναφορά πως υπάρχει συμβίωση του ζεύγους (έγγραφη σημείωση επίσης 32 Τεκμηρίου 1).
Από το έτος 2010 και έπειτα, δεν υπάρχει εντός του διοικητικού φακέλου οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση. Η μοναδική αναφορά που γίνεται σε ό,τι αφορά το ζήτημα της συμβίωσης ή όχι του ζεύγους, είναι μία χειρόγραφη σημείωση που φέρει υπογραφή και ένδειξη «06/2023» στη σελίδωση 32 του Τεκμηρίου 2, στην οποία αναφέρονται τα εξής:-
«Κατόπιν τηλ. επικ. με τον αδελφό της Κύπριας, κ. Στ[…] Ν[…], ο αλλοδαπός δεν συμβιώνει με την Κύπρια και η αίτηση υπογράφηκε έπειτα από δική του πίεση».
Δεν θεωρώ όμως, πως αυτή η δήλωση συνιστά δέουσα διερεύνηση του ζητούμενου.
Καταρχήν, ουδεμία επικαιροποιημένη επιτόπια διερεύνηση έλαβε χώρα στη δηλωθείσα διεύθυνση του ζεύγους, η οποία καταγράφεται στην υποβληθείσα αίτηση ημερομηνίας 7.3.2023, προκειμένου να διαπιστωθεί, το κατά πόσον ο αιτητής διαμένει πράγματι με την σύζυγό του, κάτι που είχε προηγηθεί, αλλά και διαπιστωθεί, σε πέντε χρονικές περιπτώσεις προηγουμένως. Δεν προκύπτει ούτε να αναζητήθηκε ή να ερωτήθηκε η σύζυγος του αιτητή, ούτε και δόθηκε ο λόγος για τον οποίο υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αδελφό της Ελληνοκύπριας και όχι με την ίδια. Η χειρόγραφη καταγραφή αυτής της δήλωσης, δεν μπορεί να συνιστά δέουσα έρευνα, εφόσον δεν έχουν συλλεχθεί όλα τα απαραίτητα στοιχεία, δεδομένα και γεγονότα προς τεκμηρίωση της μη συμβίωσης του ζεύγους.
Κρίνεται, συνεπώς, πως ο τρόπος που έλαβε χώρα η διερεύνηση της συμβίωσης του αιτητή με την Ελληνοκύπρια σύζυγό του, δεν υπήρξε η πρέπουσα. Τα όσα αναφέρονται από την ευπαίδευτη συνήγορο της Δημοκρατίας πως το ζεύγος έπαψε να διάγει πραγματικό συζυγικό βίο και πως ελλείψει τέκνων από τον γάμο τους, δεν δημιουργεί σύνδεση του αιτητή με τη Δημοκρατία, ουδόλως αποτέλεσαν στοιχείο κρίσης από την διοίκηση, αλλά συνιστούν αναφορές που γίνονται μόνον στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης, αφού κατά τη νομολογία, η αγόρευση δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Α.Ε. 33/2025 Χατζηγεωργίου ν. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, ημερομηνίας 1.2.2022).
Ούτε όμως και ο δεύτερος λόγος απόρριψης της αιτήσεως βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα. Το κατά πόσον ο αιτητής ήταν ήδη νυμφευμένος με ομοεθνή του στη Συρία κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την Ελληνοκύπρια, αποτέλεσε αντικείμενο εκδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, όπου στην κατηγορία της διγαμίας, ο αιτητής αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις 23.4.2007, κάτι για το οποίο ήταν ενήμερη η διοίκηση, όπως αυτό προκύπτει από την έγγραφη σημείωση με αρ. 23 του Τεκμηρίου 1, σημείωση ημερομηνίας 23.4.2008.
Είναι γι΄αυτούς τους λόγους που κρίνεται πως, τόσο η διερεύνηση που έλαβε χώρα, όσο κι η αιτιολογία που δόθηκε για απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως, υπήρξαν πλημμελείς.
Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.
Επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900 πλέον Φ.Π.Α.
Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο